Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

Αρχική Συζητήσεις Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

  • Αυτό το θέμα έχει 1,055 απαντήσεις, 1 φωνή και ενημερώθηκε τελευταία φορά 1 μήνα από τον χρήστη Γεώργιος Γοδέβενος.
  • Δημιουργός
    Θέμα
  • #13410
    weboperator
    Keymaster

      Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

      Ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, ως αρχή σχεδιασμού της μελέτης αξιολόγησης και αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Ν. 4447/2016 (Α’ 241) και στην Κ.Υ.Α. Αριθμ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (Β’ 1225) προσκαλεί το κοινό να διατυπώσει τις απόψεις του, μέσω της δημόσιας ανάρτησης σχολίων έως και τις 24 Ιουνίου 2026.

      ΕΧΠ ΑΠΕ (αρχεία)

      Οι απαραίτητες πληροφορίες και τα σχετικά αρχεία, είναι διαθέσιμες στον ανωτέρω σύνδεσμο.

    Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 926 έως 950 (από 1,055 συνολικά)
    • Συντάκτης
      Απαντήσεις
    • #13786
      Οδυσσέας Ρηγόπουλος

        Συμμετοχή της Heygaz Greece στη Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.
        Σε συνέχεια της δημόσιας διαβούλευσης για το υπό εξέταση σχέδιο νόμου, θα θέλαμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας και να υποβάλουμε συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας του υπό διαβούλευση νομοθετικού πλαισίου, καθώς επίσης και την ουσιαστική στήριξη της ανάπτυξης του τομέα του βιομεθανίου στη χώρα μας. Ο τομέας του βιομεθανίου συμβάλει δραστικά στην εθνική κυκλική οικονομία, μέσω της διαχείρισης εκατομμυρίων τόνων οργανικών αποβλήτων, ενώ παράλληλα δύναται να συμβάλει και στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας, μέσω της εγχώριας παραγωγής ανανεώσιμου φυσικού αερίου. Η υιοθέτηση των εν λόγω παρατηρήσεων και βελτιώσεων θεωρούμε ότι θα συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία ενός λειτουργικού, περιβαλλοντικά αποδοτικού και επενδυτικά ελκυστικού  πλαισίου, εναρμονισμένου με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές και σύμφωνα με τις ειδικές συνθήκες του ευρύτερου κλάδου του βιοαερίου/βιομεθανίου.

         

        Περίληψη και Τεκμηρίωση των Προτάσεων Βελτίωσης

        1. Άρθρο 2_Παράγραφος 9 – Προσθήκη Αναφοράς σε Παραγωγή Βιομεθανίου: Προτείνεται η ρητή αναφορά της παραγωγής βιομεθανίου στους ορισμούς των εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορευστά. Σε συνέχεια της προσθήκης στους ορισμούς, θα πρέπει αντίστοιχα να προστεθεί η έννοια του βιομεθανίου και σε όλα τα υπόλοιπα σημεία της ΚΥΑ όπου αναφέρεται το βιοαέριο και δεν υπάρχει αναφορά του βιομεθανίου.

        Τεκμηρίωση

        Οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορευστά, σε συνέχεια του Ν.5215/2025 δυνητικά θα αρχίσουν να μετατρέπονται σε μονάδες παραγωγής βιομεθανίου, όπου αυτό είναι εφικτό, είτε αμιγώς για βιομεθάνιο, είτε για υβριδική λειτουργία. Παράλληλα, αναμένεται να αναπτυχθούν και νέες μονάδες με αποκλειστική στόχευση το βιομεθάνιο.

        Βάσει των παραπάνω, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθούν ρητά οι μονάδες παραγωγής βιομεθανίου, με αντίστοιχα κριτήρια με τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορευστά, δεδομένου ότι πρόκειται για μία πανομοιότυπη, στο μεγαλύτερό της μέρος, παραγωγική διεργασία, μέχρι το τελικό στάδιο επεξεργασίας του τελικού προϊόντος.

        1. Άρθρο 18 – Προσθήκη Κριτηρίων Δικτύων Φυσικού Αερίου ως Κριτήριο για Περιοχές Επιτάχυνσης: Προτείνεται η προσθήκη και περιγραφή κριτηρίων που σχετίζονται με το δίκτυο φυσικού αερίου στις περιοχές προτεραιότητας και περιοχές επιτάχυνσης. Ως  περιοχές επιτάχυνσης θα πρέπει να καθορίζονται εκείνες που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των απαιτούμενων δικτύων διασύνδεσης με τους σταθμούς που πρόκειται να αναπτυχθούν στις ανωτέρω περιοχές επιτάχυνσης. Επιπλέον, περιοχές με εγγύτητα σε σημεία σύνδεσης με το δίκτυο φυσικού αερίου (χαρακτηριστικά και όχι περιοριστικά απόσταση μικρότερη των 10km), όπως περιοχές με βανοστάσια ή περιοχές με αγωγό που έχει όδευση πλησίον των μονάδων παραγωγής βιομεθανίου θα πρέπει και αυτές να ορίζονται ως περιοχές επιτάχυνσης.

        Τεκμηρίωση

        Σε συνέχεια της προσθήκης των μονάδων παραγωγής βιομεθανίου στους ορισμούς του άρθρου 2, θα πρέπει να προστεθούν στις περιοχές προτεραιότητας και περιοχές επιτάχυνσης τα κριτήρια που σχετίζονται με το δίκτυο φυσικού αερίου, κατ’ αντιστοιχία της αναφοράς των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας για σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από βιοαέριο.

        Παράλληλα θα πρέπει να οριστούν περιοχές προτεραιότητας, οι περιοχές που εξασφαλίζουν εγγύτητα των μονάδων σε σημεία σύνδεσης με το δίκτυο φυσικού αερίου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η συνδεσιμότητα των μονάδων βιομεθανίου είναι από τους βασικότερους παράγοντες για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας μία τέτοιας μονάδας. 

        1. Άρθρο 20_Παράγραφος 1 – Άρση απαγόρευσης χωροθέτησης μονάδων βιοαερίου σε περιοχές που εμπίπτουν σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας και βρίσκονται εντός Ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας: Προτείνεται η άρση της γενικής απαγόρευσης χωροθέτησης μονάδων βιοαερίου σε περιοχές που εμπίπτουν σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας και βρίσκονται εντός Ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας και η αντικατάσταση με χρήση αναγκαίων προληπτικών μέτρων για τη χωροθέτηση στις εν λόγω περιοχές. Παράλληλα, το συγκεκριμένο θα πρέπει να ισχύσει μόνο για νέες μονάδες και θα πρέπει να υπάρξει ρητή εξαίρεση των υφιστάμενων μονάδων βιοαερίου, τόσο στην υφιστάμενη δυναμικότητά τους, όσο και σε πιθανή επαύξηση ισχύος.

        Τεκμηρίωση

        Το ΕΣΕΚ για το 2030 θέτει ένα αρκετά φιλόδοξο στόχο παραγωγής 2,1TWh βιομεθανίου ετησίως. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η αμεσότερη λύση είναι η μετατροπή των υφιστάμενων μονάδων από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής σε μονάδες παραγωγής βιομεθανίου. Στις περιπτώσεις μετατροπής είναι επίσης πάρα πολύ πιθανό για να είναι βιώσιμη μία επένδυση, να χρειαστεί να γίνει επαύξηση ισχύος, εναλλακτικά, πολλές επενδύσεις θα κριθούν απαγορευτικές. Από τις υφιστάμενες μονάδες, ποσοστό άνω του 80% βρίσκεται εντός ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας. Παράλληλα, δεδομένου ότι οι μονάδες βιοαερίου/βιομεθανίου πρέπει να βρίσκονται κοντά στην α’ύλη, είναι πάρα πολύ συχνό οι μονάδες να χωροθετούνται σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, καθώς εκεί υπάρχει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση αγροκτηνοτροφικών αποβλήτων αλλά και διαθέσιμης γης για διάθεση του χωνεμμένου υπολείμματος ως εδαφοβελτιωτικό. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με την αναφορά της παραγράφου 1, του άρθρου 18 σχετικά με τις περιοχές προτεραιότητας και περιοχές επιτπάχυνσης, όπου αναφέρει «1) Χώροι που βρίσκονται πλησίον γεωργικών και δασικών εκμεταλλεύσεων παραγωγής της πρώτης ύλης, ΧΥΤΑ‐ΧΥΤΥ, εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων, κτηνοτροφικών ή πτηνοτροφικών μονάδων, μονάδων μεταποίησης/συσκευασίας γεωργικών προϊόντων, μονάδων κατεργασίας ξύλου και χαρτοπολτού, πάσης φύσεως γεωργικών ή κτηνοτροφικών βιομηχανιών, ζωοτροφών κλπ.»

        Προτείνεται να γίνει ρητή διάκριση ότι η συγκεκριμένη πρόταση αφορά μόνο νέες μονάδες, οι οποίες δεν είναι σε λειτουργία μέχρι την ψήφιση του παρόντος και παράλληλα για τις νέες μονάδες, να αρθεί η απαγόρευση χωροθέτησης στις νέες περιοχές, βάζοντας ωστόσο την υποχρεωτικότητα λήψης προληπτικών μέτρων για τον κίνδυνο πλημμύρας. Τα όποια μέτρα θα πρέπει να λάβει ο παραγωγός θα πρέπει να είναι διακριτά από πιθανά μέτρα που πρέπει να λάβει το Δημόσιο και δεν άπτονται της δικαιοδοσίας του παραγωγού.

        Διευκρινίζεται ότι οι μονάδες βιοαερίου, πρωτογενώς είναι μονάδες διαχείρισης αποβλήτων, ενώ η παραγωγή ενέργειας είναι κάτι που έπεται της επεξεργασίας αποβλήτων. Υπολογίζεται ότι στην υφιστάμενη δυναμικότητά τους, οι μονάδες βιοαερίου στην Ελλάδα διαχειρίζονται περίπου 4.000.000 τόνους οργανικών αποβλήτων και φυσικά με μία υγιή ανάπτυξη του κλάδου, η ποσότητα αυτή αναμένεται αν αυξηθεί σημαντικά.

        Σε περίπτωση μη τροποποίησης του παραπάνω εδαφίου, βάσει των παραπάνω, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι ο κλάδος του βιομεθανίου που έχει υψηλή προτεραιότητα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δε θα καταφέρει να αναπτυχθεί στο επιθυμητό επίπεδο.

        • 4. Άρθρο 2_Τελικές και Μεταβατικές Διατάξεις_Παράγραφος 7 – Αύξηση Ποσοστού Υπέρβασης Επιφάνειας για Υφιστάμενες Μονάδες: Αναφέρεται ότι τροποποιήσεις περιβαλλοντικών αδειών για ήδη εκδοθείσες ΑΕΠΟ και ΠΠΔ, ενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας και βάσει των οποίων αξιολογήθηκαν κατά την έκδοση αρχικής ΑΕΠΟ ή ΠΠΔ, πλην περιπτώσεων μεταφοράς θέσης εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4951/2022 καθώς και επέκτασης των αρχικών γηπέδων εγκατάστασης σε ποσοστό μεταβολής της επιφάνειας που υπερβαίνει το 50%. Προτείνεται το ποσοστό αυτό να ανέβει στο 100% για εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορευστά.

        Τεκμηρίωση:

        Για την κατηγορία ΑΠΕ που αφορά εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορευστά, σε πιθανή μετάβαση σε βιομεθάνιο, οι ανάγκες σε επιφάνεια ενδέχεται να είναι αρκετά μεγαλύτερες λόγω των επιπλέον χώρων που χρειάζονται για τα συνοδά έργα σύνδεσης με τους αγωγούς φυσικού αερίου, πιθανή δέσμευση βιογενούς διοξειδίου του άνθρακα, συμπίεση, υγροποίηση των προϊόντων, κ.α.

        #13783
        Ilias Rimpopoulos

          Άποψη για το νέο χωροταξικό και τις ανεμογεννήτριες στην Άνδρο

          Η Άνδρος δεν είναι ένα άγονο ή ακατοίκητο νησί. Είναι ένα νησί με πλούσια φύση, σημαντική βιοποικιλότητα, σπάνια αρπακτικά πουλιά, γεράκια, μπούφους, κουκουβάγιες, πηγές νερού, καλλιέργειες, παραδοσιακούς οικισμούς και τεράστια πολιτιστική κληρονομιά.
          Είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς συζητείται η περαιτέρω εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην Άνδρο, όταν υπάρχουν άλλες περιοχές και νησιά με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δυστυχώς, δίνεται η εντύπωση ότι η μοναδική «μελέτη» που έγινε ήταν ένας χάρακας πάνω σε έναν χάρτη, χωρίς ουσιαστική γνώση του φυσικού πλούτου, της ιστορίας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του νησιού.
          Η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας κενός χώρος πάνω σε ένα σχέδιο. Είναι ένα ζωντανό οικοσύστημα με ανθρώπους, παραγωγή, τουρισμό, γεωργία και μοναδικά φυσικά τοπία που πρέπει να προστατευθούν.
          Ακόμη και οι ήδη υπάρχουσες ανεμογεννήτριες δεν έφεραν κάποιο εμφανές όφελος στους κατοίκους. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος παραμένουν υψηλοί. Ο κάτοικος της Άνδρου πληρώνει ουσιαστικά τα ίδια με τον κάτοικο της Αθήνας. Επομένως, εύλογα γεννάται το ερώτημα: ποιο είναι το πραγματικό όφελος για το νησί;
          Αντί να συζητάμε για νέες εγκαταστάσεις, θα έπρεπε να εξετάζουμε τις επιπτώσεις των υφιστάμενων και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου της Άνδρου.
          Η θέση μου είναι ξεκάθαρη: ούτε μία επιπλέον ανεμογεννήτρια στην Άνδρο. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της φύσης, της ιστορίας και της ταυτότητας ενός από τα σημαντικότερα νησιά των Κυκλάδων.

          #13765
          Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA)

            Σχόλια του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA) επί του σχεδίου Κοινής Υπουργικής Απόφασης για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού

            Το πλήρες κείμενο των παρόντων σχολίων, συμπεριλαμβανομένων χαρτών, γραφημάτων και λοιπού τεκμηριωτικού υλικού, είναι διαθέσιμο εδώ. (https://med-ina.org/wp-content/uploads/2026/06/%CE%A3%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%95%CE%A7%CE%A0-%CE%91%CE%A0%CE%95_MedINA_June2026-1.pdf)

            Ι. Γενικά σχόλια & Θεσμικό Πλαίσιο

            Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) και τη συνοδευτική Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), κατατίθενται οι παρούσες παρατηρήσεις και προτάσεις του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA). Το MedINA είναι περιβαλλοντική οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιείται από το 2003 με σκοπό την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης. Με γνώμονα το αντικείμενο και την πολυετή δράση της οργάνωσης για την προστασία και αποκατάσταση των ποτάμιων οικοσυστημάτων, οι παρούσες παρατηρήσεις επικεντρώνονται στις προβλέψεις του υπό διαβούλευση σχεδίου που αφορούν τα Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα (ΜΥΗΕ). Προς τεκμηρίωση των σχολίων που ακολουθούν, παρατίθενται συνοπτικά στοιχεία για την υφιστάμενη κατάσταση και ανάπτυξη των ΜΥΗΕ στην Ελλάδα, οι κυριότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους στα ποτάμια οικοσυστήματα, καθώς και κατ’ άρθρο σχολιασμός των σχετικών διατάξεων του υπό διαβούλευση σχεδίου.

            Οφείλει κατ’ αρχάς να επισημανθεί η σημαντική καθυστέρηση με την οποία έρχεται η παρούσα αναθεώρηση, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την έγκριση του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ. Στο διάστημα αυτό έχουν επέλθει σημαντικές μεταβολές τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο ενωσιακό και εθνικό περιβαλλοντικό κεκτημένο, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αδειοδοτηθεί και αναπτυχθεί σημαντικός αριθμός έργων ΑΠΕ στη βάση ενός πλαισίου που παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο από το 2008. Η ανάγκη αναθεώρησης του ΕΧΠ-ΑΠΕ συνδέεται, μεταξύ άλλων, και με τις σοβαρές αδυναμίες του υφιστάμενου πλαισίου ως προς τη συμμόρφωσή του με το ενωσιακό περιβαλλοντικό δίκαιο. Ως αποτέλεσμα αυτού, εκκίνησε και η διαδικασία επί παραβάσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελλάδας (αναφορικά με τη συμβατότητα του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ και της αδειοδότησης ΑΣΠΗΕ σε προστατευόμενες περιοχές με τις απαιτήσεις της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας).

            Το MedINA αναγνωρίζει τη σημασία της ενεργειακής μετάβασης, της σταδιακής απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και της επίτευξης των δεσμεύσεων της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. Η αναγκαία αυτή μετάβαση οφείλει, ωστόσο, να υλοποιείται κατά τρόπο συμβατό με τους στόχους προστασίας της βιοποικιλότητας, των υδάτων, των οικοσυστημάτων, και των πολιτισμικών τοπίων, διασφαλίζοντας τη συνεκτική εφαρμογή των περιβαλλοντικών και κλιματικών πολιτικών προς όφελος τόσο του περιβάλλοντος όσο και των τοπικών κοινοτήτων.

            Ωστόσο, παρά τη σημασία της παρούσας αναθεώρησης, και την ανάγκη αντιμετώπισης αδυναμιών που έχουν ήδη αναδειχθεί τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για τα ΜΥΗΕ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένες στη λογική του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ. Σε αντίθεση με άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ, για τις οποίες εισάγονται σημαντικές μεταβολές και νέες κατευθύνσεις χωροθέτησης, οι προβλέψεις που αφορούν τα ΜΥΗΕ παρουσιάζουν σχεδόν μηδενικό βαθμό αναθεώρησης, παρά το γεγονός ότι η ίδια η ΣΜΠΕ και η δέουσα εκτίμηση αναγνωρίζουν τις σημαντικές επιπτώσεις των έργων αυτών στα ποτάμια οικοσυστήματα, στη βιοποικιλότητα και στην οικολογική συνδεσιμότητα.

            Παράλληλα, ο χωροταξικός σχεδιασμός των ΑΠΕ καλείται να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που δημιουργεί η κλιματική κρίση για τους υδατικούς πόρους. Η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση ακραίων καιρικών φαινομένων, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, η λειψυδρία και οι μεταβολές του υδρολογικού καθεστώτος των ποταμών καθιστούν αναγκαία την ενσωμάτωση παραμέτρων ανθεκτικότητας. Η μειωμένη διαθεσιμότητα νερού εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής περιορίζει τη συνολική υδροηλεκτρική παραγωγή, ενώ ο κατακερματισμός των ποταμών από υδροηλεκτρικά έργα μειώνει τη φυσική ικανότητα των λεκανών απορροής να μετριάζουν τις επιπτώσεις των πλημμυρών ή των ξηρασιών, λειτουργώντας ανασταλτικά στην κλιματική προσαρμογή. Άλλωστε, η Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΕΣΠΚΑ) προβλέπει την ενσωμάτωση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στον υδατικό σχεδιασμό και στη διαχείριση υδάτων, και ειδικότερα την εκπόνηση ειδικών μελετών τρωτότητας υδροηλεκτρικών μονάδων.

            Συνεπώς, η χωροθέτηση των νέων ΜΥΗΕ οφείλει να βασίζεται σε τεκμηριωμένες εκτιμήσεις της μελλοντικής υδρολογικής και κλιματικής εξέλιξης κάθε περιοχής για ολόκληρο τον κύκλο ζωής του εκάστοτε έργου, ενώ οι εκτιμήσεις αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν όχι μόνο τη μακροχρόνια ενεργειακή αποδοτικότητα των έργων, αλλά και τη διατήρηση της οικολογικής λειτουργίας των υδατικών οικοσυστημάτων υπό συνθήκες μεταβαλλόμενου κλίματος.

            ΙΙ. Υφιστάμενη κατάσταση, συσχετισμός ενεργειακού οφέλους και χωρικής πίεσης στην Ελλάδα

            Η ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων αδειοδότησης και η σύγκρισή τους με τους εθνικούς ενεργειακούς στόχους αναδεικνύει μια έντονη δυσαναλογία μεταξύ ενεργειακής συμβολής, χωρικού αποτυπώματος και οικολογικού κινδύνου, καθώς το σύνολο των ΜΥΗΕ που λειτουργούν στην Ελλάδα (131, Ιούνιος 2026), προσφέρουν μόλις στο 2,4% της παραγόμενης από ΑΠΕ ηλεκτρικής ενέργειας (Πίνακας 1).

            Ταυτόχρονα, για να αποκτήσει το ενεργειακό σύστημα δύο φορές περισσότερη ισχύ (από 250 ΜW το 2022 σε 490 ΜW το 2050) από τη συγκεκριμένη τεχνολογία, προωθείται ο κατακερματισμός των ποταμών από εκατοντάδες νέα τεχνητά εμπόδια και φραγμούς με την υποβάθμιση 2,6 φορές περισσότερων ποτάμιων οικοσυστημάτων – για μια συμμετοχή που θα ανέρχεται μόλις στο 0,8% του συνολικού μείγματος ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ το 2050.

            Απέναντι σε αυτό το οριακό ενεργειακό όφελος, η χωρική και οικολογική πίεση που ασκείται στα εσωτερικά ύδατα της χώρας, στις προστατευόμενες περιοχές αλλά και στα ποτάμια υψηλής οικολογικής ακεραιότητας είναι δυσανάλογα υψηλή:

            • Υφιστάμενο δίκτυο και Natura 2000: Σήμερα (δεδομένα ΡΑΑΕΥ, 2026) λειτουργούν στην Ελλάδα 131 ΜΥΗΕ με συνολική εγκατεστημένη ισχύ 265 MW. Το 39,7% (52 έργα) εξ αυτών εντοπίζεται εντός των προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000. Τα έργα αυτά χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλή ισχύ (διάμεσος μόλις 1,3 MW), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για διάσπαρτες, μικρής κλίμακας υποδομές με εκτεταμένο όμως σωρευτικό αποτύπωμα.
            • Επενδυτική έκρηξη: Τα τελευταία έτη, με κορύφωση το 2024, καταγράφεται μεγάλη επενδυτική δραστηριότητα (Γράφημα 1). Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 345 έργα στο στάδιο της Άδειας Παραγωγής / Βεβαίωσης Παραγωγού (συνολική δυνητική ισχύς 454 MW, διάμεσος ισχύος μόλις 0,7 MW) και επιπλέον 89 στο στάδιο της Αξιολόγησης. Από τα έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, το 34,5% (119 έργα) χωροθετείται εντός του δικτύου Natura 2000, αντιπροσωπεύοντας δυνητική ισχύ 145 MW, η οποία αντιστοιχεί σε μόλις 1,38% της ισχύος ΑΠΕ του 2022 και θα συνεισφέρει το οριακό 0,24% το 2050.
            • Πίεση στους ποταμούς ελεύθερης ροής (free-flowing rivers): Η πλειονότητα των έργων συγκεντρώνεται σε περιοχές εξαιρετικής οικολογικής αξίας και υψηλής συνδεσιμότητας (π.χ. οροσειρά της Πίνδου, όπου εντοπίζεται το 1/3 των έργων). Σύμφωνα με τη χαρτογράφηση της υδρογεωμορφολογικής ποιότητας των ποταμών στη Βαλκανική Χερσόνησο του Schwarz (2025) για τον ηπειρωτικό κορμό της χώρας (εξαιρουμένης της Πελοποννήσου), από τα 13.149 χλμ. αξιολογημένου ποτάμιου δικτύου, τα 4.612 χλμ. (35,1%) ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 (Κλάση 1 – Σχεδόν Φυσικά), ως ποταμοί σπουδαίας αξίας. Εντούτοις, μόλις το 36,9% αυτών προστατεύεται από το δίκτυο Natura 2000, αφήνοντας 2.912 χλμ. (63,1%) υψηλής αξίας εντελώς απροστάτευτα. Η χωρική κατανομή των υπό αδειοδότηση έργων συμπίπτει σε σημαντικό βαθμό με ποτάμια τμήματα υψηλής υδρογεωμορφολογικής και οικολογικής αξίας: το 64% των έργων με Βεβαίωση Παραγωγού χωροθετείται πάνω σε ποταμούς σπουδαίας (Κλάση 1 – 39,1%) και υψηλής (Κλάση 2 – Ελαφρώς Τροποποιημένα, 24,9%) υδρογεωμορφολογικής αξίας (Γράφημα 2).

            ΙΙΙ. Τεκμηρίωση επιπτώσεων των ΜΥΗΕ στα ποτάμια οικοσυστήματα

            Τα ΜΥΗΕ συνιστούν αποδεδειγμένα μια σημαντική πίεση για τα ποτάμια οικοσυστήματα (Γράφημα 3). Σύμφωνα με τους Barbieri et al. (2015), τα ψάρια των εσωτερικών υδάτων στην Ελλάδα αποτελούν την ομάδα σπονδυλωτών με το υψηλότερο ποσοστό ενδημισμού (άνω του 40% των ειδών είναι αποκλειστικά ενδημικά της χώρας), και σαν ομάδα οργανισμών αποτελούν χαρακτηριστικό δείκτη (“proxy taxonomic group”) για την υποβάθμιση των ποταμών. Η προστασία τους είναι κρίσιμη, δεδομένου ότι ο πρόσφατος Κόκκινος Κατάλογος της IUCN αποκαλύπτει πως το 42% των αυτόχθονων ειδών ψαριών των γλυκών υδάτων της Ευρώπης απειλείται με εξαφάνιση, ενώ επιπλέον 18% χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Ford et al., 2026).

            Κύριες καταγεγραμμένες επιπτώσεις:

            • Άμεση θνησιμότητα και τραυματισμοί: Προκαλούνται στα ψάρια λόγω των διατμητικών δυνάμεων, των μεταβολών της πίεσης και των συγκρούσεων σε τουρμπίνες και υπερχειλιστές, θέτοντας σοβαρούς περιορισμούς στη μετανάστευση ειδών όπως το χέλι και η πέστροφα (Van Treeck et al., 2021, Leibniz Institute of Freshwater Ecology and Inland Fisheries, 2020).
            • Υδρομορφολογικές αλλοιώσεις: Υποβαθμίζουν τη συνδεσιμότητα, τη ροή και τη στερεοπαροχή (δομή ιζημάτων), επηρεάζοντας αρνητικά τα ασπόνδυλα, τα ψάρια και τα μακρόφυτα (CIS guidance document N° 37, 2020).
            • Υποβάθμιση των ανώτερων τμημάτων (headwater reaches): Εκεί όπου η απώλεια καταφυγίων, η μικρότερη ετερογένεια ενδιαιτημάτων και η απλοποίηση της ροο-μορφής οδηγούν σε απώλειες ειδών ή δραματική μείωση των πληθυσμών τους (Benejam et al., 2016, Costea et al., 2021).
            • Απώλεια βιομάζας και ποιοτική υποβάθμιση: Στα τμήματα εκτροπής, η μειωμένη παροχή εντείνει τις απώλειες της ιχθυοβιομάζας και προκαλεί μείωση του ατομικού βάρους των ψαριών (Kubečka, 1997). Παράλληλα, η λειτουργία σταθμών τύπου run-of-river συνδέεται άμεσα με την υποβάθμιση των φυσικοχημικών συνθηκών (αύξηση θερμοκρασίας, μείωση διαλυμένου οξυγόνου), επιφέροντας κατάρρευση στην παραγωγικότητα της πέστροφας (Simonović et al., 2021).

            Οι παραπάνω επιπτώσεις δεν αποτελούν μόνο ευρήματα της διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας, αλλά αναγνωρίζονται και από την ίδια τη ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Συγκεκριμένα, η ΣΜΠΕ επισημαίνει ότι τα ΜΥΗΕ, μπορούν να «προκαλέσουν αλλαγές στην υδρομορφολογία των ποτάμιων υδατικών συστημάτων και ποτάμιων βιοτόπων», μέσω της μεταβολής του φυσικού υδρολογικού καθεστώτος και της εκτροπής τμημάτων της φυσικής κοίτης, «γεγονός που μπορεί να μεταβάλει σημαντικά τα αμέσως κατάντη των έργων υδατικά ενδιαιτήματα και την παρόχθια βλάστηση». Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι οι μεταβολές στη θερμοκρασία του νερού, στη δυναμική μεταφοράς ιζημάτων και στο καθεστώς της οικολογικής παροχής μπορούν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων. Η ίδια η ΣΜΠΕ καταγράφει επίσης ότι οι αλλοιώσεις αυτές μπορούν να μεταβάλουν τη σύνθεση και την αφθονία της υδρόβιας πανίδας και χλωρίδας, ενώ επιβεβαιώνει ότι τα υδροηλεκτρικά έργα λειτουργούν ως εμπόδια στη μετακίνηση της ιχθυοπανίδας, «τόσο μέσω των εγκαταστάσεων όσο και μέσω της μειωμένης ροής που δεν μπορεί να μην επαρκεί για το έναυσμα ή τη διατήρηση μετανάστευσης». Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει, ιδίως σε σχέση με την επίτευξη και διατήρηση των θεσμοθετημένων στόχων διατήρησης των περιοχών του Δικτύου Natura 2000, το γεγονός ότι η ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει πως «οι επιπτώσεις μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τους ποτάμιους πληθυσμούς και τους στόχους διατήρησής τους, καθώς και όσα είδη εξαρτώνται από αυτούς τους πληθυσμούς (π.χ. παρυδάτια ορνιθοπανίδα)».

            Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, απαιτείται η ενίσχυση του πλαισίου προστασίας των ποτάμιων οικοσυστημάτων μέσω της διεύρυνσης των περιοχών αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένων:

            α) των περιοχών του δικτύου Natura 2000,

            β) των Προστατευόμενων Τοπίων και Προστατευόμενων Φυσικών Σχηματισμών,

            γ) των ποταμών ελεύθερης ροής (free-flowing rivers), η διατήρηση των οποίων αποτελεί κεντρικό πυλώνα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Αποκατάσταση της Φύσης και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030.

            Η εκπόνηση εθνικής χαρτογράφησης των ποταμών ελεύθερης ροής κρίνεται επίσης αναγκαία, ως βασικό εργαλείο για την αναγνώριση και προστασία ποτάμιων τμημάτων υψηλής οικολογικής αξίας και την αποφυγή περαιτέρω υποβάθμισης και κατακερματισμού τους.

            Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση και αυστηροποίηση των προβλεπόμενων κριτηρίων και ρυθμίσεων για τα ΜΥΗΕ του υπό διαβούλευση σχεδίου, ιδίως ως προς:

            • Τα κριτήρια φέρουσας ικανότητας και την αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων σε επίπεδο λεκάνης απορροής (Άρθρο 10).
            • Τη διεύρυνση των περιοχών αποκλεισμού για την αποτελεσματικότερη προστασία περιοχών υψηλής οικολογικής αξίας (Άρθρο 11).
            • Την ενσωμάτωση κριτηρίων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και ανθεκτικότητας των ποτάμιων οικοσυστημάτων καθώς και των ΜΥΗΕ στις μεταβαλλόμενες υδρολογικές συνθήκες (Άρθρο 12).
            • Τη διατήρηση της οικολογικής συνδεσιμότητας των ποτάμιων οικοσυστημάτων και την προστασία της ιχθυοπανίδας και άλλων ειδών που εξαρτώνται από τη διαμήκη συνδεσιμότητα των ποταμών (Άρθρο 12).
            • Τη δεσμευτική σύνδεση των κριτηρίων χωροθέτησης και λειτουργίας των ΜΥΗΕ με τους περιβαλλοντικούς στόχους της Οδηγίας-Πλαίσιο 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα και τα εγκεκριμένα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), ιδίως ως προς την αποτροπή της υποβάθμισης και την επίτευξη των στόχων καλής οικολογικής κατάστασης των υδάτινων σωμάτων (Άρθρο 13).
            • Την ενσωμάτωση σαφέστερων προβλέψεων για την οικολογική παροχή και τη μεθοδολογία καθορισμού της (Άρθρο 13).
            • Τις μεταβατικές και αδειοδοτικές διατάξεις, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική εφαρμογή του νέου χωροταξικού πλαισίου και η συμβατότητά του με το ενωσιακό και εθνικό περιβαλλοντικό κεκτημένο, επανεξετάζοντας τις εκκρεμείς άδειες (Τελικές και Μεταβατικές Διατάξεις – Άρθρο Δεύτερο).

            Με γνώμονα τις ανωτέρω παρατηρήσεις, κατατίθενται οι ακόλουθες προτάσεις και τα ακόλουθα σχόλια επί των επιμέρους διατάξεων του υπό διαβούλευση σχεδίου αναφορικά με τα ΜΥΗΕ.

            1. Κατ’ άρθρο σχολιασμός

            Άρθρο 10 – Περιοχές προτεραιότητας και περιοχές επιτάχυνσης ΜΥΗΕ

            Παράγραφος 1

            Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στο να καθορίσει περιοχές προτεραιότητας οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 22 ως “συγκεκριμένες περιοχές, είτε στην ξηρά είτε στη θάλασσα, που είναι ιδιαίτερα πρόσφορες για την εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές”. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται σε “συγκεκριμένες” περιοχές αλλά πολύ γενικά και αόριστα στην “ευρεία ζώνη του ημιορεινού και ορεινού ηπειρωτικού κορμού της χώρας” και στην “ευρεία ζώνη του νησιωτικού τμήματος της χώρας στο πλαίσιο των υβριδικών συστημάτων”. Στην πρώτη περίπτωση επιχειρείται η αιτιολόγηση της “προσφορότητας” με αναφορά στην “ύπαρξη του φυσικού πόρου (νερό) σε συνδυασμό με την υψομετρική διαφορά που επιτυγχάνεται από το σημείο υδροληψίας μέχρι τον σταθμό παραγωγής” ως στοιχεία που εξασφαλίζουν τη “σκοπιμότητα και βιωσιμότητα του έργου”. Στην περίπτωση του νησιωτικού τμήματος της χώρας δεν είναι διόλου σαφές γιατί οι περιοχές αυτές είναι “ιδιαίτερα πρόσφορες” για την εγκατάσταση ΜΥΗΕ και δη υβριδικών, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα του νησιωτικού χώρου και τον χαρακτήρα ειδικά των μικρών νησιών ως ιδιαίτερων και, κατά κανόνα, ευπαθών οικοσυστημάτων (ΣτΕ 1421/2013, σκ. 27).

            Επίσης δεν είναι σαφές τι σημαίνει στην πράξη ότι αυτές οι ευρύτερες περιοχές αποτελούν περιοχές προτεραιότητας, καθότι δεν προσδιορίζεται κάποια διαδικασία μέσω της οποίας προτεραιοποιούνται συγκεκριμένες περιοχές έναντι άλλων (με ενδεχόμενη εξαίρεση την προτεραιοποίηση της αξιοποίησης υφιστάμενων υποδομών που προβλέπεται στο άρθρο 10 παρ. 2 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ), ούτε επιχειρείται ή προβλέπεται κάποια διαδικασία χαρτογράφησής τους.

            Για τον καθορισμό περιοχών προτεραιότητας είναι σημαντικό να συνυπολογίζονται, κατ’ αναλογία με τις προβλέψεις της αναθεωρημένης οδηγίας 2023/2413 για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σχετικά με τις “αναγκαίες περιοχές” (άρθρο 15β), ορισμένες παράμετροι όπως η διαθεσιμότητα της ενέργειας από ΜΥΗΕ και το δυναμικό των διαφόρων τύπων τεχνολογίας, η προβλεπόμενη ενεργειακή ζήτηση συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων αποδοτικότητας, η διαθεσιμότητα ενεργειακών υποδομών συμπεριλαμβανομένων των δικτύων αποθήκευσης, καθώς και η φέρουσα ικανότητα των υποδοχέων, συνυπολογιζομένων και των υφιστάμενων έργων και άλλων χρήσεων που δημιουργούν πιέσεις στα ποτάμια οικοσυστήματα στις εν λόγω περιοχές.

            Είναι συνεπώς σημαντικό να προσδιοριστούν συγκεκριμένες περιοχές προτεραιότητας το οποίο προϋποθέτει την αποσαφήνιση των κριτηρίων σε σχέση με τον καθορισμό των περιοχών αυτών και περαιτέρω εξειδίκευσή τους σε συνδυασμό με τη φέρουσα ικανότητα (και συνεπώς συνυπολογισμό των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων έργων).

            Παράγραφος 2

            Δεν είναι σαφές πώς σχετίζεται το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 5299/2026 σχετικά με τον καθορισμό Περιοχών Επιτάχυνσης για σταθμούς ΑΠΕ κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2023/2413 για την προώθηση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, οι “περιοχές επιτάχυνσης” αποτελούν υποπεριοχές των “αναγκαίων περιοχών” για την επίτευξη των στόχων ΑΠΕ σύμφωνα με την οδηγία 2023/2413 (άρθρα 15β και 15γ) και το άρθρο 7Α του ν. 3468/2006. Δεν είναι σαφές από την εν λόγω διάταξη πώς σχετίζονται οι “περιοχές προτεραιότητας” του ΕΧΠ-ΑΠΕ με τις “αναγκαίες περιοχές” της οδηγίας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχουν προσδιοριστεί στην εθνική νομοθεσία οι “αναγκαίες περιοχές” σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη ΜΥΗΕ (σε αντίθεση με την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και χερσαίων αιολικών σταθμών, άρθρο 7Α του ν. 3468/2006, όπως ισχύει και υπ’ αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/144627/3247/2025 απόφαση του ΥΠΕΝ “Χαρτογράφηση των περιοχών για την επίτευξη του στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2050, σύμφωνα με την παρ. 18 του άρθρου 33 του ν. 4936/2022”).

            Παράγραφος 3

            Η παράγραφος 3 αναφέρεται στον καθορισμό περιοχών επιτάχυνσης όσον αφορά τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι περιοχές επιτάχυνσης σύμφωνα με το άρθρο 15γ της οδηγίας συνίστανται σε “ομοιογενείς χερσαίες περιοχές, εσωτερικά ύδατα και θαλάσσιες περιοχές όπου η ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου τύπου ή συγκεκριμένων τύπων ανανεώσιμης ενέργειας δεν αναμένεται να επιφέρει σημαντικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο”. Σύμφωνα με την οδηγία, οι περιοχές αυτές δεν περιλαμβάνουν τα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας για τα οποία υπάρχει διακριτή διάταξη στην οδηγία και ειδικότερα το άρθρο 15ε το οποίο προβλέπει τον “καθορισμό ειδικών περιοχών υποδομών για την ανάπτυξη έργων δικτύου και αποθήκευσης που είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, όταν η εν λόγω ανάπτυξη δεν αναμένεται να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι εν λόγω επιπτώσεις μπορούν να μετριαστούν δεόντως ή, όπου δεν είναι δυνατόν, να αντισταθμιστούν”. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό “στόχος των περιοχών αυτών είναι η στήριξη και η συμπλήρωση των περιοχών επιτάχυνσης των ΑΠΕ”. Η διακριτότητα των περιοχών αυτών υποδηλώνει ότι ο σχεδιασμός των “ειδικών περιοχών υποδομών” του άρθρου 15ε θα πρέπει να “διασφαλίζουν συνέργειες με τον καθορισμό περιοχών επιτάχυνσης των ΑΠΕ” (άρθρο 15ε παρ. 1 στοιχ. γ΄).

            Συνεπώς, η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να διαγραφεί ή άλλως να αναδιατυπωθεί λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις της οδηγίας 2023/2413.

            Άρθρο 11 Περιοχές αποκλεισμού

            Ο καθορισμός περιοχών αποκλεισμού στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη και εγκατάσταση ΑΠΕ (και ειδικότερα στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου για τα ΜΥΗΕ) αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη διασφάλιση ότι οι ΑΠΕ θα αναπτυχθούν με όρους που διασφαλίζουν την προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας και την προστασία ευαίσθητων και σημαντικών οικοτόπων και ειδών.

            Λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 σε ό,τι αφορά τα ποτάμια οικοσυστήματα και τη σημασία της συνδεσιμότητας των οικοσυστημάτων αυτών στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα και των οδηγιών για τη φύση (92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους και 2009/147/ΕΚ για τα  πτηνά) και του κανονισμού 2024/1991 για την αποκατάσταση της φύσης προτείνουμε την προσθήκη των εξής περιοχών αποκλεισμού:

            • Περιοχές του Δικτύου Natura 2000

            Η εγκατάσταση ΜΥΗΕ (συμπεριλαμβανομένων των συνοδών έργων) προκαλεί σημαντικές επιπτώσεις στις περιοχές του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 και σε προστατευόμενους ποτάμιους οικοτόπους και είδη. Ειδικότερα, οι απειλές/πιέσεις συνίστανται κυρίως στα εξής: αλλαγές στην υδρομορφολογία των ποτάμιων υδατικών συστημάτων και ποτάμιων βιοτόπων, υποβάθμιση και μείωση της έκτασης ενδιαιτημάτων, εμπόδια στη μετανάστευση και τη διασπορά προστατευόμενων ειδών, μεταβολές στη δυναμική των ιζημάτων, αλλαγές στο καθεστώς ροής, μείωση του μεγέθους του πληθυσμού των ιχθύων, τραυματισμοί και θανάτωση μεμονωμένων ζώων κ.α.. Οι εν λόγω επιπτώσεις αναγνωρίζονται στη ΣΜΠΕ (σελ. 7-13, 7-28, 7-52) και στη δέουσα εκτίμηση (σελ. 131, 181). Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι στη δέουσα εκτίμηση (σελ. 137), γίνεται χρήση αδόκιμης προσέγγισης καθώς η αξιολόγηση βασίζεται στο ποσοστό κάλυψης γης από τις εγκαταστάσεις των έργων (0,32% κάλυψη των εκτάσεων Natura 2000) και όχι στην έκταση του υδρογραφικού δικτύου και των ποτάμιων οικοσυστημάτων που επηρεάζονται από τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα έργα, ή του ποσοστού επί των έργων εντός Natura 2000 με Βεβαίωση Παραγωγού, που ανέρχεται στο 34,5%. Θεωρούμε ότι ο αποκλεισμός των ΖΑΠΦ και ΖΠΦ από την εγκατάσταση ΜΥΗΕ δεν επαρκεί για να διασφαλιστεί η προστασία και ακεραιότητα των περιοχών του δικτύου Natura από τις ως άνω απειλές. Οι λοιπές ζώνες (ΖΔΟΕ και ΖΒΔΦΠ) οι οποίες περιλαμβάνουν ποτάμια οικοσυστήματα θα πρέπει να υπαχθούν στο ίδιο προστατευτικό καθεστώς για την εγκατάσταση ΜΥΗΕ, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ποτάμια διατρέχουν μεγάλες σε έκταση περιοχές, η εγκατάσταση ΜΥΗΕ, σε συνδυασμό με τις σωρευτικές επιπτώσεις άλλων έργων και δραστηριοτήτων, μπορεί να επιφέρει επιβλαβείς συνέπειες πολλά χιλιόμετρα ανάντη και κατάντη από έκαστο έργο, ενώ παράλληλα η συνοχή και συνεκτικότητά τους αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διατήρηση και προστασία των φυσικών οικοτόπων και ειδών που εξαρτώνται από αυτά. Περαιτέρω, σε πολλές περιοχές Natura, δεν έχουν θεσπιστεί στόχοι διατήρησης για την ιχθυοπανίδα λόγω ανεπαρκών δεδομένων, γεγονός το οποίο καθιστά τη δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων εκάστου έργου στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης δύσκολη – εάν όχι αδύνατη.

            Για τον λόγο αυτό, προτείνουμε την προσθήκη των περιοχών του δικτύου Natura ως περιοχών αποκλεισμού στο ΕΧΠ-ΑΠΕ για την ανάπτυξη ΜΥΗΕ.

            • Προστατευόμενα Τοπία και Προστατευόμενοι Φυσικοί Σχηματισμοί όπως ορίζονται με το άρθρο 46 παρ. 2 περ.γ του ν. 4685/2020

            Προτείνεται η προσθήκη των Προστατευόμενων Τοπίων και Προστατευόμενων Φυσικών Σχηματισμών (ΠΤΠΦΣ) ως περιοχών αποκλεισμού για την ανάπτυξη ΜΥΗΕ. Ειδικότερα, στα ΠΤΠΦΣ που χαρακτηρίζονται για την προστασία ποτάμιων οικοσυστημάτων λόγω της ιδιαίτερης οικολογικής, γεωλογικής ή γεωμορφολογικής αξίας τους, κρίνεται σκόπιμη η πρόβλεψη οριζόντιου αποκλεισμού χωροθέτησης ΜΥΗΕ εντός αυτών, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεκτικότητα του χωροταξικού σχεδιασμού με τους σκοπούς προστασίας που υπηρετεί ο χαρακτηρισμός των εν λόγω περιοχών. Η πρόβλεψη αυτή συμβάλλει παράλληλα στην αποφυγή επιπτώσεων σε φυσικές λειτουργίες και χαρακτηριστικά που συνδέονται με την προστατευτέα αξία τους, όπως η ελεύθερη ροή, η διαμήκης συνδεσιμότητα και η φυσική δυναμική των υδατορεμάτων.

            • Ποταμοί ελεύθερης ροής όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991 για την αποκατάσταση της φύσης

            Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, η επίτευξη των στόχων της οδηγίας για τα ύδατα απαιτεί μεγαλύτερες προσπάθειες για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και των φυσικών λειτουργιών των ποταμών, το οποίο μπορεί να επιτευχθεί με την άρση ή την προσαρμογή των φραγμών που εμποδίζουν τη διέλευση των μεταναστευτικών ιχθύων και τη βελτίωση της ροής των υδάτων και των ιζημάτων. Κατ’ εφαρμογή της Στρατηγικής, ο στόχος για την αποκατάσταση 25.000 χλμ ποταμών σε ποταμούς ελεύθερης ροής έως το 2030 εντάχθηκε στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991 για την αποκατάσταση της φύσης και ειδικότερα στο άρθρο 9 για την αποκατάσταση της φυσικής συνδεσιμότητας των ποταμών και των φυσικών λειτουργιών των σχετικών πλημμυρικών περιοχών.

            Ο καθορισμός των ποταμών ελεύθερης ροής ως περιοχών αποκλεισμού για την εγκατάσταση ΜΥΗΕ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της συνδεσιμότητας των ποτάμιων οικοσυστημάτων και στην επίτευξη των στόχων των οδηγιών για τα ύδατα και για τους οικοτόπους και να διασφαλίσει ότι τα ποτάμια οικοσυστήματα θα διατηρηθούν υγιή ως κρίσιμη περιβαλλοντική και πολιτιστική κληρονομιά για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές.

            Επίσης, οι ποταμοί με ελεύθερη ροή μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική κρίση και να θωρακίσουν τα φυσικά οικοσυστήματα και τους ανθρώπους από τις επιπτώσεις της, με πολλαπλά οφέλη όπως:

            • Διασφάλιση της συνδεσιμότητας και της λειτουργίας των πλημμυρικών πεδίων ως κρίσιμο εργαλείο για την αντιμετώπιση εντεινόμενων πλημμυρικών φαινομένων,
            • Εμπλουτισμό του υδροφορέα και βελτίωση της δέσμευσης του νερού αμβλύνοντας τον αντίκτυπο των ξηρασιών,
            • Ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δέλτα και των εκβολών των ποταμών απέναντι στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, στα κύματα που προκαλούνται από καταιγίδες ή στη διείσδυση αλμυρού νερού.

            Περαιτέρω, για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος πλαισίου και τον ορθολογικό σχεδιασμό της ανάπτυξης ΜΥΗΕ, κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση εθνικής χαρτογράφησης των ποταμών ελεύθερης ροής, με βάση τη διαμήκη και πλευρική συνδεσιμότητά τους. Η χαρτογράφηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό εργαλείο για την αναγνώριση ποτάμιων τμημάτων υψηλής οικολογικής αξίας και την αποφυγή περαιτέρω υποβάθμισης και κατακερματισμού τους.

            Σε ό,τι αφορά την περίπτωση (2) σχετικά με τις ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης και τις ζώνες προστασίας της φύσης του ν. 1650/1986, θα πρέπει να γίνει αναφορά και εδώ – όπως και παρακάτω στο άρθρο 12 παρ. 2 –  στο μεταβατικό στάδιο έως ότου θεσπιστούν οι ζώνες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 21 παρ. 4 του ν. 1650/1986, με σαφή αναφορά ότι οι περιοχές αποκλεισμού αφορούν τις ΖΑΠΦ και τις ΖΠΦ όπως προβλέπονται στις εγκεκριμένες ΕΠΜ.

            Επιπλέον, είναι σημαντικό οι υγρότοποι διεθνούς σημασίας της Σύμβασης Ραμσάρ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 191/1974 (Α΄ 350), να προβλεφθούν ξεχωριστά ως περιοχή αποκλεισμού, όπως και στο ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ (άρθρο 11), καθότι δεν “συμπεριλαμβάνονται” στις ζώνες απόλυτης προστασίας τη φύσης και τις ζώνες προστασίας της φύσης του ν. 1650/1986 αλλά αποτελούν διακριτές περιοχές υπό διεθνές προστατευτικό καθεστώς.

            Παράγραφος 2

            Ορθά η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι ρυθμίσεις σχετικά με τις περιοχές αποκλεισμού εφαρμόζονται και για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων ΜΥΗΕ. Ωστόσο, η πρόβλεψη ότι “η πιθανή παρέκκλιση πρέπει να τεκμηριώνεται περιβαλλοντικά” είναι γενική και ασαφής καθότι δεν ορίζεται τι σημαίνει “τεκμηριώνεται περιβαλλοντικά” ή στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας εφαρμόζεται η υποχρέωση για τεκμηρίωση της απόκλισης. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα συνοδά έργα δύνανται να προκαλέσουν σημαντικές επιπτώσεις σε υδάτινα και άλλα οικοσυστήματα, είναι κρίσιμης σημασίας να μην προβλέπονται εξαιρέσεις σε σχέση με τις περιοχές αποκλεισμού.

            Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τις αιολικές εγκαταστάσεις, το άρθρο 5 παρ. 1 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ προβλέπει περαιτέρω κατευθύνσεις σε σχέση με την εγκατάσταση συνοδών έργων. Θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο αντίστοιχες κατευθύνσεις θα πρέπει να προβλεφθούν και για την εγκατάσταση ΜΥΗΕ.

            Άρθρο 12 – Κανόνες και κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ

            Κριτήρια που αφορούν στην κλιματική αλλαγή σχετικά με τη χωροθέτηση ΜΥΗΕ

            Δεδομένου ότι η κλιματική κρίση αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας και τα φυσικά οικοσυστήματα, με σημαντικές επιπτώσεις ιδιαίτερα για τα ποτάμια οικοσυστήματα (ξηρασία, πλημμύρες κ.α.), ο χωροταξικός σχεδιασμός για τα ΜΥΗΕ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη τρωτότητά τους στην κλιματική αλλαγή. Η επιλογή περιοχής για τη χωροθέτηση ΜΥΗΕ θα πρέπει να στηρίζεται σε εκτιμήσεις για την συγκεκριμένη περιοχή βάσει κλιματικών προβλέψεων για τη διάρκεια ζωής του έργου προκειμένου να διασφαλιστεί ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και ενεργειακή αξιοπιστία. Οι εκτιμήσεις/προβλέψεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τη βροχόπτωση/χιονόπτωση και τον κίνδυνο πλημμύρας, τη διακύμανση της θερμοκρασίας και τον κίνδυνο ξηρασίας, τις οικολογικές απαιτήσεις και ευαλωτότητα ειδών, τη διάβρωση του εδάφους και ιζηματογένεση, την άνοδο της στάθμης της θάλασσας (σε σχέση με δέλτα/εκβολές), μελλοντική ζήτηση νερού και πιέσεις κατανομής.

            Άλλωστε, σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, αναγνωρίζεται ότι η κλιματική αλλαγή αναμένεται να μειώσει τη διαθεσιμότητα υδάτων, να αυξήσει τη συχνότητα και ένταση φαινομένων ξηρασίας και να επηρεάσει την παραγωγικότητα των υδροηλεκτρικών σταθμών. Η ίδια η ΕΣΠΚΑ προβλέπει την ενσωμάτωση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στον υδατικό σχεδιασμό και τη διαχείριση των υδάτων, καθώς και την εκπόνηση ειδικών μελετών τρωτότητας υδροηλεκτρικών μονάδων.  Συνεπώς, η χωροθέτηση νέων ΜΥΗΕ θα πρέπει να βασίζεται σε εκτιμήσεις της μελλοντικής υδρολογικής και κλιματικής εξέλιξης της περιοχής για όλη τη διάρκεια ζωής του έργου, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η βιωσιμότητα και ενεργειακή αξιοπιστία τους όσο και η προστασία των υδατικών οικοσυστημάτων.

            Επιπλέον, η αποσύνδεση των ποταμών από τις πλημμυρικές πεδιάδες, οι οποίες είναι άκρως σημαντικές για την απορρόφηση, το φιλτράρισμα και την αποθήκευση του νερού στο έδαφος ιδιαίτερα για τις περιοχές με έλλειψη νερού, έχουν ως αποτέλεσμα – λόγω της παγίδευσης των ιζημάτων κατάντη – τη μείωση της ικανότητας των πλημμυρικών πεδίων να συγκρατούν το νερό και να βελτιώνουν την ποιότητα των υδάτων και του εδάφους, ενώ η επιτάχυνση της ροής του νερού προς τα κατάντη αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρών. Είναι συνεπώς σημαντικό να ληφθούν υπόψη κατά τη χωροθέτηση των ΜΥΗΕ τα Σχέδια Διαχείρισης των Κινδύνων Πλημμύρας ανά Υδατικό Διαμέρισμα και οι τρωτές περιοχές που βασίζονται στους χαρτες επικινδυνότητας πλημμύρας σε επίπεδο περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, καθώς και τις δράσεις της Εθνικής Στρατηγικής για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (π.χ. Δράση 6 Αξιολόγηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας).

