Εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο

Αρχική Συζητήσεις ΕΘΝΙΚΗ ΧΩΡΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΧΩΡΟ Εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο

  • Αυτό το θέμα έχει 23 απαντήσεις, 1 φωνή και ενημερώθηκε τελευταία φορά 4 έτη, 6 μήνες πριν από τον χρήστη ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.
Επισκόπηση 9 δημοσιεύσεων - 16 έως 24 (από 24 συνολικά)
  • Συντάκτης
    Άρθρα
  • #825
    ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΩΝ ΧΩΡΟΤΑΚΤΩΝ (ΣΕΠΟΧ)

      Αν και είναι θετικό ότι έχει ανοίξει η συζήτηση για την Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ),  διαπιστώνονται τα ακόλουθα προβλήματα:

      Α. Διαπιστώνεται έλλειψη οράματος 

      Η αντιμετώπιση, από την ΕΧΣΘΧ, δεν αποδίδει τη σημασία των ελληνικών θαλασσών ως προς την ιστορία, την εξέλιξη της κοινωνίας και του πολιτισμού. Αποτέλεσμα είναι  η έλλειψη οράματος και διασύνδεσης του θαλάσσιου χώρου με τις αξίες, τις παραμέτρους και τις πολιτικές, που εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη θέση που μπορεί να διεκδικήσει ως προς τον παγκόσμιο, τον ευρωπαϊκό και συγκεκριμένα τον κοινοτικό θαλάσσιο σχεδιασμό (MSP).

      Πιο συγκεκριμένα, η απουσία της ένταξης των ελληνικών θαλασσών στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο  στερεί τη δυνατότητα αντιμετώπισης των μειονεκτημάτων, αλλά κυρίως τη δυνατότητα αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, που απορρέουν τόσο από τη γεωγραφική θέση της χώρας, όσο και από το γεγονός ότι είναι άρρηκτα δεμένη με τη θάλασσα.

      Παρά  τις γεωπολιτικές δυσκολίες είναι ανάγκη να διατυπωθούν όραμα και  στόχοι για τις ελληνικές θάλασσες και τη σχέση τους με το ζειν, το ευ ζειν και τον πολιτισμό των κατοίκων των στεριανών, νησιωτικών και παράκτιων πόλεων και περιοχών.

      Ο  μακρύς χρονικός ορίζοντας σύμφωνα με τον οποίο συντάσσεται η ΕΧΣΘΧ ,δηλαδη το 2050 (άρθρο 1.Α. Στόχοι της ΕΧΣΘΧ),  καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για μια μακροπρόθεσμη οπτική, ένα όραμα για την ολοκληρωμένη διαχείριση του θαλάσσιου χώρου, που θα κατευθύνει τις δράσεις, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχει τις πολιτικές και τις προτεραιότητες για την αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων.

      Κείμενο αναφοράς με αντίστοιχο χρονικό ορίζοντα αποτελεί η «Μακροχρόνια Στρατηγική για το έτος 2050» του ΥΠΕΝ (2019), η οποία όμως  αφορά μόνο στην ενέργεια και στο κλίμα.

      Β. Το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ δεν εναρμονίζεται με τα αναφερόμενα στη σχετική νομοθεσία

      Η στήριξη και προώθηση της  βιώσιμης ανάπτυξης και της χωρικής συνοχής μεταξύ του θαλάσσιου και του παράκτιου χώρου δυσχεραίνεται από την τροποποίηση του ν.  4516/2018 με τον ν.  4759/2020.

      Συγκεκριμένα, το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ και του Θαλάσσιου Χωρικού Σχεδιασμού(ΘΧΣ), καθορίζεται από το άρθρο 2, παρ.1 του ν. 4546/2018, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 18 του ν. 4759/2020. Το άρθρο προβλέπει ότι ο ΘΧΣ «εφαρμόζεται στον θαλάσσιο χώρο, δηλαδή στα θαλάσσια ύδατα και στο θαλάσσιο τμήμα της παράκτιας ζώνης». Το συγκεκριμένο άρθρο με την τελική του μορφή εισάγει μια αντίφαση, γιατί, ενώ αναφέρεται στα θαλάσσια ύδατα της παράκτιας ζώνης, στην πραγματικότητα αναιρεί  τη χωρική συνοχή μεταξύ θαλάσσιου και παράκτιου χώρου Δυστυχώς ο ν. 4759/2020 διαχωρίζει την παράκτια, σε χερσαία και θαλάσσια ζώνη, αποστερώντας ή ελαχιστοποιώντας τη δυνατότητα  ενιαίας θεώρησής της.

      Επίσης ενώ η Έκθεση ορίζει ως πεδίο αναφοράς τα θαλάσσια ύδατα και το θαλάσσιο τμήμα της παράκτιας ζώνης, το σχέδιο της απόφασης αναφέρει ρητά ότι αντικείμενο της αποτελούν μόνο οι θαλάσσιες δραστηριότητες και όχι οι δραστηριότητες στα παράκτια ύδατα. (αρθρο2.Γ1)

      Σημειώνεται ότι η κοινοτική Οδηγία 2014/89/ΕΕ θεωρεί ρητό στόχο για τη στήριξη και προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, τη χωρική συνοχή θαλάσσιου και παράκτιου χώρου. Δυστυχώς αυτό δεν αποδίδεται καθόλου στο σχέδιο ΠΥΣ.

      Γ. Οι στόχοι της ΕΧΣΘΧ  δεν αποσαφηνίζονται

      Δυστυχώς οι στόχοι του ΘΧΣ, όπως  αναφέρονται στην Οδηγία 2014/89/ΕΕ, στο νόμο 4546/2018, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν ενσωματώνονται  στην  προτεινόμενη ΕΧΣΘΧ. Οι στόχοι αυτοί απορρέουν τόσο από την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και συγκεκριμένα την Ατζέντα 2030, όσο και από την έννοια της χωρικής συνοχής μεταξύ του θαλάσσιου και του παράκτιου χώρου, όπως προτείνεται από το 7<sup>ο</sup> Πρωτόκολλο της Σύμβασης της Βαρκελώνης για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης. Απουσιάζει δηλαδή η ολιστική θεώρηση του παράκτιου χώρου, που λαμβάνει υπόψη την πολύπλοκη και δυναμική φύση των αλληλεπιδράσεων ξηράς – θάλασσας, που παρατηρούνται  στον παράκτιο χώρο. Η χώρα μας, αν και αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος του Πρωτοκόλλου, δεν έχει προχωρήσει  στην εφαρμογή του, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι συγκρούσεις των παράκτιων δραστηριοτήτων και να μην αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, των φυσικών καταστροφών και η διάβρωση των ακτών.

      Οι παραπάνω στόχοι δεν καταγράφονται από το άρθρο 2 της ΕΧΣΘΧ με αποτέλεσμα την ρητή απαξίωσή τους .Αντίστοιχα παρατηρείται σύγχιση ως προς τις έννοιες αυτές στο κείμενο της ΕΧΣΘΧ. Τελικά , η ΕΧΣΘΧ αντί μιας  ολοκληρωμένης προσέγγισης, ώστε να είναι σαφής η στόχευσή της, αναφέρεται σε τομεακού ή ειδικού ενδιαφέροντος συγκεκριμένες δραστηριότητες .

      Δ. Η αναφορά της ΕΧΣΘΧ  στις κλίμακες σχεδιασμού  είναι προβληματική

      Ο τρόπος που η ΕΧΣΘΧ αναφέρεται σε χρήσεις και προτεινόμενες κλίμακες σχεδιασμού είναι ανεπαρκής και προβληματικός. Δεν ανταποκρίνονται επίσης στον επιδιωκόμενο στρατηγικό της χαρακτήρα.

      Ε. Η αναφορά στα γεωχωρικά δεδομένα είναι προβληματική

      Τα γεωχωρικά δεδομένα αντί του ΘΑΛ-ΧΩΡ Ι θα πρέπει να βασίζονται στις απαιτήσεις της οδηγίας INSPIRE και προφανώς θα πρέπει να δομηθούν σύμφωνα με αυτή, με  ευθύνη της αρμόδιας Διεύθυνσης Γεωχωρικών Δεδομένων του ΥΠΕΝ.

      ΣΤ. Το κείμενο χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας ώστε να αποκτήσει μορφή κειμένου στρατηγικής  και πολιτικής

      Η ΕΧΣΘΧ πρέπει να έχει πράγματι έναν χαρακτήρα στρατηγικό. Τα συστατικά του στρατηγικού σχεδιασμού, δηλαδή: όραμα, στόχοι, χωρικό πρότυπο, προτεραιότητες, πεδίο εφαρμογής, δεν έτυχαν της αντίστοιχης επεξεργασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιληπτός τελικά «ο σκοπός της προτεινόμενης ΕΧΣΘΧ». Η διαπίστωση αυτή διατρέχει όλη τη ροή του  κειμένου της.

      Τα άρθρα 1 και 2 εμφανίζουν πολλά προβλήματα. Δεν είναι συνεπή με άλλα άρθρα ως προς το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις τους, δεν ανταποκρίνονται στους τίτλους τους. Περιέχουν στοιχεία με  γλωσσικές και εννοιολογικές αντιφάσεις. Για παράδειγμα ο σκοπός αποτελεί αντικείμενο του άρθρου 3 με βάση τον τίτλο, αλλά στην πραγματικότητα στο άρθρο αυτό δίνονται κάποιες αποσπασματικές κατευθυντήριες αρχές, που δεν αντιστοιχούν σε ολοκληρωμένη προσέγγιση.

      Συνεπώς το κείμενο της ΕΧΣΘΧ χρήζει περαιτέρω επεξεργασίας προκειμένου να αποκτήσει μορφή κειμένου στρατηγικής  και πολιτικής (σχετικές ενδεικτικές αναφορές τέθηκαν παραπάνω), να αποτελέσει ολοκληρωμένη προσέγγιση του θαλάσσιου και παράκτιου χώρου, να αναδειχθεί η ευρύτερη χωρική του διάσταση, διότι στην τρέχουσα μορφή έχει καθαρά τομεακό/ειδικό  χαρακτήρα με εστίαση σε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Χρήζει επίσης βελτίωσης της δομής του και συνολικής ανασυγκρότησης προκειμένου να υπάρξει αλληλουχία και λειτουργική σύνδεση/συσχέτιση σε όραμα, στόχους και κατευθυντήριες αρχές.

      #826
      Ιωάννης Κιούφης

        Σχόλια της εταιρείας με την επωνυμία «ΔΙΩΡΥΓΑ GAS Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Φυσικού Αερίου» στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης επί του Σχεδίου Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με θέμα «Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο»

        Η Εταιρεία μας, μέλος του Ομίλου εταιρειών της ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε. (ΜΟΗ), έχει σχεδιάσει και υλοποιεί την κατασκευή ενός πλωτού τερματικού σταθμού αποθήκευσης και αεριοποίησης (FSRU) υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) στη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού Κόλπου που γειτνιάζει άμεσα με τις υφιστάμενες λιμενικές εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου της ΜΟΗ.

        Το έργο αποτελείται από ειδικό πλοίο για την παραλαβή και προσωρινή αποθήκευση ΥΦΑ συνολικής χωρητικότητας έως και 210.000 m3, προβλήτα για τη μόνιμη αγκυροβόληση του πλοίου σε απόσταση περίπου 150m από τη στεριά, από την οποία θα διέρχεται αγωγός φυσικού αερίου (ΦΑ) υψηλής πίεσης καθώς και χερσαίες εγκαταστάσεις, που συμπεριλαμβάνουν αγωγό ΦΑ υψηλής πίεσης για τη διοχέτευση του καυσίμου στο Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου μέσω νέου μετρητικού σταθμού.

        Το εν λόγω έργο σήμερα βρίσκεται σε φάση ολοκλήρωσης του βασικού του σχεδιασμού, έχει πραγματοποιηθεί η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος κατά την οποία εκδήλωσαν την πρόθεση να χρησιμοποιήσουν τη συγκεκριμένη υποδομή 15 εγχώριες και διεθνείς εταιρείες και η κατασκευή του προβλέπεται να υλοποιηθεί έως το τέλος του 2024.

        Επί του υπό διαβούλευση Σχεδίου παρακαλούμε όπως λάβετε υπ’ όψη τα κάτωθι:

        α. Παρόλο που στο Σχέδιο γίνεται αναφορά σε έργα ενεργειακού ενδιαφέροντος με κύρια στόχευση στις υποδομές ΑΠΕ και τις διασυνδέσεις, δεν περιλαμβάνεται πρόβλεψη για υποδομές έργων παραλαβής και αποθήκευσης ΥΦΑ παραγνωρίζοντας ίσως τα πλεονεκτήματα που τα έργα αυτά μπορούν να προσφέρουν τόσο σε επίπεδο ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού όσο γεωστρατηγικής και οικονομικής αναβάθμισης της χώρας. Στην αναφορά στις υποδομές αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι Συνοδές/ Υποστηρικτικές τους Εγκαταστάσεις, ήτοι αγωγοί υποθαλάσσιοι και επίγειοι, πλωτές μονάδες αποθήκευσης και αεριοποίησης ΥΦΑ και λιμενικές εγκαταστάσεις.