            Παράγραφος 1

            Η πρόβλεψη της παραγράφου 1 για την ενότητα του έργου υδροληψίας και του σταθμού παραγωγής και την αποφυγή της διάσπασής τους σε διακριτές θέσεις είναι πολύ σημαντική προκειμένου να μετριαστούν οι επιπτώσεις των ΜΥΗΕ στο ποτάμιο οικοσύστημα. Ωστόσο, η διάταξη αυτή θα πρέπει να αποσαφηνιστεί περαιτέρω για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της στην πράξη σε ό,τι αφορά τα εξής δύο σημεία: (α) Εφόσον το έργο υδροληψίας και ο σταθμός παραγωγής μπορούν τεχνικά να αποτελέσουν ενιαίο σύνολο, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά η υποχρέωση χωροθέτησης του έργου ως ενιαίου συνόλου (και όχι με την ασαφή και ενδεχομένως αμφίσημη χρήση της “προτροπής” “να αποφεύγεται”), (β) Η τεχνική δυνατότητα να αποτελέσουν ένα ενιαίο σύνολο θα πρέπει να τεκμηριώνεται σαφώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης με σχετική ανάλυση στη ΜΠΕ προκειμένου να κριθεί από την αδειοδοτούσα αρχή η ορθή εφαρμογή της παρούσας διάταξης.

            Παράγραφος 2

            Η πρόβλεψη της παραγράφου 2 αφορά στη χωροθέτηση εγκατάστασης ΜΥΗΕ εντός προστατευόμενων περιοχών και συνεπώς συνδέεται και με τις περιοχές αποκλεισμού της περίπτωσης (2) του άρθρου 11 σχετικά με τις ΖΑΠΦ και ΖΠΦ. Το δεύτερο εδάφιο το οποίο προβλέπει ότι “ελλείποντος αυτού [του θεσπισμένου κανονιστικού πλαισίου], σύμφωνα με τις προβλέψεις της οικείας εγκεκριμένης Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης εκάστης προστατευόμενης περιοχής” αποσκοπεί στην κάλυψη του κενού σε ό,τι αφορά την απουσία θεσπισμένων κανονιστικών πλαισίων για τις προστατευόμενες περιοχές και ειδικότερα των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και στις σχετικές καθυστερήσεις στο έργο εκπόνησης των ΕΠΜ για τη θέσπιση προεδρικών διαταγμάτων.

            Όπως έχουμε προτείνει στα σχόλιά μας στο άρθρο 11 οι περιοχές του δικτύου Natura 2000 θα πρέπει να υπαχθούν στις περιοχές αποκλεισμού για τη χωροθέτηση ΜΥΗΕ. Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δεκτό, είναι άκρως απαραίτητο να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα των εν λόγω περιοχών έως ότου θεσμοθετηθεί το προβλεπόμενο στη νομοθεσία προστατευτικό καθεστώς. Οι εγκεκριμένες ΕΠΜ αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 1650/1986 τη μελέτη τεκμηρίωσης επί της οποίας θα στηριχθεί το προεδρικό διάταγμα εκάστης περιοχής. Ωστόσο, δεν αποτελούν θεσπισμένο κανονιστικό πλαίσιο, ενώ οι προτεινόμενες ρυθμίσεις ενδέχεται να τροποποιηθούν στο πλαίσιο σύνταξης του προεδρικού διατάγματος, κατόπιν των σχολίων της Επιτροπής Φύση 2000 και της δημόσιας διαβούλευσης αλλά και σε συνάρτηση με πιο πρόσφατα επικαιροποιημένο στοιχεία για την εν λόγω περιοχή. Συνεπώς, οι προβλέψεις της οικείας εγκεκριμένης ΕΠΜ δεν κρίνονται επαρκείς προκειμένου για διαφυλαχθούν οι περιοχές του δικτύου Natura.  Το Υπουργείο Περιβάλλοντος θα πρέπει να προβεί άμεσα στη θέσπιση των προεδρικών διαταγμάτων των περιοχών του δικτύου Natura 2000 της χώρας κατ’ εφαρμογή και σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ και της καταδικαστικής για τη χώρα απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ (C-849/19). Έως την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων, οι προστατευόμενες περιοχές για τις οποίες δεν έχει θεσπιστεί το απαιτούμενο κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να εξαιρούνται από τη χωροθέτηση και ανάπτυξη ΜΥΗΕ.

            Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές επιπτώσεις των ΜΥΗΕ στην ιχθυοπανίδα, όπως σαφώς καταγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία και αναφέρονται και στη ΣΜΠΕ/δέουσα εκτίμηση καθώς τη σχετική πρόταση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την πέστροφα (ενότητα 6.3.4 σχετικά με τον μετριασμό από υδροστρόβιλους ΥΗΕ) προτείνεται η προσθήκη ειδικής διάταξης ως εξής: “Η εγκατάσταση ΜΥΗΕ σε περιοχές παρουσίας σημαντικών πληθυσμών ιχθυοπανίδας θα πρέπει να αποφεύγεται”.

            Παράγραφος 3

            Η διασφάλιση της κινητικότητας της ιχθυοπανίδας αποτελεί κρίσιμο μέτρο μετριασμού των επιπτώσεων των ΜΥΗΕ στα ποτάμια οικοσυστήματα.

            Προτείνεται η ενίσχυση της εν λόγω πρόβλεψης με τη σαφή πρόβλεψη υποχρέωσης αξιοποίησης τεχνικών λύσεων διασφάλισης της κινητικότητας της ιχθυοπανίδας (και όχι απλά “εξέτασης” των λύσεων αυτών). Ειδικότερα, προτείνεται η διάταξη να διατυπωθεί ως εξής: “.. απαιτείται η εφαρμογή τεχνικών και οικολογικών μέτρων για τη διασφάλιση της ανάντη και κατάντη μετακίνησης της ιχθυοπανίδας βάσει ειδικής ιχθυολογικής τεκμηρίωσης”.

            Επιπλέον, η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ) εκπονείται για έργα εντός περιοχών του δικτύου Natura ή εκτός αυτών εφόσον έχουν επιπτώσεις στις περιοχές αυτές (άρθρο 10 ν. 4014/2011 και άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ). Οι περιοχές της παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 1650/1986, στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω παράγραφος, δύναται να περιλαμβάνουν ωστόσο και περιοχές εκτός του δικτύου Natura για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση για εκπόνηση ΕΟΑ.

            Είναι συνεπώς σημαντικό να επεκταθεί η υποχρέωση εφαρμογής τεχνικών και οικολογικών μέτρων για τη διασφάλιση μετακίνησης της ιχθυοπανίδας και εκτός των περιοχών του δικτύου Natura 2000 (σε προστατευόμενες περιοχές βάσει της εθνικής νομοθεσίας και σε ποτάμια οικοσυστήματα που επηρεάζουν τις περιοχές Natura).

            Σε ό,τι αφορά τις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ), η πρόβλεψη του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να ανταποκρίνεται στις σχετικές υποχρεώσεις για τις περιοχές αυτές βάσει της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ισχύει η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 5 παρ. 3.2 της κυα 37338/2010 για συνεκτίμηση και ορνιθολογικών στοιχείων “τα οποία υποχρεωτικά οφείλει να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος”. Όπως έχει κρίνει το ΣτΕ, η υποχρέωση εκτίμησης των ορνιθολογικών στοιχείων σε ό,τι αφορά έργα σε τόπους εκτός ΖΕΠ που έχουν χαρακτηριστεί ως ΣΠΠ απορρέει από τις διατάξεις της οδηγίας 2009/147/ΕΚ (ΣτΕ 1542/2017 σκ. 10). Παράλληλα, όπως έχει κρίνει το ΔΕΕ και το ΣτΕ, το καθεστώς προστασίας των ΣΠΠ είναι μάλιστα αυστηρότερο σε σχέση με τις ΖΕΠ, διότι δεν επιδέχεται τη εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, δηλαδή δεν παρέχει τη δυνατότητα έγκρισης έργων για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. C-374/98, σκ. 52, C-355/90 C-186/06, C186/06, ΣτΕ 1422/2013 σκ. 11, ΣτΕ 1542/2017, σκ. 9). Συνεπώς, για την εκπόνηση ΜΠΕ/ΕΟΑ στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης σε έργα που βρίσκονται ή επηρεάζουν ΣΠΠ (ανεξαρτήτως με το αν ταυτίζονται με ΖΕΠ), θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά ότι απαιτείται ορνιθολογική μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις των εν λόγω έργων στην ορνιθοπανίδα.

            Παράγραφος 6

            Σε ό,τι αφορά την παράγραφο 6 δεν είναι σαφές το τι σημαίνει ότι το “μήκος των συνοδών έργων πρόσβασης […] δεν μπορεί να είναι δυσανάλογο”. Πώς θα κριθεί, βάσει ποιων κριτηρίων η εν λόγω δυσαναλογία; Παράλληλα, είναι ασαφές τι σημαίνει “ουσιώδης μεταβολή στην παραποτάμια βλάστηση”: πότε η μεταβολή της βλάστησης καθίσταται “ουσιώδης”; Προκειμένου να εφαρμοστεί με βεβαιότητα και ασφάλεια η εν λόγω διάταξη αυτές οι δύο έννοιες θα πρέπει να αποσαφηνιστούν.

            Παράγραφος 7

            Προτείνεται η τροποποίηση του ορίου ισχύος από 1 MWe σε 2 MWe, ώστε η διάταξη να καλύπτει αποτελεσματικότερα την κατηγορία των μικρών υδροηλεκτρικών έργων που κυριαρχεί σήμερα στο σχεδιασμό του κλάδου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου το 84% των ΜΥΗΕ για τα οποία έχει χορηγηθεί Βεβαίωση Παραγωγού έχουν ισχύ έως 2 MW, γεγονός που καθιστά το προτεινόμενο όριο του 1 MW περιορισμένης πρακτικής εφαρμογής.

            Επιπλέον, προτείνεται ο περιορισμός του μέγιστου μήκους νέας γραμμής σύνδεσης να εφαρμόζεται και στις νέες υπόγειες γραμμές Μέσης Τάσης, προκειμένου να αποφεύγονται εκτεταμένες εκσκαφές, εκχερσώσεις και λοιπές παρεμβάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν κατακερματισμό οικοτόπων και υποβάθμιση ενδιαιτημάτων και ειδών.

            Άρθρο 13 Ειδικά κριτήρια χωροθέτησης βάσει της φέρουσας ικανότητας υποδοχέων ΜΥΗΕ

            Παράγραφος 1

            Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 προσδιορίζονται οι έννοιες της φέρουσας ικανότητας (γραμμικής και εκτατικής) (όπως και στο άρθρο 2 παρ. 16-17 σχετικά με τους ορισμούς). Η φέρουσα ικανότητα αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τον ορθολογικό σχεδιασμό και την εγκατάσταση ΜΥΗΕ. Κατ’ αρχήν, θετική κρίνεται η προσθήκη της έννοιας της “εκτατικής” φέρουσας ικανότητας, επιπροσθέτως της “γραμμικής” φέρουσας ικανότητας η οποία προβλέπεται στο υφιστάμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ. Με την προσθήκη αυτή φαίνεται να επιχειρείται σύνδεση μεταξύ της φέρουσας ικανότητας και των στόχων της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, όπως αναφέρεται και στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-54).

            Σχετικά με τον ορισμό της “γραμμικής” φέρουσας ικανότητας, η προτεινόμενη διάταξη δεν παρέχει επαρκή σαφήνεια ως προς τον τρόπο εφαρμογής της στην πράξη, καθώς αναφέρεται στη μέγιστη δυνατότητα εγκατάστασης ΜΥΗΕ «στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού, δηλαδή στο ίδιο υδατόρεμα», χωρίς να προσδιορίζει με σαφήνεια τι νοείται ως «ίδιο υδατόρεμα» για τους σκοπούς υπολογισμού της φέρουσας ικανότητας.

            Δεν καθίσταται σαφές:

            • αν η γραμμική φέρουσα ικανότητα εξετάζεται μόνο κατά μήκος του κύριου κλάδου ενός υδατορέματος,
            • αν περιλαμβάνονται και οι παραπόταμοι ή οι ανάντη και κατάντη κλάδοι του ίδιου υδρογραφικού συστήματος,
            • ποιό είναι το σημείο έναρξης και λήξης ενός υδατορέματος για τους σκοπούς της αξιολόγησης,
            • ποιά υδρολογική μεθοδολογία θα ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές για να διαπιστώνουν ότι έχει εξαντληθεί η φέρουσα ικανότητα μιας συγκεκριμένης «γραμμής» υδροδυναμικού.

            Στο άρθρο 1 του ν. 4258/2014 περιλαμβάνεται ο ορισμός του υδατορέματος (και του μικρού υδατορέματος), ωστόσο ο ορισμός αυτός – στον οποίο δεν γίνεται παραπομπή στο παρόν ΕΧΠ – είναι πρωτίστως τοπογραφικός και δεν παρέχει τα αναγκαία κριτήρια για την εφαρμογή της έννοιας της γραμμικής φέρουσας ικανότητας.

            Συνεπώς κρίνεται αναγκαίο να εξειδικευθεί η έννοια του «υδατορέματος» ειδικά για τους σκοπούς υπολογισμού της γραμμικής φέρουσας ικανότητας καθώς και η υδρολογική μονάδα αναφοράς.

            Ο καθορισμός της φέρουσας ικανότητας για την εγκατάσταση ΜΥΗΕ θα πρέπει να περιλαμβάνει και στοιχεία και κριτήρια που αφορούν στη διατήρηση των υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών των υποδοχέων σε συνάρτηση με άλλες χρήσεις που προκαλούν πιέσεις σε αυτούς (βλ. ΣτΕ 47/2018).

            Σε ό,τι αφορά την “εκτατική” φέρουσα ικανότητα, είναι σημαντικό να γίνει σαφής αναφορά στην επίτευξη των στόχων της οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 4 παρ. 1. Η σύνδεση αυτή υπονοείται με τη φράση “με την επιδίωξη μη χειροτέρευσης ή και βελτίωσης” ωστόσο η χρήση του “ή <u>και</u> βελτίωσης” φαίνεται να υποδηλώνει ότι ο κύριος στόχος είναι η μη χειροτέρευση ενώ η βελτίωση αποτελεί μια συμπληρωματική επιδίωξη. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περίπτ. (α) υποπερίπτ. ii της οδηγίας 2000/60 ο κύριος σκοπός είναι η επίτευξη μιας καλής κατάστασης των επιφανειακών υδάτων.

            Το άρθρο 13 δεν προβαίνει σε κάποια διαφοροποίηση σχετικά με τον νησιωτικό χώρο, παρά την ιδιαιτερότητα του, όπως έχει αναγνωριστεί από το ΣτΕ στην πάγια νομολογία του (ΣτΕ 1421/2013, 1422/2013, 1429/2022, 1538/2022) και τη σύνδεση της φέρουσας ικανότητας των μικρών νησιών με την ενεργειακή ζήτηση και τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες των νησιών, με κύριο παράγοντα για τον καθορισμό των ορίων της φέρουσας ικανότητάς τους το ενεργειακό τους σύστημα, από το οποίο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό η βιώσιμη ανάπτυξή τους (βλ. ΣτΕ 1421/2013, 1422/2013).

            Επιπλέον, δεν είναι σαφές πώς προσδιορίζεται η φέρουσα ικανότητα (είτε σε επίπεδο υδατορέματος στη γραμμική είτε σε επίπεδο λεκανών απορροής ποταμών στην εκτατική), ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της, βάσει ποιων παραμέτρων (σε συνάρτηση και με τη συγκεκριμένη περιοχή, π.χ. νησιωτικός χώρος) και πώς επηρεάζει τη χωροθέτηση και εγκατάσταση ΜΥΗΕ. Σε αντίθεση με την εγκατάσταση αιολικών μονάδων, για τα οποία το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ προσδιορίζει τη φέρουσα ικανότητα εκφραζόμενη ως ποσοστό κάλυψης εδάφους (βλ. Άρθρο 6 παρ. 1-2, άρθρο 8), το άρθρο 13 δεν προσδιορίζει το πώς θα υπολογιστεί η φέρουσα ικανότητα, ούτε περιλαμβάνει κάποιες κατευθύνσεις σχετικά με το πώς μπορούν να επιλεγούν οι περιοχές για τη χωροθέτηση των ΜΥΗΕ σε εθνικό ή σε περιφερειακό επίπεδο, ειδικά σχετικά με τις περιοχές προτεραιότητας του άρθρου 10. Τα “ειδικά κριτήρια χωροθέτησης” που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εξειδικεύουν ορισμένα στοιχεία που αφορούν στη χωροθέτηση και κυρίως την αδειοδότηση συγκεκριμένων ΜΥΗΕ όπως η οικολογική παροχή, αποστάσεις μεταξύ έργων, προτεραιοποίηση χρήσεων κ.α.), αλλά δεν προσδιορίζουν και προτεραιοποιούν συγκεκριμένες περιοχές.

            Τέλος, για να διασφαλιστεί η ορθολογική χωροθέτηση στο πλαίσιο του σχεδιασμού των ΜΥΗΕ, η φέρουσα ικανότητα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία έκδοσης νέων, ή την τροποποίηση υφιστάμενων, αδειών παραγωγής ή βεβαιώσεων παραγωγού ή βεβαιώσεων ειδικών έργων ΜΥΗΕ, όπως άλλωστε προβλέπεται και στην περίπτωση των αιολικών εγκαταστάσεων (βλ. άρθρο 5 παρ. 6 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ).

            Παράγραφος 2 περιπτώσεις 2-5 σχετικά με την οικολογική παροχή

            Η οικολογική παροχή αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για τη χωροθέτηση ΜΥΗΕ. Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ προβλέπει τη διασφάλιση “ελάχιστης οικολογικής παροχής” η οποία ορίζεται ως “η ποσότητα νερού που παραμένει στην κοίτη υδατορέματος, αμέσως κατάντη του έργου υδροληψία του υπό χωροθέτηση ΜΥΗΕ” (παράγραφο 2 περίπτ. (3) του άρθρου 13). Ωστόσο, η οικολογική παροχή δεν αφορά μόνο την ποσότητα του νερού αλλά και άλλα στοιχεία όπως την ποιότητα και τη χρονική κλίμακα που απαιτούνται για τη διατήρηση των υδάτινων οικοσυστημάτων και συνδέεται άμεσα με την επίτευξη των στόχων της οδηγίας-πλαίσιο 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα. Η οδηγία-πλαίσιο 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα αναγνωρίζει τον κρίσιμο ρόλο της ποσότητας και της δυναμικής των υδάτων για τη διασφάλιση της ποιότητας των υδάτινων οικοσυστημάτων και την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων (βλ. European Commission (2015), Ecological flows in the implementation of the Water Framework Directive, Guidance Document No. 31, σελ. 2). Σύμφωνα με τον κατευθυντήριο οδηγό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής η οικολογική παροχή αποτελεί «ένα υδρολογικό καθεστώς που συνάδει με την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της οδηγίας, σε φυσικά επιφανειακά υδάτινα σώματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 1».

            Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ συνάδει με την οδηγία 2000/60/ΕΚ και συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της, είναι σημαντικό να συνδεθεί η έννοια της οικολογικής παροχής με τους στόχους αυτούς, και ειδικότερα τη μη επιδείνωση της υφιστάμενης κατάστασης, την επίτευξη καλής οικολογικής κατάστασης σε φυσικά επιφανειακά υδάτινα σώματα και τη συμμόρφωση με τα πρότυπα και τους στόχους για τις προστατευόμενες περιοχές.

            Για τον λόγο αυτό προτείνουμε την ενσωμάτωση στο ΕΧΠ-ΑΠΕ του ορισμού της έννοιας της οικολογικής παροχής βάσει του κατευθυντήριου οδηγού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως εξής: “η οικολογική παροχή συνιστά ένα υδρολογικό καθεστώς που συνάδει με την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της οδηγίας-πλαίσιο  2000/60/ΕΚ για τα ύδατα, σε φυσικά επιφανειακά υδάτινα σώματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτής».

            Στην περίπτωση 5 της παραγράφου 2 του άρθρου 13 προβλέπεται ότι “υπολογισμός της ελάχιστης οικολογικής παροχής θα γίνεται με μέθοδο που προβλέπεται στα ΣΔΛΑΠ των ΥΔ της χώρας”. Ωστόσο, η δεύτερη αναθεώρηση των ΣΔΛΑΠ δεν προβλέπει κάποια μέθοδο για τον καθορισμό της οικολογικής παροχής. Στο πλαίσιο της 1ης Αναθεώρησης ΣΔΛΑΠ προβλέφθηκε η υλοποίηση ενός μέτρου (ΜΟ5Β0903) για τη διαμόρφωση “Εθνικής μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό της οικολογικής παροχής ποτάμιων υδατικών συστημάτων”. Στη 2η αναθεώρηση των ΣΔΛΑΠ αναφέρεται ότι τα διαθέσιμα αποτελέσματα από την υλοποίηση του προαναφερθέντος μέτρου ελήφθησαν υπόψη, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις ή αναφορές στην εν λόγω μεθοδολογία. Επιπλέον, η μεθοδολογία αυτή δεν έχει αναρτηθεί και δεν είναι διαθέσιμη στον σχετικό ιστότοπο του ΥΠΕΝ (https://wfdver.ypeka.gr/el/management-plans-gr/methodologies-gr/).

            Η απουσία πρόβλεψης στην εθνική νομοθεσία της μεθόδου για τον καθορισμό της οικολογικής παροχής (με εξαίρεση το άρθρο 16 παρ. 3 περίπτ. ε΄ του υφιστάμενου ΕΧΠ-ΑΠΕ για τα ΜΥΗΕ) αποτελεί σημαντικό κενό και εμπόδιο στην ορθή και ουσιαστική εφαρμογή της οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Εθνική Στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, γίνεται αναφορά στην ανάγκη καθορισμού της οικολογικής παροχής ως εξής: “Η αναγκαιότητα (σωστής) εκτίμησης της οικολογικής παροχής, με τα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής, καθίσταται πλέον επιτακτική. Το κενό, στην Ελλάδα, καλύπτεται προσωρινώς από την ΚΥΑ για τις ΑΠΕ” (Δράση 2). Σχετική αναφορά γίνεται και στη Δράση 6 σχετικά με την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.

            Ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στα ΣΔΛΑΠ σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της οικολογικής παροχής, η πρόβλεψη του υπό αξιολόγηση σχεδίου (άρθρο 13 παρ. 2 περιπτ. 5) δεν δύναται να εφαρμοστεί δημιουργώντας ένα σημαντικό κενό για τον καθορισμό της οικολογικής παροχής στο πλαίσιο της χωροθέτησης και αδειοδότησης ΜΥΗΕ.

            Αντίθετα, το υφιστάμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ, προβλέπει ως μεταβατικό στάδιο, έως ότου “καθοριστούν τα κριτήρια της ελάχιστης απαιτούμενης οικολογικής παροχής ανά λεκάνη απορροής, σύμφωνα και με τις προβλέψεις του ν. 3199/2003”, τρεις δυνατότητες για τον προσδιορισμό της οικολογικής παροχής νερού προκρίνοντας το μεγαλύτερο από τα  μεγέθη αυτά ως το απαιτούμενο κατά περίπτωση, εκτός “αν απαιτείται τεκμηριωμένα η αύξησή της, λόγω των απαιτήσεων του κατάντη οικοσυστήματος (ύπαρξη σημαντικού οικοσυστήματος)”.

            Επιπροσθέτως, με την οικολογική παροχή σχετίζεται και η περίπτωση (8) της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ το οποίο προβλέπει ότι “το μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος εκτροπής τμήματος της φυσική κοίτης του υδατορέματος υπολογίζεται σε σχέση με την εγκατεστημένη ισχύ του ΜΥΗΕ σύμφωνα με την παρ. (β) του άρθρου 3 της υα οικ. 196978/2011 (Β΄518)”. Ο προβλεπόμενος στην προαναφερθείσα υ.α. τύπος για τον καθορισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου μήκους του τμήματος της φυσικής κοίτης του υδατορέματος περιλαμβάνει και την απαιτούμενη οικολογική παροχή (Qοικ) με ρητή αναφορά στα μεγέθη που προβλέπονται στην παράγραφο 3ε του άρθρου 16 του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ. Η παράλειψη των μεγεθών αυτών και η απουσία τρόπου καθορισμού της οικολογικής παροχής καθιστά τη διάταξη αυτή της υα ανεφάρμοστη και συνεπαγόμενα και της περίπτωσης (8) της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ.

            Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την απουσία θέσπισης εθνικής μεθοδολογίας για τον υπολογισμό της οικολογικής παροχής και προτείνει “να υπολογίζεται με κάποια από τις διεθνώς παραδεκτές μεθοδολογίες όπως: Μεθοδολογίες Προσομοίωσης Ενδιαιτήματος (IFIM), Μέθοδος Εύρους Μεταβλητότητας (RVA), Μέθοδος Καμπύλης Διάρκειας Παροχής (Streamflow Duration Curve), Μέθοδος R-2 Cross” (σελ. 8-24). Ωστόσο, η εν λόγω πρόβλεψη της ΣΜΠΕ δεν αποτυπώνεται στο άρθρο 13 παρ. 2 περίπτ. (5).

            Προτείνουμε να προστεθεί σαφής αναφορά σε συγκεκριμένες μεθόδους για τον καθορισμό της οικολογικής παροχής που θα πρέπει να εφαρμοστούν σε συνάρτηση με τις προτεινόμενες μεθοδολογίες κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, έως ότου προβλεφθεί στη νομοθεσία ή στα ΣΔΛΑΠ η εν λόγω μεθοδολογία.

            Περίπτωση 4

            Σχετικά με την οικολογική παροχή σε περιπτώσεις ύπαρξης ιχθυοπανίδας, η εν λόγω διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 3(δ) της υα 196978/2011 προβλέποντας την υποχρέωση τήρησης κατ’ ελάχιστον βάθους επιφανειακής ροής στο τμήμα εκτροπής της φυσικής κοίτης. Ωστόσο, είναι σημαντικό να προστεθεί ότι η οικολογική παροχή θα πρέπει να ανταποκρίνεται στα οικολογικά χαρακτηριστικά εκάστου ποτάμιου οικοσυστήματος και ειδικότερα να λαμβάνει υπόψη τις μετρήσεις απαιτήσεων βάθους και ταχύτητας νερού των χαρακτηριστικών ειδών της ιχθυοπανίδας και τις τυχόν αλλαγές στη θερμοκρασία των υδάτων. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλέπεται σχετική διακύμανση για την οικολογική παροχή ανάλογα με την εποχή ειδικά σε σχέση με τις συγκεκριμένες ανάγκες για την αναπαραγωγή των ειδών. Κρίσιμο στοιχείο είναι επίσης η πρόβλεψη για πρόκληση ήπιων πλημμυρικών επεισοδίων (κατ’ αναλογία με τις εποχιακές βροχές) προκειμένου να διατηρηθεί το υπόστρωμα της κοίτης.

            Επισημαίνεται ότι η ΣΜΠΕ προτείνει στην περίπτωση ύπαρξης ιχθυοπανίδας ότι η ελάχιστη οικολογική παροχή “θα πρέπει να υπολογίζεται εφαρμόζοντας μεθοδολογίες προσομοίωσης ενδιαιτήματος (habitat simulation methodologies) κατά προτεραιότητα από τις άλλες μεθοδολογίες”. Η πρόβλεψη αυτή της ΣΜΠΕ δεν έχει ενσωματωθεί στο άρθρο 13 παρ. 2 περιπτ. (4) με συνέπεια ο υπολογισμός της οικολογικής παροχής σε σχέση με την ιχθυοπανίδα (πέραν του περιορισμού του ελάχιστου βάθου ροής των 20 εκατοστών που ισχύει βάσει της υα 196978/2011) να παραμένει ανεπαρκής και ελλιπής.

            Περίπτωση (6)

            Η περίπτωση 6 παραπέμπει στο άρθρο 3α της υα 196978/2011 σχετικά με τις αποστάσεις μεταξύ επάλληλων ΜΥΗΕ αλλά φαίνεται να περιορίζει την εφαρμογή των περιορισμών αυτών σε περιπτώσεις όπου “κάθε ένα από τα επάλληλα ΜΥΗΕ έχει μήκος εκτροπής μεγαλύτερο των 250 μ.”. Το άρθρο 3 παρ. 1 της προαναφερθείσας υα δεν περιλαμβάνει αυτόν τον περιορισμό και η πρόβλεψη του άρθρου παρ. 2 περιπτ. (6) περιορίζει υπέρμετρα και χωρίς προφανή αιτιολόγηση τη ρύθμιση σχετικά με την απαιτούμενη κατ’ ελάχιστον απόσταση μεταξύ επάλληλων ΜΥΗΕ.

            Επιπλέον, είναι σημαντικό να προβλεφθεί συγκεκριμένα διάταξη σε περιπτώσεις ύπαρξης ιχθυοπανίδας, η οποία θα προβλέπει ότι οι αποστάσεις αυτές θα πρέπει να επανακαθορίζονται και να προβλέπονται μεγαλύτερες αποστάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση και η δυνατότητα μετακίνησης των ειδών της ιχθυοπανίδας ανάλογα με τις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Οι ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ειδών ιχθυοπανίδας, καθώς και οι απαιτούμενες αποστάσεις μεταξύ επάλληλων ΜΥΗΕ, θα τεκμηριώνονται σύμφωνα με εξειδικευμένη ιχθυολογική μελέτη από ειδικούς επιστήμονες.

            Περίπτωση (8)

            Πέραν του προβλεπόμενου στο άρθρο 3 (α) της υα τύπου για τον  υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου μήκους εκτροπής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη ιχθυοπανίδας και να προβλεφθεί ρητά ότι το μήκος εκτροπής δεν θα οδηγήσει σε υποβάθμιση της οικολογικής κατάστασης ούτε απώλεια λειτουργικών ενδιαιτημάτων με την εκπόνηση ειδικής ιχθυολογικής και υδρομορφολογικής μελέτης.

            Περίπτωση (9)

            Δεν είναι σαφές πώς σχετίζεται ή για ποιο λόγο εξαρτάται το “μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος εκτροπής” από την εγκατεστημένη ισχύ και μάλιστα για ΜΥΗΕ που έχουν μήκος εκτροπής που δεν ξεπερνά τα 250 μ.. Εφόσον πρόκειται για επάλληλα ΜΥΗΕ, η διάταξη αυτή θα έπρεπε (όπως και η περίπτωση (6)) να προσδιορίζει κατ’ ελάχιστον την απόσταση μεταξύ τους ή το μήκος του τμήματος φυσικής κοίτης που θα αφήνεται μεταξύ τους. Χωρίς σαφής προσδιορισμό, η διάταξη αυτή είναι άνευ σημασίας.

            Σχετικά με την παραπομπή σε διατάξεις της υα 196978/2011 (Β΄518)

            Η υα 196978/2011 (Β΄518) εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του ν. 3851/2010 ως συμπλήρωση και εξειδίκευση, σε σχέση με τις τεχνικές και λοιπές λεπτομέρειες, των κριτηρίων χωροθέτησης που προβλέπονται στο ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ. Όπως αναφέρεται στην υπ’ αριθμ. 417/2018 απόφαση του ΣτΕ με την υα “προωθείται η εφαρμογή περιβαλλοντικών κριτηρίων για την αύξηση του ελεύθερου μήκους της φυσικής κοίτης των ποταμών” και η ανάπτυξη ΑΠΕ “στη βάση της επιβολής ενισχυμένων περιβαλλοντικών κριτηρίων και της διασφάλισης της ισονομίας στην αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων από τις αρμόδιες περιβαλλοντικές αρχές” (σκ. 6). Εφόσον η εν λόγω κυα έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του ν. 3851/2010 για να συμπληρώσει τα κριτήρια χωροθέτησης του ΕΧΠ-ΑΠΕ του 2008, η ισχύς της εξαρτάται από την ισχύ της απόφασης έγκρισης του ΕΧΠ-ΑΠΕ, της οποίας η κατάργηση προβλέπεται στο άρθρο 3 του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Συνεπώς, για να διασφαλιστούν οι στόχοι της υα σε συνάρτηση με το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ και η ασφάλεια δικαίου, κρίνεται προσφορότερο από νομικής άποψης τα εν λόγω κριτήρια να ενσωματωθούν ρητά και απευθείας στις αντίστοιχες διατάξεις του ΕΧΠ-ΑΠΕ και όχι με παραπομπή στην υα 196978/2011.

            Προσθήκη διάταξης σχετικά με τις σωρευτικές επιπτώσεις

            Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να περιλαμβάνει και ορισμένες κατευθύνσεις σχετικά με την εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων. Το ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ περιλαμβάνει μια σχετική διάταξη στο άρθρο 16 παρ. 3 περίπτ. στ΄σχετικά με την “εκτίμηση και αντιμετώπιση των συνολικών και συσσωρευτικών επιπτώσεων των ΜΥΗΕ που βρίσκονται εντός απόστασης 10 χλμ φυσικής κοίτης ανάντη και κατάντη των άκρων του προτεινόμενου έργου”. Η υποχρέωση αυτή εγείρεται κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ωστόσο είναι σημαντικό το ΕΧΠ-ΑΠΕ να συμπεριλάβει μια σχετική διάταξη για την εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων τόσο από ομοειδή έργα (άλλα ΜΥΗΕ) όσο και από άλλα έργα τα οποία έχουν επιπτώσεις στο ποτάμιο οικοσύστημα. Η εξέταση των σωρευτικών επιπτώσεων θα πρέπει να γίνεται στο επίπεδο της λεκάνης απορροής ποταμού (ή ενδεχομένως και υπολεκάνη απορροής). Αυτό συνάδει και με την έννοια της εκτατικής φέρουσας ικανότητας που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ. 1 περιπτ. (2).

            Περίπτωση (10)

            Η διατύπωση της περίπτωσης (10) της παραγράφου 2 δεν είναι επαρκώς σαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής των προβλεπόμενων εξαιρέσεων. Ειδικότερα, απαιτείται διευκρίνιση ως προς το εάν αυτές εφαρμόζονται επί του συνόλου των περιορισμών των στοιχείων (1) έως (9) ή μόνο εκείνους που αφορούν στην εγκατάσταση επάλληλων ΜΥΗΕ.

            Επίσης κρίνεται σκόπιμη η ειδικότερη τεκμηρίωση ως προς τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα των εν λόγω εξαιρέσεων.

            Η πρώτη και δεύτερη εξαίρεση προβλέπεται στο άρθρο 16 παρ.3 περίπτ. δ΄ του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ – η τρίτη σχετικά με τα ΜΥΗΕ υβριδικών αντλησιοταμίευσης προστέθηκε. Η υα του 2011 προβλέπει ότι δεν εφαρμόζεται “στους υβριδικούς σταθμούς που συμπεριλαμβάνουν ΜΥΗΕ (χρήση υδραυλικής ενεργειας σε αντλησιοταμιευτικά συστήματα) για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ”. Ωστόσο, δεν προκύπτει επαρκώς η αιτιολόγηση της εν λόγω εξαίρεσης ούτε οι λόγοι για τους οποίους τα έργα αυτά αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τα λοιπά ΜΥΗΕ ως προς τους συγκεκριμένους χωροταξικούς περιορισμούς.

            Περιπτώσεις (11) – (13)

            Οι εν λόγω διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου κυα προβλέπουν συγκεκριμένους περιορισμούς στις περιπτώσεις εγκατάστασης ΜΥΗΕ (με ή χωρίς τη δημιουργία ταμιευτήρα) σε υδατόρεμα το οποίο έχει ταξινομηθεί στα οικεία ΣΔΛΑΠ ως “κακής” ή “ελλιπούς” οικολογικής κατάστασης/δυναμικού. Τα εν λόγω υδάτινα συστήματα υφίστανται ήδη σημαντικές πιέσεις οι οποίες έχουν οδηγήσει στις εν λόγω ταξινομήσεις, ενώ παράλληλα η υποχρέωση των κρατών μελών της ΕΕ βάσει της οδηγίας για τα ύδατα είναι να προστατέψουν, αναβαθμίσουν και αποκαταστήσουν όλα τα συστήματα επιφανειακών υδάτων με σκοπό την επίτευξη μιας καλής κατάστασης τους το αργότερο δεκαπέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (με τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό επιφυλάξεις για τα ΙΤΥΣ και τις παρατάσεις/εξαιρέσεις). Η επιπλέον επιβάρυνση υδάτινων συστημάτων που ήδη είναι χαρακτηρισμένα ως έχοντα κακή ή ελλιπή οικολογική κατάσταση/δυναμικό με περαιτέρω πιέσεις υδρομορφολογικές πιέσεις δεν συνάδει με τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις βάσει της οδηγίας 2000/60. Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο αυτό επιπλέον περιορισμοί δεν αποτελούν εχέγγυα ότι τα υδάτινα αυτά σώματα δεν θα υποστούν περαιτέρω υποβάθμιση με αντίκτυπο στην οικολογικής του κατάσταση.

            Για τους λόγους αυτούς, προτείνουμε να μην επιτρέπεται η εγκατάσταση ΜΥΗΕ (με ή χωρίς τη δημιουργία ταμιευτήρα) σε υδατόρεμα της υπολεκάνης απορροής ποτάμιων υδατικών σωμάτων που έχουν ταξινομηθεί στα ΣΔΛΑΠ ως “κακής” ή “ελλιπούς” οικολογικής κατάστασης/δυναμικού,  έως ότου διαπιστωθεί η βελτίωση της οικολογικής τους κατάστασης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2000/60/ΕΚ. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τους στόχους του ΕΧΠ-ΑΠΕ σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη ΜΥΗΕ όπως προβλέπεται από τη ΣΜΠΕ – μεταξύ των στόχων είναι και η “εφαρμογή των αρχών διαχείρισης των υδάτων σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία και ειδικότερα την οδηγία – πλαίσιο για τα νερά, 2000/60”.

            Ειδικά λαμβάνοντας υπόψη την νεοεισαχθείσα έννοια της εκτατικής φέρουσας ικανότητας η οποία αντανακλά τους στόχους της οδηγίας για τα ύδατα, η εγκατάσταση ΜΥΗΕ σε υδατικά σώματα με κακή ή ελλιπή οικολογική κατάσταση/δυναμικό θα έπρεπε να μην επιτρέπεται γιατί θα έθετε σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της οδηγίας.

            Τέλος προτείνουμε τη προσθήκη διάταξης όπου προβλέπεται ρητά η σύνδεση μεταξύ της εγκατάστασης ΜΥΗΕ και της επίτευξης των στόχων της οδηγίας 2000/60 ως εξής:

            “Η εγκατάσταση ΜΥΗΕ σε υδατόρεμα της υπολεκάνης απορροής ποτάμιων υδατικών σωμάτων δεν πρέπει να οδηγήσει σε υποβάθμιση ή μείωση της οικολογικής του κατάστασης ή δυναμικού όπως προσδιορίζεται στο οικείο ΣΔΛΑΠ. Η σχετική αξιολόγηση πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το μεμονωμένο έργο, αλλά και τις σωρευτικές επιπτώσεις σε επίπεδο λεκάνης ή υπολεκάνης απορροής”.

            Άρθρο 2 – Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

            Κατανοούμε ότι στόχος των μεταβατικών διατάξεων είναι η διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικούμενων σε ήδη εκδοθείσες διοικητικές πράξεις ειδικά σε ό,τι αφορά έργα τα οποία λειτουργούν νομίμως ή για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια εγκατάστασης, ΑΕΠΟ ή ΠΠΔ κατά την έναρξη ισχύος της υα έγκρισης του ΕΧΠ-ΑΠΕ. Ωστόσο οι προβλέψεις του άρθρου αυτού για την τροποποίηση ή ανανέωση των ΑΕΠΟ/ΠΠΔ περιορίζει υπέρμετρα την εφαρμογή του ΕΧΠ-ΑΠΕ και τους σκοπούς που αυτό επιτελεί (όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1) ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι ήδη – λόγω των καθυστερήσεων στην επικαιροποίηση / έκδοση νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ – έχουν εγκατασταθεί και αδειοδοτηθεί πλείστα έργα βάσει ενός χωροταξικού πλαισίου το οποίο έχει κριθεί ανεπαρκές και νομικά αμφίβολο (βλ. τη διαδικασία επί παραβάσει που έχει ξεκινήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελλάδας για μη συμμόρφωση του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ με το ενωσιακό δίκαιο).

            Για τους λόγους αυτούς και για να διασφαλιστεί ότι η εγκατάσταση των ΑΠΕ γίνεται σύμφωνα με τις επιταγές του ενωσιακού και εθνικού δικαίου θεωρούμε ότι η τροποποίηση και ανανέωση των ΑΕΠΟ και των ΠΠΔ θα πρέπει να υπόκεινται στις διατάξεις του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ και προτείνουμε τη διαγραφή του εδαφίου γ των παραγράφων 4 και 5 που προβλέπει ότι “Οι ΑΕΠΟ / οι ΠΠΔ δύνανται να τροποποιούνται ή ανανεώνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας”.

            Η πρόταση αυτή συνάδει με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό προστατευτικό πλαίσιο του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ, δίνει επαρκή χρόνο στους διοικούμενους να προσαρμοστούν σε αυτό χωρίς να ανατρέπει παγιωμένες καταστάσεις (αφού αφορά μόνο την ανανέωση/τροποποίηση και όχι την ισχύ υφιστάμενων διοικητικών πράξεων) και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.  Άλλωστε το άρθρο 5 του ν. 4014/2011 προβλέπει ότι η αρμόδια περιβαλλοντική αρχή αξιολογεί τον φάκελο ανανέωσης ΑΕΠΟ προκειμένου να αξιολογήσει αν απαιτείται η τροποποίηση της ΑΕΠΟ στο πλαίσιο της ανανέωσης “επειδή είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση σε νεότερο κανονιστικό πλαίσιο”. Η ΑΕΠΟ θα πρέπει να συμμορφώνεται προκειμένου να ανανεωθεί με το νέο αυτό κανονιστικό πλαίσιο (το οποίο δεν ίσχυε κατά την αρχική έκδοσή της).

            Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 6 και 8. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή ενός νέου χωροταξικού πλαισίου δύναται να επηρεάσει την αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη και της ασφάλειας δικαίου καθότι η υποχρέωση υπαγωγής στο νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ κατόπιν έκδοσης βεβαίωσης απαλλαγής δεν δύναται να θεωρηθεί ιδιαίτερα επαχθής σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων καθότι δεν ανατρέπεται παγιωμένη κατάσταση, ενώ αναμένεται να συμβάλει καίρια στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Προτείνουμε την τροποποίηση των παραγράφων αυτών προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμόζεται το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ.

            Ομοίως, σχετικά με την παράγραφο 9, η έγκριση τυπικής πληρότητας του φακέλου αποτελεί το πρώτο στάδιο για τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης πριν από την ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδιαζόμενου έργου. Παρά το γεγονός ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, δεν έχει εκδοθεί διοικητική πράξη (έγκρισης ή μη) σχετικά με το σχεδιαζόμενο έργο και συνεπώς δεν έχουν δημιουργηθεί κατοχυρωμένα δικαιώματα του φορέα του έργου ούτε δύναται να θεωρηθεί ότι υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με την έκβαση της εν λόγω διαδικασίας. Στην εν λόγω περίπτωση, η υπαγωγή της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης στις διατάξεις του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και συνιστά την προσφορότερη λύση προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και συνεπώς το δημόσιο συμφέρον.

            #13764
            Ντίνα Στυλιανού

              Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας.

              #13766
              ΔΗΜΟΣ ΠΟΡΟΥ

                Καταθέτουμε στην διαβούλευση την υπ’ αρ. 48/2026 Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πόρου (ΑΔΑ: 9Ι5ΣΩΞΝ-3ΔΜ) με τίτλο: “Διατύπωση γνώμης επί της Δημόσιας Διαβούλευσης επί α) του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και β) της
                Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.”

                https://diavgeia.gov.gr/doc/9%CE%995%CE%A3%CE%A9%CE%9E%CE%9D-3%CE%94%CE%9C?inline=true

                Σύμφωνα με την οποία το ΔΣ Πόρου τονίζει την ανάγκη εξαίρεσης του Δήμου Πόρου λόγω διαδικασίας υλοποίησης του “POROS GR-Eco Island” project:

                Προτείνεται η τροποποίηση – προσθήκη στο άρθρο 3 “Εξαιρέσεις”:
                5) Οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ που
                προβλέπονται για την υλοποίηση του “POROS GR-Eco Island” project, δυνάμει
                της από 8 Μαρτίου 2024 Συμφωνίας μεταξύ της ABU DHABI FUTURE ENERGY
                COMPANY PJSC – MASDAR και της Ελληνικής Κυβέρνησης, μέσω του ΥΠ.ΕΝ.

                Συγκεκριμένα ψηφίστηκε ομόφωνα η θέση:

                Η εξαίρεση αυτή θα διασφαλίσει την ομαλή εξέλιξη και ολοκλήρωση του “POROS GREco Island” project, στο πλαίσιο της εγκατάστασης, αδειοδότησης και λειτουργίας μονάδων παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας στο νησί, αποκλειστικά και μόνο για τους
                σκοπούς του έργου αυτού.

                Κατά τα λοιπά, ο Δήμος διατυπώνει θετική γνώμη για το υπό διαβούλευση σχέδιο του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) και τη συνοδευτική Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και εκφράζει την υποστήριξή του στην ανάγκη προώθησης της ενεργειακής μετάβασης και της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

                 

                #13767
                Jason lykouris

                  Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε το νησί μας με Αιολικά πάρκα, όπως γεμίσατε την Κάριστο και το όρος ΟΧΙ με εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA. Tα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα νησιών, που αυτή την ομορφιά δεν θα επιτρέψουμε να την καταστρέψουν για να πλουτίζουν οι ‘’καρχαρίες’’ των εταιρειών που παίζουν και με τα πετρέλαια και με τις Ανεμογεννήτριες και με τα φωτοβολταϊκά, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα επακολουθήσει…..

                   

                   

                   

                  Η ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ ΑΠΕ

                  https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                  #13768
                  Massimiliano Damaggio

                    Παρατηρήσεις για το νέο χωροταξικό

                    Το νέο χωροταξικό δεν βασίζεται σε οικολογική λογική αλλά σε βιομηχανική προσέγγιση. Δεν ξεκινά από τα όρια των οικοσυστημάτων, δεν λαμβάνει υπόψη τη φέρουσα ικανότητα, δεν εξετάζει σωρευτικές επιπτώσεις και δεν προτείνει μείωση κατανάλωσης. Στόχος του είναι η μέγιστη εγκατάσταση ενεργειακών υποδομών, όχι η προστασία της φύσης.<

                    Η φύση αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμος χώρος, η θάλασσα ως κενό πεδίο, το τοπίο ως “οπτική όχληση”. Η βιοποικιλότητα θεωρείται εμπόδιο αντί για θεμέλιο της ζωής. Έτσι, η Ελλάδα κινδυνεύει να επαναλάβει λάθη που έχουν ήδη καταστρέψει άλλες χώρες.

                    Ένα πραγματικά οικολογικό σχέδιο θα όριζε τι δεν επιτρέπεται να αγγίξουμε και θα έβαζε στο κέντρο τα οικοσυστήματα, όχι την παραγωγή. Το νέο χωροταξικό χρειάζεται ριζικό επανασχεδιασμό: από τη λογική της εκμετάλλευσης στη λογική του ορίου και της προστασίας.

                    2. Το 27% προστατευόμενων περιοχών δεν αρκεί

                    Το 27% “προστατευόμενων” περιοχών δεν αντανακλά πραγματικά ανέπαφη φύση. Το συνεχές φυσικό τοπίο είναι πολύ μικρότερο και ήδη κάτω από το οικολογικό όριο που απαιτείται για βιοποικιλότητα, υδρολογική σταθερότητα και κλιματική ανθεκτικότητα.

                    3. Το πρόβλημα δεν είναι η αιολική ενέργεια: είναι το βιομηχανικό μοντέλο

                    Η αιολική ενέργεια μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά όχι στο σημερινό βιομηχανικό μοντέλο με γιγαντιαίες ανεμογεννήτριες, δρόμους και εκσκαφές. Το σύστημα λειτουργεί με δική του αδράνεια, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ανάγκες των κοινοτήτων.

                    4. Εναλλακτική λύση: μικρής κλίμακας, τοπική αιολική ενέργεια

                    Μικρο-αιολικά και μικρής κλίμακας συστήματα, ενσωματωμένα στο τοπίο και διαχειριζόμενα από τοπικές κοινότητες, μπορούν να καλύψουν τοπικές ανάγκες χωρίς καταστροφή οικοτόπων και χωρίς κοινωνικές συγκρούσεις.

                    5. Δεν υπάρχει “πανόραμα”: υπάρχουν οικοσυστήματα

                    Το τοπίο δεν είναι εικόνα αλλά ζωντανό σύστημα. Η συζήτηση περί “οπτικής όχλησης” είναι παραπλανητική. Η θεμελιώδης αρχή της ζωής είναι η ισορροπία των οικοσυστημάτων· αν τη διαταράξουμε, χάνουμε τα πάντα.

                    6. Η θάλασσα είναι οικοσύστημα: η υπεράκτια αιολική δεν είναι “αόρατη”

                    Η υπεράκτια αιολική ενέργεια επηρεάζει μεταναστευτικές διαδρομές, Ποσειδωνία, ρεύματα και αλιεία. Η θάλασσα δεν είναι κενός χώρος αλλά ευαίσθητο οικοσύστημα.

                    7. Η πραγματική βιωσιμότητα απαιτεί μείωση κατανάλωσης

                    Περισσότερη παραγωγή σημαίνει περισσότερη καταστροφή. Η βιώσιμη μετάβαση απαιτεί αποδοτικότητα, λιτότητα, μείωση σπατάλης, αυτοπαραγωγή και ενεργειακές κοινότητες.

                    8. Ο κορεσμός του χώρου: συστημικός κίνδυνος

                    Η επέκταση αιολικών, φωτοβολταϊκών και υποδομών κατακερματίζει οικοσυστήματα και μετατρέπει ορεινά και νησιωτικά τοπία σε βιομηχανικές ζώνες, με σοβαρές επιπτώσεις σε έδαφος, νερό και άνθρακα.

                    9. Ο τουρισμός αλλάζει: η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημά της

                    Ο σύγχρονος τουρισμός αναζητά φύση, ησυχία και αυθεντικότητα. Η βιομηχανοποίηση βουνών, νησιών και θάλασσας απειλεί το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας.

                    #13769
                    ΣΤΕΛΛΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

                      Με την παρούσα παρέμβαση στη δημόσια διαβούλευση, επιθυμώ να εκφράσω την πλήρη αντίθεσή μου στην προοπτική περαιτέρω εγκατάστασης ή χωροθέτησης βιομηχανικών αιολικών πάρκων στο νησί της Άνδρου, για τους ακόλουθους λόγους:

                      Καταστροφή του Ιδιαίτερου Φυσικού Πλούτου: Η Άνδρος αποτελεί μια μοναδική εξαίρεση στο κυκλαδίτικο τοπίο λόγω των άφθονων πηγών, των τρεχούμενων νερών και της πλούσιας πράσινης βλάθησής της. Οι βαριές βιομηχανικές υποδομές, οι διανοίξεις δρόμων μεγάλων διαστάσεων σε παρθένες κορυφογραμμές και οι εκβραχισμοί που απαιτούνται για τη μεταφορά και τοποθέτηση των ανεμογεννητριών, απειλούν άμεσα αυτό το ευαίσθητο και σπάνιο οικοσύστημα, προκαλώντας ανεπανόρθωτη περιβαλλοντική ζημιά.
                      Υποβάθμιση του Τουριστικού Μοντέλου και της Τοπικής Οικονομίας: Τα τελευταία χρόνια η Άνδρος έχει καταφέρει να αναβαθμίσει ραγδαία το τουριστικό της προϊόν, προσελκύοντας ποιοτικό τουρισμό υψηλού βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου. Οι επισκέπτες αυτοί επιλέγουν το νησί για το παρθένο φυσικό του κάλλος, την ηρεμία και την αυθεντικότητά του. Η οπτική και ακουστική αλλοίωση του τοπίου από τις ανεμογεννήτριες θα πλήξει ανεπανόρθωτα αυτή την αναπτυξιακή πορεία, μειώνοντας την αξία του νησιού και στερώντας από την εθνική οικονομία σημαντικά έσοδα μακροπρόθεσμα.

                      Καταστροφή του Διεθνούς Δικτύου Πιστοποιημένων Μονοπατιών: Η Άνδρος αποτελεί το πρώτο νησί στην Ευρώπη που απέκτησε την κορυφαία ευρωπαϊκή πιστοποίηση “Leading Quality Trails – Best of Europe” για το δίκτυο των σηματοδοτημένων μονοπατιών της (Andros Routes), ενώ φέτος διεκδικεί ακόμα μια σπουδαία διάκριση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Χάρη σε αυτή την παγκόσμια αναγνώριση, το νησί μας αποτελεί πόλο έλξης για χιλιάδες ποιοτικούς τουρίστες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, επιτυγχάνοντας τον στόχο της επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου. Η ισοπέδωση των κορυφογραμμών και των πλαγιών για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών θα αλλοιώσει ανεπανόρθωτα το οπτικό πεδίο και το φυσικό περιβάλλον των διαδρομών αυτών, ακυρώνοντας τις προσπάθειες δεκαετιών, καταστρέφοντας το brand name του νησιού και πλήττοντας καίρια τις τοπικές επιχειρήσεις που ζουν από τον πεζοπορικό τουρισμό.

                      Προσβολή της Πολιτιστικής και Ναυτικής Ταυτότητας: Η Άνδρος κουβαλά μια τεράστια ιστορική παράδοση στον πολιτισμό και τη ναυτιλία, η οποία αποτυπώνεται στην αρχιτεκτονική, την αρχοντιά και το τοπίο της. Η μετατροπή ενός τέτοιου ιστορικού τόπου σε βιομηχανική ζώνη παραγωγής ενέργειας αλλοιώνει την πολιτιστική του ταυτότητα και υποβαθμίζει την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου.