        β. Η ρητή μνεία στις παραπάνω υποδομές φυσικού αερίου με τα συνοδευτικά τους έργα θεωρούμε πως θα πρέπει να συμπεριληφθεί με σαφήνεια σε δύο τουλάχιστον σημεία του Σχεδίου, τόσο στο εισαγωγικό σημείο ΙΙΙ./ Γ./ Γ2./ Παρ. 6 «Έρευνα, οδεύσεις υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, εθνική άμυνα» όσο και στο επιμέρους άρθρο 3/ Α1/ Παρ. 6.

        γ. Με αφορμή το υπό διαβούλευση Σχέδιο να ρυθμιστεί συνολικά για κάποιες δραστηριότητες το θέμα χωροταξικού σχεδιασμού θαλασσίων και παράκτιων περιοχών αφού η ανάπτυξή τους γίνεται ταυτόχρονα και στη θάλασσα και στη στεριά.

        Θεωρούμε απόλυτα συμβατές τις παραπάνω επισημάνσεις με το πνεύμα αλλά και τη σκοπιμότητα κατάρτισης και εφαρμογής του υπό διαβούλευση Σχεδίου και προσβλέπουμε στην ενσωμάτωσή τους.

        Παραμένουμε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση ή συνεργασία.

        Με εκτίμηση,
        Για τη ΔΙΩΡΥΓΑ GAS M.A.E.

        Ιωάννης Κιούφης

        #827
        AMBIO A.E.

          Αναφορικά με τη δημόσια διαβούλευση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για το Θαλάσσιο Χώρο, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό χώρο του ΥΠΕΝ στις 26 Ιανουαρίου 2022, παραθέτουμε τα κάτωθι σημεία με στόχο τη βέλτιστη κατάρτιση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού της Ελλάδας:

          • Αρχικά, ευοίωνο/ενθαρρυντικό χαρακτηρίζεται το γεγονός πως, σύμφωνα με το πρώτο κεφάλαιο, άρθρο 3, τμήμα Α5, παράγραφος 1, αναγνωρίζεται η επιτακτική ανάγκη για ανάκαμψη και περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου των υδατοκαλλιεργειών, μέσω της μεγέθυνσης της δραστηριότητας του τομέα.
          • Θετικό επίσης κρίνεται το γεγονός πως λαμβάνονται υπόψη οι κατευθύνσεις του νέου Πολυετούς Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την Ανάπτυξη των Υδατοκαλλιεργειών 2021-2030 και οι ρυθμίσεις του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για την Αειφόρο Ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών.

          Παρά τα θετικά γνωρίσματα του κειμένου, το σχέδιο της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για το Θαλάσσιο Χώρο, εμφανίζει σημεία ασαφειών και αντιφάσεων.

          • Το υπό διαβούλευση σχέδιο εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο, δεν ορίζει σαφώς τα όρια του θαλάσσιου και παράκτιου χώρου, καθώς και των παράκτιων υδάτων, όπως αυτά αναφέρονται στο κεφάλαιο πρώτο, άρθρο 2, τμήμα Γ1, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χώρος για φαινόμενα αλληλοεπικάλυψης του πεδίου εφαρμογής του θαλάσσιου και χερσαίου χωρικού σχεδιασμού. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμη η αποσαφήνιση των ορίων μεταξύ θαλάσσιου και παράκτιου χώρου.
          • Ακόμα, το υπο διαβούλευση σχέδιο εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο, στο δεύτερο κεφάλαιο, άρθρο 4, τμήμα Θ, παράγραφος 1, στις ενδεικτικές κατευθύνσεις για την υδατοκαλλιέργεια, σχετικά με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων υδατοκαλλιέργειας στις ΘΠΠ χαρακτηριστικά αναφέρει:

          «…Στις ΘΠΠ θα πρέπει να επιτρέπονται καταρχήν φάρμες θαλάσσιας υδατοκαλλιέργειας που δεν επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στις χαρακτηρισμένες ως προστατευόμενες περιοχές….»

          Ενώ παράλληλα, στην ίδια παράγραφο αναφέρεται πως:

          «….Θα πρέπει να αποφεύγεται γενικά η εγκατάσταση ιχθυοκαλλιεργειών με κλωβούς εντός ή κοντά σε ΘΠΠ…»

           Δεδομένου ότι η δραστηριότητα της υδατοκαλλιέργειας στο θαλάσσιο χώρο πραγματοποιείται αποκλειστικά σε κλωβούς, η τελευταία πρόταση έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη και δημιουργεί σύγχυση σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης μονάδων υδατοκαλλιέργειες σε ΘΠΠ. Για το λόγο αυτό προτείνεται να διευκρινιστεί ότι η απαγόρευση αφορά την εγκατάσταση μονάδων υδατοκαλλιέργειας πάνω από λιβάδια ποσειδωνίας.

          Παρακαλούμε πολύ, όπως λάβετε υπόψη σας τα παραπάνω σχόλια/παρατηρήσεις.

          #828
          Μαρία Σαλωμίδη

            Αφού απολύτως συνυπογράψουμε τα εύστοχα σχόλια των συναδέλφων Σοφίας Ρεϊζοπούλου, Βασιλικής Βασιλοπούλου, Συλβαίν Γιακουμή, Στέλιου Κατσανεβάκη, Νικου Χαραλαμπίδη καθώς και του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., θα θέλαμε για μία ακόμα φορά να επισημάνουμε το παράδοξο του παρόντος κειμένου, να αναφέρεται μεν στη σπουδαιότητα της οικοσυστημικής προσέγγισης, επιχειρώντας ωστοσο να χωροθετήσει ακόμα και εξαιρετικά επιζήμιες δραστηριότητες σε έναν θαλάσσιο χώρο που εν πολλοίς παραμένει άγνωστος και αχαρτογράφητος στη χώρα μας.

            Ενδεικτικά, λιγότερο από το 20% του Δικτύου Natura2000 έχει επιμελώς χαρτογραφηθεί έως τώρα, ένα χρονίζον ελληνικό έλλειμμα που κάθε άλλο παρά επιτρέπει την οριοθέτηση σαφών στόχων και μέτρων διαχείρισης για την ουσιαστική διαφύλαξη των προστατευτέων αντικειμένων.

            Ομοίως, παρότι διατεινόμαστε να έχουμε ικανοποιητικά διαχειριστικά μέτρα για την αλιεία, οι πλέον επιζήμιες αλιευτικές πρακτικές εξακολουθούν στη χώρα μας να οριοθετούνται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρουσία και κατανομή των πλέον ευαίσθητων βιογενών ενδιαιτημάτων (κοραλλιγενείς βυθοί, τραγάνες, ύφαλοι βαθιών κοραλλιών) σύμφωνα άλλωστε με τις απαιτήσεις του Μεσογειακού Κανονισμού για την Αλιεία 1967/2006 που συστηματικά και επιμελώς το αρμόδιο ΥΠΑΑ&Τ παραμελεί.

            Πέραν των οικοσυστημάτων και της περί αυτών άγνοιας και/ή παράβλεψης από την ΕΧΣΘΧ, γνωστή και καλά τεκμηριωμένη στη χώρα μας από συστηματικές μελέτες του Ινστιτούτου Κητολογικών Ερευνών Πέλαγος, είναι και η παρουσία εξαιρετικά ευάλωτων και παγκόσμιας σημασίας ειδών κητωδών (π.χ. Φυσητήρες, Ζιφιοί), ο ζωτικός χώρος των οποίων ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια του «προστατευόμενου» δικτύου της χώρας, και για τα οποία οφείλουν να ληφθούν σοβαρά υπόψη τουλάχιστον κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές που έχουν αναδειχθεί ως ύψιστης σημασίας για την επιβίωσή τους (ACCOΒAMS/IMMA https://accobams.org/conservations-action/protected-areas/) προκειμένου για την ορθή ρύθμιση της ναυτιλίας και των θαλάσσιων οδών, καθώς και άλλων ιδιαίτερα επιβλαβών δραστηριοτήτων (εξορύξεις, ΑΠΕ, κλπ).

            Εντύπωση επιπλέον προκαλεί η πρόταση ανάπτυξης «καινοτόμων θαλάσσιων επιχειρηματικών πάρκων», μεταξύ άλλων «Μονάδων συλλογής και επεξεργασίας νεκρών φυτών Ποσειδωνίας (Posidonia οceanica)».

            Τα ξεβρασμένα φυτικά υπολείμματα του αυστηρώς προστατευόμενου αυτού θαλάσσιου φυτού, είναι πολύτιμο φυσικό υλικό το οποίο τροφοδοτεί την ακτή και τη θάλασσα, συνεισφέρει στη δημιουργία και διατήρηση παραλιών και αμμοθινικών συστημάτων και κάθε άλλο βέβαια παρά οικοσυστημική νοείται η προσέγγιση που βλέπει σε αυτά πρώτη ύλη για την ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων!

            Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του προγράμματος POSBEMED και τη σχετική έκθεση “Governance and management of Posidonia beach-dune systems”

            (https://posbemed.interreg-med.eu/news-events/news/detail/actualites/strategy-and-action-plan-for-posidonia-beach-dune-systems/)

            Στη διάθεσή σας για περισσότερες πληροφορίες/διευκρινίσεις:

            – Δρ. Μαρία Σαλωμίδη, Ερευνήτρια Θαλάσσιας Οικολογίας, Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας ΕΛΚΕΘΕ

            – Δρ. Βασίλης Γερακάρης, Μεταδιδακτορικός  Συνεργάτης, Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας ΕΛΚΕΘΕ

            – Δρ. Γιάννης Ίσσαρης, Μεταδιδακτορικός  Συνεργάτης, Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας ΕΛΚΕΘΕ

             

            #829
            Μαρτίνος Γκαίτλιχ – Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία

              Μια πρώτη γενική επισήμανση που θέλουμε να κάνουμε αφορά στη σημασία της βιοποικιλότητας, χερσαίας και θαλάσσιας, καθώς και στη σοβαρότητα των κινδύνων που την απειλούν. Η απώλεια της βιοποικιλότητας είναι μια εξίσου σημαντική παγκόσμια κρίση που δρα συνεργιστικά με την κλιματική αλλαγή και μαζί θέτουν σε κίνδυνο το μέλλον της ανθρωπότητας και της ζωής στον πλανήτη. Πολυάριθμες εκθέσεις και μελέτες διεθνών οργανισμών και καταξιωμένων επιστημόνων καταδεικνύουν ότι η βιοποικιλότητα συνεισφέρει σημαντικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και στο μετριασμό των επιπτώσεών της. Άλλωστε, και η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία θεωρεί καίρια αυτή τη συνεισφορά και αντιμετωπίζει την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας και την ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας ως <u>ισότιμους και ισάξιους πυλώνες</u>.

              Ως εκ τούτου η Εθνική Χωρική Στρατηγική για το Θαλάσσιο Χώρο, πέραν των ζητημάτων που άπτονται της κλιματικής αλλαγής, θα πρέπει να λάβει υπόψη της την επιτακτική ανάγκη της προστασίας της βιοποικιλότητας, βάσει και των σχετικών διεθνών υποχρεώσεων κι δεσμεύσεων της χώρας. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να παρεμποδιστεί η επίτευξη των στόχων της Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα για το 2030, η οποία συνεπάγεται τη νομική προστασία τουλάχιστον του 30% του θαλάσσιου χώρου, με τουλάχιστον το 10% να προστατεύεται αυστηρά. Οι στόχοι αυτοί δεν έχουν επιτευχθεί και θεωρούμε ότι η Εθνική Χωρική Στρατηγική για το Θαλάσσιο Χώρο που τώρα καταρτίζεται, πρέπει να προβλέπει σαφώς το πλαίσιο εφαρμογής τους. Απαραίτητη κρίνεται και η συλλογή επιστημονικών δεδομένων για τη βιοποικιλότητα (είδη και οικοτόπους). Τα δεδομένα θα πρέπει να προκύψουν από τη διενέργεια ανεξάρτητης ενδελεχούς, συστηματικής και επαναλαμβανόμενης έρευνας και παρακολούθησης, με αδιάλειπτη κρατική χρηματοδότηση, σε συνεργασία με ερευνητικά-επιστημονικά κέντρα και φορείς. Σημειώνεται ότι σήμερα, υπάρχουν σημαντικά κενά γνώσης στον θαλάσσιο χώρο, ως εκ τούτου θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά τον οποιονδήποτε χωρικό σχεδιασμό και η <u>Αρχή της Προφύλαξης</u>.