                      Συμπέρασμα:
                      Η πράσινη μετάβαση είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να γίνεται με σεβασμό στη φέρουσα ικανότητα κάθε τόπου, στην ιδιαιτερότητα του τοπίου και στις τοπικές κοινωνίες. Ζητώ την πλήρη εξαίρεση της Άνδρου από τέτοιου είδους βαριές αιολικές εγκαταστάσεις που ακυρώνουν τη βιώσιμη ανάπτυξη του νησιού μας.

                      Με εκτίμηση,
                      Στυλιανή Κουλούρη
                      Δημότης/ Μόνιμος Κάτοικος Άνδρου

                      #13770
                      Λεωνίδας Μουζάκης

                        Το νέο σχέδιο για τις ΑΠΕ πάσχει από νομοθετικά κενά κι ανακρίβειες, ενώ αφήνει παράθυρα προς εκμετάλλευση από επιτήδιους. Κρίνεται αντιεπιστημονικό και κατ’ επέκταση αναξιόπιστο και θα πρέπει να επανεξεταστεί στο σύνολό του. Παρακάτω παρουσιάζονται αναλυτικά οι απόψεις αρκετών ειδικών.

                        ———————————————————-

                         

                        Μαρία Καραμανώφ

                        Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.

                        Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                         

                        Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  (εφεξής Νέο Πλαίσιο) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως νέα και βελτιωμένη έκδοση του ήδη ισχύοντος (εφεξής Παλαιό Πλαίσιο). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε νέο αλλά ούτε και έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον γνήσιο επιστημονικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στην ουσία αποτελεί νομιμοποίηση και παράταση των ρυθμίσεων του Παλαιού Πλαισίου, ενώ παράλληλα πάσχει τις ίδιες -και σε ορισμένες περιπτώσεις μείζονες- νομικές πλημμέλειες με αυτό.

                        Ειδικότερα,

                        Α. Μεταβατικές διατάξεις.

                        Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει Νέο Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 Παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα ήδη από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τάξει προθεσμία δύο μηνών για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, η χώρα μας ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να εγκρίνονται σωρηδόν έργα ΑΠΕ στηριζόμενα σε Ειδικό Πλαίσιο που αποδεδειγμένα δεν έχει ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Με τη θέσπιση του προτεινόμενου Νέου Πλαισίου, η παρανομία αυτή παρατείνεται επ’ αόριστον δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου Δεύτερου αυτού. Σύμφωνα με αυτές,

                        α) Οι λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος του Νέου Πλαισίου εγκαταστάσεις ΑΠΕ εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού του Νέου Πλαισίου, ακόμα δηλαδή και αν αντιβαίνουν σε αυτές.

                        β) Άδειες εγκατάστασης που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί, τροποποιούνται και ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

                        γ) Εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) συνεχίζουν να ισχύουν, να τροποποιούνται και να ανανεώνονται και τα σχετικά έργα να λαμβάνουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, μπορούν δε ακόμα και να επεκτείνονται αν το ποσοστό της επιφάνειας επέκτασης δεν υπερβαίνει το 50% της αρχικής.

                        Το ίδιο ισχύει και για τις ΑΠΕ που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) καθώς και για ΑΠΕ για τις οποίες δεν απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ακόμα και οι φάκελοι ΜΠΕ έργων ΑΠΕ που έχουν απλώς υποβληθεί και λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας μέχρι 20 Μαΐου 2026 αξιολογούνται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Παλαιού Πλαισίου.

                        Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε περιοχές όπου το Νέο Πλαίσιο φαίνεται καταρχήν να θεσπίζει απαγορευτικές διατάξεις αυστηρότερες από το Παλαιό (λ.χ. περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οικότοποι προτεραιότητας ΕΖΔ του δικτύου Natura, ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας των υδάτων κολύμβησης κλπ.), οι απαγορεύσεις αυτές θα έχουν έδαφος εφαρμογής μόνο στο απώτερο μέλλον, αφού δηλαδή θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί και υλοποιηθεί σύμφωνα με το Παλαιό Πλαίσιο όλα τα έργα που βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και στο πρώιμο στάδιο της τυπικής υποβολής φακέλου. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό ισοδυναμεί με την άποψη λ.χ. ότι αν ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην αγορά αποδειχθεί εκ των υστέρων επικίνδυνο για την υγεία, ναι μεν θα πρέπει να απαγορευτεί για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να  εξακολουθήσει  νομίμως να συνταγογραφείται μέχρις ότου εξαντληθούν τα αποθέματα των εταιρειών που το παράγουν και το εμπορεύονται, προκειμένου να προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και οι επιχειρηματικές τους προσδοκίες.

                        Όπως προκύπτει από τον επίσημο χάρτη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας έχει ήδη καταληφθεί ή πρόκειται να καταληφθεί από ΑΠΕ που βρίσκονται σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Πλαισίου, η αδειοδότηση και η υλοποίηση όλων αυτών των έργων ΑΠΕ θα προχωρήσει κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού καθεστώτος του Παλαιού Πλαισίου, είναι προφανές ότι η θέσπιση του Νέου Πλαισίου αποτελεί στην ουσία μια ευρηματική μέθοδο επ’ αόριστον παράτασης της ισχύος του Παλαιού και νομιμοποίησης των νομικών του πλημμελειών.

                         

                        Β. Ουσιώδεις πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου

                        Ο σχολιασμός και η αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Πλαισίου που στερούνται επιστημονικού υποβάθρου και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, θα απαιτούσε τη σύνταξη πονήματος αντίστοιχου μεγέθους και χρόνο ο οποίος προδήλως δεν παρέχεται, αφού η δοθείσα προς διαβούλευση χρονική προθεσμία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε μερικές μόνο αλλά θεμελιώδεις πλημμέλειες  του Πλαισίου.

                        Ανεξάρτητα από τις μεταβατικές του διατάξεις, το Νέο Πλαίσιο, εξεταζόμενο αυτό καθ’ εαυτό, επαναλαμβάνει τα ουσιώδη σφάλματα του Παλαιού διότι, μεταξύ άλλων,

                        α) δεν πληροί τις απαιτούμενες επιστημονικές προδιαγραφές του χωροταξικού σχεδιασμού στο επίπεδο εκπόνησης Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου,

                        β) δεν λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ούτε καν ασχολείται με τα κρίσιμα επιστημονικά ζητήματα σχετικά με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ, τα οποία έχουν ανακύψει και ερευνώνται από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κατά την τελευταία 15ετία.

                         

                        1. Συμβατότητα του Νέου Πλαισίου προς τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης

                        Στο κεφάλαιο της εξέτασης των εναλλακτικών δυνατοτήτων, το Νέο Πλαίσιο αναφέρει ότι επέλεξε το σενάριο της επικαιροποίησης του Παλαιού στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, προκειμένου να λάβει υπόψη του τη διαμορφωμένη σήμερα κατάσταση (υφιστάμενες συγκεντρώσεις ΑΠΕ, περιοχές με αυξημένη ζήτηση κλπ.), και τις τυχόν επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.

                        Στην πραγματικότητα έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούν οι αρχές του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, αφού το πολυσέλιδο περιεχόμενό του εξαντλείται: α) σε μακροσκελή έκθεση των καλών του προθέσεων, β) σε εκτενή παράθεση νομικών κειμένων και εγκυκλοπαιδικών περιγραφών και γενικών πληροφοριών σε σχέση με τους υδάτινους πόρους, την κατάσταση της ατμόσφαιρας, το πολιτιστικό περιβάλλον, το ακουστικό περιβάλλον κλπ., και γ) σε ανακοίνωση των ρυθμίσεών του, οι οποίες ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες του Παλαιού, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (λ.χ. περιοχές επιτάχυνσης, μονάδες αποθήκευσης, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, θαλάσσια αιολικά κλπ.) το επιδεινώνουν.

                        Ελλείπει παντελώς το πράγματι ζητούμενο από ένα βιώσιμο ειδικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα θεσπίζεται μετά από δεκαοκταετή εφαρμογή του διαπιστωμένα πλημμελούς Παλαιού και όφειλε προεχόντως και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της πρόληψης της προφύλαξης και της αποκατάστασης: α) να αποκαταστήσει τις καταστροφές και αλλοιώσεις που επέφερε στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον το Παλαιό, β) να εμποδίσει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και γ) να προφυλάξει από τους βέβαιους και σοβαρούς, αλλά άγνωστους προς το παρόν ως προς το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους, κινδύνους για τη ζωή και την υγεία που συνεπάγονται ορισμένες νέες προβλέψεις του σχεδίου (π.χ. μπαταρίες αποθήκευσης).

                        Σε γενικές γραμμές επισημαίνεται ότι τα συμπεράσματα του Νέου Πλαισίου ως προς τη συμβατότητα των ρυθμίσεών του προς τις ανωτέρω αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης συνάγονται αυθαίρετα ως οιονεί αυταπόδεικτα, εφόσον:  α) δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα για την τρέχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος τα οποία να έχουν συλλεγεί μετά από πλήρη επιτόπια έρευνα στις επιμέρους περιοχές της χώρας,  και  β) δεν αναφέρεται η έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία με βάση την οποία η ΣΜΠΕ κατέληξε στα συμπεράσματά της σε σχέση με το μέγεθος και την ένταση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο περιβάλλον, τα οποία διατυπώνονται μονολεκτικά (πολύ πιθανό/λιγότερο πιθανό, μικρή/μέτρια/μεγάλη/μηδενική, πρωτογενής/δευτερογενής κλπ.) και συμπληρώνονται από γενικούς αφηγηματικούς πίνακες.

                        Είναι γεγονός ότι στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης και αντικείμενο των σχετικών Οδηγιών. Παράλληλα όμως, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ενσωμάτωσης του κριτηρίου της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία έχει θεσπιστεί με το Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 11 της ΣΛΕΕ), η χωροθέτηση και λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ θεωρείται εξ ορισμού ως δραστηριότητα που προκαλεί σοβαρότατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία εκτίμησης ως προς τις επιπτώσεις της σε καθένα από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                        Εξάλλου είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση, όπως προσδιορίζεται επίσημα από τον ΟΗΕ (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος της UNEP), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει τρεις βασικές διαστάσεις: την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση, οι οποίες είναι αλληλένδετες, αλληλοτροφοδοτούμενες και σε άμεση σχέση με την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Τα εννέα πλανητικά όρια, δηλαδή οι πλανητικοί περιορισμοί που εξασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση και ευημερία του ανθρώπου, δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή αλλά περιλαμβάνουν και την ακεραιότητα της βιόσφαιρας, τη γενετική και λειτουργική βιοποικιλότητα, τις γεωχημικές ροές που αφορούν τον κύκλο του αζώτου και του φωσφόρου, την αλλαγή χρήσεων γης, την οξίνιση των ωκεανών, το ατμοσφαιρικό φορτίο αερολυμάτων, την καταστροφή της στιβάδας του όζοντος, τη χρήση γλυκού νερού και τη χημική ρύπανση. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεπεράσει τα έξι από τα όρια αυτά, στη δε Ελλάδα τα επτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατανάλωση επιφανειακού και υπόγειου γλυκού νερού, οι αλλαγές στη χρήση γης και το οικολογικό αποτύπωμα. Παρά ταύτα, τόσο οι συζητήσεις όσο και τα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της συνολικής και πολυδιάστατης περιβαλλοντικής κρίσης μέτρα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ εξίσου σημαντικές πτυχές και ιδίως εκείνες που επηρεάζονται σοβαρά από την εγκατάσταση των ΑΠΕ, δηλαδή η απώλεια βιοποικιλότητας, ο κατακερματισμός των οικοτόπων, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση ελεύθερου εδάφους και η διατάραξη της ροής των υπόγειων και υπέργειων υδάτων υποβαθμίζονται συστηματικά.

                        Σύμφωνα με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία και τεκμηριωμένες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες προκαλεί η παραγωγή, μεταφορά, εγκατάσταση, λειτουργία και απεγκατάσταση των ΑΠΕ κάθε είδους, και ιδίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (δάση, βιοποικιλότητα, ελεύθερη γη, μικροκλίμα, γεωργική και κτηνοτροφική γη, ροή των υδάτων κ.λπ.) είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται αρνητικά. Εξάλλου, η συμβολή των ΑΠΕ στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού ότι αντισταθμίζει τα οφέλη από την αντίστοιχη φυσική διαδικασία απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα που επιτελούν τα δάση και τα θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί απορροφητήρες των αερίων του θερμοκηπίου.  Στη χώρα μας όμως αυτά ακριβώς τα στοιχεία πλήττονται σοβαρά και η λειτουργία τους εξουδετερώνεται από την αθρόα εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών σε δάση και αναδασωτέα, ήδη δε, όπως προβλέπει πλέον το Νέο Πλαίσιο, και στον παράκτιο θαλάσσιο χώρο.

                        Πέρα από τα δάση και τις θαλάσσιες ποσειδωνίες, η αντικατάσταση της βλάστησης και του εδάφους από αδιαπέραστες επιφάνειες που σχετίζονται με τα αιολικά πάρκα μειώνει τη δέσμευση άνθρακα και αυξάνει τις εκπομπές άνθρακα μέσω της απώλειας βιομάζας και της αύξησης της διάβρωσης του εδάφους. Όπως αναφέρει, λ.χ., μελέτη που αφορά τη Σκωτία, η εγκατάσταση 3.848 ανεμογεννητριών οδήγησε σε επιπρόσθετες εκπομπές 4,9 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ακριβώς λόγω της αλλαγής των χρήσεων γης και της μη εδαφικής αποθήκευσης. Το ανωτέρω παράδειγμα αναφέρεται εδώ ενδεικτικά για να επισημανθεί ότι πολλά ανάλογα ζητήματα τίθενται επιτακτικά στη διεθνή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, να έχει λάβει θέση απέναντι στα ζητήματα αυτά, είτε τα δέχεται είτε τα απορρίπτει, και να έχει δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις προκειμένου να προσδώσει στις ρυθμίσεις του το αναγκαίο επιστημονικό κύρος.

                        Το προτεινόμενο Νέο Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αποτελεί τη βασική απόφαση του Ελληνικού κράτους όσον αφορά την επιθυμητή ένταση της βιομηχανικής αυτής δραστηριότητας και την ορθολογική κατανομή της στην ελληνική επικράτεια. Οι ρυθμίσεις του συνιστούν το αναγκαίο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθεί, στο επόμενο στάδιο, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Οφείλει, ως εκ τούτου, να ενσωματώνει το κριτήριο της συνολικής προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας (άρθρο 24 του Συντάγματος) και να λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν προκύψει τα χρόνια που μεσολάβησαν από την έγκριση του Παλαιού όσον αφορά τις διαπιστωθείσες κατά το διάστημα αυτό σοβαρές επιπτώσεις των ΑΠΕ σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                         

                        1. Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                        Η Ελλάδα έχει ήδη εκπληρώσει τις ενωσιακές της υποχρεώσεις ως προς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, η δε παραγόμενη τη στιγμή αυτή ανανεώσιμη ενέργεια είναι πλεονάζουσα και συχνά αδυνατεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα π.χ. με στοιχεία που περιλαμβάνει Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το σύνολο της ισχύος των ΑΠΕ που λειτουργούν (άδεια λειτουργίας) ή είναι σε φάση κατασκευής (άδεια εγκατάστασης) είναι 6,82 GW, έχοντας επιτύχει κατά 77% τον στόχο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το 2030 (8,9 GW). Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο, με τις αιτήσεις για άδεια παραγωγής να φτάνουν τα 33,16 GW. Αθροιστικά, μαζί με τους Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) που λειτουργούν ή έχουν άδεια εγκατάστασης, η ισχύς τους είναι τριπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 και διπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2050. Αν υπολογιστούν όλες οι αιτήσεις μαζί (42,25 GW), η ισχύς θα ξεπεράσει τρεις φορές το στόχο του ΕΣΕΚ για τους ΑΣΠΗΕ το έτος 2050.

                        Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Η απάντηση είναι αναγκαία κατά μείζονα λόγο διότι, όπως έχει ήδη λεχθεί επίσημα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά στην αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου με την πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτες χώρες. Είναι εξάλλου τουλάχιστον αντιφατικό και οξύμωρο να εντείνεται η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και η αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού πλούτου και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με το πρόσχημα της απελευθέρωσης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ την ίδια στιγμή εγκρίνεται και υλοποιείται εθνική πολιτική εντατικών εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στα πολύτιμα οικοσυστήματα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το νέο Πλαίσιο όφειλε να δώσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, δεδομένου ιδίως ότι η Ελλάδα, η επίδραση της οποίας στην κλιματική αλλαγή του πλανήτη είναι κάτι λιγότερο από αμελητέα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα hotspot βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.

                         

                        1. Η φέρουσα ικανότητα της χώρας αντέχει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                        Το Νέο Πλαίσιο, όπως ακριβώς και το Παλαιό, δεν πληροί τις επιστημονικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Αντικείμενο κάθε χωρικού σχεδίου στο επίπεδο Ειδικού Πλαισίου για τη χωροθέτηση μιας βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, είναι η τεκμηριωμένη επιστημονική διακρίβωση της φέρουσας ικανότητας κάθε συγκεκριμένου οικοσυστήματος της χώρας να υποστηρίξει τη δραστηριότητα αυτή, χωρίς να υποβαθμίζεται η ισορροπία των στοιχείων του και η ικανότητά του να την αποκαθιστά με φυσικές διεργασίες στο διηνεκές. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας προδήλως δεν είναι η γεωγραφική διάκριση της χώρας σε ηπειρωτική, νησιωτική και θαλάσσια ούτε η διοικητική διάκριση σε Περιφέρειες, πολλώ μάλλον σε ΟΤΑ και δημοτικές ενότητες αυτών. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας είναι το κάθε οικοσύστημα, τα όρια του οποίου δεν προσδιορίζονται κατά τη βούληση του μελετητή, αλλά είναι αντικειμενικά και καθορίζονται με βάση τα φυσικά του χαρακτηριστικά (λεκάνη απορροής, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα κ.λπ.).

                        Η οριοθέτηση ενός οικοσυστήματος αποτελεί στην ουσία την επιστημονική διαπίστωση ενός αντικειμενικού πραγματικού γεγονότος, ότι δηλαδή τα στοιχεία του αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα, μια ξεχωριστή οντότητα, η οποία λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε ως εκ τούτου, αφενός μεν, να περιλαμβάνει τεκμηριωμένη καταγραφή των οικοσυστημάτων της ελληνικής επικράτειας και, αφετέρου,  να υπολογίζει το μέγεθος των αλλοιώσεων και καταστροφών που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους, προκειμένου να αποδείξει, στηριζόμενο σε έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία, τη βασική του θέση, ότι δηλαδή το κάθε ένα από τα οικοσυστήματα αυτά έχει την ικανότητα να αντέξει την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς να υποβαθμιστεί.

                        Η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος προφανώς δεν ερευνάται μόνο σε σχέση με την εξεταζόμενη κάθε φορά ανθρώπινη δραστηριότητα που προτίθεται να εγκατασταθεί εκεί (λ.χ. ΑΠΕ, τουρισμός, βιομηχανία, εξορύξεις, υδατοκαλλιέργειες κ.λπ.). Αντίθετα, όλες οι υπάρχουσες ήδη δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες για το μέλλον, πρέπει να συνεκτιμώνται συνδυαστικά, αθροιστικά και σε βάθος χρόνου, προκειμένου να εξακριβωθεί το μέτρο της πρόσθετης επιβάρυνσης που είναι ικανό να δεχτεί το συγκεκριμένο οικοσύστημα, έτσι ώστε η ισορροπία των στοιχείων του να μην κλονίζεται και να δύναται να αποκατασταθεί με φυσικές διαδικασίες. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια τα οικοσυστήματα έχουν δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επίθεση από σειρά εντατικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος να υποδεχθεί εγκατάσταση ΑΠΕ ενδέχεται να είναι και μηδενική. Παρά ταύτα το Νέο Πλαίσιο χαρακτηρίζει ολόκληρη τη χώρα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ, στην περίπτωση δε των περιοχών επιτάχυνσης χωρίς καν περιβαλλοντική αδειοδότηση.

                        Το Νέο Πλαίσιο θεσπίζεται σε μία κρίσιμη για το περιβάλλον στιγμή, κατά την οποία η εντατική εξάπλωση των ΑΠΕ, ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, σε ολόκληρη την επικράτεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ορεινή, πεδινή, τώρα πλέον και στο θαλάσσιο χώρο, έχει ήδη υποβαθμίσει σοβαρά τα οικοσυστήματα, δασικά και μη, καθώς και τη βιοποικιλότητα, έχει διαταράξει τα υπόγεια και υπέργεια ύδατα, έχει τροποποιήσει το μικροκλίμα, έχει εκτοπίσει την πρωτογενή παραγωγή και αλλοιώσει δραματικά το τοπίο. Ενδεικτικά επισημαίνεται π.χ.  ότι, όσον αφορά το κρίσιμο για την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη πρόβλημα της σφράγισης του ελεύθερου εδάφους, σύμφωνα με Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2023), στην Ελλάδα η δέσμευση γης, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής γης από την κατασκευή αιολικών πάρκων, είναι σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεδομένου ότι το μέγεθος των ανεμογεννητριών έχει σήμερα αυξηθεί εκθετικά με ύψος άνω των 200 μέτρων, η μεταφορά τους μέσα από δύσβατες και δυσπρόσιτες ορεινές και δασικές περιοχές απαιτεί την κατασκευή εκτεταμένου νέου οδικού δικτύου το οποίο σφραγίζει μεγάλες εκτάσεις ελεύθερου εδάφους, ιδίως σε δάση και ορεινούς όγκους.

                        Πέρα από τις συνέπειες της απεριόριστης εγκατάστασης ΑΠΕ, το περιβάλλον της χώρας έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σοβαρά από πλήθος άλλων δραστηριοτήτων με σοβαρές επιπτώσεις, όπως η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι εξορύξεις κλπ., οι οποίες όμως πρέπει να συνεκτιμώνται πριν αποφασισθεί η περαιτέρω αύξηση της έντασης των ΑΠΕ.

                        Πάρα ταύτα και κατά παράβαση όλων των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Νέο Πλαίσιο επαναλαμβάνει σε σχέση με τη φέρουσα ικανότητα την ίδια αδόκιμη και αντιεπιστημονική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει και το Παλαιό.  Ως εκ τούτου, αντί να διακρίνει τη χώρα σε οικοσυστήματα και να εκτιμήσει μετά από επιστημονική μελέτη σύμφωνα με έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία τη φέρουσα ικανότητα ενός εκάστου εξ αυτών (είχε άλλωστε στη διάθεσή του δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να το πράξει), χαρακτήρισε με τρόπο οριζόντιο ολόκληρη τη χώρα, πλην γενικών εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ. Η διάκριση της επικράτειας σε τρεις βασικές κατηγορίες (ηπειρωτική χώρα, νησιωτική χώρα και θαλάσσιος χώρος), για τις οποίες άλλωστε προβλέπονται οι ίδιες περίπου προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ΑΠΕ, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μία από τις περιοχές αυτές περιλαμβάνει πλήθος εντελώς διαφορετικών οικοσυστημάτων, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από άποψη φέρουσας ικανότητας, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όσο και λόγω των καταστροφών και επιβαρύνσεων που έχει ήδη υποστεί.

                        Προκειμένου να στηρίξει τις επιλογές του, το Νέο Πλαίσιο διαστρεβλώνει πλήρως την επιστημονική έννοια της φέρουσας ικανότητας, την οποία προσδιορίζει με βάση το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής και την υπολογίζει με πλαίσιο αναφοράς όχι το οικοσύστημα αλλά το εντελώς απρόσφορο κριτήριο της διοικητικής διαίρεσης της χώρας σε ΟΤΑ, και μάλιστα σε δημοτικές ενότητες αυτών.

                        Η εδαφική έκταση ενός ΟΤΑ προδήλως δεν έχει καμία σχέση ούτε συμπίπτει με τα όρια των οικοσυστημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, τα οποία μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα και καθένα από τα οποία μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση ως προς τη φέρουσα ικανότητά του. Και όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το νέο Πλαίσιο διαπράττει το θεμελιώδες επιστημονικό, αλλά και κατά κοινή λογική αδιανόητο, σφάλμα να υπολογίζει τη φέρουσα ικανότητα με κριτήριο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του εδάφους σε επίπεδο ΟΤΑ και μάλιστα όχι στο σύνολό του Δήμου αλλά σε κάθε δημοτική ενότητα αυτού. Με τα δεδομένα αυτά είναι ανάξιο οποιουδήποτε επιστημονικού σχολιασμού το πρόσθετο γεγονός ότι τα ανεκτά όρια της επιβάρυνσης καθορίζονται από το Νέο Πλαίσιο με τρόπο οριζόντιο για όλους τους ΟΤΑ της χώρας και δη αριθμητικά, με συγκεκριμένα, άγνωστης έμπνευσης και τεκμηρίωσης, νούμερα (π.χ.  8% της έκτασης της δημοτικής ενότητας για περιοχές αιολικής προτεραιότητας, 5% για περιοχές αιολικής καταλληλότητας και, προφανώς κατ’ επιείκεια, 4% για τη Μονεμβασιά, την Αράχωβα, την Κάρυστο και το Καρπενήσι). Τα ποσοστά αυτά δύνανται μάλιστα να αυξηθούν μέχρι 50% αν συμφωνεί το εντελώς αναρμόδιο για το θέμα αυτό Δημοτικό Συμβούλιο!

                         

                        1. Ειδικότερες Πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου (ενδεικτικά)

                        Εξαιρέσεις

                        Η μέθοδος της θέσπισης γενικών εξαιρέσεων για περιοχές που εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες (υγρότοποι Ramsar, αρχαιολογικοί χώροι κλπ.), είναι εντελώς απρόσφορη και ανεπαρκής. Ούτως η άλλως, οι εξαιρέσεις αναφέρονται μόνο σε περιοχές με ήδη θεσμοθετημένο καθεστώς προστασίας, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες σε σχέση με τις περιοχές τις οποίες το κράτος, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προστατευτέα χαρακτηριστικά, έχει παραλείψει επίμονα και συστηματικά να υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας (οικότοποι, τοπία κ.λπ.). Παράλληλα, ακόμα και για τις περιοχές αποκλεισμού, προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης τους από την εξαίρεση, (π.χ. αποκλείεται μεν η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ. εκτός αν εξυπηρετούνται δημόσιες υποδομές (π.χ. αφαλάτωση) η κρίνονται αναγκαίες για την ασφάλεια του συστήματος).

                        Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη γενικών εξαιρέσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική παράλειψη του Νέου Πλαισίου να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής της χώρας ούτε δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.

                        Τοπίο

                        Ως βασικό κριτήριο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο τοπίο λαμβάνεται ο οπτικός ορίζοντας του παρατηρητή, η δε προστασία εξαντλείται στη θέσπιση αυθαίρετα υπολογιζόμενων ελάχιστων αποστάσεων των ΑΠΕ από θεσμοθετημένα σημεία θεωρούμενα ως ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (6 χλμ. από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, 0,8 χλμ. από πυρήνες εθνικών δρυμών και μνημείων της φύσης, 2 χλμ. από οικισμούς, 6 χλμ. από θεσμοθετημένους παραδοσιακούς οικισμούς κλπ.)

                        Είναι προφανές ότι το Νέο Πλαίσιο παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με την οικεία επιστήμη, το τοπίο είναι μέγεθος προσδιοριζόμενο αντικειμενικά με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ( γεωμορφολογία, όγκοι, βλάστηση, χρώματα κλπ.) Η προστασία επιβάλλεται ως προς κάθε συγκεκριμένο τοπίο, εξεταζόμενο αυτό καθεαυτό, και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη τυχόν παρατηρητή. Άλλωστε η επιβαλλόμενη από τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασία του τοπίου και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς προδήλως δεν περιορίζεται μόνο στα τοπία που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το Νέο Πλαίσιο.

                        Είναι αυτονόητο ότι η προστασία των τοπίων δεν διασφαλίζεται μόνο με τη θέσπιση ελάχιστης απόστασης των ΑΠΕ από αυτά, η οποία στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και οριζόντιο,  χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη των ελληνικών τοπίων τόσο κατά κατηγορία (ορεινά, νησιωτικά, δασικά κλπ.), όσο και ανά περιοχή, ώστε να θεσπιστούν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για το καθένα από αυτά.

                        Ο περιορισμός της προστασίας μόνο σε τοπία που διαθέτουν νομικό χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι εντελώς απρόσφορος και ανεπαρκής. Ελάχιστα μόνο από τα πολυάριθμα αξιόλογα και ποικιλόμορφα τοπία της χώρας έχουν τύχει του προσήκοντος χαρακτηρισμού ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους λόγω της γνωστής παράλειψης της Πολιτείας να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς τούτο.

                        Προστασία των νησιών

                        Η διάκριση των νησιών ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ με βάση το εμβαδόν τους, άνω ή κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι απολύτως αδόκιμη σε σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένου νησιού να υποδεχθεί ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται από το εμβαδόν του, αλλά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα τοπικά οικοσυστήματα, το τοπίο, την πολιτιστική του φυσιογνωμία κ.λπ.

                        Αποκατάσταση

                        Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, (ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών), και της διαχείρισης των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του σύντομου χρόνου ζωής τους, το Νέο Πλαίσιο αποφεύγει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Υιοθετώντας τη μυστηριώδη διατύπωση «Επιχειρείται η διαπραγμάτευση των όρων κυρίως μέσα από τη διάγνωση της σημαντικότητάς τους στη φάση αδειοδότησης» ουσιαστικά αντιπαρέρχεται το μείζον αυτό πρόβλημα και το μεταθέτει σε εκείνο ακριβώς το επίπεδο όπου δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί, δηλαδή της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αναθέτει στην ευχέρεια της αδειοδοτικής αρχής να ζητήσει από τον εκάστοτε  επιχειρηματία να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό Ρυθμιστικό Πλαίσιο ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων, (λ.χ.  εγγυητικής επιστολής) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

                        Πλην όμως η έγκαιρη παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων είναι απολύτως αναγκαία. Όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή πρακτική, κατά κανόνα ο υπεύθυνος για την αποκατάσταση φορέας του έργου ΑΠΕ είτε δεν υφίσταται ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο είτε, πάντως, επικαλείται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις μεγάλες δαπάνες των εργασιών αποξήλωσης, μεταφοράς και διαχείρισης των αποβλήτων. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται κανονιστικό πλαίσιο το οποίο να ρυθμίζει τα ανωτέρω ζητήματα ούτε προβλέπονται κατάλληλοι χώροι για την εναπόθεση και διαχείριση των παροπλισμένων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Δεν έχει χωροθετηθεί καμία εγκατάσταση υποδοχής των αποβλήτων ούτε υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ικανός να ανακυκλώσει τα ανακυκλώσιμα τμήματα αυτών, ενώ το κόστος μεταφοράς στο εξωτερικό είναι τεράστιο. Προκειμένου, π.χ. περί των ανεμογεννητριών, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια ότι οι παροπλισμένες ανεμογεννήτριες εγκαταλείπονται ήδη επιτόπου ή σε άτυπες αποθέσεις, δημιουργώντας πρόσθετα σοβαρότατα προβλήματα στις αντίστοιχες περιοχές. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι για τις τεράστιες υπόγειες βάσεις στήριξης των ανεμογεννητριών δεν υπάρχει ούτε νομική υποχρέωση αλλά ούτε και αντικειμενική δυνατότητα απομάκρυνσής τους από το υπέδαφος, γεγονός που έχει ολέθριες συνέπειες για τα υπόγεια ύδατα, το μικροκλίμα και την όλη λειτουργία του οικοσυστήματος στο οποίο αυτές έχουν εγκατασταθεί.

                         

                        Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης

                        Η επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο άσβεστων πυρκαγιών, αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών αλλά και πικρή εμπειρία αρκετών κρατών. Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Νέο Πλαίσιο ουδέν διαλαμβάνει. Προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές, οι λεγόμενες   μπαταρίες αποθήκευσης, μπορούν να εγκαθίστανται οπουδήποτε, ακόμα και σε επαφή με οικισμούς, με μόνο περιορισμό την τήρηση της ελάχιστης απόστασης των 500 μέτρων από ορισμένες περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς ή δίκτυα τεχνικών υποδομών.

                         

                        Ενδεικτική Βιβλιογραφία

                         

                        «European Landscape Convention», Council of Europe (CoE), Florence, 2000

                        CETS 176 – Draft European Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol

                         

                        Council of Europe Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol (Council of Europe Treaty Series No. 176) (2022)

                         

                        1. 3827/2010 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου» (ΦΕΚ Α’30/2010)

                         

                        Council of Europe (2011). Landscape and Wind Turbines, Report, 6th Council of Europe Conference on the European Landscape Convention, Strasbourg, 3-4 May 2011 (21 March 2011, CEP-CDPATEP, 11E)

                         

                        Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (EE L 206 της 22.7.1992)

                         

                        Καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-849/19) για πλημμελή προστασία της βιοποικιλότητoς και μη θέσπιση των στόχων και μέτρων διατήρησης των φυσικών οικοτόπων (μη συμμόρφωση με την Oδηγία 92/43/ΕΟΚ)

                         

                        Αιτιολογημένη γνώμη (INFR(2014)4073) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα, για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura σε σχέση με τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων

                         

                        «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)» (ΦΕΚ Β’4893/19.12.2024)

                         

                        «Ειδική Έκθεση για τις ΑΠΕ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» (“Renewable Energy Sources and Climate Change Mitigation”), Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC), 2012

                         

                        «Climate Change 2021 – The Physical Science Basis», Sixth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), 2021

                        https://www.ipcc.ch/report/ar6/wg1/downloads/report/IPCC_AR6_WGI_SPM_final.pdf

                         

                        «What is the Triple Planetary Crisis?» United Nations Framework Convention on Climate Change (UNFCCC), 2022

                        https://unfccc.int/news/what-is-the-triple-planetary-crisis

                         

                        «A planet that sustains everyone, everywhere», Inger Andersen, Briefing to Permanent Missions to the United Nations, 21 March 2023

                        https://www.unep.org/news-and-stories/speech/planet-sustains-everyone-everywhere

                         

                        «Towards UNEA-6: Multilateral solutions to triple planetary crisis», Sixth session of the United Nations Environment Assembly (UNEA-6), United Nations Environment Programme (UNEP), Nairobi, Kenya, 26 February – 1 March 2024

                        https://www.unep.org/news-and-stories/speech/towards-unea-6-multilateral-solutions-triple-planetary-crisis

                        «Outcomes of UNEA-6»

                        https://www.unep.org/environmentassembly/unea6/outcomes

                        https://docs.un.org/en/UNEP/EA.6/RES.13

                         

                        «Tackling the “triple environmental crisis” and building forward from the COVID-19 pandemic», World Health Organization (WHO), 7 July 2023

                        https://www.who.int/poland/multi-media/details/tackling-the–triple-environmental-crisis–and-building-forward-from-the-covid-19-pandemic

                         

                        «Summary for Policymakers of the Global Assessment Report on Biodiversity and Ecosystem Services of the Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services», Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services (IPBES), 2019

                        https://www.un.org/sustainabledevelopment/blog/2019/05/nature-decline-unprecedented-report/

                         

                        «Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας – οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής», Μουσείο Γουλανδρή – Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων, 2011

                         

                        «Το Κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας», Α. Λεγάκης, Π. Μαραγκού, Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία (2009)

                         

                        «Decommissioning of Onshore Wind Turbines», WIND EUROPE, 2020

                        https://windeurope.org/intelligence-platform/product/decommissioning-of-onshore-wind-turbines/

                         

                        Torres, J. F. & Petrakopoulou, F. «A Closer Look at the Environmental Impact of Solar and Wind Energy», Global Challenges, Vol: 6, 2200016 (2022)

                         

                        Jones, N. F., Pejchar, L. & Kiesecker, J. M. «The Energy Footprint: How Oil, Natural Gas, and Wind Energy Affect Land for Biodiversity and the Flow of Ecosystem Services», BioScience, Vol: 65, 290–301 (2015)

                         

                        Marques, A. T. et al. «Wind turbines cause functional habitat loss for migratory soaring birds», Journal of Animal Ecology, Vol: 89, 93–103 (2020)

                         

                        Kati, V. et al. «The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps», Journal of Environmental Management, Volume 348, 119340 (15 December 2023)

                         

                        Kati, V., Kassara, C., Vrontisi, Z. & Moustakas, A. «The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot», Science of The Total Environment, Volume 768, 144471 (10 May 2021)

                         

                        Κατή, Β., Κασσάρα, Χ., Παπαϊωάννου, Χ., «Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Researchgate, 2022

                        https://www.researchgate.net/publication/361173582_Adiataraktes_Physikes_Perioches_APHP_tes_Elladas_kai_Biosime_Anaptyxe

                         

                        Figueiredo, E., Partalidou, M., Koutsou, S. (2020). «‘No Choice’ or ‘A Choice’? – An Exploratory Analysis of ‘Back to the Countryside’ Motivations and Adaptation Strategies in Times of Crisis in Greece and Portugal». In: Döner, F., Figueiredo, E., Rivera, M. (eds) Crisis and Post-Crisis in Rural Territories. Springer, Cham, p. 119–139

                         

                        Gkoltsiou, A., Athanasiadou, E., & Paraskevopoulou, A.T. (2021). «Agricultural Heritage Landscapes of Greece: Three Case Studies and Strategic Steps towards Their Acknowledgement, Conservation and Management». Sustainability 13, 5955.

                         

                        Hadjimichalis, C, Melissourgos, Y, Moungolia, A., Girti, D., Faka, A. (2012). «Improving and focusing research on Greek landscapes: the Greekscapes programme». In T. Papayannis, P. Howard (eds.) Reclaiming the Greek landscape, Med-INA, Athens, p. 233-244

                         

                        Pavlis Evangelos, «Large-scale wind energy farm development and its impacts on the landscape: a review of the Greek case», Department of Agricultural Economics and Rural Development, Agricultural University of Athens, Greece, Journal of Landscape Ecology (2025), Vol: 18 / No. 3

                         

                        ———————————————————-

                         

                        Γεώργιος Χριστοφορίδης

                        Δικηγόρος, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου

                        του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                         

                        Ο χρόνος διαβούλευσης που παρέχεται για τον συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου είναι απολύτως ανεπαρκής, αναγκάζοντάς μας να εστιάσουμε στα κυριότερα ζητήματα που τίθενται.

                        Κατ΄αρχάς, το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας αισθάνεται την ανάγκη:

                        -να επαναλάβει ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μοναδικές ιδιαιτερότητες, ενώ αποτελεί αμελητέο ρυπαντή σε πλανητικό επίπεδο,

                        -να στηλιτεύσει το κοινοτικό δίκαιο για τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, το οποίο επιβάλλει τις ίδιες υποχρεώσεις σε ρυπαίνοντες και μη ρυπαίνοντες,

                        -να τονίσει το μάταιον-ατελέσφορον της ευρωπαϊκής «πράσινης μετάβασης», καθώς τα επιβαλλόμενα ποσοστά ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ υπολογίζονται επί της τελικής ακαθάριστης κατανάλωσης ενέργειας, η οποία όμως αυξάνεται διαρκώς και είναι βέβαιον ότι θα αυξηθεί εκθετικά εξ αιτίας των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και των λεγόμενων Data Centers,

                        -να υπενθυμίσει ότι η Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή δεν ανάγει την εκμετάλλευση ΑΠΕ σε πανάκεια, αλλά αντιθέτως προβλέπει ως αναγκαία μία πολύπλευρη δράση της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και ενδυνάμωσης όλων των καταβοθρών των αερίων του θερμοκηπίου,

                        -να επισημάνει ότι εκτός από το κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος υπάρχει εν ισχύι το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος.

                         

                        1. «Δέουσα εκτίμηση» που παραβιάζει τις Οδηγίες 2001/42/ΕΚ, 92/43/ΕΟΚ & 2009/147/ΕΚ.

                        α) Η ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση χωροταξικού σχεδίου δεν αναφέρει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών Νατούρα 2000 της χώρας, που ενδέχεται να επηρεασθούν σημαντικά από την εφαρμογή του. Σημειώνεται ότι η παράλειψη αυτή εντοπίσθηκε στην αποσταλείσα το 2014 προειδοποιητική επιστολή της Commission, ως λόγος παραβίασης της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ από το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                        β) Η ΣΜΠΕ δεν προβαίνει, ως ώφειλε, στον εντοπισμό και στην αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων του Σχεδίου στις περιοχές Νατούρα 2000, εντός ή πλησίον των οποίων έχουν ήδη εγκατασταθεί ή έχουν αδειοδοτηθεί πολυάριθμες αιολικές εγκαταστάσεις με βάση το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                        γ) Στην ΣΜΠΕ γίνεται αναφορά στους στόχους διατήρησης των ειδών που έχουν τεθεί σε εθνικό επίπεδο και όχι στους εξειδικευμένους για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000.  Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές (υπόθεση C-66/23), ότι οι στόχοι διατήρησης ενός προστατευόμενου τόπου αποτελούν υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για τις δέουσες εκτιμήσεις.

                        Τονίζεται, ότι οι υπουργικές αποφάσεις 24776/985 & 50146/1786 του 2023, οι οποίες υποτίθεται ότι καθορίζουν στόχους διατήρησης για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000, δεν συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, διότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδών των προστατευομένων περιοχών δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα.

                        δ) Η ΣΜΠΕ εκπονήθηκε δίχως να έχουν θεσμοθετηθεί τα σχέδια διαχείρισης και τα μέτρα διατήρησης των περιοχών του δικτύου Νατούρα 2000.

                        Με τις ανωτέρω κεφαλαιώδεις παραλείψεις/πλημμέλειες, το συμπέρασμα της ΣΜΠΕ  ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο «δεν αναμένεται να επηρεάσει την ακεραιότητα του δικτύου Natura 2000» εμφανίζεται απολύτως αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, το ίδιο δε ισχύει και για την συνεπακόλουθη παράλειψη διερεύνησης εναλλακτικών λύσεων και πρότασης για τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων.

                        Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας καταγγέλλει το σκανδαλώδες γεγονός ότι από τις εκατοντάδες αδειοδοτήσεων αιολικών πάρκων εντός ΖΕΠ της χώρας, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση αξιολόγησης σημαντικών επιπτώσεων και λήψης αντισταθμιστικών μέτρων, εκτιμά δε βασίμως ότι το νέο χωροταξικό σχέδιο για τα συστήματα εκμετάλλευσης των ΑΠΕ θα επιφέρει τη χαριστική βολή στη ήδη κλονισθείσα «συνοχή» του ελληνικού τμήματος του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Νατούρα 2000.

                        Συνοψίζοντας, η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση χωροταξικό σχέδιο παραβιάζει πολλαπλώς το αναφερθέν κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος.

                         

                        1. ΜΥΗΕ. Ένας θανάσιμος υδρολογικός κίνδυνος και μία αχρείαστη θυσία.

                        α) Τα λεγόμενα Μικρά Υδροηλεκτρικά ΄Έργα επιβάλλεται να εξαιρεθούν εντελώς από το «κάδρο» της ηλεκτροπαραγωγής, πρώτον διότι στην Ελλάδα, ενόψει των συνεπειών της απορρύθμισης του κλίματος, το νερό δεν πρέπει να θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και, δεύτερον, διότι ενώ έχουν αμελητέα προσφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλούν δυσαναλόγως μεγαλύτερες περιβαλλοντικές βλάβες.

                        Ο αείμνηστος καθηγητής υδρογεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Στουρνάρας, σε σχετική μελέτη του για τα ΜΥΗΕ (2022), επεσήμανε ότι η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα των ΜΥΗΕ δεν μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα από το διαρκώς επιδεινούμενο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Λαμβάνοντας δε υπόψιν παράγοντες όπως η αύξηση της εξάτμισης, η αύξηση της υδατικής κατανάλωσης, η αύξηση των αρδεύσεων και η παράταση της αρδευτικής περιόδου κ.ά. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η σκοπιμότητα κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στην Ελλάδα καθίσταται προβληματική δεδομένου ότι το κλίμα της Ελλάδας, ως Μεσογειακό, χαρακτηρίζεται από ξηρή περίοδο του υδρολογικού έτους, η οποία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται από πρακτικά μηδενικές βροχοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες».

                        Πέραν όμως των επιστημονικών μελετών, η βιωματική εμπειρία των τελευταίων 15 ετών διδάσκει ότι εκτός από τις βροχοπτώσεις, έχουν μειωθεί δραματικά οι χιονοπτώσεις και χιονοστρώσεις, παράγοντες με καίρια σημασία για την υδρολογική υγεία επιφανειακών τε και υπογείων υδάτων.

                        Η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν λαμβάνουν υπόψιν τις ανωτέρω συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος στα υδατικά συστήματα της Χώρας. Αντιθέτως, παραπέμπουν και διατηρούν τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008, ενώ για τα ζητήματα της φέρουσας ικανότητας των υδατορευμάτων, της δυνατότητας εγκατάστασης επαλλήλων ΜΥΗΕ στο ίδιο υδατόρευμα κλπ. παραπέμπουν στην ΥΑ 196978/2011, δηλαδή σε νομοθετήματα που θεσπίσθηκαν σε χρόνο, κατά τον οποίον οι συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος δεν ήταν καν ορατές.

                        β) Τα ορεινά υδατορεύματα της χώρας, συνιστούν τα «αιμοφόρα αγγεία» των ποταμών της, είναι κιβωτοί βιοποικιλότητας, συνθέτουν απείρου κάλλους φυσικά τοπία και συντηρούν σπάνια και πολύτιμη δασική βλάστηση.

                        Η κατασκευή και λειτουργία ΜΥΗΕ προκαλεί καταστροφικές επιπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω χαρακτηριστικά/ιδιότητες των υδατορευμάτων, ενώ η συγκέντρωσή τους στην ίδια λεκάνη ή υπολεκάνη απορροής θέτει σε κίνδυνο τη φέρουσα ικανότητα των υδατικών συστημάτων.

                        Σημειώνεται συναφώς, ότι ακόμη και η ΣΜΠΕ εκτιμά τις επιπτώσεις των ΜΥΗΕ ως αρνητικές μεγάλης έντασης, μόνιμες και μακροχρόνιες.

                         

                        1. Τοπίο. Το «Βατερλώ» του σχεδίου και της ΣΜΠΕ.

                         

                        Οι χωροτάκτες εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, με οποιοδήποτε αντικείμενο σχεδιασμού, οφείλουν να εκκινούν λαμβάνοντας υπόψιν τις μοναδικές ιδιαιτερότητες της χώρας, οι οποίες συνίστανται, κατ΄αρχήν, στην αφάνταστη ποικιλομορφία τοπίων με μικρή φιλική προς τον άνθρωπο κλίμακα.

                        Πρώτη γενική παρατήρηση: οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες με τα θηριώδη μεγέθη και τα φωτοβολταϊκά πάρκα που εκτείνονται σε χιλιάδες στρέμματα, αποτελούν τεχνικά συστήματα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, απολύτως ασύμβατα με την ανωτέρω ιδιάζουσα φυσιογνωμία του εθνικού χώρου.

                        Η έννοια του τοπίου και τα χαρακτηριστικά του, η γεωμορφολογία, οι γραμμές, τα χρώματα, οι σκιές, οι όγκοι, οι οικολογικές λειτουργίες, οι φυσικές οσμές, η φυσική σιωπή ή οι φυσικοί ή ανθρωπογενείς ήχοι κ.λπ. είναι στοιχεία και μεγέθη αντικειμενικά, τα οποία εξετάζονται επιστημονικά και αξιολογούνται ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προτιμήσεις οποιουδήποτε παρατηρητή.

                        Εξ άλλου, στην περί τοπίου ευρωπαϊκή σύμβαση, ως τοπίο ορίζεται μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους [με όλες τις αισθήσεις] του οποίου ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/η ανθρώπινων παραγόντων, ενώ στο προοίμιό της διακηρύσσεται/αναγνωρίζεται, ότι το τοπίο συμβάλλει στη διαμόρφωση της τοπικής κουλτούρας και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ποιότητας ζωής των ανθρώπων οπουδήποτε.

                        Με βάση τα ανωτέρω, όλες οι εκτιμήσεις και αξιολογήσεις της ΣΜΠΕ για τις επιπτώσεις των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ στα τοπία, με αποκλειστικό κριτήριο τη θέαση/ορατότητά τους, είτε από «σημεία ενδιαφέροντος», είτε από σημεία αδιάφορα, όπως και η παραδοχή της ΣΜΠΕ ότι «οι επιπτώσεις στο τοπίο ενέχουν σημαντικό βαθμό υποκειμενικότητας», είναι εξόχως αντιεπιστημονικές και ευρίσκονται σε προφανή αντίθεση με τον ορισμό του τοπίου, αλλά και με το πνεύμα και τον σκοπό της ευρωπαϊκής Σύμβασης για το τοπίο. Τα ανωτέρω ισχύουν mutatis mutandis για τις διατάξεις και τα παραρτήματα του υπό διαβούλευση σχεδίου, που εξαρτούν τις μεν επιπτώσεις των συστημάτων ΑΠΕ στο τοπίο από την «οπτική παρεμβολή τους», τον δε ορισμό των αποστάσεών τους από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, από τη θέασή τους.

                        Εν κατακλείδι η ΣΜΠΕ δεν εντοπίζει και δεν αξιολογεί την απολύτως αντικειμενική επίπτωση των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ και ιδίως των αιολικών εγκαταστάσεων, συνιστάμενη στη βιομηχανοποίηση των φυσικών τοπίων στα οποία εγκαθίστανται.

                         

                        1. Ζητήματα αποκατάστασης. Η απόλυτη σιωπή της Διοίκησης.

                         

                        Σε ό,τι αφορά τα ακανθώδη ζητήματα που προκύπτουν από την παρέλευση της διάρκειας ζωής των συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ, το υπό διαβούλευση Σχέδιο εξαντλείται σε ευχολόγια, όπως ακριβώς και το προηγούμενο του 2008.

                        Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει, ειδικώς για τις ανεμογεννήτριες, ότι δεν είναι οι γνωστοί ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ. Μετά από δύο-τρείς δεκαετίες το ελληνικό κράτος θα κληθεί να αντιμετωπίσει το τεράστιας κλίμακας πρόβλημα της τύχης/διαχείρισης χιλιάδων από αυτούς τους μεταλλικούς γίγαντες.

                        Εξ άλλου, είναι σφόδρα πιθανόν, ότι οι ιδιωτικοί φορείς των αιολικών έργων (και λοιπών έργων ΑΠΕ), υποκείμενοι στους κινδύνους της αγοράς, θα αδυνατούν εξ αντικειμένου να εκπληρώσουν τις περί αποκατάστασης υποχρεώσεις τους.

                        Όπως προκύπτει από τη ΣΜΠΕ και από το υπό διαβούλευση σχέδιο, η ελληνική Πολιτεία, αντί να ρυθμίσει τα ανωτέρω ζητήματα, μεταθέτει την αντιμετώπισή τους στο άδηλο μέλλον, επαφιέμενη μάλιστα στις διαθέσεις της αγοράς.

                        Τονίζεται συναφώς ότι η κεντρική Διοίκηση παραλείπει πεισματικά να κάνει χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 130 παρ.1 ν. 4685/2020, προκειμένου να  καθορίσει τα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας που επιφέρουν κατά το τέλος του κύκλου ζωής τους οι σταθμοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, να εξειδικεύσει τις σχετικές υποχρεώσεις και να διασφαλίσει την τήρησή τους.

                        Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος να απομείνει η χώρα με μία πανθορούμενη σκουριασμένη μεταβιομηχανική προίκα.

                         

                        1. Η χωροταξική εντροπία των προβλεπομένων «μέγιστων ποσοστών κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις». Το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008 ζει και βασιλεύει.

                         

                        Σε ό,τι αφορά τα αποκαλούμενα «ειδικά κριτήρια χωροθέτησης» αιολικών εγκαταστάσεων στην ηπειρωτική και στη νησιωτική χώρα, το υπό διαβούλευση Σχέδιο επαναφέρει τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας -η βιομηχανική τραγωδία της Νότιας Εύβοιας ανέδειξε τις συνέπειες ενός τέτοιου χαρακτηρισμού- και τις εξόχως αντιεπιστημονικές διατάξεις του χωροταξικού σχεδιασμού του 2008 για τις ΑΠΕ, οι οποίες, όπως ήδη απεδείχθη, έχουν ως αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση αιολικών πάρκων στα πλέον άθικτα φυσικά τοπία της χώρας.

                        Αυτή τη φορά όμως, τα μέγιστα ποσοστά κάλυψης εδάφους υπολογίζονται σε επίπεδο Δημοτικών Ενοτήτων (και όχι πρωτοβάθμιων ΟΤΑ), προφανώς για να αντισταθμισθούν οι απώλειες «επενδύσεων» λόγω των νέων προβλεπομένων περιορισμών χωροθέτησης.

                        Όλες οι σχετικές ρυθμίσεις αντίκεινται στην επιστήμη της χωροταξίας αλλά και στην κοινή λογική για τους ακόλουθους λόγους :

                        Η δημοτική ενότητα (όπως και ο πρωτοβάθμιος ΟΤΑ) είναι απολύτως απρόσφορη βάση για εξεύρεση του επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδαφών, αφενός διότι αποτελεί διοικητική διαίρεση προσδιοριζόμενη με κριτήρια εντελώς άσχετα με το φυσικό περιβάλλον, αφετέρου διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν όμοιες μεταξύ τους δημοτικές ενότητες. Η Ελλάδα δεν είναι Ολλανδία !

                        Ο τρόπος εξάπλωσης βαρειάς βιομηχανίας, όπως η αιολική (και κάθε άλλης δραστηριότητας) στον εθνικό χώρο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τα οικοσυστήματα του και όχι τις διοικητικές διαιρέσεις του.

                        Εν πάση περιπτώσει, η εξεύρεση του εκάστοτε επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδάφους για οποιαδήποτε δραστηριότητα, με βάση υπολογισμού ολόκληρη την επιφάνεια συγκεκριμένου χώρου, αποτελεί «εκκωφαντικό» μαθηματικό σφάλμα.