              Ως προς την ορνιθοπανίδα για παράδειγμα, απαιτείται συστηματική έρευνα για τον προσδιορισμό περιοχών στην ανοιχτή θάλασσα που είναι σημαντικές για την τροφοληψία και τις συναθροίσεις θαλασσοπουλιών, αλλά και τα μεταναστευτικά περάσματα. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να αξιοποιηθούν τα υποδείγματα των βέλτιστων πρακτικών, όπως η χαρτογράφηση ευαισθησίας (sensitivity mapping) στη χωροθέτηση των διαφόρων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων όπως λ.χ. των θαλάσσιων ΑΣΠΗΕ. Διευκρινίζεται ότι οι χαρτογραφήσεις ευαισθησίας, παρόλο που αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τη χωροθέτηση έργων και αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν τη διαδικασία της δέουσας εκτίμησης των επιπτώσεων των έργων αυτών στη βιοποικιλότητα, μέσω της διεξαγωγής εξειδικευμένης και συστηματικής οικολογικής έρευνας. Προκειμένου να αποφευχθούν οι σοβαρές επιπτώσεις της χωροθέτησης τέτοιων δραστηριοτήτων σε οικολογικά ευαίσθητες θαλάσσιες περιοχές, η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ προτείνει την εξαίρεση από τη χωροθέτηση ΑΣΠΗΕ των θαλάσσιων περιοχών του Δικτύου Natura 2000 και των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά, καθώς και μιας περιμετρικής ζώνης αυτών, η οποία θα οριστεί βάσει ενδεδειγμένων μεθοδολογιών και αξιόπιστων επιστημονικών δεδομένων.

              Τέλος, ως προς τα επιμέρους σχόλια της ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗΣ (σχολιασμός από τους: Δανάη Πορτόλου και Μαρτίνος Γκαίτλιχ), καθώς και για τις διορθώσεις των λαθών (δακτυλογραφικών και άλλων) επιφυλασσόμαστε να σας τα στείλουμε εντος της ημέρας σε επισυναπτόμενο κείμενο, σε σχετικό email.

               

              #830
              Παναγιωτίδης Παναγιώτης

                Πρόκειται για ένα κείμενο γενικών αρχών “περί θαλάσσιου χωρικού σχεδιασμού”, που στοχεύει να καλύψει την συμβατική υποχρέωση της χώρας έναντι της σχετικής Οδηγίας της ΕΕ. Καμία συγκεκριμένη αναφορά στον χώρο, καμία δέσμευση για χαρτογράφηση των δραστηριοτήτων. Απλή παράθεσή τους, λες και διαβάζουμε wikipedia. Συνυπογράφω τα εύστοχα σχόλια των συναδέλφων Σοφίας Ρεϊζοπούλου, Βασιλικής Βασιλοπούλου, Συλβαίν Γιακουμή, Στέλιου Κατσανεβάκη και Νικου Χαραλαμπίδη. Θέλω να πιστεύω ότι σύντομα θα ακολουθήσει μια σοβαρή προσέγγιση του θαλάσσιου χώρου, που είναι απαραίτητη όχι μόνον για περιβαλλοντικούς λόγους, αλλά και για λόγους εθνικής κυριαρχίας.

                #831
                ΕΤ.ΑΝ.ΥΔΑ.Λ Α.Ε.

                  «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΛΟΚΡΙΔΟΣ Α.Ε.»

                  Η εταιρεία ΕΤ.ΑΝ.ΥΔΑ.Λ Α.Ε. είναι ο Φορέας Διαχείρισης της υπό ίδρυση Π.Ο.Α.Υ Λάρυμνας – Αταλάντης. Στα πλαίσια της διαβούλευσης της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για το Θαλάσσιο Χώρο θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι θεωρούμε ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι η υδατοκαλλιέργεια αναγνωρίζεται ως πυλώνας ανάπτυξης στο θαλάσσιο χώρο. Η παρέμβαση μας αφορά τα σχόλια που έχουν αναρτηθεί σε σχέση με τις υδατοκαλλιέργειες και ειδικότερα του Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Αγίου Ιωάννη Θεολόγου-ΟΣΜΑΕΣ Δήμου Λοκρών και του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace.

                  Από κανένα στοιχείο δεν τεκμηριώνεται ότι οι υδατοκαλλιέργειες είναι υπεύθυνες για την περιβαλλοντική υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και ειδικότερα ευρύτερων υδατικών διαμερισμάτων, όπως ο Β. Ευβοϊκός Κόλπος. Σύμφωνα με τα Σχέδια Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής ως πηγές ρύπανσης θεωρούνται σχεδόν το σύνολο των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, όπως τα αστικά υγρά απόβλητα (οικισµοί, τουριστικές εγκαταστάσεις), η αγροτική δραστηριότητα, η βιοµηχανική δραστηριότητα, η κτηνοτροφία, τα στραγγίδια από ΧΥΤΑ και ΧΑΔΑ, τα µεταλλεία – λατοµεία κλπ.. Για τις υδατοκαλλιέργειες, η όποια επίπτωση στην οικολογία και την ποιότητα των υδάτων περιορίζεται στις περιοχές που γειτνιάζουν άμεσα µε τους κλωβούς. Χαρακτηριστική είναι η σταδιακή µείωση των επιπτώσεων σε ακτίνα 25 m από τους κλωβούς που τελικά αγγίζει τα επίπεδα σχεδόν μηδενικής επιβάρυνσης από 100 ως 200 m., ενώ η επιβάρυνση δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Πλέον της σχετικής διαθέσιμης βιβλιογραφίας, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τους συνεχείς ελέγχους στους οποίους υπόκεινται οι μονάδες υδατοκαλλιέργειας από τις αρμόδιες υπηρεσίες στα πλαίσια της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων που έχουν τεθεί για την λειτουργία τους. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι συνεχώς αυξάνεται ο αριθμός των μονάδων υδατοκαλλιέργειας που έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με το πρότυπο Aquaculture Stewardship Council (ASC) στο οποίο προβλέπονται ιδιαίτερα αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια.

                  Στην παρέμβαση του Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Αγίου Ιωάννη Θεολόγου-ΟΣΜΑΕΣ Δήμου Λοκρών, έχει παραποιηθεί η δήλωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Διατήρησης Φύσης – IUCN (International Union for Conservation of Nature) στη Μασσαλία. Η ακριβής δήλωση (https://primeminister.gr/2021/09/03/27339) είναι η εξής: «Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός λαβρακιού και τσιπούρας ιχθυοτροφείου. Αναγνωρίζουμε την ανάγκη θέσπισης ενός σχεδίου δράσης βιώσιμης υδατοκαλλιέργειας, αντιμετωπίζοντας βασικές προκλήσεις όπως ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι πιθανές τριβές με άλλες χρήσεις της θάλασσας και της ακτής -συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού – και η περιβαλλοντική μόλυνση.»

                  Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι η δήλωση δεν αναφέρεται σε αναθεώρηση του χωροταξικού σχεδιασμού για τις υδατοκαλλιέργειες. Το ισχύον Ειδικό Πλαίσιο ήδη ρυθμίζει την συνύπαρξη των υδατοκαλλιεργειών με τις λοιπές δραστηριότητες στη θάλασσα και την παράκτια ζώνη. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι έχει καθυστερήσει σημαντικά η εφαρμογή του χωροταξικού σχεδιασμού και η θεσμοθέτηση των Π.Ο.Α.Υ., με τις οποίες θα καταστεί δυνατή η οριστική χωρική οργάνωση των υδατοκαλλιεργειών στο θαλάσσιο χώρο.

                  Επίσης στην παραπάνω δήλωση δεν γίνεται καμία αναφορά για «περιορισμό του αποτυπώματος των υδατοκαλλιεργειών στη θαλάσσια ισορροπία». Όπως αναφέρουμε παραπάνω οι υδατοκαλλιέργειες δεν προκαλούν σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση. Είναι μία δραστηριότητα που εξαρτάται άμεσα από την οικολογική κατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και ο περιορισμός της περιβαλλοντικής μόλυνσης που προκαλείται από το σύνολο των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων στη θάλασσα και την παράκτια ζώνη, είναι κρίσιμη παράμετρος για τη διασφάλιση της βιωσιμότητα του κλάδου.

                  Όσον αφορά την πρόταση για τη ενίσχυση των νησιωτικών, ακριτικών και απομακρυσμένων περιοχών, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ήδη το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής πραγματοποιείται σε απομακρυσμένες περιοχές (Σαγιάδα, Εχινάδες, νησιά Βόρειου και Νότιου Αιγαίου).

                  Δεν μας βρίσκει αντίθετους η πρόταση, κάποιες μονάδες να μεταφερθούν σε μεγαλύτερη απόσταση από την ακτή και σε μεγαλύτερα βάθη, θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι σε προσπάθειες που έχουν γίνει για τη μετεγκατάσταση μονάδων σε απόσταση μεγαλύτερη των 1.000 μέτρων από την ακτή, εκφράστηκε η αρνητική άποψη από τις αρμόδιες υπηρεσίες για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας.

                  Όσον αφορά την παρέμβαση του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι αναπαράγονται κατά κύριο λόγο τα αρνητικά στερεότυπα για την υδατοκαλλιέργεια, χωρίς να υπάρχει η αντίστοιχη τεκμηρίωση. Η άποψη ότι η υδατοκαλλιέργεια επιτείνει το πρόβλημα της υπεραλίευσης δεν ευσταθεί. Για την παραγωγή 1 κιλού ψαριού απαιτούνται περίπου 2-2,5 κιλά ιχθυοτροφής από τα οποία μόνο το 30% προέρχεται από πρωτεΐνη ιχθυρών, ενώ γίνονται προσπάθειες να περιοριστεί ακόμα περισσότερο η χρήση ιχθυάλευρων. Επισημαίνεται επίσης ότι τα ιχθυάλευρα προέρχονται αποκλειστικά από ανανεώσιμους ιχθυοπληθυσμούς βάσει του προτύπου ASC, και αφορούν αλιεύματα χαμηλής ή μηδενικής εμπορικής αξίας, επιτυγχάνοντας την αξιοποίηση της αλιευτικής παραγωγής που σε διαφορετική περίπτωση θα απορριπτόταν.

                  Επίσης θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η υδατοκαλλιέργεια συμβάλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης για όλη τη διάρκεια του έτους ειδικά σε περιοχές με αναπτυξιακή υστέρηση, σε αντίθεση με άλλες δραστηριότητες όπως ο τουρισμός, που είναι κατά κύριο λόγο εποχικές. Επιπλέον, θεωρούμε πως ο σχεδιασμός για την ανάπτυξη μίας περιοχής δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατος αλλά θα πρέπει να ενισχύονται παράλληλα και ο πρωτογενής και ο δευτερογενής και ο τριτογενής τομέας παραγωγής.

                  Με εκτίμηση,

                  ΛΥΜΠΕΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ – Πρόεδρος ΕΤ.ΑΝ.ΥΔΑ.Λ Α.Ε.

                  #832
                  WWF Ελλάς

                    Σχόλια WWF Ελλάς επί του σχεδίου ΠΥΣ

                     

                    <span style=”text-decoration: underline;”>Γενικά σχόλια</span>

                    Η Εθνική Χωρική Στρατηγική για το Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ) αποτελεί κομβικό εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αειφορική διαχείριση του θαλάσσιου χώρου, προσδιορίζοντας κατευθύνσεις και προτεραιότητες στρατηγικού χαρακτήρα για το σύνολο των ελληνικών θαλασσών.

                    Ωστόσο, το υπό διαβούλευση σχέδιο της ΕΧΣΘΧ (ΥΠΕΝ, 26.01.2022) υστερεί σε μεγάλο βαθμό ως προς την πραγμάτωση αυτού του ρόλου. Πρόκειται περισσότερο για μια θεωρητική άσκηση χαρτογράφησης του σύνθετου και πολυεπίπεδου νομικού πλαισίου που διέπει τη χωροταξία στη θάλασσα, παρά για ένα κατευθυντήριο κείμενο που να παρέχει, με σαφή και ολοκληρωμένο τρόπο, τους βασικούς άξονες χωροταξικού σχεδιασμού προς διασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος για τον θαλάσσιο χώρο.

                    Κατά το μεγαλύτερο μέρος του, πρόκειται για ένα γενικόλογο, θεωρητικό και έωλο ως προς την εφαρμογή του σχέδιο, το οποίο δεν απαντά σε σχεδόν κανένα από τα σημαντικά ζητήματα που το ίδιο εντοπίζει. Μάλιστα παραπέμπει το σύνολο των απαραίτητων επιλογών που το ίδιο θα όφειλε να κάνει σε άλλα εργαλεία και πολιτικές, χωρίς να αξιοποιεί έστω και κατ’ ελάχιστο το ουσιαστικό πλεονέκτημα του χωροταξικού σχεδιασμού για αποτελεσματική εναρμόνιση και συντονισμό των πολιτικών με χωρική διάσταση.

                    Είναι προφανές ότι μία τέτοια ελλιπής προσπάθεια βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τη σημασία του θαλάσσιου χώρου από περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική σκοπιά. Συγχρόνως, παραγνωρίζει την κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας για άμεση και ρεαλιστική αντιμετώπιση τόσο των υφιστάμενων προβλημάτων όσο και των νέων προκλήσεων με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες οι ελληνικές θάλασσες σήμερα.

                    Ειδικότερα, η υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ:

                    • Περιλαμβάνει αποσπασματικές και εξαιρετικά ασαφείς κατευθύνσεις σχετικά με την εν γένει οργάνωση του θαλάσσιου χώρου, την αντιμετώπιση των παράκτιων ζωνών, καθώς και τον χειρισμό των επιμέρους κατηγοριών χρήσεων ή τον μετριασμό των μεταξύ τους συγκρούσεων.
                    • Διατυπώνει με ιδιαίτερα ελλιπή και γενικόλογο τρόπο αρχές και στόχους, ενώ επιπρόσθετα δεν είναι σαφής η σύνδεσή τους με τις όποιες κατευθύνσεις προς επίτευξη των στόχων.
                    • Δεν περιλαμβάνει δομημένα σενάρια ανάπτυξης του θαλάσσιου χώρου και δεν καθιστά σαφή το χειρισμό και τις προτεραιότητες που επιφυλάσσει ως προς κομβικά ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης των θαλασσών.
                    • Μεταχειρίζεται αναποτελεσματικά τα εργαλεία άλλων πολιτικών, ενώ μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις δίνει σε αυτά τα εργαλεία προτεραιότητα αντί να διατυπώνει προτάσεις για τον συντονισμό αυτών των εργαλείων μέσω του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού.
                    • Αποτυγχάνει, κατά συνέπεια, να εξασφαλίσει την ενιαία και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του θαλάσσιου χώρου, όπως προτάσσει και η οδηγία για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό.
                    • Ανταποκρίνεται με γενικό και ακατάληπτο τρόπο σε δύο ακόμα κομβικής σημασίας κατευθύνσεις που παρέχει η ίδια οδηγία, τη συνεκτίμηση των αλληλεπιδράσεων ξηράς-θάλασσας και την οικοσυστημική προσέγγιση, οι οποίες θα πρέπει να διέπουν εν γένει τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό.
                    • Υποβαθμίζει και μεταχειρίζεται με ανισοβαρή τρόπο το φυσικό περιβάλλον, τη βιοποικιλότητα και τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων, ανταποκρινόμενη μόνο κατ’ επίφαση σε βασικές κατευθύνσεις πολιτικής ενωσιακού και εθνικού επιπέδου.
                    • Αντιμετωπίζει με άστοχο τρόπο τα ζητήματα που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, παραγνωρίζοντας την κρισιμότητα των θαλάσσιων οικοσυστημάτων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
                    • Υιοθετεί χωρίς κανέναν ουσιαστικό περιορισμό ή έλεγχο την προγραμματισμένη εξόρυξη υδρογονανθράκων ακόμα και σε θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, διαστρεβλώνοντας με κραυγαλέο τρόπο κάθε έννοια προστασίας της βιοποικιλότητας, μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και βιώσιμης ανάπτυξης.
                    • Δεν προβαίνει στον καθορισμό των θαλάσσιων ενοτήτων για τις οποίες θα εκπονηθούν χωροταξικά πλαίσια, αντιθέτως προτείνει την ενεργοποίηση του εναλλακτικού τρόπου καθορισμού τους σύμφωνα με το εθνικό νομικό πλαίσιο που είναι μέσω ειδικής για το σκοπό αυτό υ.α. (η οποία είναι άγνωστο κατά πόσο θα βασιστεί σε συστηματική και πλήρη τεκμηρίωση, όπως θα έπρεπε ιδεατά να κάνει η ίδια η στρατηγική).
                    • Παραγνωρίζει τις κομβικές και πολυεπίπεδες σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική του χωρικού σχεδιασμού -την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί- και τις λοιπές πολιτικές που διαμορφώνουν τα πραγματικά αποτελέσματα και τις τάσεις ανάπτυξης του θαλάσσιου χώρου.
                    • Επιδεινώνει τον ήδη προβληματικό χαρακτήρα του ιεραρχικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού, καθώς δεν προβαίνει στην παροχή συγκεκριμένων και σαφών κατευθύνσεων προς το υποκείμενο επίπεδο σχεδιασμού (Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια) και δεν δίνει λύσεις σε ουσιαστικά και διαδικαστικά προβλήματα ως προς τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα χωροταξικά εργαλεία.
                    • Διατηρεί -πολλές φορές αντιγράφοντας αυτολεξεί- τμήματα της συνοδευτικής μελέτης η οποία, ως έγγραφο τεκμηρίωσης που παρέχει αναλυτική και αιτιολογική βάση, δεν είναι η ίδια “στρατηγική”, αναδεικνύοντας μια καταφανή σύγχυση ως προς τον ρόλο των δύο κειμένων.
                    • Δεν βασίζεται σε ουσιαστική ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατύπωση μιας ολοκληρωμένης και ρεαλιστικής στρατηγικής.

                    Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε διαδικασία επί παραβάσει με την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής, καθώς η χώρα μας δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση εφαρμογής της οδηγίας για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (θεσμοθέτηση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων έως τον Μάρτιο 2021). Απέναντι σε αυτή τη σημαντική καθυστέρηση, η υπό διαβούλευση ελλιπέστατη στρατηγική, ως πρώτο βήμα σχεδιασμού του θαλάσσιου χώρου στη χώρα μας, εγείρει εντονότατο προβληματισμό για το κατά πόσο η αρμόδια εθνική αρχή σκοπεύει να ανταποκριθεί καταλλήλως στα καθήκοντά της.

                    Για τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε απαραίτητο το υπό διαβούλευση κείμενο της ΕΧΣΘΧ να αναδιαμορφωθεί ριζικά και ένα νέο σχέδιο, το οποίο να αποτελεί μία πραγματική “στρατηγική” με ολοκληρωμένο και ουσιαστικό χαρακτήρα αλλά και σε συμμόρφωση με τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, να τεθεί σύντομα σε δημόσια διαβούλευση επαρκούς χρονικής διάρκειας.

                     

                     

                    <span style=”text-decoration: underline;”>Σχόλια κατ’ άρθρο</span>

                    Προοίμιο

                    <span style=”text-decoration: underline;”>ΙΙΙ.Γ Ως προς το Πλαίσιο του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού</span>

                    (α) Το κεφ. Γ1 παραθέτει μία σειρά ετερόκλητων κειμένων, με διαφορετική θεματολογία και νομική ισχύ, τα οποία η ΕΧΣΘΧ “οφείλει” να λάβει υπόψη. Στρατηγικές Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (για τις οποίες δεν υπάρχει καμία παραπομπή σε απόφαση έγκρισης, σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία) και κείμενα πολιτικής συνυπάρχουν με κανονιστικά κείμενα, όπως το ΕΣΕΚ. Ακόμα και αν αυτή η προσέγγιση – δηλαδή η κατάρτιση μίας ΕΧΣΘΧ μέσω παραπομπών σε άλλα κείμενα – θεωρηθεί δόκιμη, θα περίμενε κανείς να καταγραφούν με σαφήνεια οι κατευθύνσεις και οι στόχοι που καθένα από τα κείμενα αυτά εισφέρουν στην ΕΧΣΘΧ. Αυτό δεν συμβαίνει σε κανένα απολύτως σημείο του σχολιαζόμενου κειμένου.

                    (β) Σε κάθε περίπτωση, η απαρίθμηση των κειμένων αυτών είναι εξαιρετικά επιλεκτική. Δεν είναι προφανείς οι λόγοι για τους οποίους δεν αναφέρονται εξίσου (αν όχι περισσότερο) σχετικά κείμενα, όπως η Εθνική Στρατηγική για την Βιοποικιλότητα (ΦΕΚ Β’ 2313/2014) ή το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για την Μηδενική Ρύπανση (COM/2021/400 final).

                    <span style=”text-decoration: underline;”>ΙΙΙ.Γ Κατευθύνσεις Εθνικών και Τομεακών Σχεδίων και Προγραμμάτων για Παραγωγικές δραστηριότητες</span>

                    Από το κείμενο της στρατηγικής, δεν μπορεί να συναχθεί, άμεσα ή έμμεσα, η παραμικρή κατεύθυνση ή στόχος (πόσο μάλλον μετρήσιμη κατεύθυνση ή στόχος) για τις αναφερόμενες παραγωγικές δραστηριότητες. Μόνη πιθανή εξαίρεση είναι οι μεταφορές και οι λιμενικές εγκαταστάσεις, όπου χρησιμοποιείται κάποιος δυσερμήνευτος δείκτης (“διατυπώνεται ο στόχος για βελτίωση της ποιότητας των λιμενικών υποδομών από το 4,8 το έτος 2019 στο 5,5 το έτος 2025”). Η έλλειψη αυτή είναι ιδιαίτερα κραυγαλέα για τις παραγωγικές δραστηριότητες που παρακμάζουν (όπως η αλιεία), ή βασίζονται σε “υπερεκμετάλλευση του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος” (όπως ο τουρισμός), ή ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για το θαλάσσιο περιβάλλον (όπως οι μεταφορές, και ιδίως το “μεσογειακό εμπόριο πετρελαιοειδών”, σελ. 11).

                    <span style=”text-decoration: underline;”>ΙΙΙ.Δ. Ως προς τις ελάχιστες απαιτήσεις για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό</span>

                    H παράγραφος Δ7 περιέχει αντιφάσεις και βρίσκεται σε αντίθεση με την Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 (COM/2020/380 final). “Βασική δέσμευση” της στρατηγικής αυτής είναι η “νομική προστασία τουλάχιστον του … 30 % της θαλάσσιας περιοχής της ΕΕ”: μόνο σε μία θαλάσσια περιοχή (Αδριατική, ADRI) η Ελλάδα ικανοποιεί την απαίτηση αυτή [ΕΕΑ, Spatial analysis of Marine Protected Area networks in Europe’s seas, 2015, Πίνακας 3.3 a) j)]. Επίσης, κατά την Στρατηγική της ΕΕ για την Βιοποικιλότητα, το ⅓ των περιοχών αυτών (δηλαδή το 10%) πρέπει να προστατεύεται αυστηρά – κάτι που είναι αμφίβολο αν συμβαίνει έστω και για μία ελληνική περιοχή. Κατά συνέπεια, είναι ανακριβής ο ισχυρισμός της ΕΧΣΘΧ ότι δήθεν “ορισμένες χώρες, όπως η δική μας, έχουν ήδη προβεί σε μέτρα αυστηρής προστασίας και σε απαγορεύσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσοστό που τους αναλογεί”. Πόσο μάλλον που “η ΕΧΣΘΧ αναγνωρίζει πως προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι προστασίας που έχουν τεθεί, απαιτείται βελτίωση του ελληνικού συστήματος Θαλασσίων Προστατευόμενων Περιοχών (εφεξής ΘΠΠ) και των θαλάσσιων περιοχών με προστατευόμενα στοιχεία ” [άρθ. 1(Β)(1) ΕΧΣΘΧ].

                     

                    Άρθρο 1 – Στόχοι της ΕΧΣΘΧ, θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, προσέγγιση της ΕΧΣΘΧ

                    (α) Στο άρθρο 1 δεν υπάρχει ούτε ένας στόχος που να μπορεί να μετρηθεί ή έστω να αξιολογηθεί, σε ορισμένα χρονικά όρια και με σαφή νομικό ή επιστημονικό τρόπο. Πρόκειται, στην καλύτερη περίπτωση, για σκαρίφημα στρατηγικής. Σημειώνεται ότι έχει εγκριθεί, και ήδη ισχύει, δέσμη περιβαλλοντικών στόχων για τα ελληνικά θαλάσσια ύδατα [υ.α. 1175/2012 “Έγκριση περιβαλλοντικών στόχων και δεικτών για τα θαλάσσια ύδατα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 10 του Ν. 3983/2011 (Α’ 144) (ΦΕΚ Β’ 2939/02/11/2012)].

                    (β) Η παρ. Α4 αποδίδει με ελλιπή και επικίνδυνα ανακριβή τρόπο τον βασικό στόχο κάθε θαλάσσιας στρατηγικής. Οι θαλάσσιες στρατηγικές, με την έννοια της νομοθεσίας, δεν αποσκοπούν απλώς σε “παραγωγικές”, “βιώσιμες” και “καθαρές” θάλασσες – έννοιες που δεν ορίζονται στην ΕΧΣΘΧ και σε κάθε περίπτωση έχουν ασαφές και “ελαστικό” περιεχόμενο. Από το άρθρο επίσης απουσιάζει και ένας από τους βασικότερους στόχους του ΘΧΣ – η “προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στη θάλασσα εφαρμόζοντας μία προσέγγιση που βασίζεται στο οικοσύστημα” (οικοσυστημική προσέγγιση) (άρθ. 5 παρ. 1 Οδηγίας 2014/89). Εξάλλου, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, στο σύνολο του κειμένου της ΕΧΣΘΧ, η κρίσιμη έννοια της οικοσυστημικής προσέγγισης αναφέρεται περιστασιακά μόνο 2 φορές.