                        Τα ποσοστά κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να υπολογίζονται στην επιφάνεια της Δ.Ε. εκείνην, η οποία απομένει μετά την επιβαλλόμενη αφαίρεση όλων των περιοχών, στις οποίες η εγκατάσταση ανεμογεννητριών είναι αδύνατη για λόγους αντικειμενικούς (π.χ. οικιστικό δίκτυο), τεχνικο-οικονομικούς, περιβαλλοντικούς κλπ.

                        Τέλος, η δυνατότητα αύξησης των ποσοστών κάλυψης εδάφους που παρέχεται σε όργανα αρμόδια για τον περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό και τον υποκείμενο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι μη νόμιμη, διότι κατ΄ουσίαν συνιστά τροποποίηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου.

                        Ο ν. 4447/2016 όμως, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την εκπόνηση και έγκριση των Ειδικών Πλαισίων, η οποία πρέπει να ακολουθείται και για την τροποποίησή τους, ενώ απονέμει αρμοδιότητα έγκρισης/τροποποίησής τους στον υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας και τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπουργούς και όχι σε άλλα όργανα.

                         

                        1. Διπλάσια μεγέθη Α/Γ – ίδιες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις γης κλπ.

                         

                        Οι συντάκτες της ΣΜΠΕ και η Διοίκηση με το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ, φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι καλούνται να διατάξουν στο χώρο ανεμογεννήτριες με μεγέθη διπλάσια εκείνων, που είχε υπόψιν του ο χωροτάκτης του 2008. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το παράδοξον να διατηρούνται οι ίδιες αποστάσεις του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ 2008 από περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, από παραδοσιακούς και μη οικισμούς, από στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, από Μονές κ.ο.κ.

                         

                        1. Θαλάσσια αιολικά. Το Αιγαίο δεν είναι Βόρεια Θάλασσα.

                         

                        Όπως ακριβώς συνέβη με τις χερσαίες αιολικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προωθήθηκαν, δίχως να υπάρχει επαρκής γνώση των επιπτώσεών τους στα οικοσυστήματα και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, έτσι συμβαίνει και με τα θαλάσσια αιολικά, για τις επιπτώσεις των οποίων στα θαλάσσια οικοσυστήματα  υπάρχει ελλιπέστατη επιστημονική γνώση.

                        Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας οφείλει να υπενθυμίσει ότι το Αιγαίο με τα νησιά του και το αθέσφατο πολιτιστικό του φορτίο, αποτελεί ίσως το πιο γοητευτικό μικροαρχιπέλαγος του πλανήτη. Η παράδοσή του στη σύγχρονη θηριώδη αιολική βιομηχανία συνιστά ένα ακόμη περιβαλλοντικό έγκλημα.

                         

                        Εάν το τίμημα της «πράσινης μετάβασης» της Ελλάδας είναι η θυσία του εθνικού φυσικού κεφαλαίου και η απώλεια των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, τότε δεν χρειάζεται να εισέλθουμε στη συζήτηση για τα οφέλη της.

                        ———————————————————-

                         

                        Σοφία Παυλάκη

                        Δικηγόρος, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου

                        του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                         

                        ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΧΠ ΑΠΕ

                         

                        Τo προτεινόμενο σχέδιο Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) έχει συνταχθεί επί τη βάσει εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τη Χωροταξία, τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων.

                         

                        Αναμένεται να γενικεύσει τη δυνατότητα εγκατάστασης έργων ΑΠΕ στο σύνολο του ελλαδικού χώρου πλήττοντας ακόμα περισσότερο προστατευόμενες περιοχές με οικοτόπους προτεραιότητας και σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη, παρ’ όλο που η Ελληνική πολιτεία, κατά παράβαση της Συνταγματικής υποχρέωσής της και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν έχει έως και σήμερα καθορίσει για τις περιοχές αυτές στόχους διατήρησης, γεγονός που καθιστά ανέφικτη και τη δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα έργα ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν και με νέο πλαίσιο δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.

                         

                        Το υπό σχολιασμό ΕΧΠ ΑΠΕ δημιουργεί ανεπίτρεπτα Χωροταξικό σχεδιασμό δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων, κατά παράβαση κάθε αρχής της επιστήμης της Χωροταξίας, η δε εφαρμογή του θα προκαλέσει ένα θεσμικό και διοικητικό χάος, αφού έργα που θα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή θα τελούν υπό αδειοδότηση κατά τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου, θα εξακολουθούν να διέπονται από το «παλαιό» ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, το οποίο όμως καταργείται ν από τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου! Επομένως, η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ΑΠΕ θα εξακολουθούν να αδειοδοτούνται, να κατασκευάζονται και να λειτουργούν χωρίς να υπάρχει πλέον για αυτά ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αφού το μεν παλαιό ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 θα έχει πλέον καταργηθεί, το δε νέο ΕΧΠ ΑΠΕ δεν θα εφαρμόζεται σε αυτά τα έργα.

                         

                        Το νέο πλαίσιο επιτρέπει απαράδεκτα την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών μονάδων σε αναδασωτέες εκτάσεις, η οποία αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 117 παρ. 3) και απαγορεύεται από τη Δασική νομοθεσία (άρθ. 53 ν. 998/79), ενώ επίσης αντισυνταγματικά (άρθ. 24) επιτρέπει τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ (2008).

                         

                        Επισημαίνεται ότι για το σύνολο των ως άνω αντισυνταγματικών, μη νόμιμων επιλογών του νέου πλαισίου που θα επηρεάσουν δραματικά πολύτιμα οικοσυστήματα και ευρύτερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, δεν παρέχεται από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση πλαισίου ουδεμία  αιτιολόγηση ούτε επαρκής και κατάλληλη τεκμηρίωση και πρόσφορη ενημέρωση του πολίτη. Προκειμένου μάλιστα να μπορέσει ο πολίτης να διαπιστώσει το σύνολο των ως άνω πλημμελών και αυθαίρετων ρυθμίσεων του νέου πλαισίου ανάμεσα σε ένα πλήθος τεχνικών στοιχείων και πληροφοριών, θα πρέπει μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης, να αντιπαραβάλει και να εξετάσει συγκριτικά, λέξη προς λέξη, το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο με το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 έχοντας ο ίδιος και απόλυτα διαυγή εποπτεία ολόκληρου του νομικού και θεσμικού πλαισίου που διέπει τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ στη χώρα μας, κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.

                         

                        Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνο με τη Συνταγματική τάξη και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά και με τους κανόνες που θέτει η καλή νομοθέτηση και η χρηστή διοίκηση σε μία ευνομούμενη κοινωνία, προσβάλλοντας θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του κράτους δικαίου, της βιώσιμης χωροταξίας και ανάπτυξης, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.

                         

                        Ενόψει των ανωτέρω ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ ως μη νόμιμο, απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητούμε την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους:

                         

                        1. Σχεδιασμός σε περιοχές Natura χωρίς στόχους διατήρησης

                         

                        Το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει το ισχύον ΕΔΠ ΑΠΕ (απόφ. 49828/2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008), αναμένεται να υποβαθμίσει τα ήδη σοβαρά πληττόμενα ορεινά, υδάτινα και δασικά οικοσυστήματα της χώρας και να αλλοιώσει οριστικά και μη αναστρέψιμα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό και αγροτικό τοπίο της Ελλάδας, με συνακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην οικονομία, που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα παραγωγής καθώς και στην ήπιας μορφής ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα και τουρισμό.

                         

                        Σημαντικό μέρος του προωθούμενου χωροταξικού σχεδιασμού αφορά την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, επιτρέποντας την αθρόα χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ ακόμα και εντός αυστηρά προστατευόμενων οικοτόπων με επιπτώσεις ολέθριες για οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και απειλούμενα είδη. Και όλα αυτά, παρά την έλλειψη στόχων διατήρησης και χωρίς η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ να διασφαλίζει ότι από τα έργα που θα αδειοδοτηθούν βάσει των διατάξεών του δεν θα προκληθούν μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και καταστροφή του περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε πλήρη αντίθεση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (ΔΕΕ) και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η δημόσια διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται κατά το Σύνταγμα.

                         

                        Αποσιωπά πλήρως το υπό εξέταση σχέδιο ότι η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το ΔΕΕ για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) του Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους στόχους διατήρησης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023, που θεώρησε μη νόμιμη τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε προστατευόμενες περιοχές λόγω έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και της δέουσας εκτίμησής τους. Με δύο ωστόσο αποφάσεις του (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023, 3118/2023) το ΥΠΕΝ επιχείρησε να καθορίσει στόχους διατήρησης των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και των ΣΠΠ της χώρας, μολονότι για το σύνολο των προστατευομένων ειδών στους πίνακές τους αναφέρεται η ένδειξη «Ανεπαρκή δεδομένα», ενώ σειρά σημαντικών οικοτόπων έχουν παραλειφθεί πλήρως από τις ως άνω αποφάσεις.

                         

                        Σε αντίθεση με τις επιταγές του δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί έως και σήμερα να παραλείπει τη θεσμοθέτηση στόχων διατήρησης για το σύνολο των οικοτόπων της επιδεικνύοντας αδιαφορία και απαξίωση για το φυσικό περιβάλλον και για τον πλούτο της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων που ενσωματώνουν τα προστατευόμενα οικοσυστήματα των περιοχών Natura, έχοντας μεταθέσει τον καθορισμό στόχων διατήρησης στον εκάστοτε ιδιώτη εργολάβο – επενδυτή στο πλαίσιο των μελετών που προσκομίζει προς αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.

                         

                        Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται έως σήμερα νομίμως θεσμοθετημένοι στόχοι διατήρησης για το σύνολο των περιοχών Natura και των ΣΠΠ της χώρας, γεγονός που καθιστά αδύνατη όχι μόνο την παροχή πλήρους διασφάλισης ότι το νέο πλαίσιο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της χώρας και στους προστατευόμενους οικοτόπους της, αλλά καθιστά μη νόμιμο και οποιονδήποτε περαιτέρω σχεδιασμό, επί τη βάσει του οποίου θα δρομολογηθούν στο μέλλον κάθε είδους επεμβάσεις με επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των προστατευόμενων περιοχών για την εγκατάσταση και τη λειτουργία έργων ΑΠΕ.

                         

                        Ειδικά σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (ΣΠΠ), σύμφωνα με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ, ακόμα και αν τα συγκεκριμένα έργα κρίνονται επιβεβλημένα από «μείζον εθνικό συμφέρον», γεγονός που έχει αγνοηθεί πλήρως από το υπό εξέταση σχέδιο, το οποίο μη νομίμως επιτρέπει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ εντός των ΣΠΠ και καθίσταται και για τον λόγο αυτόν απορριπτέο στο σύνολό του.

                         

                        Εφόσον επομένως για το σύνολο των ΤΚΣ και των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας μας δεν υφίστανται στόχοι διατήρησης ούτε δύναται να συναχθεί πλήρης διασφάλιση ότι τα χωροθετούμενα βάσει του νέου πλαισίου έργα δεν θα τους βλάψουν, το υπό κρίση σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και ανεπαρκές.

                         

                        1. Αντίθεση στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια

                         

                        Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας έχουν ως κύριο στόχο τους τη διατήρηση της βιοποικιλότητας μέσω της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών των περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους. Για την υλοποίηση του πρωταρχικής σημασίας αυτού σκοπού, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί ότι θα υιοθετούν αποκλειστικά Στρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο των αναγκαίων και μόνο χρήσεων γης, ώστε να δημιουργούνται ελάχιστες έως καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. Το εξεταζόμενο ωστόσο πλαίσιο παρίσταται απολύτως ασύμβατο με τις διατάξεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων γενικεύοντας την άνευ όρων παράδοση της ελληνικής επικράτειας στον βωμό της μονοδιάστατης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ, ενώ έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ήδη ακολουθούμενες πολιτικές δυνάμει του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και με σειρά υπό εξέλιξη σχεδίων και προγραμμάτων που εκπονούνται από τις Περιφέρειες της χώρας.

                         

                        1. Επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ

                         

                        Η ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ αναλίσκεται στην καταγραφή ενός πλήθους γενικών και ασύνδετων με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό πληροφοριών, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις διατάξεις του ως δήθεν ευεργετικές για το περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να αναφέρει μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε περιοχής, από την εφαρμογή των οποίων μπορεί τεκμηριωμένα να επιτευχθεί η επικαλούμενη θετική για το περιβάλλον και την κοινωνία χωροθέτηση των προβλεπόμενων έργων. Αντιθέτως, το υπό εξέταση έργο αναμένεται να επιφέρει επαχθείς, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών Natura της χώρας, οι οποίες όχι μόνον αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν συστηματικά από τη ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση πλαισίου, αλλά είναι και πρακτικά αδύνατον να προσδιοριστούν με ασφάλεια και πληρότητα ως προς την πραγματική έκταση και τις συνέπειές τους, εξ αιτίας της έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης για το σύνολο των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών που περιλαμβάνονται στην ελληνική επικράτεια.

                         

                        Το εξεταζόμενο πλαίσιο ουδόλως απαντά και στο κρίσιμο ερώτημα: Ποια η νομιμότητα και η αναγκαιότητα της εγκατάστασης και νέων έργων ΑΠΕ δυνάμει του νέου χωροταξικού πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κάθε λογής ήδη εγκατεστημένων μονάδων ΑΠΕ που λειτουργούν ή αναμένεται να λειτουργήσουν ανά τη χώρα, ενόψει μάλιστα και του υπερκορεσμού του εθνικού δικτύου σε ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ, δυνάμει του οποίου η Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση»; Η δε ΣΜΠΕ του προτεινόμενου πλαισίου μη νομίμως αρκείται στο γενικόλογο αφήγημα για τα οφέλη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη της χώρας, η οποία ωστόσο έχει πλέον υπερκαλυφθεί και θα έπρεπε να είχε εκλείψει η ανάγκη χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ ως κριτήριο από την επίσημα υιοθετούμενη ενεργειακή πολιτική.

                         

                        1. Χωροταξικός σχεδιασμός δύο ταχυτήτων

                         

                        Με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια εισάγονται στην έννομη τάξη διατάξεις για τη ρύθμιση κατά τρόπο ενιαίο, σαφή και μακροπρόθεσμο ενός τομέα ή κλάδου παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο. Είναι επομένως μη νόμιμες διατάξεις σε νομοθέτημα χωροταξικού σχεδιασμού εθνικής εμβέλειας, όπως το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, που καθιερώνουν αποσπασματικά διαφορετικό χωροταξικό καθεστώς «πολλαπλών ταχυτήτων» για το ίδιο  αντικείμενο, όπως εν προκειμένω οι διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ.

                         

                        Συγκεκριμένα το υπό διαβούλευση ΕΧΠ:

                        – Εξαιρεί ολόκληρες κατηγορίες έργων ΑΠΕ ενώ είναι το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει τον σχεδιασμό τους (άρθ. 3).

                        – Απαγορεύει μόνο νέες αιολικές εγκαταστάσεις εντός του ΡΣΑ και ΡΣΘ, ενώ θα εξακολουθούν να θεωρούνται νόμιμες όσες έχουν αδειοδοτηθεί με το ισχύον πλαίσιο του 2008 (άρθ. 7).

                        – Εξαιρεί από την εφαρμογή του το σύνολο των ήδη αδειοδοτημένων και των υπό αδειοδότηση έργων ΑΠΕ, δηλαδή τη συντριπτική πλειονότητα των υφισταμένων ή υπό υλοποίηση ενεργειακών έργων (άρθ. δεύτερο)

                         

                        Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ μη νομίμως εισηγείται ακόμα και διατάξεις που εξαρτούν τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ από γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια, αφού προβλέπει δυνατότητα χωροθέτησης ΑΠΕ εντός ΖΕΠ αν αυτό επιτρέπεται από την εγκεκριμένη ΕΠΜ, παρόλο που δεν έχουν εγκριθεί στο σύνολό τους οι ΕΠΜ τη χώρας ούτε και τα προεδρικά διατάγματα για τα οποία οι ΕΠΜ προορίζονται. Προκύπτει επομένως ότι συντάχθηκε κατά τρόπο απαξιωτικό για το περιβάλλον και για τον θεσμό της χωροταξίας, με προχειρότητα, έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικής βούλησης για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα επιλύσει τα υφιστάμενα τεράστια προβλήματα που έχει αναδείξει στην πράξη η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, τα οποία όχι μόνο δεν επιλύονται με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ, αλλά παρατείνονται και επιδεινώνονται.

                         

                        1. Φέρουσα ικανότητα

                         

                        Από το υπό διαβούλευση πλαίσιο έχουν εξαιρεθεί μεγάλες κατηγορίες έργων ΑΠΕ, όπως οι αντλησιοταμιεύσεις αλλά και το σύνολο των έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή αναμένεται να αδειοδοτηθούν με το ισχύον καθεστώς (ΕΧΠ ΑΠΕ 2008), χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ επαναλαμβάνει τις αδυναμίες και τις αστοχίες του ήδη ισχύοντος πλαισίου, για τις οποίες το τελευταίο έχει επικριθεί από τον επιστημονικό κόσμο της χώρας και την κοινωνία των πολιτών.

                         

                        Το προτεινόμενο ΕΧΠ χαρακτηρίζει απαράδεκτα όλες τις περιοχές της χώρας ως κατ’ αρχήν κατάλληλες για υποδοχή έργων ΑΠΕ. Προβληματική παρίσταται και η απόδοση στο πλαίσιό του της έννοιας της «φέρουσας ικανότητας» των οικοσυστημάτων για την υποδοχή κάθε είδους έργων ΑΠΕ, αφού ο καθορισμός της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είχε συντελεστεί εκ των προτέρων και στο πλαίσιο ξεχωριστού νομοθετήματος βάσει επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης ερμηνείας και απόδοσής του. Αντιθέτως με τον τρόπο που αποδίδεται η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στο πλαίσιο του υπό διαβούλευση ΕΧΠ κλονίζεται ως προς την επιστημονική της αξιοπιστία και γεννά εύλογα την υπόνοια ότι είναι προσαρμοσμένη εκ των προτέρων στους στόχους του ευρύτερου υπό μελέτη σχεδιασμού, τους οποίους υπηρετεί στο σύνολό τους.

                         

                        Παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα των 18 ετών που μεσολάβησαν από τη θέση σε ισχύ του ισχύοντος ΕΧΠ, το νέο πλαίσιο δεν κατάφερε να αναδείξει τον κανονιστικό νομοθέτη σοφότερο ούτε ικανότερο να ενσωματώσει στο προτεινόμενο ΕΧΠ την εμπειρία που έχει σωρευθεί, όλα αυτά τα χρόνια, από την καταιγιστική χωροθέτηση έργων ΑΠΕ σε κάθε γωνιά της χώρας, η οποία έχει ολέθριες επιπτώσεις σε μοναδικά οικοσυστήματα, δάση, υδάτινους πόρους, νησιά και ακτές και ακυρώνει τη φέρουσα ικανότητά τους.

                         

                        1. Συνεργιστικές επιπτώσεις έργων

                         

                        Επίσης παραλείπει να αναφέρει το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ οτιδήποτε σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον, στην υγεία, στην κοινωνία και στην ασφάλεια, αφού αυτά παρουσιάζονται από τις διατάξεις του ως δήθεν μηδενικού ή αμελητέου περιβαλλοντικού αποτυπώματος, πλην αποσιωπάται πλήρως ότι σε ολόκληρο το φάσμα του κύκλου της ζωής των έργων ΑΠΕ, ήτοι για την παραγωγή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την απεγκατάστασή τους, σημαντική συμβολή έχει η ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα, ενώ προκαλείται περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή και από την τύχη τους ως αποβλήτων. Επομένως η «πράσινη ενέργεια» των ΑΠΕ δεν είναι και τόσο «πράσινη», κάτι που οι μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου αγνοούν ή και σκοπίμως αποσιωπούν πλήρως.

                         

                        Στηρίζει επομένως και το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ τη γενίκευση της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ  στη χώρα επικαλούμενο – όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ- την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία ωστόσο είναι το αποτέλεσμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και όχι η αιτία της.

                         

                        Από δε την εξαίρεση σημαντικής μερίδας έργων ΑΠΕ από το πεδίο εφαρμογής του υπό κρίση ΕΧΠ αναμένεται να προκληθεί αδειοδοτικό χάος, αφού με άλλο καθεστώς θα κρίνονται οι εξαιρούμενες εγκαταστάσεις και με άλλο εκείνες που καλύπτονται από τις διατάξεις του προτεινόμενου ΕΧΠ, με αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσων αφορά και τις συνεργιστικές επιπτώσεις των υπό αδειοδότηση έργων στο μέλλον, αφού δεν θα καλύπτονται πλέον από ενιαίο καθεστώς ούτε θα μπορούν να ισχύσουν κοινά κριτήρια για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ορισμένη περιοχή.

                         

                        1. Αοριστία και αναποτελεσματικότητα

                         

                        Αρκούμενες σε γενικόλογους αφορισμούς και ευχολόγια του τύπου ότι: «το περιβάλλον θα πρέπει να αποκαθίσταται δεόντως» οι διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ουδεμία σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη διαλαμβάνουν σχετικά με τις συνέπειες των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον τόσο κατά το στάδιο κατασκευής και λειτουργίας τους όσο και κατά το στάδιο της αποκατάστασής του. Είναι δε άνευ λόγου η συζήτηση για «αποκατάσταση», όταν μετά από τη μακρόχρονη λειτουργία των έργων ΑΠΕ, τα οικοσυστήματα θα έχουν πλέον αλλοιωθεί οριστικά, το υποβαθμισμένο περιβάλλον δεν θα θυμίζει πια σε τίποτα το αρχικό φυσικό κάλλος, αλλά και η ίδια η εταιρεία/επενδυτής ενδεχομένως θα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, προκειμένου να αποκαταστήσει το περιβάλλον.

                         

                        Καθορίζονται περαιτέρω ατεκμηρίωτα στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-40, παρ. 4.4, σελ. 4-63, πίνακας 4.6-1) και στο σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου σχεδίου και οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας για την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, για τις οποίες δεν αναφέρεται με ποια κριτήρια και επί τη βάσει ποιων επιστημονικών μελετών και δεδομένων αποφασίστηκε η καταλληλότητα ή ο αποκλεισμός τους για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε αυτές.

                         

                        Επίσης εσφαλμένα προβαίνει η ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων από περιοχές «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (πίνακας 4.4-1 παρ. Β, σελ. 4-44 ΣΜΠΕ), ενώ για τις επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν ακόμα και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να τηρηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τις προστατευόμενες περιοχές, εντός των οποίων τα εν λόγω έργα χωροθετούνται, σύμφωνα με την  περιβαλλοντική νομοθεσία.

                         

                        1. Οδοποιία

                         

                        Σύμφωνα άλλωστε με το άρθρο 5 παρ. 1 της υπό διαβούλευση σχεδίου ΚΥΑ, η μη επέκταση της ήδη υφιστάμενης οδοποιίας παρουσιάζεται ως ευεργεσία για τον τόπο, ενώ αποσιωπάται μεθοδευμένα ότι η ήδη υφισταμένη οδοποιία δημιουργήθηκε για να περάσουν μέσα από τα δάση και τα βουνά της περιοχής τα αιολικά μεγαθήρια. Επίσης αναφέρεται στο σχέδιο ΚΥΑ (άρθ. 5) ότι η εκχέρσωση της βλάστησης, ιδίως θάμνων και δένδρων, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις τις οικείας Δασικής Υπηρεσίας που μετατρέπονται σε δικαιολογία κάθε καταστροφής, αντί η υπηρεσία να υπερασπίζεται ουσιαστικά τα δάση σύμφωνα με το θεμελιώδες θεσμικό καθήκον της. Ορίζεται επιπλέον ότι η εσωτερική οδοποιία πρέπει να είναι χωμάτινη με επίστρωση χαλικιού, χωρίς διόλου να αναφέρεται στις μελέτες του ΕΧΠ πώς αιτιολογείται, με οικολογικά κριτήρια, η επίστρωση με χαλίκι των κορυφών των βουνών και των δασών ούτε ποια θέση έχουν οι τόνοι από χαλίκι μέσα σε προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα.

                         

                        1. Έργα ΑΠΕ σε αναδασωτέες εκτάσεις

                         

                        Με το άρθρο 5 παρ. 4 του υπό διαβούλευση πλαισίου επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 και καταδικάζει σε αφανισμό τον δασικό πλούτο της χώρας. Εντελώς υποκριτικά και άστοχα υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να «λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης», αφού στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων δεν υφίσταται καν δασική βλάστηση, προκειμένου να περιοριστεί η βλάβη της, η οποία έχει ήδη επέλθει.

                         

                        Το υπό διαβούλευση σχέδιο επιτρέπει και τη χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις κατά παράβαση του Συντάγματος και της δασικής νομοθεσίας (άρθ. 53 ν. 998/1979) που την απαγορεύουν.

                         

                        1. Εγκαταστάσεις ΑΣΠΗΕ εντός ΤΚΣ

                         

                        Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του σχεδίου ΚΥΑ παρέχεται στο εξής η δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 (άρθ. 6).

                         

                        1. Γενίκευση των ΜΥΗΕ

                         

                        Απαράδεκτη και σκανδαλώδης κρίνεται και η γενίκευση με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ της κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στο σύνολο της επικράτειας, που θα παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και εκτρέπονται ποτάμια για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα. Ο προωθούμενος ως άνω σχεδιασμός δυνάμει του υπό διαβούλευση ΕΧΠ έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα που προβλέπει την άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους με ορίζοντα το 2030, της οποίας οι επιταγές έχουν πλήρως αγνοηθεί από το υπό εξέταση σχέδιο ΕΧΠ.

                         

                        Το εξεταζόμενο πλαίσιο υιοθετεί εντελώς αόριστες έννοιες για τον υπολογισμό καθοριστικής σημασίας όρων και παραμέτρων της εγκατάστασης ΜΥΗΕ σε εκτάσεις της χώρας, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως ή και αντιφατικά κατά την εφαρμογή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12 του σχεδίου ΚΥΑ, σχετικά με τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπονται έργα οδοποιίας η κατασκευή των οποίων απαιτεί ουσιώδη μεταβολή στην παραποτάμια βλάστηση και σε γεωλογικούς σχηματισμούς», χωρίς να προσδιορίζεται από τη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ πώς καθορίζεται η έννοια της «ουσιώδους μεταβολής», προκειμένου να υπολογιστεί με τη δέουσα ακρίβεια και ασφάλεια το ζήτημα των επιπτώσεων ενός ΜΥΗΕ στα παραποτάμια οικοσυστήματα και στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής εγκατάστασής του.

                         

                        1. Εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου της κλιματικής αλλαγής

                         

                        Η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ ΑΠΕ ουδεμία πρόβλεψη περιέχει όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεών του σε οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες του άνθρακα (Κανονισμός 2021/1119), ενώ επίσης μη νομίμως αγνοείται πλήρως από τη ΣΜΠΕ και από το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου και ο Κανονισμός (ΕΕ) 841/2018 (LULUCF), ο οποίος έθεσε τη δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, μέσω της βιώσιμης διαχείρισης των υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων.

                         

                        Απολύτως ατεκμηρίωτα το υπό εξέταση ΕΧΠ (παρ. 3.2.4.4) αναφέρει ότι βασικός στόχος του προωθούμενου Σχεδιασμού είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», ενώ αγνοεί προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους από αέρια του θερμοκηπίου είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, σε κάθε δε περίπτωση έχουν προ πολλού υπερκαλυφθεί από την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ στη χώρα όλοι οι στόχοι του ΕΣΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ στη χώρα μας.

                         

                        Είναι δε ενδεικτικό της αστοχίας, των αδυναμιών και της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ότι μολονότι αυτό προορίζεται να αποτελέσει το κατεξοχήν νομοθέτημα για τη χωροθέτηση έργων με «πράσινο πρόσημο» που, όπως το ίδιο επικαλείται, στοχεύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ουδόλως εξηγείται με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα και με τις επικαλούμενες στοχεύσεις του. Καθίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ απορριπτέο στο σύνολό του.

                         

                        1. Εσφαλμένη και αντιεπιστημονική αντίληψη του Τοπίου

                         

                        Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του σχεδίου ΚΥΑ του προτεινόμενου ΕΧΠ, κύριο κριτήριο ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο Τοπίο αποτελεί η «οπτική παρεμβολή» τους από τα σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο το σημείο και ακτίνα που διαφοροποιείται αναλόγως της σημασίας και της ποιότητας του σημείου «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος» και της κατηγορία χώρου, όπου ανήκει.

                         

                        Είναι πράγματι απογοητευτική η διαπίστωση ότι και το νέο πλαίσιο υιοθετεί τις επιλογές του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ, που έχουν σφοδρά επικριθεί για την αντιεπιστημονική,  αντιπεριβαλλοντική και ξεπερασμένη εφαρμογή του κριτηρίου της «οπτικής» και μόνον επαφής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ με τα προστατευόμενα τοπία και στοιχεία της φύσης, κατά την αδειοδότηση αιολικών έργων.

                         

                        Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Επίκ. Καθηγητής Τμ. Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών Ευ. Παυλής, «Το τοπίο δεν είναι μόνο μια εικόνα/αναπαράσταση ενός τόπου, ένα σκηνικό θέασης και ένα θέμα αισθητικής υποκειμενικής άποψης του παρατηρητή … αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημολογία, βάσει της οποίας έχει σχεδιαστεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), οι διαστάσεις του είναι ευρύτερες, η δε υποβάθμιση του τοπίου θα έχει άμεση επίδραση και στον Άνθρωπο. Το τοπίο είναι ο δυναμικός, αισθητηριακά βιωμένος και κοινωνικά κατασκευασμένος χώρος … Η κοινωνική αποδοχή του σχεδίου δεν έχει διασφαλιστεί. Μέχρι στιγμής, πληθώρα συλλογικών φορέων συμμετέχουν και υποβάλλουν σχόλια κατά της πραγματοποίησης του έργου, από κοινού με εκατοντάδες πολίτες. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο δίνει ωστόσο μεγάλη βάση στη συμμετοχή του ευρύτερο κοινού (άρθρο 6) αναγνωρίζοντας ότι το τοπίο είναι καθοριστικό στοιχείο για την ατομική και κοινωνική ευημερία και ότι η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός του συνεπάγονται δικαιώματα και ευθύνες για τον καθένα (προοίμιο όπως Σύμβασης). Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιθυμία του κοινού να διατηρήσει το τοπίο δεν έχει να κάνει τόσο με την αισθητική, αλλά με την αντίληψη ότι το τοπίο εμπεριέχει μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αξίες που απαιτούν πολλά χρόνια για να οικοδομηθούν και τη συναίσθηση ότι πρέπει να διαφυλαχτούν οι ποιότητες του τοπίου, όπως είναι ο χαρακτήρας, η ταυτότητα και η κληρονομιά».

                         

                        Συνεπώς, η έννοια του τοπίου δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς και νομίμως από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, οι δε αναφορές της στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο είναι επιφανειακές χωρίς να διεισδύουν στην ουσία. Για όλους επομένως τους ως άνω λόγους που αφορούν τόσο την παράβαση διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία του τοπίου όσο και την παράλειψη της ενσωμάτωσης στη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ των βασικών κανόνων και αρχών που προσδιορίζουν την έννοια και τη θεώρηση του τοπίου στις σύγχρονη αντίληψή του από το δίκαιο, την επιστήμη και την τεχνική, η υπό εξέταση ΣΜΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί.

                         

                        1. Βασικές παραλείψεις της ΣΜΠΕ

                         

                        Η διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης του προτεινόμενου σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ προβλέπεται από την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον που εγκρίνονται από ορισμένη δημόσια αρχή. Σε περίπτωση υλοποίησης σχεδίων σε περιοχές που αποτελούν προστατευόμενους οικοτόπους απαιτείται Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) από την οδηγία 42/2001 και να έχει προηγουμένως καθορισθεί η δέουσα εκτίμηση των στόχων διατήρησής τους που θέτει η οδηγία για τους οικοτόπους, η οποία μάλιστα απαιτεί όχι απλώς πρόβλεψη αλλά πλήρη διασφάλιση ότι ο εκπονούμενος σχεδιασμός δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

                         

                        Επομένως η ύπαρξη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και η δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα επιτρεπόμενα έργα ΑΠΕ δυνάμει του υπό διαβούλευση πλαισίου δεν θα έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), συνιστά βασική προϋπόθεση ορθής και εμπεριστατωμένης σύνταξης της ΣΜΠΕ του σχεδίου, η δε έλλειψή της, όπως εν προκειμένω, καθιστά τη ΣΜΠΕ μη νόμιμη στο σύνολό της και απορριπτέα.

                         

                        1. Δημόσια διαβούλευση

                         

                        Σύμφωνα με την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του, εντός πρόσφορου χρονικού πλαισίου. Οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου, πριν την έγκρισή του.

                         

                        Είναι δεδομένο ότι ουδόλως τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης, κυρίως όσον αφορά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου που δόθηκε στο κοινό για την υποβολή τεκμηριωμένων σχολίων και αντιρρήσεων για το σχέδιο ΚΥΑ και τη ΣΜΠΕ που το συνοδεύει. Κρίνεται δε απολύτως απρόσφορος και περιορισμένος ο χρόνος που παρέχεται, κατά τον οποίο το προτεινόμενο ΕΧΠ θα παραμείνει στη δημόσια διαβούλευση, ενόψει της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των τεχνικών και λοιπών στοιχείων που το συνοδεύουν και θα πρέπει να μελετηθούν, προκειμένου ο πολίτης να μπορέσει να διαμορφώσει με πληρότητα και ασφάλεια την άποψή του για το εξεταζόμενο ΕΧΠ και να διατυπώσει εμπεριστατωμένα σχόλια για αυτό.

                         

                        1. Ομολογία κακής νομοθέτησης

                         

                        Με τη θεώρηση των περιοχών με υψόμετρο άνω των 1.200 μ. αλλά και των οικοτόπων προτεραιότητας των ΕΖΔ, των ΖΕΠ και των Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους ως περιοχών που δεν είναι στο εξής κατάλληλες για την υποδοχή αιολικών εγκαταστάσεων καθώς και με τη θεώρηση όχι μόνο των δασών αλλά και των δασικών εκτάσεων ως περιοχών όπου απαγορεύεται στο εξής η χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων, το υπό εξέταση σχέδιο ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ αποτελεί μία κραυγαλέα και αδιανόητη για κράτος δικαίου δημόσια παραδοχή ότι η επίσημη πολιτική για τις ΑΠΕ όλων των κυβερνήσεων που ηγήθηκαν του τόπου έως και σήμερα υπήρξε εσφαλμένη, ανεπιτυχής και αρνητική -αν όχι και καταστροφική- για τη χώρα, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.

                         

                        Ουσιαστικά, με την απαγόρευση στο εξής της χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε βουνά πάνω 1.200 μ., ΖΕΠ, ΕΖΔ και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αλλά και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις, όλες οι ηγεσίες του ΥΠΕΝ και ο μηχανισμός της δασικής και περιβαλλοντικής διοίκησης της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι σε ένα μεγάλο αναπάντητο «γιατί;» που αφορά το πάκτωμα με τόνους από μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα των βουνών μας, την κάλυψη ατελείωτων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου με φωτοβολταϊκά και τη μεθοδευμένη απώλεια τεράστιου φυσικού κεφαλαίου πολύτιμων, προστατευόμενων οικοτόπων με όλη τους τη βιοποικιλότητα, τα τοπία, τα πλάσματα της χλωρίδας και της πανίδας και τους φυσικούς τους πόρους, που ό,τι και να κάνουμε δεν θα γυρίσουν πίσω ούτε δύνανται σε πολλές περιπτώσεις να αποκατασταθούν.

                         

                        Καταθέτοντας το υπό εξέταση σχέδιο ΚΥΑ στη δημόσια διαβούλευση, η ελληνική πολιτεία μόλις ομολόγησε απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και στην ιστορία, ότι μέχρι σήμερα κακώς έπραττε καθολικά σε βάρος της φύσης, η οποία κατά τη νομοθεσία μας λογίζεται και ως «εθνικό κεφάλαιο» (άρθ. 2 ν. 998/1979), το οποίο θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί με τη δέουσα ευθύνη και τον σεβασμό που της επιβάλλει η συνταγματική υποχρέωση να διαφυλάττει την οικολογική ισορροπία και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα.

                         

                        Απέναντι σε αυτή την τραγική ως προς το συμβολισμό και τις συνέπειές της παραδοχή, εγείρονται αναμφίβολα και σε νομικό επίπεδο μείζονος σημασίας ζητήματα κρατικής ευθύνης για την περιβαλλοντική ζημία που επήλθε στο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας από την μακρόχρονη, συστηματική και παρατεταμένη εφαρμογή πολιτικών, νομοθεσίας και αποφάσεων που οδήγησαν μοναδικά οικοσυστήματα και τον φυσικό πλούτο ευρύτατων περιοχών της χώρας σε ραγδαία υποβάθμιση, οικολογική βλάβη και καταστροφή.

                         

                        Στο πλαίσιο της θεώρησης αυτής, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ακόμα και μαζικών προσφυγών στη δικαιοσύνη και σε κάθε αρμόδιο θεσμικό φορέα από ενεργούς πολίτες, σωματεία, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποκατάσταση κάθε είδους περιβαλλοντικής βλάβης που έχει επέλθει σε οικοσυστήματα και στοιχεία της φύσης συνεπεία της εφαρμογής -ομολογουμένως- αντιπεριβαλλοντικών νομοθετημάτων επί μακρώ και της πλημμελούς ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, επί τη βάσει και της εμβληματικής προς τούτο νομολογίας του ΔΕΚ που έχει κρίνει  ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς ή πλημμελούς μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιό του.

                         

                        Συμπέρασμα

                         

                        Για όλους επομένως τους λόγους που αναλύθηκαν ως άνω, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ που το συνοδεύει κρίνονται μη νόμιμα, επιστημονικώς ατεκμηρίωτα και αντισυνταγματικά και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

                        ———————————————————-

                         

                        Χάρις Γιαννοπούλου

                        Πυρηνική ιατρός

                         

                        Θόρυβος αιολικών εγκαταστάσεων

                        και ανάγκη ειδικού κανονιστικού πλαισίου

                         

                        Ο θόρυβος από τις αιολικές εγκαταστάσεις αποτελεί διεθνώς το σημαντικότερο ζήτημα δημόσιας υγείας που σχετίζεται με τη λειτουργία τους. Η διεθνής βιβλιογραφία, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και η εμπειρία πολλών χωρών καταδεικνύουν ότι η προστασία των κατοίκων από τις επιπτώσεις του θορύβου απαιτεί ειδική και προσεκτική αντιμετώπιση.

                        Ωστόσο, στο προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ, το θέμα του θορύβου αντιμετωπίζεται εξαιρετικά περιορισμένα. Η μοναδική ουσιαστική πρόβλεψη αφορά την εξασφάλιση επιπέδου θορύβου μικρότερου των 45 dB στις μεμονωμένες κατοικίες και στα όρια των οικιστικών δραστηριοτήτων, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                        Το ίδιο το κείμενο της ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι «ειδικότερα όρια θορύβου σχετικά με αιολικές εγκαταστάσεις δεν τίθενται από την κείμενη νομοθεσία», παραπέμποντας στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

                        Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζει τον περιβαλλοντικό θόρυβο ως σημαντικό παράγοντα δημόσιας υγείας και έχει εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες για την προστασία των πληθυσμών από τις επιπτώσεις του θορύβου, συμπεριλαμβανομένου του θορύβου των ανεμογεννητριών. Παράλληλα, οι οδηγίες του ΠΟΥ για τον νυχτερινό θόρυβο θεωρούν ότι επίπεδο Lnight,outside 40 dB αποτελεί τον επιθυμητό στόχο για την προστασία της υγείας, ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ενώ τα 55 dB προτείνονται ως όρο συναγερμού.

                        Η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι οι συχνότερα αναφερόμενες επιπτώσεις από την έκθεση στον θόρυβο των ανεμογεννητριών αφορούν την έντονη ενόχληση (annoyance), τη διαταραχή του ύπνου, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και τα συμπτώματα ψυχολογικής επιβάρυνσης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι σοβαρότερα ενοχλούμενοι κάτοικοι αναφέρουν ότι τα προβλήματα εμφανίζονται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας και στον χώρο του υπνοδωματίου, ενώ η επίμονη ενόχληση έχει συσχετισθεί με αυξημένο στρες και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

                        Η έντονη ενόχληση (high annoyance) από τον θόρυβο δεν αποτελεί απλώς ένα υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας, αλλά αναγνωρίζεται διεθνώς ως δυσμενής επίπτωση στην υγεία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και πλήθος επιδημιολογικών μελετών, η επίμονη ενόχληση συνδέεται με χρόνιο στρες, διαταραχές ύπνου, μείωση της ποιότητας ζωής και πιθανώς με μακροχρόνιες καρδιομεταβολικές επιπτώσεις. Οι διαταραχές ύπνου και η ενόχληση αποτελούν τους κυριότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο περιβαλλοντικός θόρυβος επιδρά στην ψυχική και σωματική υγεία.

                        Αν και δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου «συνδρόμου ανεμογεννητριών», η συσχέτιση μεταξύ θορύβου ανεμογεννητριών, ενόχλησης και διαταραχών ύπνου αναγνωρίζεται ευρέως. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του ζητήματος διεθνώς βασίζεται όχι στην απόδειξη συγκεκριμένης παθολογίας, αλλά βασίζεται κυρίως στην πρόληψη των επιπτώσεων στην υγεία και στην ποιότητα ζωής.

                        Επιπλέον, ο θόρυβος των ανεμογεννητριών παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλες πηγές περιβαλλοντικού θορύβου, όπως η σημαντική παρουσία χαμηλών συχνοτήτων, η μεταβαλλόμενη ένταση και το φαινόμενο διαμόρφωσης πλάτους (amplitude modulation), στοιχεία που δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από την απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου στάθμης θορύβου. Το ζήτημα αυτό έχει επισημανθεί και από ειδικούς επιστήμονες της ακουστικής στη χώρα μας, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανάγκη αξιολόγησης του περιεχομένου συχνοτήτων και της ορθής μεθοδολογίας μέτρησης του θορύβου.

                        Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία του ύπνου, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι για συνεχή νυχτερινό θόρυβο στο εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας τα επίπεδα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 dB(A), ενώ ως στόχος για τη νυχτερινή έκθεση στον εξωτερικό χώρο προτείνεται επίπεδο 40 dB Lnight,outside. Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ περιορίζεται στην απλή αναφορά ενός γενικού ορίου 45 dB, χωρίς ειδική μέριμνα για τη νυχτερινή προστασία και την ποιότητα του ύπνου, παρά το γεγονός ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν μία από τις πλέον τεκμηριωμένες επιπτώσεις της έκθεσης στον θόρυβο των ανεμογεννητριών. Η προστασία του ύπνου δεν αποτελεί απλώς ζήτημα άνεσης ή ευεξίας, αλλά βασική προϋπόθεση διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

                        Κατά συνέπεια, η απλή αναφορά σε όριο 45 dB δεν επαρκεί για την ολοκληρωμένη προστασία της ανθρώπινης υγείας. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο οφείλει να περιλαμβάνει ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, με πρόβλεψη για τη νυχτερινή προστασία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου χαμηλών συχνοτήτων, τη συνεχή παρακολούθηση των πραγματικών επιπέδων θορύβου μετά την εγκατάσταση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύπτουν για τους κατοίκους.

                        Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει αυστηρότερα όρια ή ειδικές ρυθμίσεις για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων. Ενδεικτικά, στη Φινλανδία εφαρμόζεται όριο 40 dB, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας προβλέπονται ακόμη χαμηλότερα επίπεδα για καθαρά οικιστικές ζώνες. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν εξαντλείται στη θέσπιση ενός ενιαίου γενικού ορίου, αλλά απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                        Οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες μεγάλου ύψους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες στις οποίες βασίστηκε μεγάλο μέρος της παλαιότερης βιβλιογραφίας και των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή επανεκτίμηση των διαθέσιμων δεδομένων. Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στους υποήχους (<20 Hz), για τους οποίους αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια έντονη επιστημονική συζήτηση. Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε και στην ειδική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Μαρτίου 2026, με αντικείμενο τις πιθανές επιπτώσεις των χαμηλών συχνοτήτων και των υποήχων από τις σύγχρονες ανεμογεννήτριες. Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων, πρόσφατες εργασίες έχουν αναφέρει συσχετίσεις όχι μόνο σε επιδημιολογικές και παρατηρησιακές μελέτες, αλλά και ευρήματα από πειραματικές μελέτες σε κυτταρικό επίπεδο και σε ανθρώπινο καρδιακό ιστό. Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη πρώιμα και απαιτούν περαιτέρω επιβεβαίωση, ωστόσο αναδεικνύουν ότι η σχετική επιστημονική συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεδομένου ότι ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η πλήρης απουσία αναφοράς στους υποήχους και στις χαμηλές συχνότητες δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού, βασισμένου στην αρχή της προφύλαξης.

                        Η επιστημονική συζήτηση σχετικά με ορισμένες πτυχές του θορύβου των ανεμογεννητριών, ιδίως όσον αφορά τις χαμηλές συχνότητες και ορισμένους πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς, παραμένει ανοικτή. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να δημοσιεύονται νέες εργασίες ακόμη και μέσα στο 2026 καταδεικνύει ότι η επιστημονική συζήτηση όχι μόνο δεν έχει λήξει, αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Δεδομένου ότι το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτή την εξελισσόμενη επιστημονική συζήτηση δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού. Παράλληλα, υπάρχουν και μελέτες που δεν διαπιστώνουν άμεσες επιπτώσεις πέραν της ενόχλησης και των διαταραχών ύπνου. Ωστόσο, η απουσία πλήρους επιστημονικής συναίνεσης δεν αναιρεί την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων, ιδιαίτερα όταν οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, στον ύπνο και στην ψυχική ευεξία έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς.

                         

                        Αρχή της προφύλαξης

                        Η έλλειψη πλήρους επιστημονικής συναίνεσης ως προς όλους τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο θόρυβος των ανεμογεννητριών ενδέχεται να επηρεάζει την υγεία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αδράνειας ή αποδυνάμωσης των μέτρων προστασίας. Αντίθετα, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου και κατοχυρώνεται στο άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν υπάρχουν εύλογες επιστημονικές ενδείξεις για πιθανούς κινδύνους στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον, η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν δικαιολογεί την αναβολή λήψης κατάλληλων προληπτικών μέτρων.

                        Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του θορύβου των αιολικών εγκαταστάσεων. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικές διαφωνίες ως προς ορισμένες ειδικότερες επιπτώσεις, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο θόρυβος των ανεμογεννητριών συνδέεται με αυξημένη ενόχληση, διαταραχές ύπνου και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι επιπτώσεις αυτές, ακόμη και όταν δεν συνιστούν άμεση οργανική βλάβη, αποτελούν ζητήματα δημόσιας υγείας, τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον χωροταξικό σχεδιασμό.

                        Κατά συνέπεια, η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου θορύβου 45 dB. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ οφείλει να ενσωματώνει την αρχή της προφύλαξης και να προβλέπει ειδικό και επικαιροποιημένο κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική γνώση, στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και στην υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει αποτελεσματικά την υγεία, τον ύπνο και την ποιότητα ζωής των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης και τις επιταγές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

                         

                        Ενδεικτική βιβλιογραφία

                         

                        Abbasi M, Monazzam MR, Akbarzadeh A, Zakerian SA, Ebrahimi MH. Impact of wind turbine sound on general health, sleep disturbance and annoyance of workers: a pilot study in Manjil wind farm, Iran. Health and Quality of Life Outcomes. 2015;13:225.

                         

                        Bakker RH, Pedersen E, van den Berg GP, Stewart RE, Lok W, Bouma J. Impact of wind turbine sound on annoyance, self-reported sleep disturbance and psychological distress. Science of the Total Environment. 2012;425:42-51.

                         

                        Dastan M, Dyminski Parente Ribeiro E, Bellut-Staeck U, Zhou J, Lehmann C. Infrasound and Human Health: Mechanisms, Effects, and Applications. Applied Sciences. 2026;16(3):1553.

                         

                        Ellenbogen JM, Kellam CB, Hankard M. Noise-induced sleep disruption from wind turbines: scientific updates and acoustical standards. Sleep. 2024;47:zsad286.

                         

                        Grocott K, Mansour A, Shiels E, Bentley R, Mason K. Mental health effects of exposure to environmental noise at home: A systematic review of potential mediating pathways, 2025.

                         

                        Health Canada. Wind Turbine Noise and Health Study: Summary of Results. Ottawa: Health Canada; 2014.

                         

                        Michaud DS, Feder K, Keith SE, Voicescu SA, Marro L, Than J, et al. Effects of wind turbine noise on self-reported and objective measures of sleep. Sleep. 2016;39(1):97-109.

                         

                        Müller FJ, Leschinger V, Hübner G, Pohl J. Understanding subjective and situational factors of wind turbine noise annoyance. Energy Policy. 2023;173:113361.

                         

                        Onakpoya IJ, O’Sullivan J, Thompson MJ, Heneghan CJ. The effect of wind turbine noise on sleep and quality of life: a systematic review and meta-analysis of observational studies. Environment International. 2015;82:1-9.

                         

                        Pawlaczyk-Łuszczyńska M, Zaborowski K, Dudarewicz A, Zamojska-Daniszewska M, Waszkowska M. Response to Noise Emitted by Wind Farms in People Living in Nearby Areas. International Journal of Environmental Research and Public Health. 2018;15:1575.

                         

                        Radun J, Maula H, Saarinen P, Keränen J, Alakoivu R, Hongisto V. Health effects of wind turbine noise and road traffic noise on people living near wind turbines . Renewable and Sustainable Energy Reviews. 2022;157:112040.

                         

                        Smith MG, Cordoza M, Basner M. Environmental Noise and Effects on Sleep: An Update to the WHO Systematic Review and Meta-Analysis. Environmental Health Perspectives.

                        2022;130(7):76001.

                         

                        Staniek A, Miterska M. Analysis of Noise Generated by Wind Turbines with Reference to Other Low Frequency Noise Sources and Their Possible Impact on Human Health. International Journal of Occupational Medicine and Environmental Health. 2025.

                         

                        Teneler AA, Hassoy H. Health effects of wind turbines: a review of the literature between 2010–2020. International Journal of Environmental Health Research. 2023;33(2):143-157.

                         

                        van Kamp I, van den Berg F. Health effects related to wind turbine sound, including low- frequency sound and infrasound. Acoustics Australia. 2018;46:31-57.

                         

                        Verheijen E, Jabben J, Schreurs E, Smith KB. Impact of wind turbine noise in The Netherlands. Noise and Health. 2011;13(55):459-463.

                         

                        World Health Organization. Night Noise Guidelines for Europe. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2009.

                         

                        World Health Organization. Environmental Noise Guidelines for the European Region. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2018.

                        #13771
                        Σωκράτης Μπαζακης

                          Δεν υπάρχει θέμα συζήτησης. Καμμια άλλη ανεμογεννητρια στο νησί. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα και σε κανένα. Συγγνώμη, δεν θα απολογηθουμε λες και είμαστε κατηγορουμενοι. Δεν θα γίνουμε το Θριασιο των Κυκλάδων και του Αιγαίου. Υπάρχουν τόσες ερημες βραχονησιδες. Ας εγκατασταθουν εκεί. Ζητάμε Την πλήρη εξαίρεση της Άνδρου, την αναθεώρηση του άδικου ορίου των 300 τ.χλμ. και την άμεση κατάργηση της διάταξης που ακυρώνει την προστασία των περιοχών Natura όταν το αιολικό δυναμικό ξεπερνά τα 7.5 m/sec.
                          Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν χρειαζόμαστε καμία νέα ανεμογεννήτρια, καθώς οι ήδη εγκατεστημένες καλύπτουν πλήρως τις ενεργειακές ανάγκες του νησιού μας.

                          #13772
                          Γιάννης Παναγιωτόπουλος

                            Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε το νησί μας με Αιολικά πάρκα, όπως γεμίσατε την Κάριστο και το όρος ΟΧΙ με εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA. Tα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα νησιών, που αυτή την ομορφιά δεν θα επιτρέψουμε να την καταστρέψουν για να πλουτίζουν οι ‘’καρχαρίες’’ των εταιρειών που παίζουν και με τα πετρέλαια και με τις Ανεμογεννήτριες και με τα φωτοβολταϊκά, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα επακολουθήσει…..
                            Ακολουθεί το λινκ με την ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ ΑΠΕ:
                            https://diavgeia.gov.gr/…/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE&#8230;

                            #13762
                            ΛΑΔΑΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ

                              Ως πολίτης, συντάσσομαι απόλυτα με τα επιστημονικά στοιχεία και το κοινό ψήφισμα που κατέθεσε η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα για τον Βενέτικο. Απαιτούμε την εξαίρεση του ποταμού Βενέτικου από τον σχεδιασμό των ΜΥΗΕ, την απόλυτη προστασία του και την εκπόνηση συνολικής σωρευτικής μελέτης επιπτώσεων.
                              Επι πλεον:
                              Στα πλαίσια των ευθυνών τους, κυβέρνηση ,πρωθυπουργός υπουργοί κτλ και σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα, την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Νομοθεσία, τις Αρχές και τους Κανονισμούς της Βιώσιμης και Αειφόρου Διαχείρισης, της Προστασίας του Ιστορικού, Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Αποθέματος της Χώρας να ακυρώσουν άμεσα οποιαδήποτε παρέμβαση αλλαγής του χαρακτήρα του, οποιαδήποτε εκμεταλλευτική δράση και ενεργειακή αδειοδότηση στο σύνολο της λεκάνης και στο σύνολο του υδάτινου συστήματος του Βενέτικου ποταμού.
                              Το σύνολο του συστήματος (λεκάνη, ποταμός και των διασυνδεόμενων με αυτό στοιχεία), καθώς και όλων των προτάσεων και των συσχετιζόμενων με αυτό δράσεων οφείλουν να τύχουν Συνολικής (Ολιστικής) Μελέτης μετά από σχετικό διεθνή διαγωνισμό και η οποία θα παρουσιασθεί αναλυτικά στην Τοπική Κοινωνία και θα τεθεί σε διεξοδική διαβούλευση για την τελική υιοθέτηση
                              “Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΤΟΜΙΚΗ Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ/ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ!
                              ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΟΡΙΣΜΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ/ΟΦΕΛΟΥΣ
                              Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟ ΈΘΝΟΣ, ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.
                              Η ΜΟΝΗ ΖΩΝΤΑΝΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΑΟΣ, ΜΕ ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ (ΩΣ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ/ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ).

                              #13727
                              Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητος – Μαρία Καραμανώφ

                                Αθήνα, 18 Ιουνίου 2026
                                Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
                                στη Δημόσια Διαβούλευση επί του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου
                                για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας
                                και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού

                                ———————————————————-
                                Μαρία Καραμανώφ
                                Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
                                Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
                                Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  (εφεξής Νέο Πλαίσιο) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως νέα και βελτιωμένη έκδοση του ήδη ισχύοντος (εφεξής Παλαιό Πλαίσιο). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε νέο αλλά ούτε και έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον γνήσιο επιστημονικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στην ουσία αποτελεί νομιμοποίηση και παράταση των ρυθμίσεων του Παλαιού Πλαισίου, ενώ παράλληλα πάσχει τις ίδιες -και σε ορισμένες περιπτώσεις μείζονες- νομικές πλημμέλειες με αυτό.

                                Ειδικότερα,

                                Α. Μεταβατικές διατάξεις.

                                Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει Νέο Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 Παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα ήδη από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τάξει προθεσμία δύο μηνών για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, η χώρα μας ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να εγκρίνονται σωρηδόν έργα ΑΠΕ στηριζόμενα σε Ειδικό Πλαίσιο που αποδεδειγμένα δεν έχει ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Με τη θέσπιση του προτεινόμενου Νέου Πλαισίου, η παρανομία αυτή παρατείνεται επ’ αόριστον δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου Δεύτερου αυτού. Σύμφωνα με αυτές,

                                α) Οι λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος του Νέου Πλαισίου εγκαταστάσεις ΑΠΕ εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού του Νέου Πλαισίου, ακόμα δηλαδή και αν αντιβαίνουν σε αυτές.

                                β) Άδειες εγκατάστασης που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί, τροποποιούνται και ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

                                γ) Εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) συνεχίζουν να ισχύουν, να τροποποιούνται και να ανανεώνονται και τα σχετικά έργα να λαμβάνουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, μπορούν δε ακόμα και να επεκτείνονται αν το ποσοστό της επιφάνειας επέκτασης δεν υπερβαίνει το 50% της αρχικής.

                                Το ίδιο ισχύει και για τις ΑΠΕ που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) καθώς και για ΑΠΕ για τις οποίες δεν απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ακόμα και οι φάκελοι ΜΠΕ έργων ΑΠΕ που έχουν απλώς υποβληθεί και λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας μέχρι 20 Μαΐου 2026 αξιολογούνται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Παλαιού Πλαισίου.

                                Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε περιοχές όπου το Νέο Πλαίσιο φαίνεται καταρχήν να θεσπίζει απαγορευτικές διατάξεις αυστηρότερες από το Παλαιό (λ.χ. περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οικότοποι προτεραιότητας ΕΖΔ του δικτύου Natura, ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας των υδάτων κολύμβησης κλπ.), οι απαγορεύσεις αυτές θα έχουν έδαφος εφαρμογής μόνο στο απώτερο μέλλον, αφού δηλαδή θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί και υλοποιηθεί σύμφωνα με το Παλαιό Πλαίσιο όλα τα έργα που βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και στο πρώιμο στάδιο της τυπικής υποβολής φακέλου. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό ισοδυναμεί με την άποψη λ.χ. ότι αν ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην αγορά αποδειχθεί εκ των υστέρων επικίνδυνο για την υγεία, ναι μεν θα πρέπει να απαγορευτεί για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να  εξακολουθήσει  νομίμως να συνταγογραφείται μέχρις ότου εξαντληθούν τα αποθέματα των εταιρειών που το παράγουν και το εμπορεύονται, προκειμένου να προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και οι επιχειρηματικές τους προσδοκίες.

                                Όπως προκύπτει από τον επίσημο χάρτη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας έχει ήδη καταληφθεί ή πρόκειται να καταληφθεί από ΑΠΕ που βρίσκονται σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Πλαισίου, η αδειοδότηση και η υλοποίηση όλων αυτών των έργων ΑΠΕ θα προχωρήσει κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού καθεστώτος του Παλαιού Πλαισίου, είναι προφανές ότι η θέσπιση του Νέου Πλαισίου αποτελεί στην ουσία μια ευρηματική μέθοδο επ’ αόριστον παράτασης της ισχύος του Παλαιού και νομιμοποίησης των νομικών του πλημμελειών.

                                 

                                Β. Ουσιώδεις πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου

                                Ο σχολιασμός και η αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Πλαισίου που στερούνται επιστημονικού υποβάθρου και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, θα απαιτούσε τη σύνταξη πονήματος αντίστοιχου μεγέθους και χρόνο ο οποίος προδήλως δεν παρέχεται, αφού η δοθείσα προς διαβούλευση χρονική προθεσμία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε μερικές μόνο αλλά θεμελιώδεις πλημμέλειες  του Πλαισίου.

                                Ανεξάρτητα από τις μεταβατικές του διατάξεις, το Νέο Πλαίσιο, εξεταζόμενο αυτό καθ’ εαυτό, επαναλαμβάνει τα ουσιώδη σφάλματα του Παλαιού διότι, μεταξύ άλλων,

                                α) δεν πληροί τις απαιτούμενες επιστημονικές προδιαγραφές του χωροταξικού σχεδιασμού στο επίπεδο εκπόνησης Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου,

                                β) δεν λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ούτε καν ασχολείται με τα κρίσιμα επιστημονικά ζητήματα σχετικά με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ, τα οποία έχουν ανακύψει και ερευνώνται από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κατά την τελευταία 15ετία.

                                 

                                1. Συμβατότητα του Νέου Πλαισίου προς τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης

                                Στο κεφάλαιο της εξέτασης των εναλλακτικών δυνατοτήτων, το Νέο Πλαίσιο αναφέρει ότι επέλεξε το σενάριο της επικαιροποίησης του Παλαιού στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, προκειμένου να λάβει υπόψη του τη διαμορφωμένη σήμερα κατάσταση (υφιστάμενες συγκεντρώσεις ΑΠΕ, περιοχές με αυξημένη ζήτηση κλπ.), και τις τυχόν επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.

                                Στην πραγματικότητα έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούν οι αρχές του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, αφού το πολυσέλιδο περιεχόμενό του εξαντλείται: α) σε μακροσκελή έκθεση των καλών του προθέσεων, β) σε εκτενή παράθεση νομικών κειμένων και εγκυκλοπαιδικών περιγραφών και γενικών πληροφοριών σε σχέση με τους υδάτινους πόρους, την κατάσταση της ατμόσφαιρας, το πολιτιστικό περιβάλλον, το ακουστικό περιβάλλον κλπ., και γ) σε ανακοίνωση των ρυθμίσεών του, οι οποίες ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες του Παλαιού, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (λ.χ. περιοχές επιτάχυνσης, μονάδες αποθήκευσης, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, θαλάσσια αιολικά κλπ.) το επιδεινώνουν.

                                Ελλείπει παντελώς το πράγματι ζητούμενο από ένα βιώσιμο ειδικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα θεσπίζεται μετά από δεκαοκταετή εφαρμογή του διαπιστωμένα πλημμελούς Παλαιού και όφειλε προεχόντως και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της πρόληψης της προφύλαξης και της αποκατάστασης: α) να αποκαταστήσει τις καταστροφές και αλλοιώσεις που επέφερε στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον το Παλαιό, β) να εμποδίσει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και γ) να προφυλάξει από τους βέβαιους και σοβαρούς, αλλά άγνωστους προς το παρόν ως προς το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους, κινδύνους για τη ζωή και την υγεία που συνεπάγονται ορισμένες νέες προβλέψεις του σχεδίου (π.χ. μπαταρίες αποθήκευσης).

                                Σε γενικές γραμμές επισημαίνεται ότι τα συμπεράσματα του Νέου Πλαισίου ως προς τη συμβατότητα των ρυθμίσεών του προς τις ανωτέρω αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης συνάγονται αυθαίρετα ως οιονεί αυταπόδεικτα, εφόσον:  α) δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα για την τρέχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος τα οποία να έχουν συλλεγεί μετά από πλήρη επιτόπια έρευνα στις επιμέρους περιοχές της χώρας,  και  β) δεν αναφέρεται η έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία με βάση την οποία η ΣΜΠΕ κατέληξε στα συμπεράσματά της σε σχέση με το μέγεθος και την ένταση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο περιβάλλον, τα οποία διατυπώνονται μονολεκτικά (πολύ πιθανό/λιγότερο πιθανό, μικρή/μέτρια/μεγάλη/μηδενική, πρωτογενής/δευτερογενής κλπ.) και συμπληρώνονται από γενικούς αφηγηματικούς πίνακες.

                                Είναι γεγονός ότι στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης και αντικείμενο των σχετικών Οδηγιών. Παράλληλα όμως, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ενσωμάτωσης του κριτηρίου της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία έχει θεσπιστεί με το Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 11 της ΣΛΕΕ), η χωροθέτηση και λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ θεωρείται εξ ορισμού ως δραστηριότητα που προκαλεί σοβαρότατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία εκτίμησης ως προς τις επιπτώσεις της σε καθένα από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                                Εξάλλου είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση, όπως προσδιορίζεται επίσημα από τον ΟΗΕ (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος της UNEP), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει τρεις βασικές διαστάσεις: την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση, οι οποίες είναι αλληλένδετες, αλληλοτροφοδοτούμενες και σε άμεση σχέση με την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Τα εννέα πλανητικά όρια, δηλαδή οι πλανητικοί περιορισμοί που εξασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση και ευημερία του ανθρώπου, δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή αλλά περιλαμβάνουν και την ακεραιότητα της βιόσφαιρας, τη γενετική και λειτουργική βιοποικιλότητα, τις γεωχημικές ροές που αφορούν τον κύκλο του αζώτου και του φωσφόρου, την αλλαγή χρήσεων γης, την οξίνιση των ωκεανών, το ατμοσφαιρικό φορτίο αερολυμάτων, την καταστροφή της στιβάδας του όζοντος, τη χρήση γλυκού νερού και τη χημική ρύπανση. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεπεράσει τα έξι από τα όρια αυτά, στη δε Ελλάδα τα επτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατανάλωση επιφανειακού και υπόγειου γλυκού νερού, οι αλλαγές στη χρήση γης και το οικολογικό αποτύπωμα. Παρά ταύτα, τόσο οι συζητήσεις όσο και τα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της συνολικής και πολυδιάστατης περιβαλλοντικής κρίσης μέτρα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ εξίσου σημαντικές πτυχές και ιδίως εκείνες που επηρεάζονται σοβαρά από την εγκατάσταση των ΑΠΕ, δηλαδή η απώλεια βιοποικιλότητας, ο κατακερματισμός των οικοτόπων, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση ελεύθερου εδάφους και η διατάραξη της ροής των υπόγειων και υπέργειων υδάτων υποβαθμίζονται συστηματικά.

                                Σύμφωνα με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία και τεκμηριωμένες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες προκαλεί η παραγωγή, μεταφορά, εγκατάσταση, λειτουργία και απεγκατάσταση των ΑΠΕ κάθε είδους, και ιδίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (δάση, βιοποικιλότητα, ελεύθερη γη, μικροκλίμα, γεωργική και κτηνοτροφική γη, ροή των υδάτων κ.λπ.) είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται αρνητικά. Εξάλλου, η συμβολή των ΑΠΕ στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού ότι αντισταθμίζει τα οφέλη από την αντίστοιχη φυσική διαδικασία απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα που επιτελούν τα δάση και τα θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί απορροφητήρες των αερίων του θερμοκηπίου.  Στη χώρα μας όμως αυτά ακριβώς τα στοιχεία πλήττονται σοβαρά και η λειτουργία τους εξουδετερώνεται από την αθρόα εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών σε δάση και αναδασωτέα, ήδη δε, όπως προβλέπει πλέον το Νέο Πλαίσιο, και στον παράκτιο θαλάσσιο χώρο.

                                Πέρα από τα δάση και τις θαλάσσιες ποσειδωνίες, η αντικατάσταση της βλάστησης και του εδάφους από αδιαπέραστες επιφάνειες που σχετίζονται με τα αιολικά πάρκα μειώνει τη δέσμευση άνθρακα και αυξάνει τις εκπομπές άνθρακα μέσω της απώλειας βιομάζας και της αύξησης της διάβρωσης του εδάφους. Όπως αναφέρει, λ.χ., μελέτη που αφορά τη Σκωτία, η εγκατάσταση 3.848 ανεμογεννητριών οδήγησε σε επιπρόσθετες εκπομπές 4,9 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ακριβώς λόγω της αλλαγής των χρήσεων γης και της μη εδαφικής αποθήκευσης. Το ανωτέρω παράδειγμα αναφέρεται εδώ ενδεικτικά για να επισημανθεί ότι πολλά ανάλογα ζητήματα τίθενται επιτακτικά στη διεθνή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, να έχει λάβει θέση απέναντι στα ζητήματα αυτά, είτε τα δέχεται είτε τα απορρίπτει, και να έχει δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις προκειμένου να προσδώσει στις ρυθμίσεις του το αναγκαίο επιστημονικό κύρος.

                                Το προτεινόμενο Νέο Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αποτελεί τη βασική απόφαση του Ελληνικού κράτους όσον αφορά την επιθυμητή ένταση της βιομηχανικής αυτής δραστηριότητας και την ορθολογική κατανομή της στην ελληνική επικράτεια. Οι ρυθμίσεις του συνιστούν το αναγκαίο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθεί, στο επόμενο στάδιο, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Οφείλει, ως εκ τούτου, να ενσωματώνει το κριτήριο της συνολικής προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας (άρθρο 24 του Συντάγματος) και να λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν προκύψει τα χρόνια που μεσολάβησαν από την έγκριση του Παλαιού όσον αφορά τις διαπιστωθείσες κατά το διάστημα αυτό σοβαρές επιπτώσεις των ΑΠΕ σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                                 

                                1. Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                                Η Ελλάδα έχει ήδη εκπληρώσει τις ενωσιακές της υποχρεώσεις ως προς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, η δε παραγόμενη τη στιγμή αυτή ανανεώσιμη ενέργεια είναι πλεονάζουσα και συχνά αδυνατεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα π.χ. με στοιχεία που περιλαμβάνει Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το σύνολο της ισχύος των ΑΠΕ που λειτουργούν (άδεια λειτουργίας) ή είναι σε φάση κατασκευής (άδεια εγκατάστασης) είναι 6,82 GW, έχοντας επιτύχει κατά 77% τον στόχο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το 2030 (8,9 GW). Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο, με τις αιτήσεις για άδεια παραγωγής να φτάνουν τα 33,16 GW. Αθροιστικά, μαζί με τους Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) που λειτουργούν ή έχουν άδεια εγκατάστασης, η ισχύς τους είναι τριπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 και διπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2050. Αν υπολογιστούν όλες οι αιτήσεις μαζί (42,25 GW), η ισχύς θα ξεπεράσει τρεις φορές το στόχο του ΕΣΕΚ για τους ΑΣΠΗΕ το έτος 2050.

                                Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Η απάντηση είναι αναγκαία κατά μείζονα λόγο διότι, όπως έχει ήδη λεχθεί επίσημα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά στην αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου με την πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτες χώρες. Είναι εξάλλου τουλάχιστον αντιφατικό και οξύμωρο να εντείνεται η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και η αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού πλούτου και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με το πρόσχημα της απελευθέρωσης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ την ίδια στιγμή εγκρίνεται και υλοποιείται εθνική πολιτική εντατικών εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στα πολύτιμα οικοσυστήματα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το νέο Πλαίσιο όφειλε να δώσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, δεδομένου ιδίως ότι η Ελλάδα, η επίδραση της οποίας στην κλιματική αλλαγή του πλανήτη είναι κάτι λιγότερο από αμελητέα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα hotspot βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.

                                 

                                1. Η φέρουσα ικανότητα της χώρας αντέχει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                                Το Νέο Πλαίσιο, όπως ακριβώς και το Παλαιό, δεν πληροί τις επιστημονικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Αντικείμενο κάθε χωρικού σχεδίου στο επίπεδο Ειδικού Πλαισίου για τη χωροθέτηση μιας βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, είναι η τεκμηριωμένη επιστημονική διακρίβωση της φέρουσας ικανότητας κάθε συγκεκριμένου οικοσυστήματος της χώρας να υποστηρίξει τη δραστηριότητα αυτή, χωρίς να υποβαθμίζεται η ισορροπία των στοιχείων του και η ικανότητά του να την αποκαθιστά με φυσικές διεργασίες στο διηνεκές. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας προδήλως δεν είναι η γεωγραφική διάκριση της χώρας σε ηπειρωτική, νησιωτική και θαλάσσια ούτε η διοικητική διάκριση σε Περιφέρειες, πολλώ μάλλον σε ΟΤΑ και δημοτικές ενότητες αυτών. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας είναι το κάθε οικοσύστημα, τα όρια του οποίου δεν προσδιορίζονται κατά τη βούληση του μελετητή, αλλά είναι αντικειμενικά και καθορίζονται με βάση τα φυσικά του χαρακτηριστικά (λεκάνη απορροής, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα κ.λπ.).

                                Η οριοθέτηση ενός οικοσυστήματος αποτελεί στην ουσία την επιστημονική διαπίστωση ενός αντικειμενικού πραγματικού γεγονότος, ότι δηλαδή τα στοιχεία του αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα, μια ξεχωριστή οντότητα, η οποία λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε ως εκ τούτου, αφενός μεν, να περιλαμβάνει τεκμηριωμένη καταγραφή των οικοσυστημάτων της ελληνικής επικράτειας και, αφετέρου,  να υπολογίζει το μέγεθος των αλλοιώσεων και καταστροφών που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους, προκειμένου να αποδείξει, στηριζόμενο σε έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία, τη βασική του θέση, ότι δηλαδή το κάθε ένα από τα οικοσυστήματα αυτά έχει την ικανότητα να αντέξει την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς να υποβαθμιστεί.

                                Η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος προφανώς δεν ερευνάται μόνο σε σχέση με την εξεταζόμενη κάθε φορά ανθρώπινη δραστηριότητα που προτίθεται να εγκατασταθεί εκεί (λ.χ. ΑΠΕ, τουρισμός, βιομηχανία, εξορύξεις, υδατοκαλλιέργειες κ.λπ.). Αντίθετα, όλες οι υπάρχουσες ήδη δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες για το μέλλον, πρέπει να συνεκτιμώνται συνδυαστικά, αθροιστικά και σε βάθος χρόνου, προκειμένου να εξακριβωθεί το μέτρο της πρόσθετης επιβάρυνσης που είναι ικανό να δεχτεί το συγκεκριμένο οικοσύστημα, έτσι ώστε η ισορροπία των στοιχείων του να μην κλονίζεται και να δύναται να αποκατασταθεί με φυσικές διαδικασίες. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια τα οικοσυστήματα έχουν δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επίθεση από σειρά εντατικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος να υποδεχθεί εγκατάσταση ΑΠΕ ενδέχεται να είναι και μηδενική. Παρά ταύτα το Νέο Πλαίσιο χαρακτηρίζει ολόκληρη τη χώρα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ, στην περίπτωση δε των περιοχών επιτάχυνσης χωρίς καν περιβαλλοντική αδειοδότηση.

                                Το Νέο Πλαίσιο θεσπίζεται σε μία κρίσιμη για το περιβάλλον στιγμή, κατά την οποία η εντατική εξάπλωση των ΑΠΕ, ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, σε ολόκληρη την επικράτεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ορεινή, πεδινή, τώρα πλέον και στο θαλάσσιο χώρο, έχει ήδη υποβαθμίσει σοβαρά τα οικοσυστήματα, δασικά και μη, καθώς και τη βιοποικιλότητα, έχει διαταράξει τα υπόγεια και υπέργεια ύδατα, έχει τροποποιήσει το μικροκλίμα, έχει εκτοπίσει την πρωτογενή παραγωγή και αλλοιώσει δραματικά το τοπίο. Ενδεικτικά επισημαίνεται π.χ.  ότι, όσον αφορά το κρίσιμο για την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη πρόβλημα της σφράγισης του ελεύθερου εδάφους, σύμφωνα με Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2023), στην Ελλάδα η δέσμευση γης, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής γης από την κατασκευή αιολικών πάρκων, είναι σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεδομένου ότι το μέγεθος των ανεμογεννητριών έχει σήμερα αυξηθεί εκθετικά με ύψος άνω των 200 μέτρων, η μεταφορά τους μέσα από δύσβατες και δυσπρόσιτες ορεινές και δασικές περιοχές απαιτεί την κατασκευή εκτεταμένου νέου οδικού δικτύου το οποίο σφραγίζει μεγάλες εκτάσεις ελεύθερου εδάφους, ιδίως σε δάση και ορεινούς όγκους.

                                Πέρα από τις συνέπειες της απεριόριστης εγκατάστασης ΑΠΕ, το περιβάλλον της χώρας έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σοβαρά από πλήθος άλλων δραστηριοτήτων με σοβαρές επιπτώσεις, όπως η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι εξορύξεις κλπ., οι οποίες όμως πρέπει να συνεκτιμώνται πριν αποφασισθεί η περαιτέρω αύξηση της έντασης των ΑΠΕ.

                                Πάρα ταύτα και κατά παράβαση όλων των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Νέο Πλαίσιο επαναλαμβάνει σε σχέση με τη φέρουσα ικανότητα την ίδια αδόκιμη και αντιεπιστημονική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει και το Παλαιό.  Ως εκ τούτου, αντί να διακρίνει τη χώρα σε οικοσυστήματα και να εκτιμήσει μετά από επιστημονική μελέτη σύμφωνα με έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία τη φέρουσα ικανότητα ενός εκάστου εξ αυτών (είχε άλλωστε στη διάθεσή του δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να το πράξει), χαρακτήρισε με τρόπο οριζόντιο ολόκληρη τη χώρα, πλην γενικών εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ. Η διάκριση της επικράτειας σε τρεις βασικές κατηγορίες (ηπειρωτική χώρα, νησιωτική χώρα και θαλάσσιος χώρος), για τις οποίες άλλωστε προβλέπονται οι ίδιες περίπου προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ΑΠΕ, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μία από τις περιοχές αυτές περιλαμβάνει πλήθος εντελώς διαφορετικών οικοσυστημάτων, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από άποψη φέρουσας ικανότητας, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όσο και λόγω των καταστροφών και επιβαρύνσεων που έχει ήδη υποστεί.

                                Προκειμένου να στηρίξει τις επιλογές του, το Νέο Πλαίσιο διαστρεβλώνει πλήρως την επιστημονική έννοια της φέρουσας ικανότητας, την οποία προσδιορίζει με βάση το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής και την υπολογίζει με πλαίσιο αναφοράς όχι το οικοσύστημα αλλά το εντελώς απρόσφορο κριτήριο της διοικητικής διαίρεσης της χώρας σε ΟΤΑ, και μάλιστα σε δημοτικές ενότητες αυτών.

                                Η εδαφική έκταση ενός ΟΤΑ προδήλως δεν έχει καμία σχέση ούτε συμπίπτει με τα όρια των οικοσυστημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, τα οποία μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα και καθένα από τα οποία μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση ως προς τη φέρουσα ικανότητά του. Και όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το νέο Πλαίσιο διαπράττει το θεμελιώδες επιστημονικό, αλλά και κατά κοινή λογική αδιανόητο, σφάλμα να υπολογίζει τη φέρουσα ικανότητα με κριτήριο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του εδάφους σε επίπεδο ΟΤΑ και μάλιστα όχι στο σύνολό του Δήμου αλλά σε κάθε δημοτική ενότητα αυτού. Με τα δεδομένα αυτά είναι ανάξιο οποιουδήποτε επιστημονικού σχολιασμού το πρόσθετο γεγονός ότι τα ανεκτά όρια της επιβάρυνσης καθορίζονται από το Νέο Πλαίσιο με τρόπο οριζόντιο για όλους τους ΟΤΑ της χώρας και δη αριθμητικά, με συγκεκριμένα, άγνωστης έμπνευσης και τεκμηρίωσης, νούμερα (π.χ.  8% της έκτασης της δημοτικής ενότητας για περιοχές αιολικής προτεραιότητας, 5% για περιοχές αιολικής καταλληλότητας και, προφανώς κατ’ επιείκεια, 4% για τη Μονεμβασιά, την Αράχωβα, την Κάρυστο και το Καρπενήσι). Τα ποσοστά αυτά δύνανται μάλιστα να αυξηθούν μέχρι 50% αν συμφωνεί το εντελώς αναρμόδιο για το θέμα αυτό Δημοτικό Συμβούλιο!

                                 

                                1. <h4> Ειδικότερες Πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου (ενδεικτικά)</h4>

                                Εξαιρέσεις

                                Η μέθοδος της θέσπισης γενικών εξαιρέσεων για περιοχές που εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες (υγρότοποι Ramsar, αρχαιολογικοί χώροι κλπ.), είναι εντελώς απρόσφορη και ανεπαρκής. Ούτως η άλλως, οι εξαιρέσεις αναφέρονται μόνο σε περιοχές με ήδη θεσμοθετημένο καθεστώς προστασίας, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες σε σχέση με τις περιοχές τις οποίες το κράτος, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προστατευτέα χαρακτηριστικά, έχει παραλείψει επίμονα και συστηματικά να υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας (οικότοποι, τοπία κ.λπ.). Παράλληλα, ακόμα και για τις περιοχές αποκλεισμού, προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης τους από την εξαίρεση, (π.χ. αποκλείεται μεν η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ. εκτός αν εξυπηρετούνται δημόσιες υποδομές (π.χ. αφαλάτωση) η κρίνονται αναγκαίες για την ασφάλεια του συστήματος).

                                Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη γενικών εξαιρέσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική παράλειψη του Νέου Πλαισίου να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής της χώρας ούτε δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.

                                Τοπίο

                                Ως βασικό κριτήριο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο τοπίο λαμβάνεται ο οπτικός ορίζοντας του παρατηρητή, η δε προστασία εξαντλείται στη θέσπιση αυθαίρετα υπολογιζόμενων ελάχιστων αποστάσεων των ΑΠΕ από θεσμοθετημένα σημεία θεωρούμενα ως ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (6 χλμ. από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, 0,8 χλμ. από πυρήνες εθνικών δρυμών και μνημείων της φύσης, 2 χλμ. από οικισμούς, 6 χλμ. από θεσμοθετημένους παραδοσιακούς οικισμούς κλπ.)

                                Είναι προφανές ότι το Νέο Πλαίσιο παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με την οικεία επιστήμη, το τοπίο είναι μέγεθος προσδιοριζόμενο αντικειμενικά με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ( γεωμορφολογία, όγκοι, βλάστηση, χρώματα κλπ.) Η προστασία επιβάλλεται ως προς κάθε συγκεκριμένο τοπίο, εξεταζόμενο αυτό καθεαυτό, και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη τυχόν παρατηρητή. Άλλωστε η επιβαλλόμενη από τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασία του τοπίου και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς προδήλως δεν περιορίζεται μόνο στα τοπία που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το Νέο Πλαίσιο.

                                Είναι αυτονόητο ότι η προστασία των τοπίων δεν διασφαλίζεται μόνο με τη θέσπιση ελάχιστης απόστασης των ΑΠΕ από αυτά, η οποία στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και οριζόντιο,  χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη των ελληνικών τοπίων τόσο κατά κατηγορία (ορεινά, νησιωτικά, δασικά κλπ.), όσο και ανά περιοχή, ώστε να θεσπιστούν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για το καθένα από αυτά.

                                Ο περιορισμός της προστασίας μόνο σε τοπία που διαθέτουν νομικό χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι εντελώς απρόσφορος και ανεπαρκής. Ελάχιστα μόνο από τα πολυάριθμα αξιόλογα και ποικιλόμορφα τοπία της χώρας έχουν τύχει του προσήκοντος χαρακτηρισμού ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους λόγω της γνωστής παράλειψης της Πολιτείας να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς τούτο.

                                Προστασία των νησιών

                                Η διάκριση των νησιών ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ με βάση το εμβαδόν τους, άνω ή κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι απολύτως αδόκιμη σε σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένου νησιού να υποδεχθεί ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται από το εμβαδόν του, αλλά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα τοπικά οικοσυστήματα, το τοπίο, την πολιτιστική του φυσιογνωμία κ.λπ.

                                Αποκατάσταση

                                Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, (ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών), και της διαχείρισης των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του σύντομου χρόνου ζωής τους, το Νέο Πλαίσιο αποφεύγει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Υιοθετώντας τη μυστηριώδη διατύπωση «Επιχειρείται η διαπραγμάτευση των όρων κυρίως μέσα από τη διάγνωση της σημαντικότητάς τους στη φάση αδειοδότησης» ουσιαστικά αντιπαρέρχεται το μείζον αυτό πρόβλημα και το μεταθέτει σε εκείνο ακριβώς το επίπεδο όπου δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί, δηλαδή της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αναθέτει στην ευχέρεια της αδειοδοτικής αρχής να ζητήσει από τον εκάστοτε  επιχειρηματία να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό Ρυθμιστικό Πλαίσιο ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων, (λ.χ.  εγγυητικής επιστολής) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

                                Πλην όμως η έγκαιρη παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων είναι απολύτως αναγκαία. Όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή πρακτική, κατά κανόνα ο υπεύθυνος για την αποκατάσταση φορέας του έργου ΑΠΕ είτε δεν υφίσταται ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο είτε, πάντως, επικαλείται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις μεγάλες δαπάνες των εργασιών αποξήλωσης, μεταφοράς και διαχείρισης των αποβλήτων. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται κανονιστικό πλαίσιο το οποίο να ρυθμίζει τα ανωτέρω ζητήματα ούτε προβλέπονται κατάλληλοι χώροι για την εναπόθεση και διαχείριση των παροπλισμένων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Δεν έχει χωροθετηθεί καμία εγκατάσταση υποδοχής των αποβλήτων ούτε υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ικανός να ανακυκλώσει τα ανακυκλώσιμα τμήματα αυτών, ενώ το κόστος μεταφοράς στο εξωτερικό είναι τεράστιο. Προκειμένου, π.χ. περί των ανεμογεννητριών, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια ότι οι παροπλισμένες ανεμογεννήτριες εγκαταλείπονται ήδη επιτόπου ή σε άτυπες αποθέσεις, δημιουργώντας πρόσθετα σοβαρότατα προβλήματα στις αντίστοιχες περιοχές. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι για τις τεράστιες υπόγειες βάσεις στήριξης των ανεμογεννητριών δεν υπάρχει ούτε νομική υποχρέωση αλλά ούτε και αντικειμενική δυνατότητα απομάκρυνσής τους από το υπέδαφος, γεγονός που έχει ολέθριες συνέπειες για τα υπόγεια ύδατα, το μικροκλίμα και την όλη λειτουργία του οικοσυστήματος στο οποίο αυτές έχουν εγκατασταθεί.

                                 

                                Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης

                                Η επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο άσβεστων πυρκαγιών, αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών αλλά και πικρή εμπειρία αρκετών κρατών. Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Νέο Πλαίσιο ουδέν διαλαμβάνει. Προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές, οι λεγόμενες   μπαταρίες αποθήκευσης, μπορούν να εγκαθίστανται οπουδήποτε, ακόμα και σε επαφή με οικισμούς, με μόνο περιορισμό την τήρηση της ελάχιστης απόστασης των 500 μέτρων από ορισμένες περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς ή δίκτυα τεχνικών υποδομών.

                                 

                                Ενδεικτική Βιβλιογραφία

                                «European Landscape Convention», Council of Europe (CoE), Florence, 2000
                                CETS 176 – Draft European Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol

                                Council of Europe Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol (Council of Europe Treaty Series No. 176) (2022)

                                N. 3827/2010 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου» (ΦΕΚ Α’30/2010)

                                Council of Europe (2011). Landscape and Wind Turbines, Report, 6th Council of Europe Conference on the European Landscape Convention, Strasbourg, 3-4 May 2011 (21 March 2011, CEP-CDPATEP, 11E)

                                Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (EE L 206 της 22.7.1992)

                                Καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-849/19) για πλημμελή προστασία της βιοποικιλότητoς και μη θέσπιση των στόχων και μέτρων διατήρησης των φυσικών οικοτόπων (μη συμμόρφωση με την Oδηγία 92/43/ΕΟΚ)

                                Αιτιολογημένη γνώμη (INFR(2014)4073) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα, για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura σε σχέση με τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων

                                «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)» (ΦΕΚ Β’4893/19.12.2024)

                                «Ειδική Έκθεση για τις ΑΠΕ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» (“Renewable Energy Sources and Climate Change Mitigation”), Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC), 2012

                                «Climate Change 2021 – The Physical Science Basis», Sixth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), 2021
                                https://www.ipcc.ch/report/ar6/wg1/downloads/report/IPCC_AR6_WGI_SPM_final.pdf

                                «What is the Triple Planetary Crisis?» United Nations Framework Convention on Climate Change (UNFCCC), 2022
                                https://unfccc.int/news/what-is-the-triple-planetary-crisis

                                «A planet that sustains everyone, everywhere», Inger Andersen, Briefing to Permanent Missions to the United Nations, 21 March 2023
                                https://www.unep.org/news-and-stories/speech/planet-sustains-everyone-everywhere

                                «Towards UNEA-6: Multilateral solutions to triple planetary crisis», Sixth session of the United Nations Environment Assembly (UNEA-6), United Nations Environment Programme (UNEP), Nairobi, Kenya, 26 February – 1 March 2024
                                https://www.unep.org/news-and-stories/speech/towards-unea-6-multilateral-solutions-triple-planetary-crisis

                                «Outcomes of UNEA-6»
                                https://www.unep.org/environmentassembly/unea6/outcomes

                                https://docs.un.org/en/UNEP/EA.6/RES.13

                                «Tackling the “triple environmental crisis” and building forward from the COVID-19 pandemic», World Health Organization (WHO), 7 July 2023
                                https://www.who.int/poland/multi-media/details/tackling-the–triple-environmental-crisis–and-building-forward-from-the-covid-19-pandemic

                                «Summary for Policymakers of the Global Assessment Report on Biodiversity and Ecosystem Services of the Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services», Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services (IPBES), 2019
                                https://www.un.org/sustainabledevelopment/blog/2019/05/nature-decline-unprecedented-report/

                                «Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας – οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής», Μουσείο Γουλανδρή – Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων, 2011

                                «Το Κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας», Α. Λεγάκης, Π. Μαραγκού, Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία (2009)

                                «Decommissioning of Onshore Wind Turbines», WIND EUROPE, 2020
                                https://windeurope.org/intelligence-platform/product/decommissioning-of-onshore-wind-turbines/

                                Torres, J. F. & Petrakopoulou, F. «A Closer Look at the Environmental Impact of Solar and Wind Energy», Global Challenges, Vol: 6, 2200016 (2022)

                                Jones, N. F., Pejchar, L. & Kiesecker, J. M. «The Energy Footprint: How Oil, Natural Gas, and Wind Energy Affect Land for Biodiversity and the Flow of Ecosystem Services», BioScience, Vol: 65, 290–301 (2015)

                                Marques, A. T. et al. «Wind turbines cause functional habitat loss for migratory soaring birds», Journal of Animal Ecology, Vol: 89, 93–103 (2020)

                                Kati, V. et al. «The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps», Journal of Environmental Management, Volume 348, 119340 (15 December 2023)

                                Kati, V., Kassara, C., Vrontisi, Z. & Moustakas, A. «The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot», Science of The Total Environment, Volume 768, 144471 (10 May 2021)

                                Κατή, Β., Κασσάρα, Χ., Παπαϊωάννου, Χ., «Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Researchgate, 2022
                                https://www.researchgate.net/publication/361173582_Adiataraktes_Physikes_Perioches_APHP_tes_Elladas_kai_Biosime_Anaptyxe

                                Figueiredo, E., Partalidou, M., Koutsou, S. (2020). «‘No Choice’ or ‘A Choice’? – An Exploratory Analysis of ‘Back to the Countryside’ Motivations and Adaptation Strategies in Times of Crisis in Greece and Portugal». In: Döner, F., Figueiredo, E., Rivera, M. (eds) Crisis and Post-Crisis in Rural Territories. Springer, Cham, p. 119–139

                                Gkoltsiou, A., Athanasiadou, E., & Paraskevopoulou, A.T. (2021). «Agricultural Heritage Landscapes of Greece: Three Case Studies and Strategic Steps towards Their Acknowledgement, Conservation and Management». Sustainability 13, 5955.

                                Hadjimichalis, C, Melissourgos, Y, Moungolia, A., Girti, D., Faka, A. (2012). «Improving and focusing research on Greek landscapes: the Greekscapes programme». In T. Papayannis, P. Howard (eds.) Reclaiming the Greek landscape, Med-INA, Athens, p. 233-244

                                Pavlis Evangelos, «Large-scale wind energy farm development and its impacts on the landscape: a review of the Greek case», Department of Agricultural Economics and Rural Development, Agricultural University of Athens, Greece, Journal of Landscape Ecology (2025), Vol: 18 / No. 3

                                ———————————————————-
                                 Γεώργιος Χριστοφορίδης
                                Δικηγόρος, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου
                                του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
                                Ο χρόνος διαβούλευσης που παρέχεται για τον συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου είναι απολύτως ανεπαρκής, αναγκάζοντάς μας να εστιάσουμε στα κυριότερα ζητήματα που τίθενται.

                                Κατ΄αρχάς, το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας αισθάνεται την ανάγκη:

                                -να επαναλάβει ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μοναδικές ιδιαιτερότητες, ενώ αποτελεί αμελητέο ρυπαντή σε πλανητικό επίπεδο,

                                -να στηλιτεύσει το κοινοτικό δίκαιο για τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, το οποίο επιβάλλει τις ίδιες υποχρεώσεις σε ρυπαίνοντες και μη ρυπαίνοντες,

                                -να τονίσει το μάταιον-ατελέσφορον της ευρωπαϊκής «πράσινης μετάβασης», καθώς τα επιβαλλόμενα ποσοστά ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ υπολογίζονται επί της τελικής ακαθάριστης κατανάλωσης ενέργειας, η οποία όμως αυξάνεται διαρκώς και είναι βέβαιον ότι θα αυξηθεί εκθετικά εξ αιτίας των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και των λεγόμενων Data Centers,

                                -να υπενθυμίσει ότι η Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή δεν ανάγει την εκμετάλλευση ΑΠΕ σε πανάκεια, αλλά αντιθέτως προβλέπει ως αναγκαία μία πολύπλευρη δράση της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και ενδυνάμωσης όλων των καταβοθρών των αερίων του θερμοκηπίου,

                                -να επισημάνει ότι εκτός από το κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος υπάρχει εν ισχύι το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος.

                                 

                                1. «Δέουσα εκτίμηση» που παραβιάζει τις Οδηγίες 2001/42/ΕΚ, 92/43/ΕΟΚ & 2009/147/ΕΚ.

                                α) Η ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση χωροταξικού σχεδίου δεν αναφέρει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών Νατούρα 2000 της χώρας, που ενδέχεται να επηρεασθούν σημαντικά από την εφαρμογή του. Σημειώνεται ότι η παράλειψη αυτή εντοπίσθηκε στην αποσταλείσα το 2014 προειδοποιητική επιστολή της Commission, ως λόγος παραβίασης της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ από το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                                β) Η ΣΜΠΕ δεν προβαίνει, ως ώφειλε, στον εντοπισμό και στην αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων του Σχεδίου στις περιοχές Νατούρα 2000, εντός ή πλησίον των οποίων έχουν ήδη εγκατασταθεί ή έχουν αδειοδοτηθεί πολυάριθμες αιολικές εγκαταστάσεις με βάση το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                                γ) Στην ΣΜΠΕ γίνεται αναφορά στους στόχους διατήρησης των ειδών που έχουν τεθεί σε εθνικό επίπεδο και όχι στους εξειδικευμένους για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000.  Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές (υπόθεση C-66/23), ότι οι στόχοι διατήρησης ενός προστατευόμενου τόπου αποτελούν υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για τις δέουσες εκτιμήσεις.

                                Τονίζεται, ότι οι υπουργικές αποφάσεις 24776/985 & 50146/1786 του 2023, οι οποίες υποτίθεται ότι καθορίζουν στόχους διατήρησης για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000, δεν συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, διότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδών των προστατευομένων περιοχών δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα.

                                δ) Η ΣΜΠΕ εκπονήθηκε δίχως να έχουν θεσμοθετηθεί τα σχέδια διαχείρισης και τα μέτρα διατήρησης των περιοχών του δικτύου Νατούρα 2000.

                                Με τις ανωτέρω κεφαλαιώδεις παραλείψεις/πλημμέλειες, το συμπέρασμα της ΣΜΠΕ  ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο «δεν αναμένεται να επηρεάσει την ακεραιότητα του δικτύου Natura 2000» εμφανίζεται απολύτως αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, το ίδιο δε ισχύει και για την συνεπακόλουθη παράλειψη διερεύνησης εναλλακτικών λύσεων και πρότασης για τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων.

                                Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας καταγγέλλει το σκανδαλώδες γεγονός ότι από τις εκατοντάδες αδειοδοτήσεων αιολικών πάρκων εντός ΖΕΠ της χώρας, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση αξιολόγησης σημαντικών επιπτώσεων και λήψης αντισταθμιστικών μέτρων, εκτιμά δε βασίμως ότι το νέο χωροταξικό σχέδιο για τα συστήματα εκμετάλλευσης των ΑΠΕ θα επιφέρει τη χαριστική βολή στη ήδη κλονισθείσα «συνοχή» του ελληνικού τμήματος του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Νατούρα 2000.

                                Συνοψίζοντας, η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση χωροταξικό σχέδιο παραβιάζει πολλαπλώς το αναφερθέν κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος.

                                 

                                1. ΜΥΗΕ. Ένας θανάσιμος υδρολογικός κίνδυνος και μία αχρείαστη θυσία.

                                α) Τα λεγόμενα Μικρά Υδροηλεκτρικά ΄Έργα επιβάλλεται να εξαιρεθούν εντελώς από το «κάδρο» της ηλεκτροπαραγωγής, πρώτον διότι στην Ελλάδα, ενόψει των συνεπειών της απορρύθμισης του κλίματος, το νερό δεν πρέπει να θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και, δεύτερον, διότι ενώ έχουν αμελητέα προσφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλούν δυσαναλόγως μεγαλύτερες περιβαλλοντικές βλάβες.

                                Ο αείμνηστος καθηγητής υδρογεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Στουρνάρας, σε σχετική μελέτη του για τα ΜΥΗΕ (2022), επεσήμανε ότι η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα των ΜΥΗΕ δεν μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα από το διαρκώς επιδεινούμενο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Λαμβάνοντας δε υπόψιν παράγοντες όπως η αύξηση της εξάτμισης, η αύξηση της υδατικής κατανάλωσης, η αύξηση των αρδεύσεων και η παράταση της αρδευτικής περιόδου κ.ά. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η σκοπιμότητα κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στην Ελλάδα καθίσταται προβληματική δεδομένου ότι το κλίμα της Ελλάδας, ως Μεσογειακό, χαρακτηρίζεται από ξηρή περίοδο του υδρολογικού έτους, η οποία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται από πρακτικά μηδενικές βροχοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες».

                                Πέραν όμως των επιστημονικών μελετών, η βιωματική εμπειρία των τελευταίων 15 ετών διδάσκει ότι εκτός από τις βροχοπτώσεις, έχουν μειωθεί δραματικά οι χιονοπτώσεις και χιονοστρώσεις, παράγοντες με καίρια σημασία για την υδρολογική υγεία επιφανειακών τε και υπογείων υδάτων.

                                Η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν λαμβάνουν υπόψιν τις ανωτέρω συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος στα υδατικά συστήματα της Χώρας. Αντιθέτως, παραπέμπουν και διατηρούν τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008, ενώ για τα ζητήματα της φέρουσας ικανότητας των υδατορευμάτων, της δυνατότητας εγκατάστασης επαλλήλων ΜΥΗΕ στο ίδιο υδατόρευμα κλπ. παραπέμπουν στην ΥΑ 196978/2011, δηλαδή σε νομοθετήματα που θεσπίσθηκαν σε χρόνο, κατά τον οποίον οι συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος δεν ήταν καν ορατές.

                                β) Τα ορεινά υδατορεύματα της χώρας, συνιστούν τα «αιμοφόρα αγγεία» των ποταμών της, είναι κιβωτοί βιοποικιλότητας, συνθέτουν απείρου κάλλους φυσικά τοπία και συντηρούν σπάνια και πολύτιμη δασική βλάστηση.

                                Η κατασκευή και λειτουργία ΜΥΗΕ προκαλεί καταστροφικές επιπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω χαρακτηριστικά/ιδιότητες των υδατορευμάτων, ενώ η συγκέντρωσή τους στην ίδια λεκάνη ή υπολεκάνη απορροής θέτει σε κίνδυνο τη φέρουσα ικανότητα των υδατικών συστημάτων.

                                Σημειώνεται συναφώς, ότι ακόμη και η ΣΜΠΕ εκτιμά τις επιπτώσεις των ΜΥΗΕ ως αρνητικές μεγάλης έντασης, μόνιμες και μακροχρόνιες.

                                 

                                1. Τοπίο. Το «Βατερλώ» του σχεδίου και της ΣΜΠΕ.

                                Οι χωροτάκτες εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, με οποιοδήποτε αντικείμενο σχεδιασμού, οφείλουν να εκκινούν λαμβάνοντας υπόψιν τις μοναδικές ιδιαιτερότητες της χώρας, οι οποίες συνίστανται, κατ΄αρχήν, στην αφάνταστη ποικιλομορφία τοπίων με μικρή φιλική προς τον άνθρωπο κλίμακα.

                                Πρώτη γενική παρατήρηση: οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες με τα θηριώδη μεγέθη και τα φωτοβολταϊκά πάρκα που εκτείνονται σε χιλιάδες στρέμματα, αποτελούν τεχνικά συστήματα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, απολύτως ασύμβατα με την ανωτέρω ιδιάζουσα φυσιογνωμία του εθνικού χώρου.

                                Η έννοια του τοπίου και τα χαρακτηριστικά του, η γεωμορφολογία, οι γραμμές, τα χρώματα, οι σκιές, οι όγκοι, οι οικολογικές λειτουργίες, οι φυσικές οσμές, η φυσική σιωπή ή οι φυσικοί ή ανθρωπογενείς ήχοι κ.λπ. είναι στοιχεία και μεγέθη αντικειμενικά, τα οποία εξετάζονται επιστημονικά και αξιολογούνται ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προτιμήσεις οποιουδήποτε παρατηρητή.

                                Εξ άλλου, στην περί τοπίου ευρωπαϊκή σύμβαση, ως τοπίο ορίζεται μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους [με όλες τις αισθήσεις] του οποίου ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/η ανθρώπινων παραγόντων, ενώ στο προοίμιό της διακηρύσσεται/αναγνωρίζεται, ότι το τοπίο συμβάλλει στη διαμόρφωση της τοπικής κουλτούρας και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ποιότητας ζωής των ανθρώπων οπουδήποτε.

                                Με βάση τα ανωτέρω, όλες οι εκτιμήσεις και αξιολογήσεις της ΣΜΠΕ για τις επιπτώσεις των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ στα τοπία, με αποκλειστικό κριτήριο τη θέαση/ορατότητά τους, είτε από «σημεία ενδιαφέροντος», είτε από σημεία αδιάφορα, όπως και η παραδοχή της ΣΜΠΕ ότι «οι επιπτώσεις στο τοπίο ενέχουν σημαντικό βαθμό υποκειμενικότητας», είναι εξόχως αντιεπιστημονικές και ευρίσκονται σε προφανή αντίθεση με τον ορισμό του τοπίου, αλλά και με το πνεύμα και τον σκοπό της ευρωπαϊκής Σύμβασης για το τοπίο. Τα ανωτέρω ισχύουν mutatis mutandis για τις διατάξεις και τα παραρτήματα του υπό διαβούλευση σχεδίου, που εξαρτούν τις μεν επιπτώσεις των συστημάτων ΑΠΕ στο τοπίο από την «οπτική παρεμβολή τους», τον δε ορισμό των αποστάσεών τους από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, από τη θέασή τους.

                                Εν κατακλείδι η ΣΜΠΕ δεν εντοπίζει και δεν αξιολογεί την απολύτως αντικειμενική επίπτωση των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ και ιδίως των αιολικών εγκαταστάσεων, συνιστάμενη στη βιομηχανοποίηση των φυσικών τοπίων στα οποία εγκαθίστανται.

                                 

                                1. Ζητήματα αποκατάστασης. Η απόλυτη σιωπή της Διοίκησης.

                                Σε ό,τι αφορά τα ακανθώδη ζητήματα που προκύπτουν από την παρέλευση της διάρκειας ζωής των συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ, το υπό διαβούλευση Σχέδιο εξαντλείται σε ευχολόγια, όπως ακριβώς και το προηγούμενο του 2008.

                                Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει, ειδικώς για τις ανεμογεννήτριες, ότι δεν είναι οι γνωστοί ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ. Μετά από δύο-τρείς δεκαετίες το ελληνικό κράτος θα κληθεί να αντιμετωπίσει το τεράστιας κλίμακας πρόβλημα της τύχης/διαχείρισης χιλιάδων από αυτούς τους μεταλλικούς γίγαντες.

                                Εξ άλλου, είναι σφόδρα πιθανόν, ότι οι ιδιωτικοί φορείς των αιολικών έργων (και λοιπών έργων ΑΠΕ), υποκείμενοι στους κινδύνους της αγοράς, θα αδυνατούν εξ αντικειμένου να εκπληρώσουν τις περί αποκατάστασης υποχρεώσεις τους.

                                Όπως προκύπτει από τη ΣΜΠΕ και από το υπό διαβούλευση σχέδιο, η ελληνική Πολιτεία, αντί να ρυθμίσει τα ανωτέρω ζητήματα, μεταθέτει την αντιμετώπισή τους στο άδηλο μέλλον, επαφιέμενη μάλιστα στις διαθέσεις της αγοράς.

                                Τονίζεται συναφώς ότι η κεντρική Διοίκηση παραλείπει πεισματικά να κάνει χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 130 παρ.1 ν. 4685/2020, προκειμένου να  καθορίσει τα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας που επιφέρουν κατά το τέλος του κύκλου ζωής τους οι σταθμοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, να εξειδικεύσει τις σχετικές υποχρεώσεις και να διασφαλίσει την τήρησή τους.

                                Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος να απομείνει η χώρα με μία πανθορούμενη σκουριασμένη μεταβιομηχανική προίκα.

                                 

                                1. Η χωροταξική εντροπία των προβλεπομένων «μέγιστων ποσοστών κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις». Το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008 ζει και βασιλεύει.

                                Σε ό,τι αφορά τα αποκαλούμενα «ειδικά κριτήρια χωροθέτησης» αιολικών εγκαταστάσεων στην ηπειρωτική και στη νησιωτική χώρα, το υπό διαβούλευση Σχέδιο επαναφέρει τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας -η βιομηχανική τραγωδία της Νότιας Εύβοιας ανέδειξε τις συνέπειες ενός τέτοιου χαρακτηρισμού- και τις εξόχως αντιεπιστημονικές διατάξεις του χωροταξικού σχεδιασμού του 2008 για τις ΑΠΕ, οι οποίες, όπως ήδη απεδείχθη, έχουν ως αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση αιολικών πάρκων στα πλέον άθικτα φυσικά τοπία της χώρας.

                                Αυτή τη φορά όμως, τα μέγιστα ποσοστά κάλυψης εδάφους υπολογίζονται σε επίπεδο Δημοτικών Ενοτήτων (και όχι πρωτοβάθμιων ΟΤΑ), προφανώς για να αντισταθμισθούν οι απώλειες «επενδύσεων» λόγω των νέων προβλεπομένων περιορισμών χωροθέτησης.

                                Όλες οι σχετικές ρυθμίσεις αντίκεινται στην επιστήμη της χωροταξίας αλλά και στην κοινή λογική για τους ακόλουθους λόγους :

                                Η δημοτική ενότητα (όπως και ο πρωτοβάθμιος ΟΤΑ) είναι απολύτως απρόσφορη βάση για εξεύρεση του επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδαφών, αφενός διότι αποτελεί διοικητική διαίρεση προσδιοριζόμενη με κριτήρια εντελώς άσχετα με το φυσικό περιβάλλον, αφετέρου διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν όμοιες μεταξύ τους δημοτικές ενότητες. Η Ελλάδα δεν είναι Ολλανδία !

                                Ο τρόπος εξάπλωσης βαρειάς βιομηχανίας, όπως η αιολική (και κάθε άλλης δραστηριότητας) στον εθνικό χώρο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τα οικοσυστήματα του και όχι τις διοικητικές διαιρέσεις του.

                                Εν πάση περιπτώσει, η εξεύρεση του εκάστοτε επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδάφους για οποιαδήποτε δραστηριότητα, με βάση υπολογισμού ολόκληρη την επιφάνεια συγκεκριμένου χώρου, αποτελεί «εκκωφαντικό» μαθηματικό σφάλμα.