                    (γ) Το σχολιαζόμενο κείμενο αναφέρει, και μάλιστα με έμφαση, ότι “απαιτείται βελτίωση του ελληνικού συστήματος Θαλασσίων Προστατευόμενων Περιοχών (εφεξής ΘΠΠ)”, ότι “το σύστημα διοίκησης των ΘΠΠ χαρακτηρίζεται από έντονα διοικητικά και οργανωτικά ζητήματα” (παρ. Β1), και ότι το “καθεστώς διακυβέρνησης του θαλάσσιου χώρου” χρήζει “ριζικών αλλαγών” (παρ. Γ1). Με ιδιαίτερη προχειρότητα, όμως, δεν αναφέρει, ούτε καν ενδεικτικά, πιθανά σημεία βελτίωσης, μία επιθυμητή ριζική αλλαγή ή κάποιο από τα “έντονα” ζητήματα που ταλανίζουν το σύστημα ΘΠΠ. Είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να υπάρξει κείμενο στρατηγικής που δεν προσδιορίζει τις αλλαγές που θέλει να επιφέρει, ή τα προβλήματα που θέλει να επιλύσει, ούτε πιθανές λύσεις για την αντιμετώπισή τους. Επιπρόσθετα, αν και σε προηγούμενο σημείο της ΕΧΣΘΧ αναφέρεται ο στόχος που τίθεται από την «Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, (Βρυξέλλες, 20-5-2020)» για την αύξηση του ποσοστού της κάλυψης των ΘΠΠ στη χώρα μας και στο σύνολο της ΕΕ, στο παρόν άρθρο δεν υπάρχει καμία αναφορά στο στόχο αυτό ή κάποια πρόβλεψη/ κατεύθυνση για την επίτευξη του.

                     

                    Άρθρο 2 – Κατευθυντήριες Αρχές

                    (α) Στο υποκεφάλαιο Α του άρθρου 1 ορίστηκαν, με σημαντικές ασάφειες και αδυναμίες που επισημάνθηκαν πιο πάνω, οι στόχοι της ΕΧΣΘΧ. Στο υποκεφάλαιο Α3 του παρόντος άρθρου, προσδιορίζονται (πάλι) οι στόχοι της ΕΧΣΘΧ, “όπως αυτοί θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο του ΘΧΣ”: ακόμα χειρότερα, τα δύο υποκεφάλαια δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Το γεγονός ότι οι στόχοι της ΕΧΣΘΧ εντός και εκτός του πλαισίου του ΘΧΣ μοιάζουν να διαφέρουν απολύτως είναι μία παραδοξότητα που πρέπει να εξηγηθεί (εφόσον δεν οφείλεται σε προχειρότητα και κακή επιμέλεια κειμένου).

                    (β) Μολονότι το ενωσιακό δίκαιο καταλείπει σημαντική ευελιξία στα κράτη μέλη, δύο βασικοί στόχοι του ΘΧΣ ορίζονται με σχετική ακρίβεια: είναι η “στήριξη και προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στη θάλασσα με εφαρμογή “μίας προσέγγισης που βασίζεται στο οικοσύστημα” και η “προώθηση της συνύπαρξης σχετικών δραστηριοτήτων και χρήσεων” (5 παρ. 1 Οδηγίας 2014/89). Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αγνοούν τους στόχους αυτούς, μολονότι μπορούν να τους λάβουν υπόψη και να τους σταθμίσουν με τον τρόπο που θα κρίνουν τα ίδια (5 παρ. 3 Οδηγίας 2014/89). Κανένας από τους στόχους αυτούς δεν διατυπώνεται με σαφήνεια στο σχετικό υποκεφάλαιο (παρ. Α3): ο πρώτος στόχος παραλείπεται τελείως, και ο δεύτερος υπονοείται στην αναγνώριση της ανάγκης “διευθέτησης των ανταγωνιστικών χρήσεων”, “συνεργειών μεταξύ των τομεακών προτεραιοτήτων και χρήσεων, και “καταγραφής των σχέσεων συμβατότητας” [Α.3, παρ. 3, σημεία β) και γ)]. Τίποτα από όλα αυτά δεν αποδίδει με ακρίβεια τις επιταγές της ενωσιακής νομοθεσίας – η οποία δεν περιορίζεται σε “καταγραφή”, και σε κάθε περίπτωση αναζητά την “συνύπαρξη” – όχι την “διευθέτηση” (η οποία μπορεί να επιτευχθεί και με απαγορεύσεις χρήσεων) ούτε την “συνέργεια” (η οποία μπορεί να μην είναι εφικτή).

                    (γ) Ορισμένες παράγραφοι χαρακτηρίζονται από γενικολογίες χωρίς περιεχόμενο (π.χ., “ο σχεδιασμός μπορεί να έχει κατευθυντήριο ή κανονιστικό χαρακτήρα αναλόγως των χαρακτηριστικών των ζητημάτων που επιχειρεί να ρυθμίσει”, Β1, παρ. 1). Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Παρόμοιες κρίσεις αφορούν κάθε μορφή σχεδιασμού και έχουν μία (αμφίβολη) θέση σε εγχειρίδια χωροταξίας, αλλά όχι σε ένα κείμενο στρατηγικής όπως το παρόν.

                    (δ) Το σχολιαζόμενο κείμενο προβαίνει σε μία σειρά αυθαίρετων κρίσεων, οι οποίες δεν έχουν αιτιολογική, νομική ή επιστημονική βάση, και δεν αντέχουν σε καμία κριτική. Για παράδειγμα, η προτεινόμενη ΕΧΣΘΧ κρίνει ότι “στις περιοχές όπου εμφανίζονται ήπιες χρήσεις και δεν υφίστανται ή δεν αναμένονται ανταγωνιστικές δραστηριότητες, ο σχεδιασμός πρέπει να έχει κατευθυντήριο χαρακτήρα” (Β1, παρ. 6) – με άλλα λόγια, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν κανονιστικές ρυθμίσεις σε περιοχές με ήπιες χρήσεις. Ωστόσο, ακριβώς η ανάγκη διαφύλαξης του ήπιου χαρακτήρα των χρήσεων μπορεί να επιβάλλει και στην περίπτωση αυτή κανονιστικές ρυθμίσεις: με την λογική αυτή, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι ή περιοχές Νatura 2000 εκεί που “δεν αναμένονται ανταγωνιστικές δραστηριότητες” (για παράδειγμα στην Δήλο, ή στην Ροδόπη). Άλλωστε, μερικές γραμμές πιο πάνω, η ίδια η ΕΧΣΘΧ αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην “διαφύλαξη της φέρουσας ικανότητας του χώρο-κοινωνικού συστήματος” (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) (Β1, παρ. 3). Στην συνέχεια, η ΕΧΣΘΧ θεωρεί ότι “στις περιοχές όπου ασκούνται υψηλές πιέσεις και εμφανίζονται συγκρούσεις ανάμεσα στις χρήσεις, ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει χώρα σε τοπική κλίμακα”: έτσι, κατά την λογική της ΕΧΣΘΧ, όχι μόνο ο σχεδιασμός πρέπει να ακολουθεί (και όχι να προλαβαίνει) τις υψηλές πιέσεις, αλλά και όταν μία χρήση ενέχει σοβαρούς κινδύνους για το θαλάσσιο περιβάλλον (π.χ., εξόρυξη υδρογονανθράκων, καταστροφικές μέθοδοι αλιείας, μεταφορά επικίνδυνων ουσιών), τότε θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο τοπικές λύσεις. Για παράδειγμα, η απαγόρευση των πετρελαιοφόρων μονού κήτους – μία νομική ρύθμιση μη τοπικής (σήμερα, διεθνούς) κλίμακας- δεν είναι η βέλτιστη επιλογή κατά την ΕΧΣΘΧ, και θα έπρεπε να προτιμηθεί η “τοπική κλίμακα” (π.χ., η απαγόρευση προσέγγισης των πετρελαιοφόρων αυτών σε ορισμένα λιμάνια). Δυστυχώς, και στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται σχεδιασμός σε ευρύτερη κλίμακα, ακόμα και ολική απαγόρευση από τον ΘΧΣ, προκειμένου τα προβλήματα τοπικής κλίμακας και οι τοπικές πιέσεις να μην επεκταθούν και σε άλλες περιοχές. Παρόμοιες “λύσεις” είναι αντίθετες στην αρχή της πρόληψης, στη θεώρηση του θαλάσσιου χώρου ως “θαλάσσιου κοινού” και αντικειμένου “συλλογικής επιστασίας” (βλ. παραπάνω, άρθ. 1), και στο ίδιο το ενωσιακό δίκαιο, το οποίο επιβάλλει την διατήρηση (ή την αποκατάσταση) της “καλής περιβαλλοντικής κατάστασης” (άρθ. 13 παρ. 1 Οδηγίας 2008/56).

                    (ε) Οι ρυθμίσεις της ΕΧΣΘΧ για την ενημέρωση (μέρος Β3) είναι ελλιπείς, και δεν διασφαλίζουν την ελάχιστη διαφάνεια σε σχέση με την εφαρμογή, την αιτιολογική βάση και τους σκοπούς του ΘΧΣ. Επίσης, δεν συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 9 παρ. 1 Οδηγίας 2014/89, 19 Οδηγίας 2008/56). Τα επιστημονικά συνέδρια και οι επιστημονικές δημοσιεύσεις, όσο απαραίτητα και χρήσιμα αν είναι, δεν αποτελούν πρόσφορους τρόπους ενημέρωσης «του κοινού».

                    (στ) Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ύπαρξη αντιφατικών πρακτικών σε διάφορα επίπεδα διοίκησης οφείλεται στην ”ροή της πληροφορίας” (μέρος Β4). Μάλλον οφείλεται σε θεσμικά και οργανωτικά προβλήματα, η αντιμετώπιση των οποίων δεν προωθείται καθόλου με τις ασάφειες, τις αντιφάσεις και τις γενικολογίες του σχολιαζόμενου κειμένου.

                    (ζ) Η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην ανάγκη κύρωσης των υπόλοιπων Πρωτοκόλλων της Σύμβασης της Βαρκελώνης, καθώς και της Σύμβασης ACCOBAMS, είναι χαρακτηριστική της ατολμίας και προχειρότητας του κειμένου, που περιορίζεται μόνο σε μία γενικόλογη αναφορά σε υφιστάμενες περιφερειακές θεσμικές δομές συνεργασίας (υποκεφάλαιο Γ4, παρ. 2). Μόνο η “ενεργειακή διπλωματία που προωθεί το ΥΠΕΞ” αναφέρεται ρητά, μολονότι δεν σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της ΕΧΣΘΧ.

                    (η) Το κείμενο τιτλοφορείται ως “στρατηγική”. Παρόλα αυτά, δίνει συνεχώς οδηγίες (στον εαυτό του;) για την (μελλοντική;) σύνταξη κάποιας στρατηγικής (“η ΕΧΣΘΧ οφείλει…”, “η ΕΧΣΘΧ καλείται….”). Δεν είναι κατανοητό από τον αναγνώστη ποιος “καλεί” ποιον, και ποιος “οφείλει” κάτι σε ποιον (και πώς θα υλοποιήσει την όποια οφειλή του). Αυτό, στην καλύτερη περίπτωση, δείχνει πρόχειρη διατύπωση, και στην χειρότερη απόλυτη θεσμική σύγχυση.

                    (θ) Είναι κάπως ειρωνικό ότι το σχολιαζόμενο κείμενο προκρίνει διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης που δεν ακολουθούνται από το ίδιο (βλ. Β2).

                    (ι) Κατά το σχολιαζόμενο άρθρο, “αντικείμενο της ΕΧΣΘΧ αποτελούν μόνο οι θαλάσσιες δραστηριότητες και όχι οι δραστηριότητες στα παράκτια ύδατα” (Γ1, παρ. 1). Καταρχήν, τα παράκτια ύδατα ανήκουν στα θαλάσσια ύδατα, για τις ανάγκες της ΟΘΠ και των θαλάσσιων στρατηγικών (πρβλ. άρθ. 3 παρ. 1 Οδηγίας 2008/56). Ωστόσο, είναι δυνατή η εξαίρεση των υδάτων αυτών (ή τμημάτων τους) από τον ΘΧΣ , εφόσον “εμπίπτουν στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό κράτους μέλους, εφόσον αυτό αναφέρεται στα θαλάσσια χωροταξικά σχέδιά του” (και πάντα με την επιφύλαξη ότι λαμβάνονται υπόψη οι αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας). Κατά συνέπεια, για να εξαιρεθούν τα ύδατα αυτά, πρέπει να συντρέχουν 2 προϋποθέσεις: (α) πρέπει η εξαίρεση να αναφέρεται στα ΘΧΣ (και φυσικά, να έχουν εκτιμηθεί οι επιπτώσεις της με βάση την οικοσυστημική προσέγγιση, και να έχουν διασφαλιστεί οι στόχοι και οι ελάχιστες απαιτήσεις του ΘΧΣ) και (β) να εμπίπτουν στον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό. Καμία προϋπόθεση, σήμερα, δεν συντρέχει. Η πρώτη διότι, απλούστατα, δεν υπάρχουν ΘΧΠ, μολονότι έχουν εκπνεύσει οι σχετικές προθεσμίες. Η δεύτερη διότι, ακόμα και όπου τα θαλάσσια ύδατα εντάσσονται στο γεωγραφικό πεδίο του πολεοδομικού (σπανιότατη περίπτωση, που αφορά κυρίως λιμενικές και ορισμένες βιομηχανικές υποδομές, καθώς και ορισμένους παράκτιους οικισμούς) ή χωροταξικού (πιο συχνή) σχεδιασμού, είναι σπάνια η χωροθέτηση χρήσεων ή σημειακών δραστηριοτήτων σε αυτά από τον σχεδιασμό αυτό. Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση δεν μπορεί να είναι γενική, αλλά να λαμβάνει χώρα εκεί που πράγματι υπάρχει προϋφιστάμενος σχεδιασμός που καταλαμβάνει τα παράκτια ύδατα.