                                Τα ποσοστά κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να υπολογίζονται στην επιφάνεια της Δ.Ε. εκείνην, η οποία απομένει μετά την επιβαλλόμενη αφαίρεση όλων των περιοχών, στις οποίες η εγκατάσταση ανεμογεννητριών είναι αδύνατη για λόγους αντικειμενικούς (π.χ. οικιστικό δίκτυο), τεχνικο-οικονομικούς, περιβαλλοντικούς κλπ.

                                Τέλος, η δυνατότητα αύξησης των ποσοστών κάλυψης εδάφους που παρέχεται σε όργανα αρμόδια για τον περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό και τον υποκείμενο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι μη νόμιμη, διότι κατ΄ουσίαν συνιστά τροποποίηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου.

                                Ο ν. 4447/2016 όμως, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την εκπόνηση και έγκριση των Ειδικών Πλαισίων, η οποία πρέπει να ακολουθείται και για την τροποποίησή τους, ενώ απονέμει αρμοδιότητα έγκρισης/τροποποίησής τους στον υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας και τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπουργούς και όχι σε άλλα όργανα.

                                 

                                1. Διπλάσια μεγέθη Α/Γ – ίδιες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις γης κλπ.

                                Οι συντάκτες της ΣΜΠΕ και η Διοίκηση με το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ, φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι καλούνται να διατάξουν στο χώρο ανεμογεννήτριες με μεγέθη διπλάσια εκείνων, που είχε υπόψιν του ο χωροτάκτης του 2008. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το παράδοξον να διατηρούνται οι ίδιες αποστάσεις του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ 2008 από περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, από παραδοσιακούς και μη οικισμούς, από στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, από Μονές κ.ο.κ.

                                 

                                1. Θαλάσσια αιολικά. Το Αιγαίο δεν είναι Βόρεια Θάλασσα.

                                Όπως ακριβώς συνέβη με τις χερσαίες αιολικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προωθήθηκαν, δίχως να υπάρχει επαρκής γνώση των επιπτώσεών τους στα οικοσυστήματα και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, έτσι συμβαίνει και με τα θαλάσσια αιολικά, για τις επιπτώσεις των οποίων στα θαλάσσια οικοσυστήματα  υπάρχει ελλιπέστατη επιστημονική γνώση.

                                Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας οφείλει να υπενθυμίσει ότι το Αιγαίο με τα νησιά του και το αθέσφατο πολιτιστικό του φορτίο, αποτελεί ίσως το πιο γοητευτικό μικροαρχιπέλαγος του πλανήτη. Η παράδοσή του στη σύγχρονη θηριώδη αιολική βιομηχανία συνιστά ένα ακόμη περιβαλλοντικό έγκλημα.

                                Εάν το τίμημα της «πράσινης μετάβασης» της Ελλάδας είναι η θυσία του εθνικού φυσικού κεφαλαίου και η απώλεια των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, τότε δεν χρειάζεται να εισέλθουμε στη συζήτηση για τα οφέλη της.
                                ———————————————————-
                                Σοφία Παυλάκη
                                Δικηγόρος, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου
                                του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας</p>
                                ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΧΠ ΑΠΕ
                                Τo προτεινόμενο σχέδιο Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) έχει συνταχθεί επί τη βάσει εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τη Χωροταξία, τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων.

                                Αναμένεται να γενικεύσει τη δυνατότητα εγκατάστασης έργων ΑΠΕ στο σύνολο του ελλαδικού χώρου πλήττοντας ακόμα περισσότερο προστατευόμενες περιοχές με οικοτόπους προτεραιότητας και σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη, παρ’ όλο που η Ελληνική πολιτεία, κατά παράβαση της Συνταγματικής υποχρέωσής της και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν έχει έως και σήμερα καθορίσει για τις περιοχές αυτές στόχους διατήρησης, γεγονός που καθιστά ανέφικτη και τη δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα έργα ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν και με νέο πλαίσιο δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.

                                Το υπό σχολιασμό ΕΧΠ ΑΠΕ δημιουργεί ανεπίτρεπτα Χωροταξικό σχεδιασμό δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων, κατά παράβαση κάθε αρχής της επιστήμης της Χωροταξίας, η δε εφαρμογή του θα προκαλέσει ένα θεσμικό και διοικητικό χάος, αφού έργα που θα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή θα τελούν υπό αδειοδότηση κατά τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου, θα εξακολουθούν να διέπονται από το «παλαιό» ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, το οποίο όμως καταργείται ν από τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου! Επομένως, η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ΑΠΕ θα εξακολουθούν να αδειοδοτούνται, να κατασκευάζονται και να λειτουργούν χωρίς να υπάρχει πλέον για αυτά ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αφού το μεν παλαιό ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 θα έχει πλέον καταργηθεί, το δε νέο ΕΧΠ ΑΠΕ δεν θα εφαρμόζεται σε αυτά τα έργα.

                                Το νέο πλαίσιο επιτρέπει απαράδεκτα την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών μονάδων σε αναδασωτέες εκτάσεις, η οποία αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 117 παρ. 3) και απαγορεύεται από τη Δασική νομοθεσία (άρθ. 53 ν. 998/79), ενώ επίσης αντισυνταγματικά (άρθ. 24) επιτρέπει τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ (2008).

                                Επισημαίνεται ότι για το σύνολο των ως άνω αντισυνταγματικών, μη νόμιμων επιλογών του νέου πλαισίου που θα επηρεάσουν δραματικά πολύτιμα οικοσυστήματα και ευρύτερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, δεν παρέχεται από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση πλαισίου ουδεμία  αιτιολόγηση ούτε επαρκής και κατάλληλη τεκμηρίωση και πρόσφορη ενημέρωση του πολίτη. Προκειμένου μάλιστα να μπορέσει ο πολίτης να διαπιστώσει το σύνολο των ως άνω πλημμελών και αυθαίρετων ρυθμίσεων του νέου πλαισίου ανάμεσα σε ένα πλήθος τεχνικών στοιχείων και πληροφοριών, θα πρέπει μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης, να αντιπαραβάλει και να εξετάσει συγκριτικά, λέξη προς λέξη, το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο με το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 έχοντας ο ίδιος και απόλυτα διαυγή εποπτεία ολόκληρου του νομικού και θεσμικού πλαισίου που διέπει τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ στη χώρα μας, κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.

                                Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνο με τη Συνταγματική τάξη και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά και με τους κανόνες που θέτει η καλή νομοθέτηση και η χρηστή διοίκηση σε μία ευνομούμενη κοινωνία, προσβάλλοντας θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του κράτους δικαίου, της βιώσιμης χωροταξίας και ανάπτυξης, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.

                                Ενόψει των ανωτέρω ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ ως μη νόμιμο, απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητούμε την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους:

                                 

                                1. Σχεδιασμός σε περιοχές Natura χωρίς στόχους διατήρησης

                                Το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει το ισχύον ΕΔΠ ΑΠΕ (απόφ. 49828/2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008), αναμένεται να υποβαθμίσει τα ήδη σοβαρά πληττόμενα ορεινά, υδάτινα και δασικά οικοσυστήματα της χώρας και να αλλοιώσει οριστικά και μη αναστρέψιμα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό και αγροτικό τοπίο της Ελλάδας, με συνακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην οικονομία, που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα παραγωγής καθώς και στην ήπιας μορφής ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα και τουρισμό.

                                Σημαντικό μέρος του προωθούμενου χωροταξικού σχεδιασμού αφορά την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, επιτρέποντας την αθρόα χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ ακόμα και εντός αυστηρά προστατευόμενων οικοτόπων με επιπτώσεις ολέθριες για οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και απειλούμενα είδη. Και όλα αυτά, παρά την έλλειψη στόχων διατήρησης και χωρίς η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ να διασφαλίζει ότι από τα έργα που θα αδειοδοτηθούν βάσει των διατάξεών του δεν θα προκληθούν μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και καταστροφή του περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε πλήρη αντίθεση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (ΔΕΕ) και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η δημόσια διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται κατά το Σύνταγμα.

                                Αποσιωπά πλήρως το υπό εξέταση σχέδιο ότι η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το ΔΕΕ για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) του Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους στόχους διατήρησης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023, που θεώρησε μη νόμιμη τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε προστατευόμενες περιοχές λόγω έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και της δέουσας εκτίμησής τους. Με δύο ωστόσο αποφάσεις του (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023, 3118/2023) το ΥΠΕΝ επιχείρησε να καθορίσει στόχους διατήρησης των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και των ΣΠΠ της χώρας, μολονότι για το σύνολο των προστατευομένων ειδών στους πίνακές τους αναφέρεται η ένδειξη «Ανεπαρκή δεδομένα», ενώ σειρά σημαντικών οικοτόπων έχουν παραλειφθεί πλήρως από τις ως άνω αποφάσεις.

                                Σε αντίθεση με τις επιταγές του δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί έως και σήμερα να παραλείπει τη θεσμοθέτηση στόχων διατήρησης για το σύνολο των οικοτόπων της επιδεικνύοντας αδιαφορία και απαξίωση για το φυσικό περιβάλλον και για τον πλούτο της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων που ενσωματώνουν τα προστατευόμενα οικοσυστήματα των περιοχών Natura, έχοντας μεταθέσει τον καθορισμό στόχων διατήρησης στον εκάστοτε ιδιώτη εργολάβο – επενδυτή στο πλαίσιο των μελετών που προσκομίζει προς αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.

                                Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται έως σήμερα νομίμως θεσμοθετημένοι στόχοι διατήρησης για το σύνολο των περιοχών Natura και των ΣΠΠ της χώρας, γεγονός που καθιστά αδύνατη όχι μόνο την παροχή πλήρους διασφάλισης ότι το νέο πλαίσιο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της χώρας και στους προστατευόμενους οικοτόπους της, αλλά καθιστά μη νόμιμο και οποιονδήποτε περαιτέρω σχεδιασμό, επί τη βάσει του οποίου θα δρομολογηθούν στο μέλλον κάθε είδους επεμβάσεις με επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των προστατευόμενων περιοχών για την εγκατάσταση και τη λειτουργία έργων ΑΠΕ.

                                Ειδικά σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (ΣΠΠ), σύμφωνα με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ, ακόμα και αν τα συγκεκριμένα έργα κρίνονται επιβεβλημένα από «μείζον εθνικό συμφέρον», γεγονός που έχει αγνοηθεί πλήρως από το υπό εξέταση σχέδιο, το οποίο μη νομίμως επιτρέπει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ εντός των ΣΠΠ και καθίσταται και για τον λόγο αυτόν απορριπτέο στο σύνολό του.

                                Εφόσον επομένως για το σύνολο των ΤΚΣ και των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας μας δεν υφίστανται στόχοι διατήρησης ούτε δύναται να συναχθεί πλήρης διασφάλιση ότι τα χωροθετούμενα βάσει του νέου πλαισίου έργα δεν θα τους βλάψουν, το υπό κρίση σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και ανεπαρκές.

                                1. Αντίθεση στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια

                                Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας έχουν ως κύριο στόχο τους τη διατήρηση της βιοποικιλότητας μέσω της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών των περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους. Για την υλοποίηση του πρωταρχικής σημασίας αυτού σκοπού, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί ότι θα υιοθετούν αποκλειστικά Στρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο των αναγκαίων και μόνο χρήσεων γης, ώστε να δημιουργούνται ελάχιστες έως καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. Το εξεταζόμενο ωστόσο πλαίσιο παρίσταται απολύτως ασύμβατο με τις διατάξεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων γενικεύοντας την άνευ όρων παράδοση της ελληνικής επικράτειας στον βωμό της μονοδιάστατης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ, ενώ έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ήδη ακολουθούμενες πολιτικές δυνάμει του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και με σειρά υπό εξέλιξη σχεδίων και προγραμμάτων που εκπονούνται από τις Περιφέρειες της χώρας.

                                1. Επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ

                                Η ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ αναλίσκεται στην καταγραφή ενός πλήθους γενικών και ασύνδετων με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό πληροφοριών, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις διατάξεις του ως δήθεν ευεργετικές για το περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να αναφέρει μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε περιοχής, από την εφαρμογή των οποίων μπορεί τεκμηριωμένα να επιτευχθεί η επικαλούμενη θετική για το περιβάλλον και την κοινωνία χωροθέτηση των προβλεπόμενων έργων. Αντιθέτως, το υπό εξέταση έργο αναμένεται να επιφέρει επαχθείς, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών Natura της χώρας, οι οποίες όχι μόνον αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν συστηματικά από τη ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση πλαισίου, αλλά είναι και πρακτικά αδύνατον να προσδιοριστούν με ασφάλεια και πληρότητα ως προς την πραγματική έκταση και τις συνέπειές τους, εξ αιτίας της έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης για το σύνολο των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών που περιλαμβάνονται στην ελληνική επικράτεια.

                                Το εξεταζόμενο πλαίσιο ουδόλως απαντά και στο κρίσιμο ερώτημα: Ποια η νομιμότητα και η αναγκαιότητα της εγκατάστασης και νέων έργων ΑΠΕ δυνάμει του νέου χωροταξικού πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κάθε λογής ήδη εγκατεστημένων μονάδων ΑΠΕ που λειτουργούν ή αναμένεται να λειτουργήσουν ανά τη χώρα, ενόψει μάλιστα και του υπερκορεσμού του εθνικού δικτύου σε ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ, δυνάμει του οποίου η Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση»; Η δε ΣΜΠΕ του προτεινόμενου πλαισίου μη νομίμως αρκείται στο γενικόλογο αφήγημα για τα οφέλη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη της χώρας, η οποία ωστόσο έχει πλέον υπερκαλυφθεί και θα έπρεπε να είχε εκλείψει η ανάγκη χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ ως κριτήριο από την επίσημα υιοθετούμενη ενεργειακή πολιτική.

                                1. Χωροταξικός σχεδιασμός δύο ταχυτήτων

                                Με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια εισάγονται στην έννομη τάξη διατάξεις για τη ρύθμιση κατά τρόπο ενιαίο, σαφή και μακροπρόθεσμο ενός τομέα ή κλάδου παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο. Είναι επομένως μη νόμιμες διατάξεις σε νομοθέτημα χωροταξικού σχεδιασμού εθνικής εμβέλειας, όπως το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, που καθιερώνουν αποσπασματικά διαφορετικό χωροταξικό καθεστώς «πολλαπλών ταχυτήτων» για το ίδιο  αντικείμενο, όπως εν προκειμένω οι διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ.

                                Συγκεκριμένα το υπό διαβούλευση ΕΧΠ:

                                – Εξαιρεί ολόκληρες κατηγορίες έργων ΑΠΕ ενώ είναι το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει τον σχεδιασμό τους (άρθ. 3).

                                – Απαγορεύει μόνο νέες αιολικές εγκαταστάσεις εντός του ΡΣΑ και ΡΣΘ, ενώ θα εξακολουθούν να θεωρούνται νόμιμες όσες έχουν αδειοδοτηθεί με το ισχύον πλαίσιο του 2008 (άρθ. 7).

                                – Εξαιρεί από την εφαρμογή του το σύνολο των ήδη αδειοδοτημένων και των υπό αδειοδότηση έργων ΑΠΕ, δηλαδή τη συντριπτική πλειονότητα των υφισταμένων ή υπό υλοποίηση ενεργειακών έργων (άρθ. δεύτερο)

                                Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ μη νομίμως εισηγείται ακόμα και διατάξεις που εξαρτούν τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ από γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια, αφού προβλέπει δυνατότητα χωροθέτησης ΑΠΕ εντός ΖΕΠ αν αυτό επιτρέπεται από την εγκεκριμένη ΕΠΜ, παρόλο που δεν έχουν εγκριθεί στο σύνολό τους οι ΕΠΜ τη χώρας ούτε και τα προεδρικά διατάγματα για τα οποία οι ΕΠΜ προορίζονται. Προκύπτει επομένως ότι συντάχθηκε κατά τρόπο απαξιωτικό για το περιβάλλον και για τον θεσμό της χωροταξίας, με προχειρότητα, έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικής βούλησης για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα επιλύσει τα υφιστάμενα τεράστια προβλήματα που έχει αναδείξει στην πράξη η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, τα οποία όχι μόνο δεν επιλύονται με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ, αλλά παρατείνονται και επιδεινώνονται.

                                1. Φέρουσα ικανότητα

                                Από το υπό διαβούλευση πλαίσιο έχουν εξαιρεθεί μεγάλες κατηγορίες έργων ΑΠΕ, όπως οι αντλησιοταμιεύσεις αλλά και το σύνολο των έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή αναμένεται να αδειοδοτηθούν με το ισχύον καθεστώς (ΕΧΠ ΑΠΕ 2008), χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ επαναλαμβάνει τις αδυναμίες και τις αστοχίες του ήδη ισχύοντος πλαισίου, για τις οποίες το τελευταίο έχει επικριθεί από τον επιστημονικό κόσμο της χώρας και την κοινωνία των πολιτών.

                                Το προτεινόμενο ΕΧΠ χαρακτηρίζει απαράδεκτα όλες τις περιοχές της χώρας ως κατ’ αρχήν κατάλληλες για υποδοχή έργων ΑΠΕ. Προβληματική παρίσταται και η απόδοση στο πλαίσιό του της έννοιας της «φέρουσας ικανότητας» των οικοσυστημάτων για την υποδοχή κάθε είδους έργων ΑΠΕ, αφού ο καθορισμός της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είχε συντελεστεί εκ των προτέρων και στο πλαίσιο ξεχωριστού νομοθετήματος βάσει επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης ερμηνείας και απόδοσής του. Αντιθέτως με τον τρόπο που αποδίδεται η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στο πλαίσιο του υπό διαβούλευση ΕΧΠ κλονίζεται ως προς την επιστημονική της αξιοπιστία και γεννά εύλογα την υπόνοια ότι είναι προσαρμοσμένη εκ των προτέρων στους στόχους του ευρύτερου υπό μελέτη σχεδιασμού, τους οποίους υπηρετεί στο σύνολό τους.

                                Παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα των 18 ετών που μεσολάβησαν από τη θέση σε ισχύ του ισχύοντος ΕΧΠ, το νέο πλαίσιο δεν κατάφερε να αναδείξει τον κανονιστικό νομοθέτη σοφότερο ούτε ικανότερο να ενσωματώσει στο προτεινόμενο ΕΧΠ την εμπειρία που έχει σωρευθεί, όλα αυτά τα χρόνια, από την καταιγιστική χωροθέτηση έργων ΑΠΕ σε κάθε γωνιά της χώρας, η οποία έχει ολέθριες επιπτώσεις σε μοναδικά οικοσυστήματα, δάση, υδάτινους πόρους, νησιά και ακτές και ακυρώνει τη φέρουσα ικανότητά τους.

                                1. Συνεργιστικές επιπτώσεις έργων

                                Επίσης παραλείπει να αναφέρει το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ οτιδήποτε σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον, στην υγεία, στην κοινωνία και στην ασφάλεια, αφού αυτά παρουσιάζονται από τις διατάξεις του ως δήθεν μηδενικού ή αμελητέου περιβαλλοντικού αποτυπώματος, πλην αποσιωπάται πλήρως ότι σε ολόκληρο το φάσμα του κύκλου της ζωής των έργων ΑΠΕ, ήτοι για την παραγωγή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την απεγκατάστασή τους, σημαντική συμβολή έχει η ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα, ενώ προκαλείται περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή και από την τύχη τους ως αποβλήτων. Επομένως η «πράσινη ενέργεια» των ΑΠΕ δεν είναι και τόσο «πράσινη», κάτι που οι μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου αγνοούν ή και σκοπίμως αποσιωπούν πλήρως.

                                Στηρίζει επομένως και το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ τη γενίκευση της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ  στη χώρα επικαλούμενο – όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ- την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία ωστόσο είναι το αποτέλεσμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και όχι η αιτία της.

                                Από δε την εξαίρεση σημαντικής μερίδας έργων ΑΠΕ από το πεδίο εφαρμογής του υπό κρίση ΕΧΠ αναμένεται να προκληθεί αδειοδοτικό χάος, αφού με άλλο καθεστώς θα κρίνονται οι εξαιρούμενες εγκαταστάσεις και με άλλο εκείνες που καλύπτονται από τις διατάξεις του προτεινόμενου ΕΧΠ, με αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσων αφορά και τις συνεργιστικές επιπτώσεις των υπό αδειοδότηση έργων στο μέλλον, αφού δεν θα καλύπτονται πλέον από ενιαίο καθεστώς ούτε θα μπορούν να ισχύσουν κοινά κριτήρια για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ορισμένη περιοχή.

                                1. Αοριστία και αναποτελεσματικότητα

                                Αρκούμενες σε γενικόλογους αφορισμούς και ευχολόγια του τύπου ότι: «το περιβάλλον θα πρέπει να αποκαθίσταται δεόντως» οι διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ουδεμία σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη διαλαμβάνουν σχετικά με τις συνέπειες των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον τόσο κατά το στάδιο κατασκευής και λειτουργίας τους όσο και κατά το στάδιο της αποκατάστασής του. Είναι δε άνευ λόγου η συζήτηση για «αποκατάσταση», όταν μετά από τη μακρόχρονη λειτουργία των έργων ΑΠΕ, τα οικοσυστήματα θα έχουν πλέον αλλοιωθεί οριστικά, το υποβαθμισμένο περιβάλλον δεν θα θυμίζει πια σε τίποτα το αρχικό φυσικό κάλλος, αλλά και η ίδια η εταιρεία/επενδυτής ενδεχομένως θα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, προκειμένου να αποκαταστήσει το περιβάλλον.

                                Καθορίζονται περαιτέρω ατεκμηρίωτα στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-40, παρ. 4.4, σελ. 4-63, πίνακας 4.6-1) και στο σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου σχεδίου και οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας για την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, για τις οποίες δεν αναφέρεται με ποια κριτήρια και επί τη βάσει ποιων επιστημονικών μελετών και δεδομένων αποφασίστηκε η καταλληλότητα ή ο αποκλεισμός τους για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε αυτές.

                                Επίσης εσφαλμένα προβαίνει η ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων από περιοχές «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (πίνακας 4.4-1 παρ. Β, σελ. 4-44 ΣΜΠΕ), ενώ για τις επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν ακόμα και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να τηρηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τις προστατευόμενες περιοχές, εντός των οποίων τα εν λόγω έργα χωροθετούνται, σύμφωνα με την  περιβαλλοντική νομοθεσία.

                                1. Οδοποιία

                                Σύμφωνα άλλωστε με το άρθρο 5 παρ. 1 της υπό διαβούλευση σχεδίου ΚΥΑ, η μη επέκταση της ήδη υφιστάμενης οδοποιίας παρουσιάζεται ως ευεργεσία για τον τόπο, ενώ αποσιωπάται μεθοδευμένα ότι η ήδη υφισταμένη οδοποιία δημιουργήθηκε για να περάσουν μέσα από τα δάση και τα βουνά της περιοχής τα αιολικά μεγαθήρια. Επίσης αναφέρεται στο σχέδιο ΚΥΑ (άρθ. 5) ότι η εκχέρσωση της βλάστησης, ιδίως θάμνων και δένδρων, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις τις οικείας Δασικής Υπηρεσίας που μετατρέπονται σε δικαιολογία κάθε καταστροφής, αντί η υπηρεσία να υπερασπίζεται ουσιαστικά τα δάση σύμφωνα με το θεμελιώδες θεσμικό καθήκον της. Ορίζεται επιπλέον ότι η εσωτερική οδοποιία πρέπει να είναι χωμάτινη με επίστρωση χαλικιού, χωρίς διόλου να αναφέρεται στις μελέτες του ΕΧΠ πώς αιτιολογείται, με οικολογικά κριτήρια, η επίστρωση με χαλίκι των κορυφών των βουνών και των δασών ούτε ποια θέση έχουν οι τόνοι από χαλίκι μέσα σε προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα.

                                1. Έργα ΑΠΕ σε αναδασωτέες εκτάσεις

                                Με το άρθρο 5 παρ. 4 του υπό διαβούλευση πλαισίου επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 και καταδικάζει σε αφανισμό τον δασικό πλούτο της χώρας. Εντελώς υποκριτικά και άστοχα υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να «λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης», αφού στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων δεν υφίσταται καν δασική βλάστηση, προκειμένου να περιοριστεί η βλάβη της, η οποία έχει ήδη επέλθει.

                                 Το υπό διαβούλευση σχέδιο επιτρέπει και τη χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις κατά παράβαση του Συντάγματος και της δασικής νομοθεσίας (άρθ. 53 ν. 998/1979) που την απαγορεύουν.

                                1. Εγκαταστάσεις ΑΣΠΗΕ εντός ΤΚΣ

                                Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του σχεδίου ΚΥΑ παρέχεται στο εξής η δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 (άρθ. 6).

                                1. Γενίκευση των ΜΥΗΕ

                                Απαράδεκτη και σκανδαλώδης κρίνεται και η γενίκευση με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ της κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στο σύνολο της επικράτειας, που θα παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και εκτρέπονται ποτάμια για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα. Ο προωθούμενος ως άνω σχεδιασμός δυνάμει του υπό διαβούλευση ΕΧΠ έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα που προβλέπει την άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους με ορίζοντα το 2030, της οποίας οι επιταγές έχουν πλήρως αγνοηθεί από το υπό εξέταση σχέδιο ΕΧΠ.

                                Το εξεταζόμενο πλαίσιο υιοθετεί εντελώς αόριστες έννοιες για τον υπολογισμό καθοριστικής σημασίας όρων και παραμέτρων της εγκατάστασης ΜΥΗΕ σε εκτάσεις της χώρας, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως ή και αντιφατικά κατά την εφαρμογή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12 του σχεδίου ΚΥΑ, σχετικά με τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπονται έργα οδοποιίας η κατασκευή των οποίων απαιτεί ουσιώδη μεταβολή στην παραποτάμια βλάστηση και σε γεωλογικούς σχηματισμούς», χωρίς να προσδιορίζεται από τη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ πώς καθορίζεται η έννοια της «ουσιώδους μεταβολής», προκειμένου να υπολογιστεί με τη δέουσα ακρίβεια και ασφάλεια το ζήτημα των επιπτώσεων ενός ΜΥΗΕ στα παραποτάμια οικοσυστήματα και στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής εγκατάστασής του.

                                1. Εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου της κλιματικής αλλαγής

                                Η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ ΑΠΕ ουδεμία πρόβλεψη περιέχει όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεών του σε οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες του άνθρακα (Κανονισμός 2021/1119), ενώ επίσης μη νομίμως αγνοείται πλήρως από τη ΣΜΠΕ και από το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου και ο Κανονισμός (ΕΕ) 841/2018 (LULUCF), ο οποίος έθεσε τη δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, μέσω της βιώσιμης διαχείρισης των υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων.

                                Απολύτως ατεκμηρίωτα το υπό εξέταση ΕΧΠ (παρ. 3.2.4.4) αναφέρει ότι βασικός στόχος του προωθούμενου Σχεδιασμού είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», ενώ αγνοεί προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους από αέρια του θερμοκηπίου είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, σε κάθε δε περίπτωση έχουν προ πολλού υπερκαλυφθεί από την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ στη χώρα όλοι οι στόχοι του ΕΣΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ στη χώρα μας.

                                Είναι δε ενδεικτικό της αστοχίας, των αδυναμιών και της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ότι μολονότι αυτό προορίζεται να αποτελέσει το κατεξοχήν νομοθέτημα για τη χωροθέτηση έργων με «πράσινο πρόσημο» που, όπως το ίδιο επικαλείται, στοχεύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ουδόλως εξηγείται με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα και με τις επικαλούμενες στοχεύσεις του. Καθίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ απορριπτέο στο σύνολό του.

                                1. Εσφαλμένη και αντιεπιστημονική αντίληψη του Τοπίου

                                 Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του σχεδίου ΚΥΑ του προτεινόμενου ΕΧΠ, κύριο κριτήριο ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο Τοπίο αποτελεί η «οπτική παρεμβολή» τους από τα σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο το σημείο και ακτίνα που διαφοροποιείται αναλόγως της σημασίας και της ποιότητας του σημείου «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος» και της κατηγορία χώρου, όπου ανήκει.

                                Είναι πράγματι απογοητευτική η διαπίστωση ότι και το νέο πλαίσιο υιοθετεί τις επιλογές του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ, που έχουν σφοδρά επικριθεί για την αντιεπιστημονική,  αντιπεριβαλλοντική και ξεπερασμένη εφαρμογή του κριτηρίου της «οπτικής» και μόνον επαφής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ με τα προστατευόμενα τοπία και στοιχεία της φύσης, κατά την αδειοδότηση αιολικών έργων.

                                Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Επίκ. Καθηγητής Τμ. Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών Ευ. Παυλής, «Το τοπίο δεν είναι μόνο μια εικόνα/αναπαράσταση ενός τόπου, ένα σκηνικό θέασης και ένα θέμα αισθητικής υποκειμενικής άποψης του παρατηρητή … αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημολογία, βάσει της οποίας έχει σχεδιαστεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), οι διαστάσεις του είναι ευρύτερες, η δε υποβάθμιση του τοπίου θα έχει άμεση επίδραση και στον Άνθρωπο. Το τοπίο είναι ο δυναμικός, αισθητηριακά βιωμένος και κοινωνικά κατασκευασμένος χώρος … Η κοινωνική αποδοχή του σχεδίου δεν έχει διασφαλιστεί. Μέχρι στιγμής, πληθώρα συλλογικών φορέων συμμετέχουν και υποβάλλουν σχόλια κατά της πραγματοποίησης του έργου, από κοινού με εκατοντάδες πολίτες. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο δίνει ωστόσο μεγάλη βάση στη συμμετοχή του ευρύτερο κοινού (άρθρο 6) αναγνωρίζοντας ότι το τοπίο είναι καθοριστικό στοιχείο για την ατομική και κοινωνική ευημερία και ότι η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός του συνεπάγονται δικαιώματα και ευθύνες για τον καθένα (προοίμιο όπως Σύμβασης). Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιθυμία του κοινού να διατηρήσει το τοπίο δεν έχει να κάνει τόσο με την αισθητική, αλλά με την αντίληψη ότι το τοπίο εμπεριέχει μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αξίες που απαιτούν πολλά χρόνια για να οικοδομηθούν και τη συναίσθηση ότι πρέπει να διαφυλαχτούν οι ποιότητες του τοπίου, όπως είναι ο χαρακτήρας, η ταυτότητα και η κληρονομιά».

                                Συνεπώς, η έννοια του τοπίου δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς και νομίμως από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, οι δε αναφορές της στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο είναι επιφανειακές χωρίς να διεισδύουν στην ουσία. Για όλους επομένως τους ως άνω λόγους που αφορούν τόσο την παράβαση διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία του τοπίου όσο και την παράλειψη της ενσωμάτωσης στη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ των βασικών κανόνων και αρχών που προσδιορίζουν την έννοια και τη θεώρηση του τοπίου στις σύγχρονη αντίληψή του από το δίκαιο, την επιστήμη και την τεχνική, η υπό εξέταση ΣΜΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί.

                                1. Βασικές παραλείψεις της ΣΜΠΕ

                                Η διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης του προτεινόμενου σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ προβλέπεται από την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον που εγκρίνονται από ορισμένη δημόσια αρχή. Σε περίπτωση υλοποίησης σχεδίων σε περιοχές που αποτελούν προστατευόμενους οικοτόπους απαιτείται Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) από την οδηγία 42/2001 και να έχει προηγουμένως καθορισθεί η δέουσα εκτίμηση των στόχων διατήρησής τους που θέτει η οδηγία για τους οικοτόπους, η οποία μάλιστα απαιτεί όχι απλώς πρόβλεψη αλλά πλήρη διασφάλιση ότι ο εκπονούμενος σχεδιασμός δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

                                Επομένως η ύπαρξη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και η δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα επιτρεπόμενα έργα ΑΠΕ δυνάμει του υπό διαβούλευση πλαισίου δεν θα έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), συνιστά βασική προϋπόθεση ορθής και εμπεριστατωμένης σύνταξης της ΣΜΠΕ του σχεδίου, η δε έλλειψή της, όπως εν προκειμένω, καθιστά τη ΣΜΠΕ μη νόμιμη στο σύνολό της και απορριπτέα.

                                1. Δημόσια διαβούλευση

                                Σύμφωνα με την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του, εντός πρόσφορου χρονικού πλαισίου. Οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου, πριν την έγκρισή του.

                                Είναι δεδομένο ότι ουδόλως τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης, κυρίως όσον αφορά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου που δόθηκε στο κοινό για την υποβολή τεκμηριωμένων σχολίων και αντιρρήσεων για το σχέδιο ΚΥΑ και τη ΣΜΠΕ που το συνοδεύει. Κρίνεται δε απολύτως απρόσφορος και περιορισμένος ο χρόνος που παρέχεται, κατά τον οποίο το προτεινόμενο ΕΧΠ θα παραμείνει στη δημόσια διαβούλευση, ενόψει της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των τεχνικών και λοιπών στοιχείων που το συνοδεύουν και θα πρέπει να μελετηθούν, προκειμένου ο πολίτης να μπορέσει να διαμορφώσει με πληρότητα και ασφάλεια την άποψή του για το εξεταζόμενο ΕΧΠ και να διατυπώσει εμπεριστατωμένα σχόλια για αυτό.

                                1. Ομολογία κακής νομοθέτησης

                                Με τη θεώρηση των περιοχών με υψόμετρο άνω των 1.200 μ. αλλά και των οικοτόπων προτεραιότητας των ΕΖΔ, των ΖΕΠ και των Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους ως περιοχών που δεν είναι στο εξής κατάλληλες για την υποδοχή αιολικών εγκαταστάσεων καθώς και με τη θεώρηση όχι μόνο των δασών αλλά και των δασικών εκτάσεων ως περιοχών όπου απαγορεύεται στο εξής η χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων, το υπό εξέταση σχέδιο ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ αποτελεί μία κραυγαλέα και αδιανόητη για κράτος δικαίου δημόσια παραδοχή ότι η επίσημη πολιτική για τις ΑΠΕ όλων των κυβερνήσεων που ηγήθηκαν του τόπου έως και σήμερα υπήρξε εσφαλμένη, ανεπιτυχής και αρνητική -αν όχι και καταστροφική- για τη χώρα, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.

                                Ουσιαστικά, με την απαγόρευση στο εξής της χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε βουνά πάνω 1.200 μ., ΖΕΠ, ΕΖΔ και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αλλά και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις, όλες οι ηγεσίες του ΥΠΕΝ και ο μηχανισμός της δασικής και περιβαλλοντικής διοίκησης της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι σε ένα μεγάλο αναπάντητο «γιατί;» που αφορά το πάκτωμα με τόνους από μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα των βουνών μας, την κάλυψη ατελείωτων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου με φωτοβολταϊκά και τη μεθοδευμένη απώλεια τεράστιου φυσικού κεφαλαίου πολύτιμων, προστατευόμενων οικοτόπων με όλη τους τη βιοποικιλότητα, τα τοπία, τα πλάσματα της χλωρίδας και της πανίδας και τους φυσικούς τους πόρους, που ό,τι και να κάνουμε δεν θα γυρίσουν πίσω ούτε δύνανται σε πολλές περιπτώσεις να αποκατασταθούν.

                                Καταθέτοντας το υπό εξέταση σχέδιο ΚΥΑ στη δημόσια διαβούλευση, η ελληνική πολιτεία μόλις ομολόγησε απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και στην ιστορία, ότι μέχρι σήμερα κακώς έπραττε καθολικά σε βάρος της φύσης, η οποία κατά τη νομοθεσία μας λογίζεται και ως «εθνικό κεφάλαιο» (άρθ. 2 ν. 998/1979), το οποίο θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί με τη δέουσα ευθύνη και τον σεβασμό που της επιβάλλει η συνταγματική υποχρέωση να διαφυλάττει την οικολογική ισορροπία και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα.

                                Απέναντι σε αυτή την τραγική ως προς το συμβολισμό και τις συνέπειές της παραδοχή, εγείρονται αναμφίβολα και σε νομικό επίπεδο μείζονος σημασίας ζητήματα κρατικής ευθύνης για την περιβαλλοντική ζημία που επήλθε στο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας από την μακρόχρονη, συστηματική και παρατεταμένη εφαρμογή πολιτικών, νομοθεσίας και αποφάσεων που οδήγησαν μοναδικά οικοσυστήματα και τον φυσικό πλούτο ευρύτατων περιοχών της χώρας σε ραγδαία υποβάθμιση, οικολογική βλάβη και καταστροφή.

                                Στο πλαίσιο της θεώρησης αυτής, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ακόμα και μαζικών προσφυγών στη δικαιοσύνη και σε κάθε αρμόδιο θεσμικό φορέα από ενεργούς πολίτες, σωματεία, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποκατάσταση κάθε είδους περιβαλλοντικής βλάβης που έχει επέλθει σε οικοσυστήματα και στοιχεία της φύσης συνεπεία της εφαρμογής -ομολογουμένως- αντιπεριβαλλοντικών νομοθετημάτων επί μακρώ και της πλημμελούς ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, επί τη βάσει και της εμβληματικής προς τούτο νομολογίας του ΔΕΚ που έχει κρίνει  ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς ή πλημμελούς μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιό του.

                                Συμπέρασμα

                                Για όλους επομένως τους λόγους που αναλύθηκαν ως άνω, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ που το συνοδεύει κρίνονται μη νόμιμα, επιστημονικώς ατεκμηρίωτα και αντισυνταγματικά και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.
                                <p style=”text-align: center;”>———————————————————-</p>
                                <p style=”text-align: center;”>Χάρις Γιαννοπούλου
                                Πυρηνική ιατρός
                                Θόρυβος αιολικών εγκαταστάσεων και ανάγκη ειδικού κανονιστικού πλαισίου</p>
                                Ο θόρυβος από τις αιολικές εγκαταστάσεις αποτελεί διεθνώς το σημαντικότερο ζήτημα δημόσιας υγείας που σχετίζεται με τη λειτουργία τους. Η διεθνής βιβλιογραφία, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και η εμπειρία πολλών χωρών καταδεικνύουν ότι η προστασία των κατοίκων από τις επιπτώσεις του θορύβου απαιτεί ειδική και προσεκτική αντιμετώπιση.

                                Ωστόσο, στο προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ, το θέμα του θορύβου αντιμετωπίζεται εξαιρετικά περιορισμένα. Η μοναδική ουσιαστική πρόβλεψη αφορά την εξασφάλιση επιπέδου θορύβου μικρότερου των 45 dB στις μεμονωμένες κατοικίες και στα όρια των οικιστικών δραστηριοτήτων, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                                Το ίδιο το κείμενο της ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι «ειδικότερα όρια θορύβου σχετικά με αιολικές εγκαταστάσεις δεν τίθενται από την κείμενη νομοθεσία», παραπέμποντας στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

                                Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζει τον περιβαλλοντικό θόρυβο ως σημαντικό παράγοντα δημόσιας υγείας και έχει εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες για την προστασία των πληθυσμών από τις επιπτώσεις του θορύβου, συμπεριλαμβανομένου του θορύβου των ανεμογεννητριών. Παράλληλα, οι οδηγίες του ΠΟΥ για τον νυχτερινό θόρυβο θεωρούν ότι επίπεδο Lnight,outside 40 dB αποτελεί τον επιθυμητό στόχο για την προστασία της υγείας, ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ενώ τα 55 dB προτείνονται ως όρο συναγερμού.

                                Η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι οι συχνότερα αναφερόμενες επιπτώσεις από την έκθεση στον θόρυβο των ανεμογεννητριών αφορούν την έντονη ενόχληση (annoyance), τη διαταραχή του ύπνου, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και τα συμπτώματα ψυχολογικής επιβάρυνσης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι σοβαρότερα ενοχλούμενοι κάτοικοι αναφέρουν ότι τα προβλήματα εμφανίζονται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας και στον χώρο του υπνοδωματίου, ενώ η επίμονη ενόχληση έχει συσχετισθεί με αυξημένο στρες και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

                                Η έντονη ενόχληση (high annoyance) από τον θόρυβο δεν αποτελεί απλώς ένα υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας, αλλά αναγνωρίζεται διεθνώς ως δυσμενής επίπτωση στην υγεία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και πλήθος επιδημιολογικών μελετών, η επίμονη ενόχληση συνδέεται με χρόνιο στρες, διαταραχές ύπνου, μείωση της ποιότητας ζωής και πιθανώς με μακροχρόνιες καρδιομεταβολικές επιπτώσεις. Οι διαταραχές ύπνου και η ενόχληση αποτελούν τους κυριότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο περιβαλλοντικός θόρυβος επιδρά στην ψυχική και σωματική υγεία.

                                Αν και δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου «συνδρόμου ανεμογεννητριών», η συσχέτιση μεταξύ θορύβου ανεμογεννητριών, ενόχλησης και διαταραχών ύπνου αναγνωρίζεται ευρέως. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του ζητήματος διεθνώς βασίζεται όχι στην απόδειξη συγκεκριμένης παθολογίας, αλλά βασίζεται κυρίως στην πρόληψη των επιπτώσεων στην υγεία και στην ποιότητα ζωής.

                                Επιπλέον, ο θόρυβος των ανεμογεννητριών παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλες πηγές περιβαλλοντικού θορύβου, όπως η σημαντική παρουσία χαμηλών συχνοτήτων, η μεταβαλλόμενη ένταση και το φαινόμενο διαμόρφωσης πλάτους (amplitude modulation), στοιχεία που δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από την απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου στάθμης θορύβου. Το ζήτημα αυτό έχει επισημανθεί και από ειδικούς επιστήμονες της ακουστικής στη χώρα μας, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανάγκη αξιολόγησης του περιεχομένου συχνοτήτων και της ορθής μεθοδολογίας μέτρησης του θορύβου.

                                Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία του ύπνου, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι για συνεχή νυχτερινό θόρυβο στο εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας τα επίπεδα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 dB(A), ενώ ως στόχος για τη νυχτερινή έκθεση στον εξωτερικό χώρο προτείνεται επίπεδο 40 dB Lnight,outside. Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ περιορίζεται στην απλή αναφορά ενός γενικού ορίου 45 dB, χωρίς ειδική μέριμνα για τη νυχτερινή προστασία και την ποιότητα του ύπνου, παρά το γεγονός ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν μία από τις πλέον τεκμηριωμένες επιπτώσεις της έκθεσης στον θόρυβο των ανεμογεννητριών. Η προστασία του ύπνου δεν αποτελεί απλώς ζήτημα άνεσης ή ευεξίας, αλλά βασική προϋπόθεση διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

                                Κατά συνέπεια, η απλή αναφορά σε όριο 45 dB δεν επαρκεί για την ολοκληρωμένη προστασία της ανθρώπινης υγείας. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο οφείλει να περιλαμβάνει ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, με πρόβλεψη για τη νυχτερινή προστασία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου χαμηλών συχνοτήτων, τη συνεχή παρακολούθηση των πραγματικών επιπέδων θορύβου μετά την εγκατάσταση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύπτουν για τους κατοίκους.

                                Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει αυστηρότερα όρια ή ειδικές ρυθμίσεις για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων. Ενδεικτικά, στη Φινλανδία εφαρμόζεται όριο 40 dB, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας προβλέπονται ακόμη χαμηλότερα επίπεδα για καθαρά οικιστικές ζώνες. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν εξαντλείται στη θέσπιση ενός ενιαίου γενικού ορίου, αλλά απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                                Οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες μεγάλου ύψους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες στις οποίες βασίστηκε μεγάλο μέρος της παλαιότερης βιβλιογραφίας και των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή επανεκτίμηση των διαθέσιμων δεδομένων. Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στους υποήχους (<20 Hz), για τους οποίους αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια έντονη επιστημονική συζήτηση. Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε και στην ειδική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Μαρτίου 2026, με αντικείμενο τις πιθανές επιπτώσεις των χαμηλών συχνοτήτων και των υποήχων από τις σύγχρονες ανεμογεννήτριες. Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων, πρόσφατες εργασίες έχουν αναφέρει συσχετίσεις όχι μόνο σε επιδημιολογικές και παρατηρησιακές μελέτες, αλλά και ευρήματα από πειραματικές μελέτες σε κυτταρικό επίπεδο και σε ανθρώπινο καρδιακό ιστό. Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη πρώιμα και απαιτούν περαιτέρω επιβεβαίωση, ωστόσο αναδεικνύουν ότι η σχετική επιστημονική συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεδομένου ότι ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η πλήρης απουσία αναφοράς στους υποήχους και στις χαμηλές συχνότητες δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού, βασισμένου στην αρχή της προφύλαξης.

                                Η επιστημονική συζήτηση σχετικά με ορισμένες πτυχές του θορύβου των ανεμογεννητριών, ιδίως όσον αφορά τις χαμηλές συχνότητες και ορισμένους πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς, παραμένει ανοικτή. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να δημοσιεύονται νέες εργασίες ακόμη και μέσα στο 2026 καταδεικνύει ότι η επιστημονική συζήτηση όχι μόνο δεν έχει λήξει, αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Δεδομένου ότι το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτή την εξελισσόμενη επιστημονική συζήτηση δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού. Παράλληλα, υπάρχουν και μελέτες που δεν διαπιστώνουν άμεσες επιπτώσεις πέραν της ενόχλησης και των διαταραχών ύπνου. Ωστόσο, η απουσία πλήρους επιστημονικής συναίνεσης δεν αναιρεί την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων, ιδιαίτερα όταν οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, στον ύπνο και στην ψυχική ευεξία έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς.

                                Αρχή της προφύλαξης

                                Η έλλειψη πλήρους επιστημονικής συναίνεσης ως προς όλους τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο θόρυβος των ανεμογεννητριών ενδέχεται να επηρεάζει την υγεία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αδράνειας ή αποδυνάμωσης των μέτρων προστασίας. Αντίθετα, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου και κατοχυρώνεται στο άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν υπάρχουν εύλογες επιστημονικές ενδείξεις για πιθανούς κινδύνους στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον, η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν δικαιολογεί την αναβολή λήψης κατάλληλων προληπτικών μέτρων.

                                Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του θορύβου των αιολικών εγκαταστάσεων. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικές διαφωνίες ως προς ορισμένες ειδικότερες επιπτώσεις, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο θόρυβος των ανεμογεννητριών συνδέεται με αυξημένη ενόχληση, διαταραχές ύπνου και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι επιπτώσεις αυτές, ακόμη και όταν δεν συνιστούν άμεση οργανική βλάβη, αποτελούν ζητήματα δημόσιας υγείας, τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον χωροταξικό σχεδιασμό.

                                Κατά συνέπεια, η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου θορύβου 45 dB. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ οφείλει να ενσωματώνει την αρχή της προφύλαξης και να προβλέπει ειδικό και επικαιροποιημένο κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική γνώση, στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και στην υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει αποτελεσματικά την υγεία, τον ύπνο και την ποιότητα ζωής των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης και τις επιταγές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

                                Ενδεικτική βιβλιογραφία

                                Abbasi M, Monazzam MR, Akbarzadeh A, Zakerian SA, Ebrahimi MH. Impact of wind turbine sound on general health, sleep disturbance and annoyance of workers: a pilot study in Manjil wind farm, Iran. Health and Quality of Life Outcomes. 2015;13:225.

                                Bakker RH, Pedersen E, van den Berg GP, Stewart RE, Lok W, Bouma J. Impact of wind turbine sound on annoyance, self-reported sleep disturbance and psychological distress. Science of the Total Environment. 2012;425:42-51.

                                Dastan M, Dyminski Parente Ribeiro E, Bellut-Staeck U, Zhou J, Lehmann C. Infrasound and Human Health: Mechanisms, Effects, and Applications. Applied Sciences. 2026;16(3):1553.

                                Ellenbogen JM, Kellam CB, Hankard M. Noise-induced sleep disruption from wind turbines: scientific updates and acoustical standards. Sleep. 2024;47:zsad286.

                                Grocott K, Mansour A, Shiels E, Bentley R, Mason K. Mental health effects of exposure to environmental noise at home: A systematic review of potential mediating pathways, 2025.

                                Health Canada. Wind Turbine Noise and Health Study: Summary of Results. Ottawa: Health Canada; 2014.

                                 

                                Michaud DS, Feder K, Keith SE, Voicescu SA, Marro L, Than J, et al. Effects of wind turbine noise on self-reported and objective measures of sleep. Sleep. 2016;39(1):97-109.

                                Müller FJ, Leschinger V, Hübner G, Pohl J. Understanding subjective and situational factors of wind turbine noise annoyance. Energy Policy. 2023;173:113361.

                                Onakpoya IJ, O’Sullivan J, Thompson MJ, Heneghan CJ. The effect of wind turbine noise on sleep and quality of life: a systematic review and meta-analysis of observational studies. Environment International. 2015;82:1-9.

                                Pawlaczyk-Łuszczyńska M, Zaborowski K, Dudarewicz A, Zamojska-Daniszewska M, Waszkowska M. Response to Noise Emitted by Wind Farms in People Living in Nearby Areas. International Journal of Environmental Research and Public Health. 2018;15:1575.

                                Radun J, Maula H, Saarinen P, Keränen J, Alakoivu R, Hongisto V. Health effects of wind turbine noise and road traffic noise on people living near wind turbines . Renewable and Sustainable Energy Reviews. 2022;157:112040.

                                Smith MG, Cordoza M, Basner M. Environmental Noise and Effects on Sleep: An Update to the WHO Systematic Review and Meta-Analysis. Environmental Health Perspectives.
                                2022;130(7):76001.

                                Staniek A, Miterska M. Analysis of Noise Generated by Wind Turbines with Reference to Other Low Frequency Noise Sources and Their Possible Impact on Human Health. International Journal of Occupational Medicine and Environmental Health. 2025.

                                Teneler AA, Hassoy H. Health effects of wind turbines: a review of the literature between 2010–2020. International Journal of Environmental Health Research. 2023;33(2):143-157.

                                van Kamp I, van den Berg F. Health effects related to wind turbine sound, including low- frequency sound and infrasound. Acoustics Australia. 2018;46:31-57.

                                Verheijen E, Jabben J, Schreurs E, Smith KB. Impact of wind turbine noise in The Netherlands. Noise and Health. 2011;13(55):459-463.

                                World Health Organization. Night Noise Guidelines for Europe. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2009.

                                World Health Organization. Environmental Noise Guidelines for the European Region. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2018.

                                Αθήνα, 18 Ιουνίου 2026

                                ———————-
                                Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
                                τηλ: +30 210 3823 850
                                Καλλιδρομίου 30, 11473 ΑΘΗΝΑ

                                #13722
                                Μαρία Πορτελάνου κάτοικος Κύμης Εύβοιας

                                  ΣΧΟΛΙΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

                                  Η προστασία του κλίματος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της βιοποικιλότητας, των φυσικών οικοσυστημάτων, των ορεινών τοπίων και των υδάτινων πόρων της χώρας.

                                  Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη οικολογική αξία ανά μονάδα έκτασης. Η προστασία αυτής της φυσικής κληρονομιάς αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους (α 24) και δεν μπορεί να υποχωρεί έναντι της επιτάχυνσης των επενδύσεων.

                                  Το προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο παρουσιάζει βελτιώσεις σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο του 2008, ωστόσο εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες ως προς τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής προστασίας και της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων.

                                  Ειδικότερα:

                                  1. Απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης της ήδη συντελεσμένης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης

                                  Το σχέδιο αντιμετωπίζει τον εθνικό χώρο ως διαθέσιμο για νέα ανάπτυξη ΑΠΕ χωρίς να προηγείται ολοκληρωμένη αποτίμηση:

                                  • των ήδη εγκατεστημένων έργων,
                                  • των αδειοδοτημένων έργων,
                                  • των υπό αδειοδότηση έργων,
                                  • των σωρευτικών επιπτώσεων ανά ορεινό όγκο και οικοσύστημα.

                                  Η περιβαλλοντική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται αγνοώντας την πραγματική κατάσταση της χώρας.

                                  Πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη θα έπρεπε να έχει προηγηθεί εθνική αξιολόγηση κορεσμού οικοσυστημάτων και τοπίων.

                                  1. Ανεπαρκής εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης

                                  Το σχέδιο βασίζεται κυρίως σε αξιολόγηση κατά περίπτωση μέσω περιβαλλοντικών μελετών, των γνωστών και αμφιβόλου αξίας ΜΠΕ και ΕΟΑ.

                                  Η διεθνής εμπειρία όμως έχει δείξει ότι η διαχείριση κατά περίπτωση δεν επαρκεί για την προστασία ειδών και οικοτόπων όταν οι πιέσεις είναι εκτεταμένες και σωρευτικές.

                                  Απαιτείται:

                                  • σαφής προληπτικός αποκλεισμός ιδιαίτερα ευαίσθητων οικοσυστημάτων,
                                  • αποκλεισμός κρίσιμων περιοχών αναπαραγωγής και μετακίνησης ειδών,
                                  • δημιουργία εκτεταμένων ζωνών μηδενικής χωροθέτησης.

                                  Η αρχή της προφύλαξης επιβάλλει ότι όταν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, η προστασία προηγείται της ανάπτυξης.

                                  1. Ελλιπής προστασία ορεινών οικοσυστημάτων

                                  Τα ελληνικά βουνά αποτελούν τα σημαντικότερα καταφύγια βιοποικιλότητας της χώρας.

                                  Η διάνοιξη οδικού δικτύου, οι εκσκαφές, οι επιχωματώσεις, οι βάσεις ανεμογεννητριών και τα συνοδά έργα έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικό κατακερματισμό οικοτόπων σε πολλές περιοχές.

                                  Το προτεινόμενο πλαίσιο δεν παρέχει επαρκή προστασία:

                                  • των αλπικών και υποαλπικών οικοσυστημάτων,
                                  • των κορυφογραμμών,
                                  • των περιοχών μεγάλης φυσικότητας,
                                  • των αδιατάρακτων ορεινών τοπίων, περιοχών ΠΑΔ κλπ.

                                  Προτείνεται η καθιέρωση αυστηρότερων υψομετρικών και οικολογικών κριτηρίων αποκλεισμού.

                                  Ειδικότερα για την Εύβοια ζητείται η εφαρμογή του αναθεωρημένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (ΦΕΚ 299/ΑΑΠ/14-12-2018) σύμφωνα με το οποίο στον νησιωτικό ορεινό χώρο (Εύβοια και Σκύρο ) δεν θα τοποθετούνται ανεμογεννήτριες άνω των 600 μ., γιατί ο ορεινός χώρος θεωρείται χώρος φυσικού αποθέματος.

                                  1. Υποτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων

                                  Η σημαντικότερη περιβαλλοντική επίπτωση των ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν προέρχεται πλέον από μεμονωμένα έργα αλλά από τη συγκέντρωση πολλών έργων στην ίδια γεωγραφική ενότητα.

                                  Η αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων παραμένει αποσπασματική.

                                  Απαιτείται:

                                  • υποχρεωτική αξιολόγηση σε επίπεδο ορεινού όγκου,
                                  • αξιολόγηση σε επίπεδο λεκάνης απορροής,
                                  • αξιολόγηση σε επίπεδο οικολογικού διαδρόμου,
                                  • καθορισμός ανώτατων ορίων εγκατάστασης.

                                  1. Προβληματική αντιμετώπιση των περιοχών Natura 2000

                                  Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η ύπαρξη περιβαλλοντικών όρων δεν αρκεί για τη διατήρηση της οικολογικής ακεραιότητας προστατευόμενων περιοχών.

                                  Το δίκτυο Natura 2000 δεν θεσπίστηκε για να λειτουργεί ως χώρος προτεραιότητας ενεργειακών επενδύσεων αλλά ως βασικός μηχανισμός διατήρησης της ευρωπαϊκής βιοποικιλότητας.

                                  Πρέπει να υιοθετηθεί αυστηρότερο και ουσιαστικότερο καθεστώς προστασίας στις περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας.

                                  Οι περιοχές Natura της Εύβοιας πρέπει να προστατευθούν απολύτως, γιατί το νησί της Εύβοιας είναι ο πιο επιβαρυμένος από ΑΠΕ νομός-Περιφερειακή Ενότητα της Ελλάδας.

                                  Οι περιοχές Natura του νησιού που κυρίως απειλούνται από ΑΠΕ είναι οι ακόλουθες:

                                  • Όρος Όχη – Κάμπος Καρύστου – Ακρωτήριο Καφηρέας (GR2420001)
                                  • Δίρφυς – Δάσος Στενής – Δέλφι (GR2420002)
                                  • Λίμνη Δύστου (GR2420008)
                                  • Όρος Κανδήλι (GR2420010)
                                  • Όρη Κεντρικής Εύβοιας, παράκτια ζώνη και νησίδες (GR2420011)
                                  • Όρος Όχη, παράκτια ζώνη και νησίδες (GR2420012)
                                  • Ποταμός Μανικιάτης (GR2420017)
                                  • Θαλάσσια ζώνη Ανατολικής Εύβοιας από Άκρα Οκτωνιάς έως Ζάρακες (GR2420015)
                                  • Θαλάσσια περιοχή Νοτίου Ευβοϊκού Κόλπου (GR2420016)
                                  • Παράκτια θαλάσσια ζώνη Καφηρέα (τμήμα του GR2420001)
                                  1. Απουσία μηχανισμού οικολογικής αποκατάστασης

                                  Το σχέδιο επικεντρώνεται στην εγκατάσταση νέων έργων αλλά δεν προβλέπει ουσιαστικούς μηχανισμούς:

                                  • αποκατάστασης τοπίου,
                                  • αποκατάστασης οδικών διανοίξεων,
                                  • αποξήλωσης παλαιών εγκαταστάσεων,
                                  • επαναφοράς οικοτόπων μετά το τέλος ζωής των έργων.

                                  Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» πρέπει να εφαρμόζεται και στις ενεργειακές υποδομές.

                                  1. Παραγνώριση τη αντιδράσεων των περιβαλλοντικών φορέων και των τοπικών κοινωνιών

                                  Η ένταση των αντιδράσεων σε πολλές περιοχές της χώρας καταδεικνύει ότι η κοινωνική αποδοχή δεν εξασφαλίζεται μέσω της επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων αλλά μέσω της ουσιαστικής προστασίας του τόπου.

                                  Η απώλεια εμπιστοσύνης των τοπικών κοινωνιών συνδέεται άμεσα με την αίσθηση ότι η περιβαλλοντική προστασία υποχωρεί έναντι της επενδυτικής διευκόλυνσης.

                                  Τελική Παρατήρηση:

                                  Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι τα αδειοδοτημένα έργα ΑΠΕ μπορούν να προχωρήσουν με τις παλαιές ρυθμίσεις και καμία επ΄ αυτών επίδραση δεν θα έχει το νέο Χωροταξικό

                                  Συμπέρασμα

                                  Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει θεωρητικά τη σημασία της βιοποικιλότητας και των σωρευτικών επιπτώσεων. Ωστόσο, οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί προστασίας παραμένουν ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν την ήδη εκτεταμένη περιβαλλοντική πίεση που έχει δημιουργηθεί από την ταχεία ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε πολλές περιοχές της χώρας.

                                  Η ουσιαστική αναθεώρηση του σχεδίου θα πρέπει να στηριχθεί στις αρχές:

                                  • πρόληψης και προφύλαξης,
                                  • διατήρησης της βιοποικιλότητας,
                                  • προστασίας ορεινών οικοσυστημάτων,
                                  • περιορισμού των σωρευτικών επιπτώσεων,
                                  • σεβασμού της φέρουσας ικανότητας του χώρου,
                                  • αποκατάστασης των ήδη επιβαρυμένων περιοχών.

                                  Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι λόγια για ενεργειακή μετάβαση και μεγαλεπήβολα Σχέδια για το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

                                  Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η πραγματική προστασία του Ελληνικού Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και της ζωής των τοπικών κοινωνιών, από την ενεργειακή λαίλαπα και την εκβιομηχάνιση των βουνών, πεδιάδων και θαλασσών της χώρας.

                                  #13723
                                  Αριστοτέλης Τσεκούρας

                                    Στο Άρθρο 20, αναφορικά με τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορρευστά σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, προτείνεται η υιοθέτηση πιο αναλογικής προσέγγισης για τις εγκαταστάσεις που συνδέονται λειτουργικά με την τοπική αγροτική παραγωγή, τη διαχείριση βιομάζας και την κυκλική αξιοποίηση των αγροτικών και αγροδιατροφικών ροών.
                                    Η γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας πρέπει να προστατεύεται από χρήσεις που οδηγούν σε απώλεια ή υποβάθμιση του παραγωγικού της χαρακτήρα. Ωστόσο, οι μονάδες βιομάζας, βιοαερίου ή βιορρευστών που τροφοδοτούνται κατά κύριο λόγο από βιομάζα της ίδιας αγροτικής περιοχής, και ιδίως από υπολειμματική βιομάζα αγροτικών, κτηνοτροφικών, δασικών ή αγροδιατροφικών δραστηριοτήτων, δεν λειτουργούν κατ’ ανάγκη ανταγωνιστικά προς τη γεωργική γη. Αντίθετα, μπορούν να αποτελέσουν υποστηρικτική αγρο-ενεργειακή υποδομή, συμβάλλοντας στην ασφαλή συλλογή, αποθήκευση και αξιοποίηση οργανικών ροών, στη μείωση ανεξέλεγκτης διάθεσης υπολειμμάτων, στην κυκλική οικονομία και στη δημιουργία πρόσθετης αξίας για την τοπική αγροτική οικονομία.
                                    Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με τη λογική της συνύπαρξης αγροτικής και ενεργειακής δραστηριότητας, όπως αναγνωρίζεται και στην περίπτωση των αγρο-φωτοβολταϊκών. Όπως στα αγρο-φωτοβολταϊκά η ενεργειακή εγκατάσταση δεν πρέπει να αναιρεί αλλά να συνυπάρχει με την αγροτική παραγωγή, έτσι και οι μονάδες βιομάζας, βιοαερίου ή βιορρευστών μπορούν να ενταχθούν σε αγροτικές περιοχές όταν τεκμηριώνεται ότι υπηρετούν την τοπική αγροτική δραστηριότητα, αξιοποιούν τη βιομάζα που αυτή παράγει και δεν αλλοιώνουν τον βασικό παραγωγικό χαρακτήρα της γης.
                                    Για τον λόγο αυτό προτείνεται να προβλεφθεί ότι η χωροθέτηση τέτοιων εγκαταστάσεων σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας δεν θα αποφεύγεται αδιαφοροποίητα, όταν τεκμηριώνεται ότι η εγκατάσταση συνδέεται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή, συλλογή, αποθήκευση και αξιοποίηση βιομάζας της οικείας αγροτικής περιοχής. Η τεκμηρίωση αυτή θα πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, βάσει στοιχείων προέλευσης, ετήσιας διαθεσιμότητας, τρόπου συλλογής και ασφαλούς διαχείρισης της πρώτης ύλης.
                                    Ειδικά για περιοχές γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας που βρίσκονται εντός Ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας, η πλήρης και αδιαφοροποίητη απαγόρευση εγκατάστασης θα πρέπει να επανεξεταστεί για μονάδες που εξυπηρετούν τη συλλογή και ασφαλή διαχείριση υπολειμματικής βιομάζας της ίδιας περιοχής. Οι μονάδες αυτές, εφόσον σχεδιαστούν κατάλληλα, μπορούν να μειώσουν κινδύνους ανεξέλεγκτης αποθήκευσης ή διάθεσης οργανικών υπολειμμάτων σε ευάλωτες περιοχές και να προσφέρουν οργανωμένη, ελεγχόμενη και περιβαλλοντικά ασφαλή διαχείριση.
                                    Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να είναι άνευ όρων. Θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης πλημμυρικού κινδύνου και εφόσον προβλέπονται ειδικά μέτρα προστασίας έναντι πλημμύρας, τα οποία γίνονται αποδεκτά από τις αρμόδιες γνωμοδοτούσες αρχές. Τέτοια μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, την υπερύψωση των κρίσιμων εγκαταστάσεων ή του διαμορφωμένου γηπέδου άνω της εκτιμώμενης στάθμης πλημμύρας σχεδιασμού, τη στεγανή και ασφαλή αποθήκευση πρώτης ύλης, χωνεμένου υπολείμματος ή βιορρευστών, την αποτροπή έκπλυσης υλικών, τη διαμόρφωση κατάλληλων συστημάτων απορροής και συγκράτησης, καθώς και σχέδιο λειτουργίας σε περίπτωση έκτακτου πλημμυρικού συμβάντος.
                                    Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να τεκμηριώνεται ότι δεν αυξάνουν τον πλημμυρικό κίνδυνο σε όμορες ή κατάντη περιοχές, δεν παρεμποδίζουν ουσιωδώς τη φυσική απορροή, δεν αλλοιώνουν σημαντικά το τοπίο και είναι συμβατά με τις απαιτήσεις περιβαλλοντικής αδειοδότησης και τις γνώμες των αρμόδιων αρχών.
                                    Προτεινόμενη διατύπωση:
                                    «Σε περιοχές με γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας αποφεύγεται η χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορρευστά, εκτός εάν τεκμηριώνεται ότι η εγκατάσταση συνδέεται λειτουργικά με την αγροτική παραγωγή της οικείας περιοχής και ότι η ετήσια πρώτη ύλη προέρχεται κατά κύριο λόγο, και σε ποσοστό που τεκμηριώνεται κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση, από βιομάζα της περιοχής, με ουσιαστική συμμετοχή υπολειμματικής βιομάζας από αγροτικές, κτηνοτροφικές, δασικές ή αγροδιατροφικές δραστηριότητες. Η εγκατάσταση δεν θα πρέπει να αλλοιώνει τον παραγωγικό χαρακτήρα της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, αλλά να λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αγροτική δραστηριότητα, κατά τη λογική της συνύπαρξης αγροτικής παραγωγής και ενεργειακής αξιοποίησης που αναγνωρίζεται και στις αγρο-ενεργειακές εφαρμογές, όπως τα αγρο-φωτοβολταϊκά.
                                    Για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορρευστά σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 4496/2017 (Α΄170). Σε περιοχές που εμπίπτουν σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας και βρίσκονται εντός Ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας, η εγκατάσταση δύναται να επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον τεκμηριώνεται ότι η μονάδα εξυπηρετεί τη συλλογή, ασφαλή αποθήκευση και διαχείριση υπολειμματικής βιομάζας της ίδιας περιοχής και εφόσον λαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας έναντι πλημμύρας. Τα μέτρα αυτά, όπως ενδεικτικά η υπερύψωση κρίσιμων εγκαταστάσεων ή του διαμορφωμένου γηπέδου άνω της εκτιμώμενης στάθμης πλημμύρας σχεδιασμού, η στεγανή αποθήκευση πρώτης ύλης και υπολειμμάτων, η αποτροπή έκπλυσης υλικών και η κατάλληλη διαχείριση απορροών, πρέπει να γίνονται αποδεκτά από τις αρμόδιες γνωμοδοτούσες αρχές, να μην αυξάνουν τον πλημμυρικό κίνδυνο σε όμορες ή κατάντη περιοχές και να μην αλλοιώνουν σημαντικά το τοπίο.»

                                    #13728
                                    ΣΟΦΙΑ ΠΑΥΛΑΚΗ

                                      Ως μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας υιοθετώ και υποβάλλω το ακόλουθο κείμενο επί της Δημόσιας Διαβούλευσης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού, καταγγέλλοντάς το ως απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητώντας την απόρριψή του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους:

                                      Αθήνα, 18 Ιουνίου 2026

                                      Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                                      στη Δημόσια Διαβούλευση επί του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

                                      ———————————————————-

                                       

                                      Μαρία Καραμανώφ

                                      Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.

                                      Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                                       

                                      Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  (εφεξής Νέο Πλαίσιο) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως νέα και βελτιωμένη έκδοση του ήδη ισχύοντος (εφεξής Παλαιό Πλαίσιο). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε νέο αλλά ούτε και έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον γνήσιο επιστημονικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στην ουσία αποτελεί νομιμοποίηση και παράταση των ρυθμίσεων του Παλαιού Πλαισίου, ενώ παράλληλα πάσχει τις ίδιες -και σε ορισμένες περιπτώσεις μείζονες- νομικές πλημμέλειες με αυτό.

                                      Ειδικότερα,

                                      Α. Μεταβατικές διατάξεις.

                                      Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει Νέο Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 Παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα ήδη από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τάξει προθεσμία δύο μηνών για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, η χώρα μας ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να εγκρίνονται σωρηδόν έργα ΑΠΕ στηριζόμενα σε Ειδικό Πλαίσιο που αποδεδειγμένα δεν έχει ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Με τη θέσπιση του προτεινόμενου Νέου Πλαισίου, η παρανομία αυτή παρατείνεται επ’ αόριστον δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου Δεύτερου αυτού. Σύμφωνα με αυτές,

                                      α) Οι λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος του Νέου Πλαισίου εγκαταστάσεις ΑΠΕ εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού του Νέου Πλαισίου, ακόμα δηλαδή και αν αντιβαίνουν σε αυτές.

                                      β) Άδειες εγκατάστασης που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί, τροποποιούνται και ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

                                      γ) Εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) συνεχίζουν να ισχύουν, να τροποποιούνται και να ανανεώνονται και τα σχετικά έργα να λαμβάνουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, μπορούν δε ακόμα και να επεκτείνονται αν το ποσοστό της επιφάνειας επέκτασης δεν υπερβαίνει το 50% της αρχικής.

                                      Το ίδιο ισχύει και για τις ΑΠΕ που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) καθώς και για ΑΠΕ για τις οποίες δεν απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ακόμα και οι φάκελοι ΜΠΕ έργων ΑΠΕ που έχουν απλώς υποβληθεί και λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας μέχρι 20 Μαΐου 2026 αξιολογούνται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Παλαιού Πλαισίου.

                                      Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε περιοχές όπου το Νέο Πλαίσιο φαίνεται καταρχήν να θεσπίζει απαγορευτικές διατάξεις αυστηρότερες από το Παλαιό (λ.χ. περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οικότοποι προτεραιότητας ΕΖΔ του δικτύου Natura, ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας των υδάτων κολύμβησης κλπ.), οι απαγορεύσεις αυτές θα έχουν έδαφος εφαρμογής μόνο στο απώτερο μέλλον, αφού δηλαδή θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί και υλοποιηθεί σύμφωνα με το Παλαιό Πλαίσιο όλα τα έργα που βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και στο πρώιμο στάδιο της τυπικής υποβολής φακέλου. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό ισοδυναμεί με την άποψη λ.χ. ότι αν ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην αγορά αποδειχθεί εκ των υστέρων επικίνδυνο για την υγεία, ναι μεν θα πρέπει να απαγορευτεί για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να  εξακολουθήσει  νομίμως να συνταγογραφείται μέχρις ότου εξαντληθούν τα αποθέματα των εταιρειών που το παράγουν και το εμπορεύονται, προκειμένου να προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και οι επιχειρηματικές τους προσδοκίες.

                                      Όπως προκύπτει από τον επίσημο χάρτη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας έχει ήδη καταληφθεί ή πρόκειται να καταληφθεί από ΑΠΕ που βρίσκονται σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Πλαισίου, η αδειοδότηση και η υλοποίηση όλων αυτών των έργων ΑΠΕ θα προχωρήσει κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού καθεστώτος του Παλαιού Πλαισίου, είναι προφανές ότι η θέσπιση του Νέου Πλαισίου αποτελεί στην ουσία μια ευρηματική μέθοδο επ’ αόριστον παράτασης της ισχύος του Παλαιού και νομιμοποίησης των νομικών του πλημμελειών.

                                       

                                      Β. Ουσιώδεις πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου

                                      Ο σχολιασμός και η αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Πλαισίου που στερούνται επιστημονικού υποβάθρου και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, θα απαιτούσε τη σύνταξη πονήματος αντίστοιχου μεγέθους και χρόνο ο οποίος προδήλως δεν παρέχεται, αφού η δοθείσα προς διαβούλευση χρονική προθεσμία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε μερικές μόνο αλλά θεμελιώδεις πλημμέλειες  του Πλαισίου.

                                      Ανεξάρτητα από τις μεταβατικές του διατάξεις, το Νέο Πλαίσιο, εξεταζόμενο αυτό καθ’ εαυτό, επαναλαμβάνει τα ουσιώδη σφάλματα του Παλαιού διότι, μεταξύ άλλων,

                                      α) δεν πληροί τις απαιτούμενες επιστημονικές προδιαγραφές του χωροταξικού σχεδιασμού στο επίπεδο εκπόνησης Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου,

                                      β) δεν λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ούτε καν ασχολείται με τα κρίσιμα επιστημονικά ζητήματα σχετικά με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ, τα οποία έχουν ανακύψει και ερευνώνται από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κατά την τελευταία 15ετία.

                                       

                                      1. Συμβατότητα του Νέου Πλαισίου προς τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης

                                      Στο κεφάλαιο της εξέτασης των εναλλακτικών δυνατοτήτων, το Νέο Πλαίσιο αναφέρει ότι επέλεξε το σενάριο της επικαιροποίησης του Παλαιού στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, προκειμένου να λάβει υπόψη του τη διαμορφωμένη σήμερα κατάσταση (υφιστάμενες συγκεντρώσεις ΑΠΕ, περιοχές με αυξημένη ζήτηση κλπ.), και τις τυχόν επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.

                                      Στην πραγματικότητα έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούν οι αρχές του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, αφού το πολυσέλιδο περιεχόμενό του εξαντλείται: α) σε μακροσκελή έκθεση των καλών του προθέσεων, β) σε εκτενή παράθεση νομικών κειμένων και εγκυκλοπαιδικών περιγραφών και γενικών πληροφοριών σε σχέση με τους υδάτινους πόρους, την κατάσταση της ατμόσφαιρας, το πολιτιστικό περιβάλλον, το ακουστικό περιβάλλον κλπ., και γ) σε ανακοίνωση των ρυθμίσεών του, οι οποίες ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες του Παλαιού, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (λ.χ. περιοχές επιτάχυνσης, μονάδες αποθήκευσης, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, θαλάσσια αιολικά κλπ.) το επιδεινώνουν.

                                      Ελλείπει παντελώς το πράγματι ζητούμενο από ένα βιώσιμο ειδικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα θεσπίζεται μετά από δεκαοκταετή εφαρμογή του διαπιστωμένα πλημμελούς Παλαιού και όφειλε προεχόντως και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της πρόληψης της προφύλαξης και της αποκατάστασης: α) να αποκαταστήσει τις καταστροφές και αλλοιώσεις που επέφερε στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον το Παλαιό, β) να εμποδίσει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και γ) να προφυλάξει από τους βέβαιους και σοβαρούς, αλλά άγνωστους προς το παρόν ως προς το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους, κινδύνους για τη ζωή και την υγεία που συνεπάγονται ορισμένες νέες προβλέψεις του σχεδίου (π.χ. μπαταρίες αποθήκευσης).

                                      Σε γενικές γραμμές επισημαίνεται ότι τα συμπεράσματα του Νέου Πλαισίου ως προς τη συμβατότητα των ρυθμίσεών του προς τις ανωτέρω αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης συνάγονται αυθαίρετα ως οιονεί αυταπόδεικτα, εφόσον:  α) δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα για την τρέχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος τα οποία να έχουν συλλεγεί μετά από πλήρη επιτόπια έρευνα στις επιμέρους περιοχές της χώρας,  και  β) δεν αναφέρεται η έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία με βάση την οποία η ΣΜΠΕ κατέληξε στα συμπεράσματά της σε σχέση με το μέγεθος και την ένταση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο περιβάλλον, τα οποία διατυπώνονται μονολεκτικά (πολύ πιθανό/λιγότερο πιθανό, μικρή/μέτρια/μεγάλη/μηδενική, πρωτογενής/δευτερογενής κλπ.) και συμπληρώνονται από γενικούς αφηγηματικούς πίνακες.

                                      Είναι γεγονός ότι στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης και αντικείμενο των σχετικών Οδηγιών. Παράλληλα όμως, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ενσωμάτωσης του κριτηρίου της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία έχει θεσπιστεί με το Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 11 της ΣΛΕΕ), η χωροθέτηση και λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ θεωρείται εξ ορισμού ως δραστηριότητα που προκαλεί σοβαρότατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία εκτίμησης ως προς τις επιπτώσεις της σε καθένα από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                                      Εξάλλου είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση, όπως προσδιορίζεται επίσημα από τον ΟΗΕ (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος της UNEP), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει τρεις βασικές διαστάσεις: την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση, οι οποίες είναι αλληλένδετες, αλληλοτροφοδοτούμενες και σε άμεση σχέση με την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Τα εννέα πλανητικά όρια, δηλαδή οι πλανητικοί περιορισμοί που εξασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση και ευημερία του ανθρώπου, δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή αλλά περιλαμβάνουν και την ακεραιότητα της βιόσφαιρας, τη γενετική και λειτουργική βιοποικιλότητα, τις γεωχημικές ροές που αφορούν τον κύκλο του αζώτου και του φωσφόρου, την αλλαγή χρήσεων γης, την οξίνιση των ωκεανών, το ατμοσφαιρικό φορτίο αερολυμάτων, την καταστροφή της στιβάδας του όζοντος, τη χρήση γλυκού νερού και τη χημική ρύπανση. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεπεράσει τα έξι από τα όρια αυτά, στη δε Ελλάδα τα επτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατανάλωση επιφανειακού και υπόγειου γλυκού νερού, οι αλλαγές στη χρήση γης και το οικολογικό αποτύπωμα. Παρά ταύτα, τόσο οι συζητήσεις όσο και τα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της συνολικής και πολυδιάστατης περιβαλλοντικής κρίσης μέτρα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ εξίσου σημαντικές πτυχές και ιδίως εκείνες που επηρεάζονται σοβαρά από την εγκατάσταση των ΑΠΕ, δηλαδή η απώλεια βιοποικιλότητας, ο κατακερματισμός των οικοτόπων, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση ελεύθερου εδάφους και η διατάραξη της ροής των υπόγειων και υπέργειων υδάτων υποβαθμίζονται συστηματικά.

                                      Σύμφωνα με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία και τεκμηριωμένες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες προκαλεί η παραγωγή, μεταφορά, εγκατάσταση, λειτουργία και απεγκατάσταση των ΑΠΕ κάθε είδους, και ιδίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (δάση, βιοποικιλότητα, ελεύθερη γη, μικροκλίμα, γεωργική και κτηνοτροφική γη, ροή των υδάτων κ.λπ.) είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται αρνητικά. Εξάλλου, η συμβολή των ΑΠΕ στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού ότι αντισταθμίζει τα οφέλη από την αντίστοιχη φυσική διαδικασία απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα που επιτελούν τα δάση και τα θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί απορροφητήρες των αερίων του θερμοκηπίου.  Στη χώρα μας όμως αυτά ακριβώς τα στοιχεία πλήττονται σοβαρά και η λειτουργία τους εξουδετερώνεται από την αθρόα εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών σε δάση και αναδασωτέα, ήδη δε, όπως προβλέπει πλέον το Νέο Πλαίσιο, και στον παράκτιο θαλάσσιο χώρο.

                                      Πέρα από τα δάση και τις θαλάσσιες ποσειδωνίες, η αντικατάσταση της βλάστησης και του εδάφους από αδιαπέραστες επιφάνειες που σχετίζονται με τα αιολικά πάρκα μειώνει τη δέσμευση άνθρακα και αυξάνει τις εκπομπές άνθρακα μέσω της απώλειας βιομάζας και της αύξησης της διάβρωσης του εδάφους. Όπως αναφέρει, λ.χ., μελέτη που αφορά τη Σκωτία, η εγκατάσταση 3.848 ανεμογεννητριών οδήγησε σε επιπρόσθετες εκπομπές 4,9 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ακριβώς λόγω της αλλαγής των χρήσεων γης και της μη εδαφικής αποθήκευσης. Το ανωτέρω παράδειγμα αναφέρεται εδώ ενδεικτικά για να επισημανθεί ότι πολλά ανάλογα ζητήματα τίθενται επιτακτικά στη διεθνή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, να έχει λάβει θέση απέναντι στα ζητήματα αυτά, είτε τα δέχεται είτε τα απορρίπτει, και να έχει δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις προκειμένου να προσδώσει στις ρυθμίσεις του το αναγκαίο επιστημονικό κύρος.

                                      Το προτεινόμενο Νέο Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αποτελεί τη βασική απόφαση του Ελληνικού κράτους όσον αφορά την επιθυμητή ένταση της βιομηχανικής αυτής δραστηριότητας και την ορθολογική κατανομή της στην ελληνική επικράτεια. Οι ρυθμίσεις του συνιστούν το αναγκαίο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθεί, στο επόμενο στάδιο, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Οφείλει, ως εκ τούτου, να ενσωματώνει το κριτήριο της συνολικής προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας (άρθρο 24 του Συντάγματος) και να λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν προκύψει τα χρόνια που μεσολάβησαν από την έγκριση του Παλαιού όσον αφορά τις διαπιστωθείσες κατά το διάστημα αυτό σοβαρές επιπτώσεις των ΑΠΕ σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                                       

                                      1. Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                                      Η Ελλάδα έχει ήδη εκπληρώσει τις ενωσιακές της υποχρεώσεις ως προς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, η δε παραγόμενη τη στιγμή αυτή ανανεώσιμη ενέργεια είναι πλεονάζουσα και συχνά αδυνατεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα π.χ. με στοιχεία που περιλαμβάνει Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το σύνολο της ισχύος των ΑΠΕ που λειτουργούν (άδεια λειτουργίας) ή είναι σε φάση κατασκευής (άδεια εγκατάστασης) είναι 6,82 GW, έχοντας επιτύχει κατά 77% τον στόχο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το 2030 (8,9 GW). Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο, με τις αιτήσεις για άδεια παραγωγής να φτάνουν τα 33,16 GW. Αθροιστικά, μαζί με τους Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) που λειτουργούν ή έχουν άδεια εγκατάστασης, η ισχύς τους είναι τριπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 και διπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2050. Αν υπολογιστούν όλες οι αιτήσεις μαζί (42,25 GW), η ισχύς θα ξεπεράσει τρεις φορές το στόχο του ΕΣΕΚ για τους ΑΣΠΗΕ το έτος 2050.

                                      Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Η απάντηση είναι αναγκαία κατά μείζονα λόγο διότι, όπως έχει ήδη λεχθεί επίσημα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά στην αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου με την πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτες χώρες. Είναι εξάλλου τουλάχιστον αντιφατικό και οξύμωρο να εντείνεται η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και η αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού πλούτου και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με το πρόσχημα της απελευθέρωσης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ την ίδια στιγμή εγκρίνεται και υλοποιείται εθνική πολιτική εντατικών εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στα πολύτιμα οικοσυστήματα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το νέο Πλαίσιο όφειλε να δώσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, δεδομένου ιδίως ότι η Ελλάδα, η επίδραση της οποίας στην κλιματική αλλαγή του πλανήτη είναι κάτι λιγότερο από αμελητέα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα hotspot βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.

                                       

                                      1. Η φέρουσα ικανότητα της χώρας αντέχει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                                      Το Νέο Πλαίσιο, όπως ακριβώς και το Παλαιό, δεν πληροί τις επιστημονικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Αντικείμενο κάθε χωρικού σχεδίου στο επίπεδο Ειδικού Πλαισίου για τη χωροθέτηση μιας βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, είναι η τεκμηριωμένη επιστημονική διακρίβωση της φέρουσας ικανότητας κάθε συγκεκριμένου οικοσυστήματος της χώρας να υποστηρίξει τη δραστηριότητα αυτή, χωρίς να υποβαθμίζεται η ισορροπία των στοιχείων του και η ικανότητά του να την αποκαθιστά με φυσικές διεργασίες στο διηνεκές. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας προδήλως δεν είναι η γεωγραφική διάκριση της χώρας σε ηπειρωτική, νησιωτική και θαλάσσια ούτε η διοικητική διάκριση σε Περιφέρειες, πολλώ μάλλον σε ΟΤΑ και δημοτικές ενότητες αυτών. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας είναι το κάθε οικοσύστημα, τα όρια του οποίου δεν προσδιορίζονται κατά τη βούληση του μελετητή, αλλά είναι αντικειμενικά και καθορίζονται με βάση τα φυσικά του χαρακτηριστικά (λεκάνη απορροής, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα κ.λπ.).

                                      Η οριοθέτηση ενός οικοσυστήματος αποτελεί στην ουσία την επιστημονική διαπίστωση ενός αντικειμενικού πραγματικού γεγονότος, ότι δηλαδή τα στοιχεία του αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα, μια ξεχωριστή οντότητα, η οποία λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε ως εκ τούτου, αφενός μεν, να περιλαμβάνει τεκμηριωμένη καταγραφή των οικοσυστημάτων της ελληνικής επικράτειας και, αφετέρου,  να υπολογίζει το μέγεθος των αλλοιώσεων και καταστροφών που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους, προκειμένου να αποδείξει, στηριζόμενο σε έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία, τη βασική του θέση, ότι δηλαδή το κάθε ένα από τα οικοσυστήματα αυτά έχει την ικανότητα να αντέξει την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς να υποβαθμιστεί.

                                      Η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος προφανώς δεν ερευνάται μόνο σε σχέση με την εξεταζόμενη κάθε φορά ανθρώπινη δραστηριότητα που προτίθεται να εγκατασταθεί εκεί (λ.χ. ΑΠΕ, τουρισμός, βιομηχανία, εξορύξεις, υδατοκαλλιέργειες κ.λπ.). Αντίθετα, όλες οι υπάρχουσες ήδη δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες για το μέλλον, πρέπει να συνεκτιμώνται συνδυαστικά, αθροιστικά και σε βάθος χρόνου, προκειμένου να εξακριβωθεί το μέτρο της πρόσθετης επιβάρυνσης που είναι ικανό να δεχτεί το συγκεκριμένο οικοσύστημα, έτσι ώστε η ισορροπία των στοιχείων του να μην κλονίζεται και να δύναται να αποκατασταθεί με φυσικές διαδικασίες. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια τα οικοσυστήματα έχουν δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επίθεση από σειρά εντατικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος να υποδεχθεί εγκατάσταση ΑΠΕ ενδέχεται να είναι και μηδενική. Παρά ταύτα το Νέο Πλαίσιο χαρακτηρίζει ολόκληρη τη χώρα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ, στην περίπτωση δε των περιοχών επιτάχυνσης χωρίς καν περιβαλλοντική αδειοδότηση.

                                      Το Νέο Πλαίσιο θεσπίζεται σε μία κρίσιμη για το περιβάλλον στιγμή, κατά την οποία η εντατική εξάπλωση των ΑΠΕ, ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, σε ολόκληρη την επικράτεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ορεινή, πεδινή, τώρα πλέον και στο θαλάσσιο χώρο, έχει ήδη υποβαθμίσει σοβαρά τα οικοσυστήματα, δασικά και μη, καθώς και τη βιοποικιλότητα, έχει διαταράξει τα υπόγεια και υπέργεια ύδατα, έχει τροποποιήσει το μικροκλίμα, έχει εκτοπίσει την πρωτογενή παραγωγή και αλλοιώσει δραματικά το τοπίο. Ενδεικτικά επισημαίνεται π.χ.  ότι, όσον αφορά το κρίσιμο για την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη πρόβλημα της σφράγισης του ελεύθερου εδάφους, σύμφωνα με Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2023), στην Ελλάδα η δέσμευση γης, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής γης από την κατασκευή αιολικών πάρκων, είναι σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεδομένου ότι το μέγεθος των ανεμογεννητριών έχει σήμερα αυξηθεί εκθετικά με ύψος άνω των 200 μέτρων, η μεταφορά τους μέσα από δύσβατες και δυσπρόσιτες ορεινές και δασικές περιοχές απαιτεί την κατασκευή εκτεταμένου νέου οδικού δικτύου το οποίο σφραγίζει μεγάλες εκτάσεις ελεύθερου εδάφους, ιδίως σε δάση και ορεινούς όγκους.

                                      Πέρα από τις συνέπειες της απεριόριστης εγκατάστασης ΑΠΕ, το περιβάλλον της χώρας έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σοβαρά από πλήθος άλλων δραστηριοτήτων με σοβαρές επιπτώσεις, όπως η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι εξορύξεις κλπ., οι οποίες όμως πρέπει να συνεκτιμώνται πριν αποφασισθεί η περαιτέρω αύξηση της έντασης των ΑΠΕ.

                                      Πάρα ταύτα και κατά παράβαση όλων των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Νέο Πλαίσιο επαναλαμβάνει σε σχέση με τη φέρουσα ικανότητα την ίδια αδόκιμη και αντιεπιστημονική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει και το Παλαιό.  Ως εκ τούτου, αντί να διακρίνει τη χώρα σε οικοσυστήματα και να εκτιμήσει μετά από επιστημονική μελέτη σύμφωνα με έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία τη φέρουσα ικανότητα ενός εκάστου εξ αυτών (είχε άλλωστε στη διάθεσή του δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να το πράξει), χαρακτήρισε με τρόπο οριζόντιο ολόκληρη τη χώρα, πλην γενικών εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ. Η διάκριση της επικράτειας σε τρεις βασικές κατηγορίες (ηπειρωτική χώρα, νησιωτική χώρα και θαλάσσιος χώρος), για τις οποίες άλλωστε προβλέπονται οι ίδιες περίπου προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ΑΠΕ, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μία από τις περιοχές αυτές περιλαμβάνει πλήθος εντελώς διαφορετικών οικοσυστημάτων, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από άποψη φέρουσας ικανότητας, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όσο και λόγω των καταστροφών και επιβαρύνσεων που έχει ήδη υποστεί.

                                      Προκειμένου να στηρίξει τις επιλογές του, το Νέο Πλαίσιο διαστρεβλώνει πλήρως την επιστημονική έννοια της φέρουσας ικανότητας, την οποία προσδιορίζει με βάση το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής και την υπολογίζει με πλαίσιο αναφοράς όχι το οικοσύστημα αλλά το εντελώς απρόσφορο κριτήριο της διοικητικής διαίρεσης της χώρας σε ΟΤΑ, και μάλιστα σε δημοτικές ενότητες αυτών.

                                      Η εδαφική έκταση ενός ΟΤΑ προδήλως δεν έχει καμία σχέση ούτε συμπίπτει με τα όρια των οικοσυστημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, τα οποία μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα και καθένα από τα οποία μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση ως προς τη φέρουσα ικανότητά του. Και όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το νέο Πλαίσιο διαπράττει το θεμελιώδες επιστημονικό, αλλά και κατά κοινή λογική αδιανόητο, σφάλμα να υπολογίζει τη φέρουσα ικανότητα με κριτήριο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του εδάφους σε επίπεδο ΟΤΑ και μάλιστα όχι στο σύνολό του Δήμου αλλά σε κάθε δημοτική ενότητα αυτού. Με τα δεδομένα αυτά είναι ανάξιο οποιουδήποτε επιστημονικού σχολιασμού το πρόσθετο γεγονός ότι τα ανεκτά όρια της επιβάρυνσης καθορίζονται από το Νέο Πλαίσιο με τρόπο οριζόντιο για όλους τους ΟΤΑ της χώρας και δη αριθμητικά, με συγκεκριμένα, άγνωστης έμπνευσης και τεκμηρίωσης, νούμερα (π.χ.  8% της έκτασης της δημοτικής ενότητας για περιοχές αιολικής προτεραιότητας, 5% για περιοχές αιολικής καταλληλότητας και, προφανώς κατ’ επιείκεια, 4% για τη Μονεμβασιά, την Αράχωβα, την Κάρυστο και το Καρπενήσι). Τα ποσοστά αυτά δύνανται μάλιστα να αυξηθούν μέχρι 50% αν συμφωνεί το εντελώς αναρμόδιο για το θέμα αυτό Δημοτικό Συμβούλιο!

                                       

                                      1. Ειδικότερες Πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου (ενδεικτικά)

                                      Εξαιρέσεις

                                      Η μέθοδος της θέσπισης γενικών εξαιρέσεων για περιοχές που εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες (υγρότοποι Ramsar, αρχαιολογικοί χώροι κλπ.), είναι εντελώς απρόσφορη και ανεπαρκής. Ούτως η άλλως, οι εξαιρέσεις αναφέρονται μόνο σε περιοχές με ήδη θεσμοθετημένο καθεστώς προστασίας, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες σε σχέση με τις περιοχές τις οποίες το κράτος, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προστατευτέα χαρακτηριστικά, έχει παραλείψει επίμονα και συστηματικά να υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας (οικότοποι, τοπία κ.λπ.). Παράλληλα, ακόμα και για τις περιοχές αποκλεισμού, προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης τους από την εξαίρεση, (π.χ. αποκλείεται μεν η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ. εκτός αν εξυπηρετούνται δημόσιες υποδομές (π.χ. αφαλάτωση) η κρίνονται αναγκαίες για την ασφάλεια του συστήματος).

                                      Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη γενικών εξαιρέσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική παράλειψη του Νέου Πλαισίου να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής της χώρας ούτε δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.

                                      Τοπίο

                                      Ως βασικό κριτήριο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο τοπίο λαμβάνεται ο οπτικός ορίζοντας του παρατηρητή, η δε προστασία εξαντλείται στη θέσπιση αυθαίρετα υπολογιζόμενων ελάχιστων αποστάσεων των ΑΠΕ από θεσμοθετημένα σημεία θεωρούμενα ως ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (6 χλμ. από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, 0,8 χλμ. από πυρήνες εθνικών δρυμών και μνημείων της φύσης, 2 χλμ. από οικισμούς, 6 χλμ. από θεσμοθετημένους παραδοσιακούς οικισμούς κλπ.)

                                      Είναι προφανές ότι το Νέο Πλαίσιο παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με την οικεία επιστήμη, το τοπίο είναι μέγεθος προσδιοριζόμενο αντικειμενικά με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ( γεωμορφολογία, όγκοι, βλάστηση, χρώματα κλπ.) Η προστασία επιβάλλεται ως προς κάθε συγκεκριμένο τοπίο, εξεταζόμενο αυτό καθεαυτό, και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη τυχόν παρατηρητή. Άλλωστε η επιβαλλόμενη από τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασία του τοπίου και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς προδήλως δεν περιορίζεται μόνο στα τοπία που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το Νέο Πλαίσιο.

                                      Είναι αυτονόητο ότι η προστασία των τοπίων δεν διασφαλίζεται μόνο με τη θέσπιση ελάχιστης απόστασης των ΑΠΕ από αυτά, η οποία στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και οριζόντιο,  χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη των ελληνικών τοπίων τόσο κατά κατηγορία (ορεινά, νησιωτικά, δασικά κλπ.), όσο και ανά περιοχή, ώστε να θεσπιστούν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για το καθένα από αυτά.

                                      Ο περιορισμός της προστασίας μόνο σε τοπία που διαθέτουν νομικό χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι εντελώς απρόσφορος και ανεπαρκής. Ελάχιστα μόνο από τα πολυάριθμα αξιόλογα και ποικιλόμορφα τοπία της χώρας έχουν τύχει του προσήκοντος χαρακτηρισμού ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους λόγω της γνωστής παράλειψης της Πολιτείας να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς τούτο.

                                      Προστασία των νησιών

                                      Η διάκριση των νησιών ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ με βάση το εμβαδόν τους, άνω ή κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι απολύτως αδόκιμη σε σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένου νησιού να υποδεχθεί ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται από το εμβαδόν του, αλλά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα τοπικά οικοσυστήματα, το τοπίο, την πολιτιστική του φυσιογνωμία κ.λπ.

                                      Αποκατάσταση

                                      Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, (ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών), και της διαχείρισης των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του σύντομου χρόνου ζωής τους, το Νέο Πλαίσιο αποφεύγει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Υιοθετώντας τη μυστηριώδη διατύπωση «Επιχειρείται η διαπραγμάτευση των όρων κυρίως μέσα από τη διάγνωση της σημαντικότητάς τους στη φάση αδειοδότησης» ουσιαστικά αντιπαρέρχεται το μείζον αυτό πρόβλημα και το μεταθέτει σε εκείνο ακριβώς το επίπεδο όπου δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί, δηλαδή της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αναθέτει στην ευχέρεια της αδειοδοτικής αρχής να ζητήσει από τον εκάστοτε  επιχειρηματία να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό Ρυθμιστικό Πλαίσιο ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων, (λ.χ.  εγγυητικής επιστολής) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

                                      Πλην όμως η έγκαιρη παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων είναι απολύτως αναγκαία. Όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή πρακτική, κατά κανόνα ο υπεύθυνος για την αποκατάσταση φορέας του έργου ΑΠΕ είτε δεν υφίσταται ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο είτε, πάντως, επικαλείται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις μεγάλες δαπάνες των εργασιών αποξήλωσης, μεταφοράς και διαχείρισης των αποβλήτων. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται κανονιστικό πλαίσιο το οποίο να ρυθμίζει τα ανωτέρω ζητήματα ούτε προβλέπονται κατάλληλοι χώροι για την εναπόθεση και διαχείριση των παροπλισμένων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Δεν έχει χωροθετηθεί καμία εγκατάσταση υποδοχής των αποβλήτων ούτε υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ικανός να ανακυκλώσει τα ανακυκλώσιμα τμήματα αυτών, ενώ το κόστος μεταφοράς στο εξωτερικό είναι τεράστιο. Προκειμένου, π.χ. περί των ανεμογεννητριών, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια ότι οι παροπλισμένες ανεμογεννήτριες εγκαταλείπονται ήδη επιτόπου ή σε άτυπες αποθέσεις, δημιουργώντας πρόσθετα σοβαρότατα προβλήματα στις αντίστοιχες περιοχές. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι για τις τεράστιες υπόγειες βάσεις στήριξης των ανεμογεννητριών δεν υπάρχει ούτε νομική υποχρέωση αλλά ούτε και αντικειμενική δυνατότητα απομάκρυνσής τους από το υπέδαφος, γεγονός που έχει ολέθριες συνέπειες για τα υπόγεια ύδατα, το μικροκλίμα και την όλη λειτουργία του οικοσυστήματος στο οποίο αυτές έχουν εγκατασταθεί.

                                       

                                      Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης

                                      Η επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο άσβεστων πυρκαγιών, αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών αλλά και πικρή εμπειρία αρκετών κρατών. Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Νέο Πλαίσιο ουδέν διαλαμβάνει. Προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές, οι λεγόμενες   μπαταρίες αποθήκευσης, μπορούν να εγκαθίστανται οπουδήποτε, ακόμα και σε επαφή με οικισμούς, με μόνο περιορισμό την τήρηση της ελάχιστης απόστασης των 500 μέτρων από ορισμένες περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς ή δίκτυα τεχνικών υποδομών.

                                       

                                      Ενδεικτική Βιβλιογραφία

                                       

                                      «European Landscape Convention», Council of Europe (CoE), Florence, 2000

                                      CETS 176 – Draft European Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol

                                       

                                      Council of Europe Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol (Council of Europe Treaty Series No. 176) (2022)

                                       

                                      1. 3827/2010 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου» (ΦΕΚ Α’30/2010)

                                       

                                      Council of Europe (2011). Landscape and Wind Turbines, Report, 6th Council of Europe Conference on the European Landscape Convention, Strasbourg, 3-4 May 2011 (21 March 2011, CEP-CDPATEP, 11E)

                                       

                                      Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (EE L 206 της 22.7.1992)

                                       

                                      Καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-849/19) για πλημμελή προστασία της βιοποικιλότητoς και μη θέσπιση των στόχων και μέτρων διατήρησης των φυσικών οικοτόπων (μη συμμόρφωση με την Oδηγία 92/43/ΕΟΚ)

                                       

                                      Αιτιολογημένη γνώμη (INFR(2014)4073) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα, για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura σε σχέση με τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων

                                       

                                      «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)» (ΦΕΚ Β’4893/19.12.2024)

                                       

                                      «Ειδική Έκθεση για τις ΑΠΕ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» (“Renewable Energy Sources and Climate Change Mitigation”), Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC), 2012

                                       

                                      «Climate Change 2021 – The Physical Science Basis», Sixth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), 2021

                                      https://www.ipcc.ch/report/ar6/wg1/downloads/report/IPCC_AR6_WGI_SPM_final.pdf

                                       

                                      «What is the Triple Planetary Crisis?» United Nations Framework Convention on Climate Change (UNFCCC), 2022

                                      https://unfccc.int/news/what-is-the-triple-planetary-crisis

                                       

                                      «A planet that sustains everyone, everywhere», Inger Andersen, Briefing to Permanent Missions to the United Nations, 21 March 2023

                                      https://www.unep.org/news-and-stories/speech/planet-sustains-everyone-everywhere

                                       

                                      «Towards UNEA-6: Multilateral solutions to triple planetary crisis», Sixth session of the United Nations Environment Assembly (UNEA-6), United Nations Environment Programme (UNEP), Nairobi, Kenya, 26 February – 1 March 2024

                                      https://www.unep.org/news-and-stories/speech/towards-unea-6-multilateral-solutions-triple-planetary-crisis

                                      «Outcomes of UNEA-6»

                                      https://www.unep.org/environmentassembly/unea6/outcomes

                                      https://docs.un.org/en/UNEP/EA.6/RES.13

                                       

                                      «Tackling the “triple environmental crisis” and building forward from the COVID-19 pandemic», World Health Organization (WHO), 7 July 2023

                                      https://www.who.int/poland/multi-media/details/tackling-the–triple-environmental-crisis–and-building-forward-from-the-covid-19-pandemic

                                       

                                      «Summary for Policymakers of the Global Assessment Report on Biodiversity and Ecosystem Services of the Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services», Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services (IPBES), 2019

                                      https://www.un.org/sustainabledevelopment/blog/2019/05/nature-decline-unprecedented-report/

                                       

                                      «Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας – οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής», Μουσείο Γουλανδρή – Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων, 2011

                                       

                                      «Το Κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας», Α. Λεγάκης, Π. Μαραγκού, Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία (2009)

                                       

                                      «Decommissioning of Onshore Wind Turbines», WIND EUROPE, 2020

                                      https://windeurope.org/intelligence-platform/product/decommissioning-of-onshore-wind-turbines/

                                       

                                      Torres, J. F. & Petrakopoulou, F. «A Closer Look at the Environmental Impact of Solar and Wind Energy», Global Challenges, Vol: 6, 2200016 (2022)

                                       

                                      Jones, N. F., Pejchar, L. & Kiesecker, J. M. «The Energy Footprint: How Oil, Natural Gas, and Wind Energy Affect Land for Biodiversity and the Flow of Ecosystem Services», BioScience, Vol: 65, 290–301 (2015)

                                       

                                      Marques, A. T. et al. «Wind turbines cause functional habitat loss for migratory soaring birds», Journal of Animal Ecology, Vol: 89, 93–103 (2020)

                                       

                                      Kati, V. et al. «The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps», Journal of Environmental Management, Volume 348, 119340 (15 December 2023)

                                       

                                      Kati, V., Kassara, C., Vrontisi, Z. & Moustakas, A. «The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot», Science of The Total Environment, Volume 768, 144471 (10 May 2021)

                                       

                                      Κατή, Β., Κασσάρα, Χ., Παπαϊωάννου, Χ., «Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Researchgate, 2022

                                      https://www.researchgate.net/publication/361173582_Adiataraktes_Physikes_Perioches_APHP_tes_Elladas_kai_Biosime_Anaptyxe

                                       

                                      Figueiredo, E., Partalidou, M., Koutsou, S. (2020). «‘No Choice’ or ‘A Choice’? – An Exploratory Analysis of ‘Back to the Countryside’ Motivations and Adaptation Strategies in Times of Crisis in Greece and Portugal». In: Döner, F., Figueiredo, E., Rivera, M. (eds) Crisis and Post-Crisis in Rural Territories. Springer, Cham, p. 119–139

                                       

                                      Gkoltsiou, A., Athanasiadou, E., & Paraskevopoulou, A.T. (2021). «Agricultural Heritage Landscapes of Greece: Three Case Studies and Strategic Steps towards Their Acknowledgement, Conservation and Management». Sustainability 13, 5955.

                                       

                                      Hadjimichalis, C, Melissourgos, Y, Moungolia, A., Girti, D., Faka, A. (2012). «Improving and focusing research on Greek landscapes: the Greekscapes programme». In T. Papayannis, P. Howard (eds.) Reclaiming the Greek landscape, Med-INA, Athens, p. 233-244

                                       

                                      Pavlis Evangelos, «Large-scale wind energy farm development and its impacts on the landscape: a review of the Greek case», Department of Agricultural Economics and Rural Development, Agricultural University of Athens, Greece, Journal of Landscape Ecology (2025), Vol: 18 / No. 3

                                       

                                      ———————————————————-

                                       

                                      Γεώργιος Χριστοφορίδης

                                      Δικηγόρος, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου

                                      του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                                       

                                      Ο χρόνος διαβούλευσης που παρέχεται για τον συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου είναι απολύτως ανεπαρκής, αναγκάζοντάς μας να εστιάσουμε στα κυριότερα ζητήματα που τίθενται.

                                      Κατ΄αρχάς, το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας αισθάνεται την ανάγκη:

                                      -να επαναλάβει ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μοναδικές ιδιαιτερότητες, ενώ αποτελεί αμελητέο ρυπαντή σε πλανητικό επίπεδο,

                                      -να στηλιτεύσει το κοινοτικό δίκαιο για τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, το οποίο επιβάλλει τις ίδιες υποχρεώσεις σε ρυπαίνοντες και μη ρυπαίνοντες,

                                      -να τονίσει το μάταιον-ατελέσφορον της ευρωπαϊκής «πράσινης μετάβασης», καθώς τα επιβαλλόμενα ποσοστά ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ υπολογίζονται επί της τελικής ακαθάριστης κατανάλωσης ενέργειας, η οποία όμως αυξάνεται διαρκώς και είναι βέβαιον ότι θα αυξηθεί εκθετικά εξ αιτίας των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και των λεγόμενων Data Centers,

                                      -να υπενθυμίσει ότι η Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή δεν ανάγει την εκμετάλλευση ΑΠΕ σε πανάκεια, αλλά αντιθέτως προβλέπει ως αναγκαία μία πολύπλευρη δράση της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και ενδυνάμωσης όλων των καταβοθρών των αερίων του θερμοκηπίου,

                                      -να επισημάνει ότι εκτός από το κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος υπάρχει εν ισχύι το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος.

                                       

                                      1. «Δέουσα εκτίμηση» που παραβιάζει τις Οδηγίες 2001/42/ΕΚ, 92/43/ΕΟΚ & 2009/147/ΕΚ.

                                      α) Η ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση χωροταξικού σχεδίου δεν αναφέρει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών Νατούρα 2000 της χώρας, που ενδέχεται να επηρεασθούν σημαντικά από την εφαρμογή του. Σημειώνεται ότι η παράλειψη αυτή εντοπίσθηκε στην αποσταλείσα το 2014 προειδοποιητική επιστολή της Commission, ως λόγος παραβίασης της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ από το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                                      β) Η ΣΜΠΕ δεν προβαίνει, ως ώφειλε, στον εντοπισμό και στην αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων του Σχεδίου στις περιοχές Νατούρα 2000, εντός ή πλησίον των οποίων έχουν ήδη εγκατασταθεί ή έχουν αδειοδοτηθεί πολυάριθμες αιολικές εγκαταστάσεις με βάση το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                                      γ) Στην ΣΜΠΕ γίνεται αναφορά στους στόχους διατήρησης των ειδών που έχουν τεθεί σε εθνικό επίπεδο και όχι στους εξειδικευμένους για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000.  Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές (υπόθεση C-66/23), ότι οι στόχοι διατήρησης ενός προστατευόμενου τόπου αποτελούν υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για τις δέουσες εκτιμήσεις.