                     

                    Άρθρο 3 – Σκοπός της ΕΧΣΘΧ

                    (α) Το ΕΣΕΚ περιέχει το μέτρο πολιτικής “Αδειοδοτικό και χωροταξικό πλαίσιο για υπεράκτια αιολικά πάρκα” – αλλά δεν το προσδιορίζει το ίδιο. Κατά το σχολιαζόμενο κείμενο, “η ΕΧΣΘΧ καλείται να συντάξει μια καθορισμένη διαδικασία για την υπόδειξη κατάλληλων θαλάσσιων χώρων για τη χωροθέτηση υπεράκτιων ΑΠΕ και να μεριμνήσει ενεργά για την μέγιστη συνέργεια μεταξύ των χωροθετούμενων δραστηριοτήτων” (Α1, παρ. 4) – αλλά, μολονότι “καλείται”, δεν το πράττει πουθενά. Το επικείμενο ΕΧΠ επίσης δεν αναφέρεται πουθενά, και ο ΘΧΣ, ο οποίος εμφανίζεται σε άλλα σημεία του κειμένου, δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικό ρόλο (τουλάχιστον κατά το σχολιαζόμενο άρθρο). Οι συντάκτες της ΕΧΣΘΧ φαίνονται να είναι σε απόλυτη σύγχυση και άγνοια για τις διαδικασίες και το περιεχόμενο του μελλοντικού “αδειοδοτικού και χωροταξικού πλαισίου” για τα υπεράκτια αιολικά.

                    (β) Δεν είναι σαφείς οι λόγοι για τους οποίους η ΕΧΣΘΧ πρέπει να λάβει υπόψη της την “δυναμική του “ελληνόκτητου” στόλου”, σε αντίθεση με την “δυναμική των διεθνών μεταφορών”. Η χώρα επιδιώκει να γίνει διεθνής, ή έστω πανευρωπαϊκός, κόμβος, και ο ελληνόκτητος στόλος δεν είναι εξαρτημένος από τις εγχώριες λιμενικές υποδομές.

                    (γ) Και στο σχολιαζόμενο άρθρο, δεν υπάρχει η παραμικρή επεξήγηση για την “πτωτική τάση” της ελληνικής αλιείας, που αναφέρθηκε πιο πάνω (βλ. εισαγωγή, Α2). Προγράμματα παρακολούθησης της κατάστασης των ιχθυοαποθεμάτων υπάρχουν, και η ΕΧΣΘΧ όφειλε να τα αξιοποιήσει, αντί να καταφεύγει σε αοριστολογίες και γενικότητες (βλ. Α5, παρ. 4).

                    (δ) Οι θέσεις της ΕΧΣΘΧ για την προστασία του θαλάσσιου τοπίου, και τις καταστροφικές επιπτώσεις της παράκτιας δόμησης (ιδίως με την μορφή της εκτός σχεδίου ή αυθαίρετης δόμησης) σε αυτό είναι ευπρόσδεκτες (Β2, παρ. 1, παρ. 5), ιδίως αν ληφθεί υπόψη η νομική υποχρέωση να ληφθούν υπόψη οι “αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας” (π.χ., άρθ. 4 παρ. 2, 4 παρ. 5, 6 παρ. 2 α) και 7 Οδηγίας 2014/89) . Δυστυχώς (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το σχολιαζόμενο άρθρο δεν λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη τις αλληλεπιδράσεις αυτές), είναι εκτός θέματος: όπως η ΕΧΣΘΧ παρατηρεί σε άλλα σημεία, δεν περιλαμβάνεται σε αυτή ο παράκτιος χώρος (π.χ., εισαγωγή, Α2, και άρθ. 2, Γ2).

                    (ε) Κατά το σχολιαζόμενο κείμενο, “οι θαλάσσιοι χώροι που αποτελούν ενδιαιτήματα προστατευόμενης βιοποικιλότητας δεν είναι κατάλληλοι για τη χωροθέτηση των περισσότερων θαλάσσιων δραστηριοτήτων και απαιτούν αυξημένη ρύθμιση για τη χωροθέτηση ακόμη και πιο ήπιων και μη οχλουσών δραστηριοτήτων (καταδυτικός τουρισμός, θαλάσσιες μεταφορές, κ.α.)”. Η ορθή αυτή παρατήρηση έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη χωροθέτηση εξορυκτικών και υδατοκαλλιεργητικών δραστηριοτήτων εντός του δικτύου Natura 2000 (βλ., ιδίως A5, παρ. 2, και άρθ. 4, Δ, παρ. 2), η οποία συνιστάται από την ΕΧΣΘΧ. Πράγματι, είναι δύσκολο να κατανοηθεί πώς ένα ευαίσθητο οικοσύστημα (και μάλιστα ενταγμένο στο δίκτυο Natura 2000) μπορεί να μην είναι “κατάλληλο” για καταδυτικό τουρισμό ή αλλες ήπιες μορφές τουρισμού, αλλά να μπορεί να υποδεχτεί “υπό προϋποθέσεις” εξόρυξη υδρογονανθράκων.

                     

                    Άρθρο 4 – Κατευθύνσεις

                    (α) Αν και το μέρος αυτό της ΕΧΣΘΧ περιλαμβάνει μια σειρά από γενικές κατευθύνσεις για τη διασφάλιση της προστασίας της βιοποικιλότητας και των ΘΠΠ, αυτές παραμένουν αόριστες και ασαφείς ως προς την εφαρμογή τους, ειδικά ως προς τη συμβατότητα των στόχων προστασίας σε σχέση με τη παράλληλη διατήρηση επιβαρυντικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων εντός των ΘΠΠ, είναι δε αντιφατικές και ασύμβατες με τις κατευθύνσεις που δίνονται για τις δραστηριότητες αυτές σε άλλα σημεία της ΕΧΣΘΧ.

                    (β) Η υπόδειξη (ή παρατήρηση) ότι οι δραστηριότητες εντός του θαλάσσιου χώρου πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο που τις διέπει δεν αποτελεί “κατεύθυνση”, υπό οποιαδήποτε έννοια του όρου (π.χ. “η συμβατότητα των ΘΠΠ με τις θαλάσσιες δραστηριότητες μπορεί́ να διασφαλιστεί́ μόνο όταν εφαρμοστούν και λειτουργήσουν αποτελεσματικά́ στόχοι προστασίας, μέτρα και σχέδια διαχείρισης των ΘΠΠ”, “οι εξελίξεις στον τομέα της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας οφείλουν να είναι συμβατές με τις απαιτήσεις διατήρησης της φύσης της ΕΕ και με την άλλη συναφή́ ευρωπαϊκή νομοθεσία”, “σχετικά με τις εξορυκτικές δραστηριότητες εντός περιοχών Natura 2000, πρέπει να διασφαλιστεί πως οι εξορυκτικές δραστηριότητες πραγματοποιούνται με τρόπο συμβατό́ με τις ανάγκες προστασίας των ενδιαιτημάτων και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 και παρ. 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ“, “η άσκηση της υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, οφείλει να βρίσκεται σε συμμόρφωση με την εθνική νομοθεσία και τις ευρωπαϊκές Οδηγίες”, είναι ενδεικτικά ορισμένες από τις πολυάριθμες άλλες παρόμοιες παρατηρήσεις). Πραγματικά, τι διαφορετικό θα μπορούσε να ισχύει, και σε τι χρειάζεται μία “στρατηγική” (και η συνοδευτική μελέτη) αν αυτή είναι η μόνη πρόκληση; Απλώς, καταδεικνύει την ελλιπή κατανόηση του νομικού πλαισίου από τους συντάκτες του, και αποστερεί το σχολιαζόμενο κείμενο από οποιονδήποτε ρόλο.

                    (γ) Το σχολιαζόμενο άρθρο αναφέρεται σε μία μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων περιοχών με κάποιο ειδικό καθεστώς (ή κάποια ειδικά χαρακτηριστικά): “περιοχές προτεραιότητας” “περιοχές σημαντικής οικολογικής αξίας”, “περιοχές με σημαντικά βενθικά οικοσυστήματα”, “ευαίσθητες περιοχές”, “περιοχές με στρατηγικού χαρακτήρα τουριστική δραστηριότητα”, κ.α.. Οι αναφορές αυτές διακρίνονται από ορολογική ασάφεια, αν όχι σύγχυση, που είναι απαράδεκτες για ένα κείμενο με επιστημονικό, και κατευθυντήριο χαρακτήρα: είναι άγνωστο αν υπονοούνται οι περιοχές του δικτύου Natura 2000, γενικά οι ΘΠΠ, οι οικότοποι προτεραιότητας, οι περιοχές περιορισμού της αλιείας, γενικά ο παράκτιος χώρος ή κάτι άλλο, και φυσικά είναι απολύτως αδύνατος ο γεωγραφικός προσδιορισμός (και η αξιολόγηση) των κατευθύνσεων. Μία “στρατηγική” όφειλε να είχε ήδη καθορίσει γεωχωρικά τις περιοχές αυτές (με την χρήση χαρτών), αντί να περιορίζεται σε συγκεχυμένες και ακατάληπτες αναφορές, οι οποίες δεν αποδίδουν με ακρίβεια ούτε καν τα υφιστάμενα καθεστώτα. Ενδεικτικά, υπενθυμίζεται ότι υπάρχουν επιστημονικοί κατάλογοι υποθαλάσσιων οικότοπων ή ενδιαιτημάτων, και ένα επιστημονικό κείμενο θα έπρεπε να τους αξιοποιήσει.

                    (δ) Κατά το σχολιαζόμενο άρθρο, “η ένταξη ενός τόπου στο δίκτυο Natura 2000 δεν αποκλείει, εκ προοιμίου, τη δυνατότητα μελλοντικής εξορυκτικής εκμετάλλευσης του τόπου”. Με βάση την ίδια την ΕΧΣΘΧ, αυτό είναι ανακριβές: πράγματι, σε προηγούμενα άρθρα, διατυπώνεται η άποψη ότι “η ΕΧΣΧΘ οφείλει να λάβει υπόψη της πως η εξόρυξη υδρογονανθράκων δεν αποτελεί δραστηριότητα που συνάδει με το γενικότερο Ευρωπαϊκό και Ελληνικό κλιματικό σχεδιασμό” (άρθ. 2, Α2), ενώ “οι θαλάσσιοι χώροι που αποτελούν ενδιαιτήματα προστατευόμενης βιοποικιλότητας δεν είναι κατάλληλοι για τη χωροθέτηση των περισσότερων θαλάσσιων δραστηριοτήτων και απαιτούν αυξημένη ρύθμιση για τη χωροθέτηση ακόμη και πιο ήπιων και μη οχλουσών δραστηριοτήτων” (άρθ. 3, Γ2). Δεν είναι δυνατόν ένα στρατηγικό κείμενο “με ορίζοντα το 2050” (βλ. άρθ. 1, Α, παρ. 1) να συνιστά δραστηριότητες που δεν συνάδουν με τον βραχυ-μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό της ίδιας χρονικής κλίμακας – παρόμοιου τύπου είναι σήμερα ο κλιματικός σχεδιασμός, βασικά κείμενα του οποίου αναφέρονται στο προοίμιο -, και μάλιστα εντός περιοχών υψηλής οικολογικής αξίας. Από την άλλη μεριά, δεν είναι δυνατόν ένα τόσο πρόχειρο κείμενο να εκτίμησε τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων και να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αφενός “ήπιες” και “μη οχλούσες” χρήσεις δεν είναι κατάλληλες για “ενδιαιτήματα προστατευόμενης βιοποικιλότητας” αλλά αφετέρου οι εξορυκτικές δραστηριότητες δεν αποκλείονται “εκ προοιμίου”. Επιπροσθέτως, η εξορυκτική εκμετάλλευση “του τόπου” (Δ, παρ. 2) – εφόσον υπονοούνται οι “Τόποι Κοινοτικής Σημασίας” με την έννοια του ενωσιακού δικαίου (δηλαδή, οι περιοχές Natura 2000) – είναι σαφέστατα αντίθετη στο άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43, διότι δεν αναφέρεται σε υλοποίηση έργων εντός των τόπων, αλλά σε ολική μεταβολή του προορισμού τους (και μάλιστα, πριν ολοκληρωθεί η θεσμοθέτησή τους): η επιλογή αυτή , εκτός των άλλων, θα ήταν αντίθετη στην οικοσυστημική προσέγγιση, στην αειφόρο ανάπτυξη, στην συνύπαρξη των χρήσεων, καθώς και στο ελληνικό Σύνταγμα (άρθ. 24). Τέλος, όσον αφορά την υπόδειξη ότι “πρέπει να οριστεί ένα συγκεκριμένο μεθοδολογικό πλαίσιο υπόδειξης των θαλάσσιων χώρων που είναι κατάλληλοι να φιλοξενήσουν εξορυκτικές δραστηριότητες”, απλώς αγνοεί το ισχύον νομικό πλαίσιο για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές (κυρίως, άρθ. 2 και κεφ. Β’ ν. 2289/1995, όπως ισχύει).

                    (ε) Οι αναφορές του σχολιαζόμενου άρθρου σε απόρριψη αποβλήτων εντός ΘΠΠ (π.χ., Α, παρ. 1, και Δ, παρ. 1 και παρ. 4) αγνοεί το Πρωτόκολλο για τις Υπεράκτιες Δραστηριότητες, το οποίο απαγορεύει απορρίψεις (discharges) εντός των περιοχών αυτών [άρθ. 21 (α) (ii)]. Ο περιορισμός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, καθώς επιβάλλει “μηδενικές απορρίψεις” εντός των περιοχών αυτών.

                    (στ) Ανεξάρτητα από τις παραπάνω παρατηρήσεις, το σχολιαζόμενο άρθρο περιέχει ελάχιστες “κατευθύνσεις”, και ούτε μία από αυτές δεν διατυπώνεται με ευκρίνεια. Τυπικό παράδειγμα είναι η “εφαρμογή́ εργαλείων διαχείρισης, όπως χωρικοί περιορισμοί́ στα είδη και το μέγεθος των εργαλείων, περιορισμός της αλιευτικής δραστηριότητας, εποχιακές απαγορεύσεις αλιείας, κ.λπ.” (Η, παρ. 2), μία κατεύθυνση που περιγράφει συνοπτικά την ισχύουσα αλιευτική νομοθεσία.

                     

                    Άρθρο 7 – Διαχείριση επιπτώσεων

                    Στην ουσία, το άρθρο αναφέρεται στην ανάγκη υποβολής των ΘΧΠ στη διαδικασία της ΣΠΕ (πρβλ. και άρθ. 4 παρ. 5 Οδηγίας 2014/89), και αυτό θα έπρεπε να οριστεί ρητά.

                     

                    Άρθρο 8 – Μηχανισμός διαχείρισης και εναρμόνισης Θαλάσσιου και Χερσαίου Χωροταξικού Σχεδιασμού

                    (α) Όπως προαναφέρθηκε, το ενωσιακό δίκαιο επιτάσσει την “συνοχή” μεταξύ του ΘΧΣ και άλλων σχεδίων που προκύπτουν από συναφείς διαδικασίες (άρθ. 7 παρ. 2 Οδηγίας 2014/89). “Άλλες επίσημες ή ανεπίσημες διαδικασίες, όπως η ολοκληρωμένη παράκτια διαχείριση” μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αλλά για να ληφθούν υπόψη οι “αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας” (άρθ. 7 παρ. 1 Οδηγίας 2014/89). Κατά συνέπεια, είναι ανακριβές ότι τα ΘΧΣ “λειτουργούν συμπληρωματικά” ως προς τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια. Προϋφιστάμενοι μηχανισμοί, όπως τα ΠΧΠ, μπορούν να αξιοποιηθούν για την άσκηση ΘΧΣ μόνο αν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου (πρβλ. άρθ. 4 παρ. 6 Οδηγίας 2014/89). Εδώ, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα ισχύοντα ΠΧΠ (ΠΠΧΣΑΑ) δεν προβαίνουν σε ΘΧΣ ή ολοκληρωμένη διαχείριση του παράκτιου χώρου, ούτε λαμβάνουν υπόψη με συγκροτημένο και ολοκληρωμένο τρόπο τις αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας: εκτός από γενικές αναφορές στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, στην κλιματική αλλαγή και στην προώθηση του θαλάσσιου τουρισμού, βασική τους μέριμνα φαίνεται να είναι οι λιμενικές και ορισμένες βιομηχανικές υποδομές και περιστασιακά η εξόρυξη υδρογονανθράκων (Ιόνιο, Δυτική Ελλάδα).

                    (β) Ο συνδετικός μηχανισμός “εποπτείας και παρεμβάσεων” (παρ. 2) δεν προσδιορίζεται (όργανο, διαδικασία, κριτήρια επίλυσης των συγκρούσεων), μολονότι είναι κρίσιμος για την εφαρμογή του άρθρου.

                     

                    Άρθρο 9 – Κανόνες χωρικής οργάνωσης και ανάπτυξης του θαλάσσιου χώρου

                    (α) Κατά το σχολιαζόμενο άρθρο, “τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις και εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων ανεξαρτήτως του χωρικού πεδίου εφαρμογής τους (χερσαίος ή θαλάσσιος χώρος)” (παρ.1). Οι αδυναμίες της ρύθμισης αυτής έχουν αναφερθεί και πιο πάνω, και θα επαναληφθούν σύντομα εδώ. Κοντολογίς, ειδικά ως προς τον θαλάσσιο χώρο, η ρύθμιση σημαίνει ότι μέρος του ΘΧΣ αναλαμβάνεται, και μάλιστα με αποσπασματικό τρόπο, από τα ΕΧΠ (πρβλ. και την παρ. 7 του σχολιαζόμενου άρθρου). Η επιλογή αυτή είναι αντίθετη στον “ολοκληρωμένο” χαρακτήρα της θαλάσσιας πολιτικής και βιώσιμης διαχείρισης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην θάλασσα. Μπορούν να αξιοποιηθούν άλλες “εθνικές πολιτικές, κανονισμοί και μηχανισμοί”, αλλά μόνο αν έχουν θεσπιστεί ή θεσπίζονται πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας” και “αν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της” ( 4 παρ. 6 Οδηγίας 2014/89). Επίσης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν τα ΕΧΠ έχουν λάβει υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας [πρβλ. Ιδίως άρθ. 6 παρ. 2 α), 7 παρ. 1 εδ. Α’ Οδηγίας 2014/89], τις “ιδιαιτερότητες των θαλάσσιων περιοχών” και τις “συναφείς υπάρχουσες και μελλοντικές δραστηριότητες και χρήσεις” (άρθ. 4 παρ. 5 Οδηγίας 2014/89), αν προωθούν την “συνεκτικότητα μεταξύ του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού” (ενν. στο σύνολό του) και του οικείου ΕΧΠ [άρθ. 6 παρ. 2 γ) Οδηγίας 2014/89], και, τέλος, αν βασίζονται σε μία προσέγγιση που βασίζεται στο (ενν. θαλάσσιο) οικοσύστημα (άρθ. 5 παρ. 1 Οδηγίας 2014/89). Τουλάχιστον για τα ισχύοντα ΕΧΠ, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να είναι αρνητική. Η παρ. 1 είναι αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο, τουλάχιστον στον βαθμό που αναφέρεται στον θαλάσσιο χώρο, και στα ισχύοντα ΕΧΠ (τα οποία, άλλωστε, έχουν θεσπιστεί χωρίς να υπάρχει ΘΧΣ, και στις περισσότερες περιπτώσεις πριν τεθεί σε ισχύ η Οδηγία 2014/89).

                    (β) Οι ρυθμίσεις της παρ. 3 (σύμφωνα με τις οποίες τα ΘΧΣ μπορούν να “συντονίζουν” τις κατευθύνσεις και τις ρυθμίσεις των ΕΧΠ που αφορούν τον θαλάσσιο χώρο) δεν συμβιβάζονται εύκολα με τις ρυθμίσεις της παρ. 7 (σύμφωνα με τις οποίες τα ΘΧΠ μπορούν να τροποποιούν τις ρυθμίσεις των ΕΧΠ για τον θαλάσσιο χώρο, αλλά μόνο εφόσον αυτό επιτρέπεται ρητά από τα τελευταία). Τα ΘΧΣ δεν περιέχουν κατευθύνσεις για τον χερσαίο χώρο (πρβλ. παρ. 2 και παρ. 5) – απλώς, λαμβάνουν υπόψη τις αλληλεπιδράσεις του με την θάλασσα, κάτι πολύ διαφορετικό. Η παρ. 6 (που αναφέρεται σε “χρήσεις ή δραστηριότητες του θαλάσσιου χώρου που έχουν περιληφθεί σε πολεοδομικά σχέδια και εμπίπτουν στο αντικείμενο ρύθμισης των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων”) και η παρ. 8 (που αναφέρεται σε τροποποιήσεις των κατευθύνσεων/ρυθμίσεων των ΠΧΣ για τον θαλάσσιο χώρο ) αφορούν, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, παράκτια ύδατα (κυρίως λιμενικές ζώνες, μικρούς κόλπους δίπλα στους οποίους υπάρχουν παράκτιοι οικισμοί, και τα συναφή), τα οποία η ΕΧΣΘΧ εξαιρεί -σε άλλα σημεία της- από τον ΘΧΣ (βλ. σχόλιο σε προηγούμενα άρθρα).

                     

                    Άρθρο 10 – Διασφάλιση διαδικασιών ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών

                    (α) Με το σχολιαζόμενο άρθρο, ορίζεται ότι “το περιεχόμενο των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων και εν γένει όλων των χωρικών σχεδίων του συστήματος σχεδιασμού, θα πρέπει να μην έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις του Πρωτόκολλου για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Παράκτιων Ζωνών (ΟΔΠΖ)…”. Η πρόβλεψη είναι καταρχήν θετική, αν και θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: (i) η “έλλειψη σύγκρουσης” δεν ταυτίζεται με την “συμμόρφωση” (ii) η πραγματική ενσωμάτωση του Πρωτοκόλλου σε όλα τα χωρικά σχέδια θα έρθει μόνο με την κύρωσή του και, ίσως το σημαντικότερο (iii) θα έπρεπε η ίδια η υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ να συμμορφωθεί με Πρωτόκολλο ΟΔΠΖ. Πράγματι, όσον αφορά το τελευταίο σημείο, η εξαίρεση των παράκτιων υδάτων από την ΕΧΣΘΧ (που διασπάει την “παράκτια ζώνη”, την βασική έννοια της ΟΔΠΖ), η υπαγωγή των ΘΧΣ στα ΕΧΣ και στα ΠΧΣ (για τα οποία δεν ισχύει η απαίτηση της “έλλειψης σύγκρουσης” με το Πρωτόκολλο ΟΔΠΖ), και η υιοθέτηση της ισχύουσας διοικητικής διάρθρωσης δεν συμβιβάζονται (μεταξύ άλλων) με την επιλογή αυτή. Ακρογωνιαίος λίθος της ΟΔΠΖ είναι ο συντονισμός (πρβλ. Άρθ. 6, 7 παρ. 1, 18 παρ. 1 Πρωτοκόλλου ΟΔΠΖ), μεταξύ άλλων ανάμεσα σε περιφερειακούς και τοπικούς φορείς μέσω κοινών διαδικασιών λήψης απόφασης (πρβλ. Άρθ. 6 παρ. (ε) Πρωτοκόλλου ΟΔΠΖ). Εκτός από αποσπασματικές αναφορές, η παρούσα ΕΧΣΘΧ δεν περιλαμβάνει παρόμοιες διαδικασίες. Θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί η ανάγκη εθνικής στρατηγικής για την ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης, καθώς και σχεδίων και προγραμμάτων, τα οποία ναι μεν μπορούν να ενταχθούν σε άλλα εργαλεία, αλλά θα πρέπει να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο (μέτρα, στόχους, προτεραιότητες, δείκτες, διασφάλιση της φέρουσας ικανότητας, κοκ.) (πρβλ. άρθ. 18 και 19 Πρωτόκολλου ΟΔΠΖ). Η σχολιαζόμενη ΕΧΣΘΧ δεν έχει παρόμοια χαρακτηριστικά.

                    (β) Το σχολιαζόμενο άρθρο σημειώνει ότι τα ΘΧΠ οφείλουν να περιλαμβάνουν μια “συντονισμένη και ολοκληρωμένης προσέγγισης σχεδιασμού στον παράκτιο χώρο, με τη συμμετοχή τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων της κοινωνίας των πολιτών, οικονομικών φορέων και περιβαλλοντικών οργανώσεων” και “ειδική αναφορά στην πολυπλοκότητα και τρωτότητα των παράκτιων οικοσυστημάτων (παρ. 3, παρ. 4)”. Οι αναφορές αυτές αφορούν το σύνολο του συστήματος χωρικού σχεδιασμού (άρθ. 1 ν. 4447/2016, όπως ισχύει), και όχι μόνο τα ΘΧΠ. Στην συνέχεια, μάλλον αγνοείται (πάλι) το γεγονός ότι η ίδια η ΕΧΣΘΧ εξαιρεί το μεγαλύτερο μέρος των παράκτιων ζωνών (με την έννοια του πρωτοκόλλου ΟΔΠΖ) από τα ΘΧΠ.

                     

                    #833
                    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

                      Εισαγωγικό πλαίσιο

                      Αναφορικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη και οργάνωση του εθνικού χώρου, το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ). Η ΕΧΣΘΧ αποτελεί κείμενο βασικών αρχών πολιτικής για την ανάπτυξη και τον σχεδιασμό του χώρου, καθώς και για τον συντονισμό των διαφόρων πολιτικών με χωρικές συνέπειες. Περιλαμβάνει ενδεικτικές κατευθύνσεις χωρικής οργάνωσης, τους βασικούς άξονες, καθώς και τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους χωρικής ανάπτυξης στο επίπεδο της Κυβέρνησης και των επιμέρους φορέων της. Ενσωματώνει, επίσης, την εθνική θαλάσσια χωρική στρατηγική και προτείνει τις υποδιαιρέσεις του θαλάσσιου χώρου.

                      Η ΕΧΣΘΧ δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Αποτελεί ενδεικτική βάση για τους μακροχρόνιους στόχους του χωρικού σχεδιασμού, καθώς και άλλων πολιτικών με χωρικές συνέπειες και για τον συντονισμό των χωροταξικών πλαισίων, των επιμέρους επενδυτικών σχεδίων και προγραμμάτων. Καταρτίζεται υπό την ευθύνη και εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία και εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας. Η Εθνική Χωρική Στρατηγική μετά την έγκρισή της ανακοινώνεται στη Βουλή.

                       

                      Επί της αρχής

                      Η θέσπιση ΕΧΣΘΧ αποτελεί εκκρεμούσα υποχρέωση της χώρας η οποία πηγάζει από το άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ (αρθ. 9, ν.4546/2018 όπως ισχύει) και το αρθ. 61 του ν. 4622/2019 (Α 133) και είχε καταληκτική προθεσμία ολοκλήρωσης τον Μάρτιο του 2021.

                      Ως εκ τούτου η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) επικροτεί την πρόθεση του ΥΠΕΝ να καταρτίσει ΕΧΣΘΧ αλλά επισημαίνει σειρά ζητημάτων που χρήζουν αποσαφήνισης. Συγκεκριμένα προκύπτει το ερώτημα εάν η υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ επιδιώκει την εκπλήρωση τυπικών υποχρεώσεων της χώρας έναντι του Κοινοτικού Πλαισίου ή εάν όντως πρόκειται για κείμενο ικανό να εκφράσει τις πολιτικές ενός κράτους, όπως η Ελλάδα, το οποίο συνδέεται τόσο στενά και άμεσα με τις θάλασσες και τα νησιά του.

                       

                      Θετικά σημεία

                      Η υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ ορίζει τη σχέση μεταξύ ΕΧΣΘΧ, ΕΧΠ, ΓΠΧΣΑΑ και λοιπών σχεδίων, τονίζει οριζόντια τη σημασία της διασυνοριακής διαχείρισης των υδάτων, της συνεργασίας με Τρίτα Κράτη, συνυπολογίζει με πληρότητα τα προγράμματα και σχέδια που συνδέονται με τον θαλάσσιο χώρο και καταγράφει ολοκληρωμένα, αλλά μέσω μιας τομεακής προσέγγισης, τις κατευθύνσεις για τους διάφορους τύπους δραστηριοτήτων. Σημαντικό είναι το γεγονός πως η δημοκρατική και συμμετοχική διαμόρφωση αποφάσεων επισημαίνεται ως βασική επιδίωξη της ΕΧΣΘΧ κατά τη διαμόρφωση πολιτικών αλλά και κατά τη διακυβέρνηση του προτεινόμενου εγχειρήματος, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται συγκεκριμένοι στόχοι και δράσεις. Θετική είναι η πρόβλεψη για συσχέτιση του παράκτιου με τον θαλάσσιο χώρο καθώς και με τα Ειδικά χωροταξικά για ΑΠΕ, τουρισμό, υδατοκαλλιέργειες κ.α.

                       

                      Σημεία προβληματισμού

                      Κεντρικό ερώτημα για την θέσπιση της ΕΧΣΘΧ είναι κατά πόσο συμπληρώνει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ή εάν περιορίζεται στην επανάληψη σειράς ρυθμίσεων οι οποίες έχουν ήδη θεσμοθετηθεί στην ελληνική έννομη τάξη. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η επανάληψη εννοιών/ ορολογιών και ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στην ΕΧΣΘΧ, αλλά ήδη υπάρχουν στον ν. 3983/11 (σσ. ‘Εθνική στρατηγική για την προστασία και διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος-Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 και άλλες διατάξεις’). Επιπρόσθετα δεν προκύπτει ότι συνυπολογίζονται τα Προγράμματα Μέτρων για την επίτευξη ή διατήρηση της Καλής Περιβαλλοντικής Κατάστασης τα οποία θεσπίστηκαν με την Υ.Α. 142569/2017 (ΦΕΚ 4728-29/12/2017) και προβλέπονταν στον ν. 3983/11. Σημειώνεται επίσης ότι στα έχοντας υπόψη δεν αναφέρεται ο «Στρατηγικός Σχεδιασμός της Γενικής Επιτροπής Αλιείας για την Μεσόγειο και την Μαύρη Θάλασσα (GFMC)».

                      Αμφιβολίες προκύπτουν για τον προτεινόμενο συνδετικό μηχανισμό εποπτείας και παρεμβάσεων μεταξύ Θαλάσσιων και Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων καθώς δεν προσδιορίζονται οι φορείς που θα τον συντονίσουν, οι φορείς που προβλέπεται να συμμετέχουν, οι προβλεπόμενες διαδικασίες, τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν, ο χρονικός ορίζοντας κοκ. Οι ουσιαστικές αυτές παραλείψεις θέτουν σε διακινδύνευση το όλο εγχείρημα. Εξάλλου στο γεμάτο παθογένειες ελληνικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού η δημιουργία νέων και διακριτών οργανισμών/ εργαλείων έχει αποδειχθεί ότι δεν πετυχαίνει ως προσέγγιση. Αντίθετα καλύτερες πιθανότητες επιτυχίες έχουν πρωτοβουλίες στελέχωσης και γενικότερης υποστήριξης των υφιστάμενων δομών, με ταυτόχρονη εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους και διαφανείς/ συμμετοχικές διαδικασίες.

                      Στην υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ συνεχίζεται η λανθασμένη προσέγγιση του Ν. 4759/20 να διαχωρίζεται ο θαλάσσιος από τον χερσαίο χώρο της παράκτιας ζώνης, μολονότι οι κατευθυντήριες γραμμές, ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ πλαισιώνει την χερσαία παράκτια ζώνη τόσο ως οικοσύστημα, όσο και ως προς τις χρήσεις/ δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε αυτή (παράκτιο τοπίο), οι οποίες και είναι αλληλένδετες με τις θαλάσσιες δραστηριότητες που συνδέονται με τον χωρικό σχεδιασμό.

                      Κρίσιμη είναι επίσης η επισήμανση ότι σε πολλά σημεία του κειμένου της υπό διαβούλευση ΕΧΣΘΧ σημειώνεται η ανάγκη προσδιορισμού σχεδίων/ διαδικασιών από την ίδια την ΕΧΣΘΧ, αλλά κάτι τέτοιο τελικά δεν γίνεται. Ενδεικτικά «…Η ΕΧΣΘΧ καλείται να συντάξει μια καθορισμένη διαδικασία για την υπόδειξη κατάλληλων θαλάσσιων χώρων για τη χωροθέτηση υπεράκτιων ΑΠΕ και να μεριμνήσει ενεργά για την μέγιστη συνέργεια μεταξύ των χωροθετούμενων δραστηριοτήτων…» (αρθ. 3), «…Η ΕΧΣΧΘ καλείται να συντάξει ένα χωροταξικό σχέδιο, προκειμένου η χωροθέτηση των καταδυτικών δραστηριοτήτων να αξιοποιεί με το βέλτιστο τρόπο το φυσικό και το πολιτιστικό κεφάλαιο λαμβάνοντας υπόψη της το κοινωνικοοικολογικό δυναμικό και η αλιευτική δραστηριότητα της περιοχής…» (αρθ. 3), «…η ΕΧΣΘΧ καλείται να συντάξει και να επιτελέσει το σχεδιασμό της λαμβάνοντας υπόψη της την εκτεταμένη ακτογραμμή, την έντονη νησιωτικότητα της χώρας και τις αυξημένες ενδομεταφορές που συνεπάγεται το ανάγλυφο αυτό…» (αρθ. 3).

                      Οι κατευθύνσεις και τα όρια Εθνικού Θαλάσσιου Χώρου καταγράφονται με πληρότητα. Ωστόσο, με δεδομένη την καθυστέρηση της χώρας στην κατάρτιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων (ΘΧΠ) θα ήταν σημαντικό να προσδιοριστούν σε επίπεδο χαρακτηριστικών με την ΕΧΣΘΧ και οι περιοχές εκπόνησης των ΘΧΠ. Αναγνωρίζοντας ότι σύμφωνα με το ν. 4546/2018, όπως ισχύει, οι περιοχές εκπόνησης των ΘΧΠ ορίζονται με Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, επισημαίνεται ότι στο κρίσιμο αυτό θέμα το υπό διαβούλευση κείμενο της ΕΧΣΘΧ μοιάζει με προσπάθεια καταγραφής σκέψεων και προθέσεων καθώς δεν προχωρά στη διατύπωση πολιτικής και στον προσδιορισμό στόχων.

                      Η περιφερειοποίηση του θαλάσσιου χώρου για να πετύχει τη μείωση συγκρούσεων, την αύξηση συνεργειών και τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος, είναι απαραίτητο να εξειδικεύει και τις αντίστοιχες προϋποθέσεις που χρειάζεται να τηρηθούν ανά τομέα, ιδίως αναφορικά με τις δραστηριότητες οι οποίες είναι άμεσα εξαρτώμενες από τα γεωγραφικά και κοινωνικοοικονομικα δεδομένα κάθε χωρικής ενότητας. Εμφανής γίνεται η παραπάνω αναγκαιότητα στις περιπτώσεις ενοποίησης των όμοιων και ομοιογενών συστημάτων κάθε επιμέρους θαλάσσιας περιοχής.

                      Ιδιαίτερα για τις περιοχές που είναι ενταγμένες στο δίκτυο NATURA 2000 αξίζει να τονιστεί ότι παρά τη θετική άποψη για «ενιαία διαχείριση» θα ήταν χρήσιμο να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά κάθε κηρυγμένης περιοχής ως προς τη γεωγραφική θέση, τη μορφολογία, το κλίμα κλπ. Σημειώνεται επίσης ότι από τις κατευθύνσεις για τις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές NATURA 2000, απουσιάζει η όποια αναφορά στους στόχους της Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα.

                      Θα ήταν χρήσιμο να γίνεται αναφορά στη συνέχεια του θαλάσσιου χώρου στον αντίστοιχο των γειτονικών τουλάχιστον χωρών πχ ως προς τη χλωρίδα και πανίδα, τη ναυσιπλοϊα και πάντα βέβαια στο επίπεδο και στο πνεύμα των Οδηγιών της ΕΕ (όπως η Οδηγία 2008/56/ΕΚ).

                      Ως προς την οργάνωση και τη δομή της υπό συζήτηση ΕΧΣΘΧ, είναι σκόπιμο τα απολύτως αυτονόητα να περιληφθούν σε Παράρτημα ώστε να αναπτυχθεί σε μεγαλύτερο βαθμό το τμήμα της ΕΧΣΘΧ με περιεχόμενο τις συνοπτικές καθώς και τις ειδικότερες κατευθύνσεις. Στο πλαίσιο αυτό η εμβάθυνση στα θεμελιώδη ζητήματα της ενέργειας (αιολικής, κυματικής,) των επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών και των υποστηρικτικών υποδομών, των τουριστικών διαδρομών, της ασφάλειας, της αλιείας, των εξορύξεων, της έρευνας και της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι απαραίτητο να γίνει με ουσιαστικό και ευδιάκριτο τρόπο.

                       

                      Τελική τοποθέτηση

                      Κατά την άποψη την ΕΛΛΕΤ η υπό διαβούλευση ΕΧΣΧΘ αποτελεί τυπική εκπλήρωση μιας υποχρέωσης της χώρας βάσει του ευρωπαϊκού δικαίου και θέτει αρχές και προτεραιότητες για τον θαλάσσιο χώρο. Δεν συμπληρώνει αλλά βαδίζει παράλληλα με άλλα υφιστάμενα νομοθετήματα (ν. 3983/11) και κυρίως δεν συγκεκριμενοποιεί τα εργαλεία, τους φορείς και τις παραμέτρους που θα δικαιολογούσαν τον τίτλο της ως κείμενο στρατηγικής καθώς παραμένει σε επίπεδο «ενδεικτικών κατευθύνσεων».

                      Παράλληλα η εξαιρετικά περιορισμένη διαβούλευση που έτυχε (15 μέρες) για τη σημασία που έχει για τη χώρα και το πλήθος των φορέων τους οποίους αφορά είχε ως αποτέλεσμα να συγκεντρώσει έναν πολύ μικρό αριθμό σχολίων. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της ΕΛΛΕΤ, η υπό διαβούλευση ΕΧΣΧΘ, χρειάζεται να συμπληρωθεί/ εξειδικευτεί επί των παραπάνω ζητημάτων και να τεθεί εκ νέου σε διαβούλευση και μάλιστα έπειτα από την προβλεπόμενη στο άρθ. 2 του ν. 4546/2018, όπως τροποποιήθηκε από το άρθ. 18 του ν. 4759/2020, γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας.

                    Επισκόπηση 9 δημοσιεύσεων - 16 έως 24 (από 24 συνολικά)
                    • Η συζήτηση ‘ΕΘΝΙΚΗ ΧΩΡΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΧΩΡΟ’ δεν δέχεται νέα θέματα και απαντήσεις.