                                      Τονίζεται, ότι οι υπουργικές αποφάσεις 24776/985 & 50146/1786 του 2023, οι οποίες υποτίθεται ότι καθορίζουν στόχους διατήρησης για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000, δεν συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, διότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδών των προστατευομένων περιοχών δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα.

                                      δ) Η ΣΜΠΕ εκπονήθηκε δίχως να έχουν θεσμοθετηθεί τα σχέδια διαχείρισης και τα μέτρα διατήρησης των περιοχών του δικτύου Νατούρα 2000.

                                      Με τις ανωτέρω κεφαλαιώδεις παραλείψεις/πλημμέλειες, το συμπέρασμα της ΣΜΠΕ  ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο «δεν αναμένεται να επηρεάσει την ακεραιότητα του δικτύου Natura 2000» εμφανίζεται απολύτως αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, το ίδιο δε ισχύει και για την συνεπακόλουθη παράλειψη διερεύνησης εναλλακτικών λύσεων και πρότασης για τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων.

                                      Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας καταγγέλλει το σκανδαλώδες γεγονός ότι από τις εκατοντάδες αδειοδοτήσεων αιολικών πάρκων εντός ΖΕΠ της χώρας, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση αξιολόγησης σημαντικών επιπτώσεων και λήψης αντισταθμιστικών μέτρων, εκτιμά δε βασίμως ότι το νέο χωροταξικό σχέδιο για τα συστήματα εκμετάλλευσης των ΑΠΕ θα επιφέρει τη χαριστική βολή στη ήδη κλονισθείσα «συνοχή» του ελληνικού τμήματος του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Νατούρα 2000.

                                      Συνοψίζοντας, η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση χωροταξικό σχέδιο παραβιάζει πολλαπλώς το αναφερθέν κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος.

                                       

                                      1. ΜΥΗΕ. Ένας θανάσιμος υδρολογικός κίνδυνος και μία αχρείαστη θυσία.

                                      α) Τα λεγόμενα Μικρά Υδροηλεκτρικά ΄Έργα επιβάλλεται να εξαιρεθούν εντελώς από το «κάδρο» της ηλεκτροπαραγωγής, πρώτον διότι στην Ελλάδα, ενόψει των συνεπειών της απορρύθμισης του κλίματος, το νερό δεν πρέπει να θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και, δεύτερον, διότι ενώ έχουν αμελητέα προσφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλούν δυσαναλόγως μεγαλύτερες περιβαλλοντικές βλάβες.

                                      Ο αείμνηστος καθηγητής υδρογεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Στουρνάρας, σε σχετική μελέτη του για τα ΜΥΗΕ (2022), επεσήμανε ότι η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα των ΜΥΗΕ δεν μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα από το διαρκώς επιδεινούμενο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Λαμβάνοντας δε υπόψιν παράγοντες όπως η αύξηση της εξάτμισης, η αύξηση της υδατικής κατανάλωσης, η αύξηση των αρδεύσεων και η παράταση της αρδευτικής περιόδου κ.ά. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η σκοπιμότητα κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στην Ελλάδα καθίσταται προβληματική δεδομένου ότι το κλίμα της Ελλάδας, ως Μεσογειακό, χαρακτηρίζεται από ξηρή περίοδο του υδρολογικού έτους, η οποία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται από πρακτικά μηδενικές βροχοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες».

                                      Πέραν όμως των επιστημονικών μελετών, η βιωματική εμπειρία των τελευταίων 15 ετών διδάσκει ότι εκτός από τις βροχοπτώσεις, έχουν μειωθεί δραματικά οι χιονοπτώσεις και χιονοστρώσεις, παράγοντες με καίρια σημασία για την υδρολογική υγεία επιφανειακών τε και υπογείων υδάτων.

                                      Η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν λαμβάνουν υπόψιν τις ανωτέρω συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος στα υδατικά συστήματα της Χώρας. Αντιθέτως, παραπέμπουν και διατηρούν τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008, ενώ για τα ζητήματα της φέρουσας ικανότητας των υδατορευμάτων, της δυνατότητας εγκατάστασης επαλλήλων ΜΥΗΕ στο ίδιο υδατόρευμα κλπ. παραπέμπουν στην ΥΑ 196978/2011, δηλαδή σε νομοθετήματα που θεσπίσθηκαν σε χρόνο, κατά τον οποίον οι συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος δεν ήταν καν ορατές.

                                      β) Τα ορεινά υδατορεύματα της χώρας, συνιστούν τα «αιμοφόρα αγγεία» των ποταμών της, είναι κιβωτοί βιοποικιλότητας, συνθέτουν απείρου κάλλους φυσικά τοπία και συντηρούν σπάνια και πολύτιμη δασική βλάστηση.

                                      Η κατασκευή και λειτουργία ΜΥΗΕ προκαλεί καταστροφικές επιπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω χαρακτηριστικά/ιδιότητες των υδατορευμάτων, ενώ η συγκέντρωσή τους στην ίδια λεκάνη ή υπολεκάνη απορροής θέτει σε κίνδυνο τη φέρουσα ικανότητα των υδατικών συστημάτων.

                                      Σημειώνεται συναφώς, ότι ακόμη και η ΣΜΠΕ εκτιμά τις επιπτώσεις των ΜΥΗΕ ως αρνητικές μεγάλης έντασης, μόνιμες και μακροχρόνιες.

                                       

                                      1. Τοπίο. Το «Βατερλώ» του σχεδίου και της ΣΜΠΕ.

                                       

                                      Οι χωροτάκτες εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, με οποιοδήποτε αντικείμενο σχεδιασμού, οφείλουν να εκκινούν λαμβάνοντας υπόψιν τις μοναδικές ιδιαιτερότητες της χώρας, οι οποίες συνίστανται, κατ΄αρχήν, στην αφάνταστη ποικιλομορφία τοπίων με μικρή φιλική προς τον άνθρωπο κλίμακα.

                                      Πρώτη γενική παρατήρηση: οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες με τα θηριώδη μεγέθη και τα φωτοβολταϊκά πάρκα που εκτείνονται σε χιλιάδες στρέμματα, αποτελούν τεχνικά συστήματα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, απολύτως ασύμβατα με την ανωτέρω ιδιάζουσα φυσιογνωμία του εθνικού χώρου.

                                      Η έννοια του τοπίου και τα χαρακτηριστικά του, η γεωμορφολογία, οι γραμμές, τα χρώματα, οι σκιές, οι όγκοι, οι οικολογικές λειτουργίες, οι φυσικές οσμές, η φυσική σιωπή ή οι φυσικοί ή ανθρωπογενείς ήχοι κ.λπ. είναι στοιχεία και μεγέθη αντικειμενικά, τα οποία εξετάζονται επιστημονικά και αξιολογούνται ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προτιμήσεις οποιουδήποτε παρατηρητή.

                                      Εξ άλλου, στην περί τοπίου ευρωπαϊκή σύμβαση, ως τοπίο ορίζεται μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους [με όλες τις αισθήσεις] του οποίου ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/η ανθρώπινων παραγόντων, ενώ στο προοίμιό της διακηρύσσεται/αναγνωρίζεται, ότι το τοπίο συμβάλλει στη διαμόρφωση της τοπικής κουλτούρας και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ποιότητας ζωής των ανθρώπων οπουδήποτε.

                                      Με βάση τα ανωτέρω, όλες οι εκτιμήσεις και αξιολογήσεις της ΣΜΠΕ για τις επιπτώσεις των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ στα τοπία, με αποκλειστικό κριτήριο τη θέαση/ορατότητά τους, είτε από «σημεία ενδιαφέροντος», είτε από σημεία αδιάφορα, όπως και η παραδοχή της ΣΜΠΕ ότι «οι επιπτώσεις στο τοπίο ενέχουν σημαντικό βαθμό υποκειμενικότητας», είναι εξόχως αντιεπιστημονικές και ευρίσκονται σε προφανή αντίθεση με τον ορισμό του τοπίου, αλλά και με το πνεύμα και τον σκοπό της ευρωπαϊκής Σύμβασης για το τοπίο. Τα ανωτέρω ισχύουν mutatis mutandis για τις διατάξεις και τα παραρτήματα του υπό διαβούλευση σχεδίου, που εξαρτούν τις μεν επιπτώσεις των συστημάτων ΑΠΕ στο τοπίο από την «οπτική παρεμβολή τους», τον δε ορισμό των αποστάσεών τους από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, από τη θέασή τους.

                                      Εν κατακλείδι η ΣΜΠΕ δεν εντοπίζει και δεν αξιολογεί την απολύτως αντικειμενική επίπτωση των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ και ιδίως των αιολικών εγκαταστάσεων, συνιστάμενη στη βιομηχανοποίηση των φυσικών τοπίων στα οποία εγκαθίστανται.

                                       

                                      1. Ζητήματα αποκατάστασης. Η απόλυτη σιωπή της Διοίκησης.

                                       

                                      Σε ό,τι αφορά τα ακανθώδη ζητήματα που προκύπτουν από την παρέλευση της διάρκειας ζωής των συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ, το υπό διαβούλευση Σχέδιο εξαντλείται σε ευχολόγια, όπως ακριβώς και το προηγούμενο του 2008.

                                      Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει, ειδικώς για τις ανεμογεννήτριες, ότι δεν είναι οι γνωστοί ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ. Μετά από δύο-τρείς δεκαετίες το ελληνικό κράτος θα κληθεί να αντιμετωπίσει το τεράστιας κλίμακας πρόβλημα της τύχης/διαχείρισης χιλιάδων από αυτούς τους μεταλλικούς γίγαντες.

                                      Εξ άλλου, είναι σφόδρα πιθανόν, ότι οι ιδιωτικοί φορείς των αιολικών έργων (και λοιπών έργων ΑΠΕ), υποκείμενοι στους κινδύνους της αγοράς, θα αδυνατούν εξ αντικειμένου να εκπληρώσουν τις περί αποκατάστασης υποχρεώσεις τους.

                                      Όπως προκύπτει από τη ΣΜΠΕ και από το υπό διαβούλευση σχέδιο, η ελληνική Πολιτεία, αντί να ρυθμίσει τα ανωτέρω ζητήματα, μεταθέτει την αντιμετώπισή τους στο άδηλο μέλλον, επαφιέμενη μάλιστα στις διαθέσεις της αγοράς.

                                      Τονίζεται συναφώς ότι η κεντρική Διοίκηση παραλείπει πεισματικά να κάνει χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 130 παρ.1 ν. 4685/2020, προκειμένου να  καθορίσει τα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας που επιφέρουν κατά το τέλος του κύκλου ζωής τους οι σταθμοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, να εξειδικεύσει τις σχετικές υποχρεώσεις και να διασφαλίσει την τήρησή τους.

                                      Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος να απομείνει η χώρα με μία πανθορούμενη σκουριασμένη μεταβιομηχανική προίκα.

                                       

                                      1. Η χωροταξική εντροπία των προβλεπομένων «μέγιστων ποσοστών κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις». Το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008 ζει και βασιλεύει.

                                       

                                      Σε ό,τι αφορά τα αποκαλούμενα «ειδικά κριτήρια χωροθέτησης» αιολικών εγκαταστάσεων στην ηπειρωτική και στη νησιωτική χώρα, το υπό διαβούλευση Σχέδιο επαναφέρει τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας -η βιομηχανική τραγωδία της Νότιας Εύβοιας ανέδειξε τις συνέπειες ενός τέτοιου χαρακτηρισμού- και τις εξόχως αντιεπιστημονικές διατάξεις του χωροταξικού σχεδιασμού του 2008 για τις ΑΠΕ, οι οποίες, όπως ήδη απεδείχθη, έχουν ως αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση αιολικών πάρκων στα πλέον άθικτα φυσικά τοπία της χώρας.

                                      Αυτή τη φορά όμως, τα μέγιστα ποσοστά κάλυψης εδάφους υπολογίζονται σε επίπεδο Δημοτικών Ενοτήτων (και όχι πρωτοβάθμιων ΟΤΑ), προφανώς για να αντισταθμισθούν οι απώλειες «επενδύσεων» λόγω των νέων προβλεπομένων περιορισμών χωροθέτησης.

                                      Όλες οι σχετικές ρυθμίσεις αντίκεινται στην επιστήμη της χωροταξίας αλλά και στην κοινή λογική για τους ακόλουθους λόγους :

                                      Η δημοτική ενότητα (όπως και ο πρωτοβάθμιος ΟΤΑ) είναι απολύτως απρόσφορη βάση για εξεύρεση του επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδαφών, αφενός διότι αποτελεί διοικητική διαίρεση προσδιοριζόμενη με κριτήρια εντελώς άσχετα με το φυσικό περιβάλλον, αφετέρου διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν όμοιες μεταξύ τους δημοτικές ενότητες. Η Ελλάδα δεν είναι Ολλανδία !

                                      Ο τρόπος εξάπλωσης βαρειάς βιομηχανίας, όπως η αιολική (και κάθε άλλης δραστηριότητας) στον εθνικό χώρο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τα οικοσυστήματα του και όχι τις διοικητικές διαιρέσεις του.

                                      Εν πάση περιπτώσει, η εξεύρεση του εκάστοτε επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδάφους για οποιαδήποτε δραστηριότητα, με βάση υπολογισμού ολόκληρη την επιφάνεια συγκεκριμένου χώρου, αποτελεί «εκκωφαντικό» μαθηματικό σφάλμα.

                                      Τα ποσοστά κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να υπολογίζονται στην επιφάνεια της Δ.Ε. εκείνην, η οποία απομένει μετά την επιβαλλόμενη αφαίρεση όλων των περιοχών, στις οποίες η εγκατάσταση ανεμογεννητριών είναι αδύνατη για λόγους αντικειμενικούς (π.χ. οικιστικό δίκτυο), τεχνικο-οικονομικούς, περιβαλλοντικούς κλπ.

                                      Τέλος, η δυνατότητα αύξησης των ποσοστών κάλυψης εδάφους που παρέχεται σε όργανα αρμόδια για τον περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό και τον υποκείμενο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι μη νόμιμη, διότι κατ΄ουσίαν συνιστά τροποποίηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου.

                                      Ο ν. 4447/2016 όμως, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την εκπόνηση και έγκριση των Ειδικών Πλαισίων, η οποία πρέπει να ακολουθείται και για την τροποποίησή τους, ενώ απονέμει αρμοδιότητα έγκρισης/τροποποίησής τους στον υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας και τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπουργούς και όχι σε άλλα όργανα.

                                       

                                      1. Διπλάσια μεγέθη Α/Γ – ίδιες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις γης κλπ.

                                       

                                      Οι συντάκτες της ΣΜΠΕ και η Διοίκηση με το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ, φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι καλούνται να διατάξουν στο χώρο ανεμογεννήτριες με μεγέθη διπλάσια εκείνων, που είχε υπόψιν του ο χωροτάκτης του 2008. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το παράδοξον να διατηρούνται οι ίδιες αποστάσεις του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ 2008 από περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, από παραδοσιακούς και μη οικισμούς, από στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, από Μονές κ.ο.κ.

                                       

                                      1. Θαλάσσια αιολικά. Το Αιγαίο δεν είναι Βόρεια Θάλασσα.

                                       

                                      Όπως ακριβώς συνέβη με τις χερσαίες αιολικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προωθήθηκαν, δίχως να υπάρχει επαρκής γνώση των επιπτώσεών τους στα οικοσυστήματα και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, έτσι συμβαίνει και με τα θαλάσσια αιολικά, για τις επιπτώσεις των οποίων στα θαλάσσια οικοσυστήματα  υπάρχει ελλιπέστατη επιστημονική γνώση.

                                      Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας οφείλει να υπενθυμίσει ότι το Αιγαίο με τα νησιά του και το αθέσφατο πολιτιστικό του φορτίο, αποτελεί ίσως το πιο γοητευτικό μικροαρχιπέλαγος του πλανήτη. Η παράδοσή του στη σύγχρονη θηριώδη αιολική βιομηχανία συνιστά ένα ακόμη περιβαλλοντικό έγκλημα.

                                       

                                      Εάν το τίμημα της «πράσινης μετάβασης» της Ελλάδας είναι η θυσία του εθνικού φυσικού κεφαλαίου και η απώλεια των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, τότε δεν χρειάζεται να εισέλθουμε στη συζήτηση για τα οφέλη της.

                                      ———————————————————-

                                       

                                      Σοφία Παυλάκη

                                      Δικηγόρος, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου

                                      του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                                       

                                      ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΧΠ ΑΠΕ

                                       

                                      Τo προτεινόμενο σχέδιο Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) έχει συνταχθεί επί τη βάσει εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τη Χωροταξία, τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων.

                                       

                                      Αναμένεται να γενικεύσει τη δυνατότητα εγκατάστασης έργων ΑΠΕ στο σύνολο του ελλαδικού χώρου πλήττοντας ακόμα περισσότερο προστατευόμενες περιοχές με οικοτόπους προτεραιότητας και σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη, παρ’ όλο που η Ελληνική πολιτεία, κατά παράβαση της Συνταγματικής υποχρέωσής της και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν έχει έως και σήμερα καθορίσει για τις περιοχές αυτές στόχους διατήρησης, γεγονός που καθιστά ανέφικτη και τη δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα έργα ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν και με νέο πλαίσιο δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.

                                       

                                      Το υπό σχολιασμό ΕΧΠ ΑΠΕ δημιουργεί ανεπίτρεπτα Χωροταξικό σχεδιασμό δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων, κατά παράβαση κάθε αρχής της επιστήμης της Χωροταξίας, η δε εφαρμογή του θα προκαλέσει ένα θεσμικό και διοικητικό χάος, αφού έργα που θα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή θα τελούν υπό αδειοδότηση κατά τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου, θα εξακολουθούν να διέπονται από το «παλαιό» ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, το οποίο όμως καταργείται ν από τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου! Επομένως, η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ΑΠΕ θα εξακολουθούν να αδειοδοτούνται, να κατασκευάζονται και να λειτουργούν χωρίς να υπάρχει πλέον για αυτά ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αφού το μεν παλαιό ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 θα έχει πλέον καταργηθεί, το δε νέο ΕΧΠ ΑΠΕ δεν θα εφαρμόζεται σε αυτά τα έργα.

                                       

                                      Το νέο πλαίσιο επιτρέπει απαράδεκτα την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών μονάδων σε αναδασωτέες εκτάσεις, η οποία αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 117 παρ. 3) και απαγορεύεται από τη Δασική νομοθεσία (άρθ. 53 ν. 998/79), ενώ επίσης αντισυνταγματικά (άρθ. 24) επιτρέπει τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ (2008).

                                       

                                      Επισημαίνεται ότι για το σύνολο των ως άνω αντισυνταγματικών, μη νόμιμων επιλογών του νέου πλαισίου που θα επηρεάσουν δραματικά πολύτιμα οικοσυστήματα και ευρύτερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, δεν παρέχεται από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση πλαισίου ουδεμία  αιτιολόγηση ούτε επαρκής και κατάλληλη τεκμηρίωση και πρόσφορη ενημέρωση του πολίτη. Προκειμένου μάλιστα να μπορέσει ο πολίτης να διαπιστώσει το σύνολο των ως άνω πλημμελών και αυθαίρετων ρυθμίσεων του νέου πλαισίου ανάμεσα σε ένα πλήθος τεχνικών στοιχείων και πληροφοριών, θα πρέπει μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης, να αντιπαραβάλει και να εξετάσει συγκριτικά, λέξη προς λέξη, το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο με το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 έχοντας ο ίδιος και απόλυτα διαυγή εποπτεία ολόκληρου του νομικού και θεσμικού πλαισίου που διέπει τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ στη χώρα μας, κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.

                                       

                                      Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνο με τη Συνταγματική τάξη και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά και με τους κανόνες που θέτει η καλή νομοθέτηση και η χρηστή διοίκηση σε μία ευνομούμενη κοινωνία, προσβάλλοντας θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του κράτους δικαίου, της βιώσιμης χωροταξίας και ανάπτυξης, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.

                                       

                                      Ενόψει των ανωτέρω ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ ως μη νόμιμο, απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητούμε την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους:

                                       

                                      1. Σχεδιασμός σε περιοχές Natura χωρίς στόχους διατήρησης

                                       

                                      Το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει το ισχύον ΕΔΠ ΑΠΕ (απόφ. 49828/2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008), αναμένεται να υποβαθμίσει τα ήδη σοβαρά πληττόμενα ορεινά, υδάτινα και δασικά οικοσυστήματα της χώρας και να αλλοιώσει οριστικά και μη αναστρέψιμα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό και αγροτικό τοπίο της Ελλάδας, με συνακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην οικονομία, που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα παραγωγής καθώς και στην ήπιας μορφής ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα και τουρισμό.

                                       

                                      Σημαντικό μέρος του προωθούμενου χωροταξικού σχεδιασμού αφορά την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, επιτρέποντας την αθρόα χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ ακόμα και εντός αυστηρά προστατευόμενων οικοτόπων με επιπτώσεις ολέθριες για οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και απειλούμενα είδη. Και όλα αυτά, παρά την έλλειψη στόχων διατήρησης και χωρίς η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ να διασφαλίζει ότι από τα έργα που θα αδειοδοτηθούν βάσει των διατάξεών του δεν θα προκληθούν μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και καταστροφή του περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε πλήρη αντίθεση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (ΔΕΕ) και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η δημόσια διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται κατά το Σύνταγμα.

                                       

                                      Αποσιωπά πλήρως το υπό εξέταση σχέδιο ότι η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το ΔΕΕ για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) του Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους στόχους διατήρησης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023, που θεώρησε μη νόμιμη τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε προστατευόμενες περιοχές λόγω έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και της δέουσας εκτίμησής τους. Με δύο ωστόσο αποφάσεις του (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023, 3118/2023) το ΥΠΕΝ επιχείρησε να καθορίσει στόχους διατήρησης των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και των ΣΠΠ της χώρας, μολονότι για το σύνολο των προστατευομένων ειδών στους πίνακές τους αναφέρεται η ένδειξη «Ανεπαρκή δεδομένα», ενώ σειρά σημαντικών οικοτόπων έχουν παραλειφθεί πλήρως από τις ως άνω αποφάσεις.

                                       

                                      Σε αντίθεση με τις επιταγές του δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί έως και σήμερα να παραλείπει τη θεσμοθέτηση στόχων διατήρησης για το σύνολο των οικοτόπων της επιδεικνύοντας αδιαφορία και απαξίωση για το φυσικό περιβάλλον και για τον πλούτο της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων που ενσωματώνουν τα προστατευόμενα οικοσυστήματα των περιοχών Natura, έχοντας μεταθέσει τον καθορισμό στόχων διατήρησης στον εκάστοτε ιδιώτη εργολάβο – επενδυτή στο πλαίσιο των μελετών που προσκομίζει προς αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.

                                       

                                      Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται έως σήμερα νομίμως θεσμοθετημένοι στόχοι διατήρησης για το σύνολο των περιοχών Natura και των ΣΠΠ της χώρας, γεγονός που καθιστά αδύνατη όχι μόνο την παροχή πλήρους διασφάλισης ότι το νέο πλαίσιο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της χώρας και στους προστατευόμενους οικοτόπους της, αλλά καθιστά μη νόμιμο και οποιονδήποτε περαιτέρω σχεδιασμό, επί τη βάσει του οποίου θα δρομολογηθούν στο μέλλον κάθε είδους επεμβάσεις με επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των προστατευόμενων περιοχών για την εγκατάσταση και τη λειτουργία έργων ΑΠΕ.

                                       

                                      Ειδικά σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (ΣΠΠ), σύμφωνα με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ, ακόμα και αν τα συγκεκριμένα έργα κρίνονται επιβεβλημένα από «μείζον εθνικό συμφέρον», γεγονός που έχει αγνοηθεί πλήρως από το υπό εξέταση σχέδιο, το οποίο μη νομίμως επιτρέπει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ εντός των ΣΠΠ και καθίσταται και για τον λόγο αυτόν απορριπτέο στο σύνολό του.

                                       

                                      Εφόσον επομένως για το σύνολο των ΤΚΣ και των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας μας δεν υφίστανται στόχοι διατήρησης ούτε δύναται να συναχθεί πλήρης διασφάλιση ότι τα χωροθετούμενα βάσει του νέου πλαισίου έργα δεν θα τους βλάψουν, το υπό κρίση σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και ανεπαρκές.

                                       

                                      1. Αντίθεση στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια

                                       

                                      Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας έχουν ως κύριο στόχο τους τη διατήρηση της βιοποικιλότητας μέσω της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών των περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους. Για την υλοποίηση του πρωταρχικής σημασίας αυτού σκοπού, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί ότι θα υιοθετούν αποκλειστικά Στρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο των αναγκαίων και μόνο χρήσεων γης, ώστε να δημιουργούνται ελάχιστες έως καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. Το εξεταζόμενο ωστόσο πλαίσιο παρίσταται απολύτως ασύμβατο με τις διατάξεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων γενικεύοντας την άνευ όρων παράδοση της ελληνικής επικράτειας στον βωμό της μονοδιάστατης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ, ενώ έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ήδη ακολουθούμενες πολιτικές δυνάμει του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και με σειρά υπό εξέλιξη σχεδίων και προγραμμάτων που εκπονούνται από τις Περιφέρειες της χώρας.

                                       

                                      1. Επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ

                                       

                                      Η ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ αναλίσκεται στην καταγραφή ενός πλήθους γενικών και ασύνδετων με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό πληροφοριών, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις διατάξεις του ως δήθεν ευεργετικές για το περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να αναφέρει μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε περιοχής, από την εφαρμογή των οποίων μπορεί τεκμηριωμένα να επιτευχθεί η επικαλούμενη θετική για το περιβάλλον και την κοινωνία χωροθέτηση των προβλεπόμενων έργων. Αντιθέτως, το υπό εξέταση έργο αναμένεται να επιφέρει επαχθείς, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών Natura της χώρας, οι οποίες όχι μόνον αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν συστηματικά από τη ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση πλαισίου, αλλά είναι και πρακτικά αδύνατον να προσδιοριστούν με ασφάλεια και πληρότητα ως προς την πραγματική έκταση και τις συνέπειές τους, εξ αιτίας της έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης για το σύνολο των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών που περιλαμβάνονται στην ελληνική επικράτεια.

                                       

                                      Το εξεταζόμενο πλαίσιο ουδόλως απαντά και στο κρίσιμο ερώτημα: Ποια η νομιμότητα και η αναγκαιότητα της εγκατάστασης και νέων έργων ΑΠΕ δυνάμει του νέου χωροταξικού πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κάθε λογής ήδη εγκατεστημένων μονάδων ΑΠΕ που λειτουργούν ή αναμένεται να λειτουργήσουν ανά τη χώρα, ενόψει μάλιστα και του υπερκορεσμού του εθνικού δικτύου σε ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ, δυνάμει του οποίου η Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση»; Η δε ΣΜΠΕ του προτεινόμενου πλαισίου μη νομίμως αρκείται στο γενικόλογο αφήγημα για τα οφέλη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη της χώρας, η οποία ωστόσο έχει πλέον υπερκαλυφθεί και θα έπρεπε να είχε εκλείψει η ανάγκη χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ ως κριτήριο από την επίσημα υιοθετούμενη ενεργειακή πολιτική.

                                       

                                      1. Χωροταξικός σχεδιασμός δύο ταχυτήτων

                                       

                                      Με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια εισάγονται στην έννομη τάξη διατάξεις για τη ρύθμιση κατά τρόπο ενιαίο, σαφή και μακροπρόθεσμο ενός τομέα ή κλάδου παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο. Είναι επομένως μη νόμιμες διατάξεις σε νομοθέτημα χωροταξικού σχεδιασμού εθνικής εμβέλειας, όπως το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, που καθιερώνουν αποσπασματικά διαφορετικό χωροταξικό καθεστώς «πολλαπλών ταχυτήτων» για το ίδιο  αντικείμενο, όπως εν προκειμένω οι διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ.

                                       

                                      Συγκεκριμένα το υπό διαβούλευση ΕΧΠ:

                                      – Εξαιρεί ολόκληρες κατηγορίες έργων ΑΠΕ ενώ είναι το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει τον σχεδιασμό τους (άρθ. 3).

                                      – Απαγορεύει μόνο νέες αιολικές εγκαταστάσεις εντός του ΡΣΑ και ΡΣΘ, ενώ θα εξακολουθούν να θεωρούνται νόμιμες όσες έχουν αδειοδοτηθεί με το ισχύον πλαίσιο του 2008 (άρθ. 7).

                                      – Εξαιρεί από την εφαρμογή του το σύνολο των ήδη αδειοδοτημένων και των υπό αδειοδότηση έργων ΑΠΕ, δηλαδή τη συντριπτική πλειονότητα των υφισταμένων ή υπό υλοποίηση ενεργειακών έργων (άρθ. δεύτερο)

                                       

                                      Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ μη νομίμως εισηγείται ακόμα και διατάξεις που εξαρτούν τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ από γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια, αφού προβλέπει δυνατότητα χωροθέτησης ΑΠΕ εντός ΖΕΠ αν αυτό επιτρέπεται από την εγκεκριμένη ΕΠΜ, παρόλο που δεν έχουν εγκριθεί στο σύνολό τους οι ΕΠΜ τη χώρας ούτε και τα προεδρικά διατάγματα για τα οποία οι ΕΠΜ προορίζονται. Προκύπτει επομένως ότι συντάχθηκε κατά τρόπο απαξιωτικό για το περιβάλλον και για τον θεσμό της χωροταξίας, με προχειρότητα, έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικής βούλησης για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα επιλύσει τα υφιστάμενα τεράστια προβλήματα που έχει αναδείξει στην πράξη η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, τα οποία όχι μόνο δεν επιλύονται με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ, αλλά παρατείνονται και επιδεινώνονται.

                                       

                                      1. Φέρουσα ικανότητα

                                       

                                      Από το υπό διαβούλευση πλαίσιο έχουν εξαιρεθεί μεγάλες κατηγορίες έργων ΑΠΕ, όπως οι αντλησιοταμιεύσεις αλλά και το σύνολο των έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή αναμένεται να αδειοδοτηθούν με το ισχύον καθεστώς (ΕΧΠ ΑΠΕ 2008), χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ επαναλαμβάνει τις αδυναμίες και τις αστοχίες του ήδη ισχύοντος πλαισίου, για τις οποίες το τελευταίο έχει επικριθεί από τον επιστημονικό κόσμο της χώρας και την κοινωνία των πολιτών.

                                       

                                      Το προτεινόμενο ΕΧΠ χαρακτηρίζει απαράδεκτα όλες τις περιοχές της χώρας ως κατ’ αρχήν κατάλληλες για υποδοχή έργων ΑΠΕ. Προβληματική παρίσταται και η απόδοση στο πλαίσιό του της έννοιας της «φέρουσας ικανότητας» των οικοσυστημάτων για την υποδοχή κάθε είδους έργων ΑΠΕ, αφού ο καθορισμός της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είχε συντελεστεί εκ των προτέρων και στο πλαίσιο ξεχωριστού νομοθετήματος βάσει επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης ερμηνείας και απόδοσής του. Αντιθέτως με τον τρόπο που αποδίδεται η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στο πλαίσιο του υπό διαβούλευση ΕΧΠ κλονίζεται ως προς την επιστημονική της αξιοπιστία και γεννά εύλογα την υπόνοια ότι είναι προσαρμοσμένη εκ των προτέρων στους στόχους του ευρύτερου υπό μελέτη σχεδιασμού, τους οποίους υπηρετεί στο σύνολό τους.

                                       

                                      Παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα των 18 ετών που μεσολάβησαν από τη θέση σε ισχύ του ισχύοντος ΕΧΠ, το νέο πλαίσιο δεν κατάφερε να αναδείξει τον κανονιστικό νομοθέτη σοφότερο ούτε ικανότερο να ενσωματώσει στο προτεινόμενο ΕΧΠ την εμπειρία που έχει σωρευθεί, όλα αυτά τα χρόνια, από την καταιγιστική χωροθέτηση έργων ΑΠΕ σε κάθε γωνιά της χώρας, η οποία έχει ολέθριες επιπτώσεις σε μοναδικά οικοσυστήματα, δάση, υδάτινους πόρους, νησιά και ακτές και ακυρώνει τη φέρουσα ικανότητά τους.

                                       

                                      1. Συνεργιστικές επιπτώσεις έργων

                                       

                                      Επίσης παραλείπει να αναφέρει το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ οτιδήποτε σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον, στην υγεία, στην κοινωνία και στην ασφάλεια, αφού αυτά παρουσιάζονται από τις διατάξεις του ως δήθεν μηδενικού ή αμελητέου περιβαλλοντικού αποτυπώματος, πλην αποσιωπάται πλήρως ότι σε ολόκληρο το φάσμα του κύκλου της ζωής των έργων ΑΠΕ, ήτοι για την παραγωγή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την απεγκατάστασή τους, σημαντική συμβολή έχει η ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα, ενώ προκαλείται περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή και από την τύχη τους ως αποβλήτων. Επομένως η «πράσινη ενέργεια» των ΑΠΕ δεν είναι και τόσο «πράσινη», κάτι που οι μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου αγνοούν ή και σκοπίμως αποσιωπούν πλήρως.

                                       

                                      Στηρίζει επομένως και το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ τη γενίκευση της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ  στη χώρα επικαλούμενο – όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ- την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία ωστόσο είναι το αποτέλεσμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και όχι η αιτία της.

                                       

                                      Από δε την εξαίρεση σημαντικής μερίδας έργων ΑΠΕ από το πεδίο εφαρμογής του υπό κρίση ΕΧΠ αναμένεται να προκληθεί αδειοδοτικό χάος, αφού με άλλο καθεστώς θα κρίνονται οι εξαιρούμενες εγκαταστάσεις και με άλλο εκείνες που καλύπτονται από τις διατάξεις του προτεινόμενου ΕΧΠ, με αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσων αφορά και τις συνεργιστικές επιπτώσεις των υπό αδειοδότηση έργων στο μέλλον, αφού δεν θα καλύπτονται πλέον από ενιαίο καθεστώς ούτε θα μπορούν να ισχύσουν κοινά κριτήρια για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ορισμένη περιοχή.

                                       

                                      1. Αοριστία και αναποτελεσματικότητα

                                       

                                      Αρκούμενες σε γενικόλογους αφορισμούς και ευχολόγια του τύπου ότι: «το περιβάλλον θα πρέπει να αποκαθίσταται δεόντως» οι διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ουδεμία σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη διαλαμβάνουν σχετικά με τις συνέπειες των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον τόσο κατά το στάδιο κατασκευής και λειτουργίας τους όσο και κατά το στάδιο της αποκατάστασής του. Είναι δε άνευ λόγου η συζήτηση για «αποκατάσταση», όταν μετά από τη μακρόχρονη λειτουργία των έργων ΑΠΕ, τα οικοσυστήματα θα έχουν πλέον αλλοιωθεί οριστικά, το υποβαθμισμένο περιβάλλον δεν θα θυμίζει πια σε τίποτα το αρχικό φυσικό κάλλος, αλλά και η ίδια η εταιρεία/επενδυτής ενδεχομένως θα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, προκειμένου να αποκαταστήσει το περιβάλλον.

                                       

                                      Καθορίζονται περαιτέρω ατεκμηρίωτα στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-40, παρ. 4.4, σελ. 4-63, πίνακας 4.6-1) και στο σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου σχεδίου και οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας για την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, για τις οποίες δεν αναφέρεται με ποια κριτήρια και επί τη βάσει ποιων επιστημονικών μελετών και δεδομένων αποφασίστηκε η καταλληλότητα ή ο αποκλεισμός τους για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε αυτές.

                                       

                                      Επίσης εσφαλμένα προβαίνει η ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων από περιοχές «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (πίνακας 4.4-1 παρ. Β, σελ. 4-44 ΣΜΠΕ), ενώ για τις επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν ακόμα και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να τηρηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τις προστατευόμενες περιοχές, εντός των οποίων τα εν λόγω έργα χωροθετούνται, σύμφωνα με την  περιβαλλοντική νομοθεσία.

                                       

                                      1. Οδοποιία

                                       

                                      Σύμφωνα άλλωστε με το άρθρο 5 παρ. 1 της υπό διαβούλευση σχεδίου ΚΥΑ, η μη επέκταση της ήδη υφιστάμενης οδοποιίας παρουσιάζεται ως ευεργεσία για τον τόπο, ενώ αποσιωπάται μεθοδευμένα ότι η ήδη υφισταμένη οδοποιία δημιουργήθηκε για να περάσουν μέσα από τα δάση και τα βουνά της περιοχής τα αιολικά μεγαθήρια. Επίσης αναφέρεται στο σχέδιο ΚΥΑ (άρθ. 5) ότι η εκχέρσωση της βλάστησης, ιδίως θάμνων και δένδρων, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις τις οικείας Δασικής Υπηρεσίας που μετατρέπονται σε δικαιολογία κάθε καταστροφής, αντί η υπηρεσία να υπερασπίζεται ουσιαστικά τα δάση σύμφωνα με το θεμελιώδες θεσμικό καθήκον της. Ορίζεται επιπλέον ότι η εσωτερική οδοποιία πρέπει να είναι χωμάτινη με επίστρωση χαλικιού, χωρίς διόλου να αναφέρεται στις μελέτες του ΕΧΠ πώς αιτιολογείται, με οικολογικά κριτήρια, η επίστρωση με χαλίκι των κορυφών των βουνών και των δασών ούτε ποια θέση έχουν οι τόνοι από χαλίκι μέσα σε προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα.

                                       

                                      1. Έργα ΑΠΕ σε αναδασωτέες εκτάσεις

                                       

                                      Με το άρθρο 5 παρ. 4 του υπό διαβούλευση πλαισίου επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 και καταδικάζει σε αφανισμό τον δασικό πλούτο της χώρας. Εντελώς υποκριτικά και άστοχα υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να «λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης», αφού στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων δεν υφίσταται καν δασική βλάστηση, προκειμένου να περιοριστεί η βλάβη της, η οποία έχει ήδη επέλθει.

                                       

                                      Το υπό διαβούλευση σχέδιο επιτρέπει και τη χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις κατά παράβαση του Συντάγματος και της δασικής νομοθεσίας (άρθ. 53 ν. 998/1979) που την απαγορεύουν.

                                       

                                      1. Εγκαταστάσεις ΑΣΠΗΕ εντός ΤΚΣ

                                       

                                      Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του σχεδίου ΚΥΑ παρέχεται στο εξής η δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 (άρθ. 6).

                                       

                                      1. Γενίκευση των ΜΥΗΕ

                                       

                                      Απαράδεκτη και σκανδαλώδης κρίνεται και η γενίκευση με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ της κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στο σύνολο της επικράτειας, που θα παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και εκτρέπονται ποτάμια για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα. Ο προωθούμενος ως άνω σχεδιασμός δυνάμει του υπό διαβούλευση ΕΧΠ έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα που προβλέπει την άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους με ορίζοντα το 2030, της οποίας οι επιταγές έχουν πλήρως αγνοηθεί από το υπό εξέταση σχέδιο ΕΧΠ.

                                       

                                      Το εξεταζόμενο πλαίσιο υιοθετεί εντελώς αόριστες έννοιες για τον υπολογισμό καθοριστικής σημασίας όρων και παραμέτρων της εγκατάστασης ΜΥΗΕ σε εκτάσεις της χώρας, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως ή και αντιφατικά κατά την εφαρμογή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12 του σχεδίου ΚΥΑ, σχετικά με τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπονται έργα οδοποιίας η κατασκευή των οποίων απαιτεί ουσιώδη μεταβολή στην παραποτάμια βλάστηση και σε γεωλογικούς σχηματισμούς», χωρίς να προσδιορίζεται από τη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ πώς καθορίζεται η έννοια της «ουσιώδους μεταβολής», προκειμένου να υπολογιστεί με τη δέουσα ακρίβεια και ασφάλεια το ζήτημα των επιπτώσεων ενός ΜΥΗΕ στα παραποτάμια οικοσυστήματα και στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής εγκατάστασής του.

                                       

                                      1. Εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου της κλιματικής αλλαγής

                                       

                                      Η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ ΑΠΕ ουδεμία πρόβλεψη περιέχει όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεών του σε οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες του άνθρακα (Κανονισμός 2021/1119), ενώ επίσης μη νομίμως αγνοείται πλήρως από τη ΣΜΠΕ και από το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου και ο Κανονισμός (ΕΕ) 841/2018 (LULUCF), ο οποίος έθεσε τη δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, μέσω της βιώσιμης διαχείρισης των υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων.

                                       

                                      Απολύτως ατεκμηρίωτα το υπό εξέταση ΕΧΠ (παρ. 3.2.4.4) αναφέρει ότι βασικός στόχος του προωθούμενου Σχεδιασμού είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», ενώ αγνοεί προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους από αέρια του θερμοκηπίου είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, σε κάθε δε περίπτωση έχουν προ πολλού υπερκαλυφθεί από την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ στη χώρα όλοι οι στόχοι του ΕΣΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ στη χώρα μας.

                                       

                                      Είναι δε ενδεικτικό της αστοχίας, των αδυναμιών και της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ότι μολονότι αυτό προορίζεται να αποτελέσει το κατεξοχήν νομοθέτημα για τη χωροθέτηση έργων με «πράσινο πρόσημο» που, όπως το ίδιο επικαλείται, στοχεύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ουδόλως εξηγείται με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα και με τις επικαλούμενες στοχεύσεις του. Καθίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ απορριπτέο στο σύνολό του.

                                       

                                      1. Εσφαλμένη και αντιεπιστημονική αντίληψη του Τοπίου

                                       

                                      Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του σχεδίου ΚΥΑ του προτεινόμενου ΕΧΠ, κύριο κριτήριο ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο Τοπίο αποτελεί η «οπτική παρεμβολή» τους από τα σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο το σημείο και ακτίνα που διαφοροποιείται αναλόγως της σημασίας και της ποιότητας του σημείου «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος» και της κατηγορία χώρου, όπου ανήκει.

                                       

                                      Είναι πράγματι απογοητευτική η διαπίστωση ότι και το νέο πλαίσιο υιοθετεί τις επιλογές του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ, που έχουν σφοδρά επικριθεί για την αντιεπιστημονική,  αντιπεριβαλλοντική και ξεπερασμένη εφαρμογή του κριτηρίου της «οπτικής» και μόνον επαφής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ με τα προστατευόμενα τοπία και στοιχεία της φύσης, κατά την αδειοδότηση αιολικών έργων.

                                       

                                      Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Επίκ. Καθηγητής Τμ. Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών Ευ. Παυλής, «Το τοπίο δεν είναι μόνο μια εικόνα/αναπαράσταση ενός τόπου, ένα σκηνικό θέασης και ένα θέμα αισθητικής υποκειμενικής άποψης του παρατηρητή … αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημολογία, βάσει της οποίας έχει σχεδιαστεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), οι διαστάσεις του είναι ευρύτερες, η δε υποβάθμιση του τοπίου θα έχει άμεση επίδραση και στον Άνθρωπο. Το τοπίο είναι ο δυναμικός, αισθητηριακά βιωμένος και κοινωνικά κατασκευασμένος χώρος … Η κοινωνική αποδοχή του σχεδίου δεν έχει διασφαλιστεί. Μέχρι στιγμής, πληθώρα συλλογικών φορέων συμμετέχουν και υποβάλλουν σχόλια κατά της πραγματοποίησης του έργου, από κοινού με εκατοντάδες πολίτες. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο δίνει ωστόσο μεγάλη βάση στη συμμετοχή του ευρύτερο κοινού (άρθρο 6) αναγνωρίζοντας ότι το τοπίο είναι καθοριστικό στοιχείο για την ατομική και κοινωνική ευημερία και ότι η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός του συνεπάγονται δικαιώματα και ευθύνες για τον καθένα (προοίμιο όπως Σύμβασης). Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιθυμία του κοινού να διατηρήσει το τοπίο δεν έχει να κάνει τόσο με την αισθητική, αλλά με την αντίληψη ότι το τοπίο εμπεριέχει μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αξίες που απαιτούν πολλά χρόνια για να οικοδομηθούν και τη συναίσθηση ότι πρέπει να διαφυλαχτούν οι ποιότητες του τοπίου, όπως είναι ο χαρακτήρας, η ταυτότητα και η κληρονομιά».

                                       

                                      Συνεπώς, η έννοια του τοπίου δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς και νομίμως από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, οι δε αναφορές της στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο είναι επιφανειακές χωρίς να διεισδύουν στην ουσία. Για όλους επομένως τους ως άνω λόγους που αφορούν τόσο την παράβαση διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία του τοπίου όσο και την παράλειψη της ενσωμάτωσης στη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ των βασικών κανόνων και αρχών που προσδιορίζουν την έννοια και τη θεώρηση του τοπίου στις σύγχρονη αντίληψή του από το δίκαιο, την επιστήμη και την τεχνική, η υπό εξέταση ΣΜΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί.

                                       

                                      1. Βασικές παραλείψεις της ΣΜΠΕ

                                       

                                      Η διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης του προτεινόμενου σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ προβλέπεται από την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον που εγκρίνονται από ορισμένη δημόσια αρχή. Σε περίπτωση υλοποίησης σχεδίων σε περιοχές που αποτελούν προστατευόμενους οικοτόπους απαιτείται Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) από την οδηγία 42/2001 και να έχει προηγουμένως καθορισθεί η δέουσα εκτίμηση των στόχων διατήρησής τους που θέτει η οδηγία για τους οικοτόπους, η οποία μάλιστα απαιτεί όχι απλώς πρόβλεψη αλλά πλήρη διασφάλιση ότι ο εκπονούμενος σχεδιασμός δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

                                       

                                      Επομένως η ύπαρξη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και η δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα επιτρεπόμενα έργα ΑΠΕ δυνάμει του υπό διαβούλευση πλαισίου δεν θα έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), συνιστά βασική προϋπόθεση ορθής και εμπεριστατωμένης σύνταξης της ΣΜΠΕ του σχεδίου, η δε έλλειψή της, όπως εν προκειμένω, καθιστά τη ΣΜΠΕ μη νόμιμη στο σύνολό της και απορριπτέα.

                                       

                                      1. Δημόσια διαβούλευση

                                       

                                      Σύμφωνα με την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του, εντός πρόσφορου χρονικού πλαισίου. Οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου, πριν την έγκρισή του.

                                       

                                      Είναι δεδομένο ότι ουδόλως τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης, κυρίως όσον αφορά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου που δόθηκε στο κοινό για την υποβολή τεκμηριωμένων σχολίων και αντιρρήσεων για το σχέδιο ΚΥΑ και τη ΣΜΠΕ που το συνοδεύει. Κρίνεται δε απολύτως απρόσφορος και περιορισμένος ο χρόνος που παρέχεται, κατά τον οποίο το προτεινόμενο ΕΧΠ θα παραμείνει στη δημόσια διαβούλευση, ενόψει της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των τεχνικών και λοιπών στοιχείων που το συνοδεύουν και θα πρέπει να μελετηθούν, προκειμένου ο πολίτης να μπορέσει να διαμορφώσει με πληρότητα και ασφάλεια την άποψή του για το εξεταζόμενο ΕΧΠ και να διατυπώσει εμπεριστατωμένα σχόλια για αυτό.

                                       

                                      1. Ομολογία κακής νομοθέτησης

                                       

                                      Με τη θεώρηση των περιοχών με υψόμετρο άνω των 1.200 μ. αλλά και των οικοτόπων προτεραιότητας των ΕΖΔ, των ΖΕΠ και των Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους ως περιοχών που δεν είναι στο εξής κατάλληλες για την υποδοχή αιολικών εγκαταστάσεων καθώς και με τη θεώρηση όχι μόνο των δασών αλλά και των δασικών εκτάσεων ως περιοχών όπου απαγορεύεται στο εξής η χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων, το υπό εξέταση σχέδιο ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ αποτελεί μία κραυγαλέα και αδιανόητη για κράτος δικαίου δημόσια παραδοχή ότι η επίσημη πολιτική για τις ΑΠΕ όλων των κυβερνήσεων που ηγήθηκαν του τόπου έως και σήμερα υπήρξε εσφαλμένη, ανεπιτυχής και αρνητική -αν όχι και καταστροφική- για τη χώρα, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.

                                       

                                      Ουσιαστικά, με την απαγόρευση στο εξής της χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε βουνά πάνω 1.200 μ., ΖΕΠ, ΕΖΔ και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αλλά και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις, όλες οι ηγεσίες του ΥΠΕΝ και ο μηχανισμός της δασικής και περιβαλλοντικής διοίκησης της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι σε ένα μεγάλο αναπάντητο «γιατί;» που αφορά το πάκτωμα με τόνους από μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα των βουνών μας, την κάλυψη ατελείωτων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου με φωτοβολταϊκά και τη μεθοδευμένη απώλεια τεράστιου φυσικού κεφαλαίου πολύτιμων, προστατευόμενων οικοτόπων με όλη τους τη βιοποικιλότητα, τα τοπία, τα πλάσματα της χλωρίδας και της πανίδας και τους φυσικούς τους πόρους, που ό,τι και να κάνουμε δεν θα γυρίσουν πίσω ούτε δύνανται σε πολλές περιπτώσεις να αποκατασταθούν.

                                       

                                      Καταθέτοντας το υπό εξέταση σχέδιο ΚΥΑ στη δημόσια διαβούλευση, η ελληνική πολιτεία μόλις ομολόγησε απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και στην ιστορία, ότι μέχρι σήμερα κακώς έπραττε καθολικά σε βάρος της φύσης, η οποία κατά τη νομοθεσία μας λογίζεται και ως «εθνικό κεφάλαιο» (άρθ. 2 ν. 998/1979), το οποίο θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί με τη δέουσα ευθύνη και τον σεβασμό που της επιβάλλει η συνταγματική υποχρέωση να διαφυλάττει την οικολογική ισορροπία και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα.

                                       

                                      Απέναντι σε αυτή την τραγική ως προς το συμβολισμό και τις συνέπειές της παραδοχή, εγείρονται αναμφίβολα και σε νομικό επίπεδο μείζονος σημασίας ζητήματα κρατικής ευθύνης για την περιβαλλοντική ζημία που επήλθε στο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας από την μακρόχρονη, συστηματική και παρατεταμένη εφαρμογή πολιτικών, νομοθεσίας και αποφάσεων που οδήγησαν μοναδικά οικοσυστήματα και τον φυσικό πλούτο ευρύτατων περιοχών της χώρας σε ραγδαία υποβάθμιση, οικολογική βλάβη και καταστροφή.

                                       

                                      Στο πλαίσιο της θεώρησης αυτής, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ακόμα και μαζικών προσφυγών στη δικαιοσύνη και σε κάθε αρμόδιο θεσμικό φορέα από ενεργούς πολίτες, σωματεία, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποκατάσταση κάθε είδους περιβαλλοντικής βλάβης που έχει επέλθει σε οικοσυστήματα και στοιχεία της φύσης συνεπεία της εφαρμογής -ομολογουμένως- αντιπεριβαλλοντικών νομοθετημάτων επί μακρώ και της πλημμελούς ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, επί τη βάσει και της εμβληματικής προς τούτο νομολογίας του ΔΕΚ που έχει κρίνει  ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς ή πλημμελούς μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιό του.

                                       

                                      Συμπέρασμα

                                       

                                      Για όλους επομένως τους λόγους που αναλύθηκαν ως άνω, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ που το συνοδεύει κρίνονται μη νόμιμα, επιστημονικώς ατεκμηρίωτα και αντισυνταγματικά και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

                                      ———————————————————-

                                       

                                      Χάρις Γιαννοπούλου

                                      Πυρηνική ιατρός

                                       

                                      Θόρυβος αιολικών εγκαταστάσεων

                                      και ανάγκη ειδικού κανονιστικού πλαισίου

                                       

                                      Ο θόρυβος από τις αιολικές εγκαταστάσεις αποτελεί διεθνώς το σημαντικότερο ζήτημα δημόσιας υγείας που σχετίζεται με τη λειτουργία τους. Η διεθνής βιβλιογραφία, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και η εμπειρία πολλών χωρών καταδεικνύουν ότι η προστασία των κατοίκων από τις επιπτώσεις του θορύβου απαιτεί ειδική και προσεκτική αντιμετώπιση.

                                      Ωστόσο, στο προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ, το θέμα του θορύβου αντιμετωπίζεται εξαιρετικά περιορισμένα. Η μοναδική ουσιαστική πρόβλεψη αφορά την εξασφάλιση επιπέδου θορύβου μικρότερου των 45 dB στις μεμονωμένες κατοικίες και στα όρια των οικιστικών δραστηριοτήτων, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                                      Το ίδιο το κείμενο της ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι «ειδικότερα όρια θορύβου σχετικά με αιολικές εγκαταστάσεις δεν τίθενται από την κείμενη νομοθεσία», παραπέμποντας στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

                                      Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζει τον περιβαλλοντικό θόρυβο ως σημαντικό παράγοντα δημόσιας υγείας και έχει εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες για την προστασία των πληθυσμών από τις επιπτώσεις του θορύβου, συμπεριλαμβανομένου του θορύβου των ανεμογεννητριών. Παράλληλα, οι οδηγίες του ΠΟΥ για τον νυχτερινό θόρυβο θεωρούν ότι επίπεδο Lnight,outside 40 dB αποτελεί τον επιθυμητό στόχο για την προστασία της υγείας, ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ενώ τα 55 dB προτείνονται ως όρο συναγερμού.

                                      Η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι οι συχνότερα αναφερόμενες επιπτώσεις από την έκθεση στον θόρυβο των ανεμογεννητριών αφορούν την έντονη ενόχληση (annoyance), τη διαταραχή του ύπνου, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και τα συμπτώματα ψυχολογικής επιβάρυνσης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι σοβαρότερα ενοχλούμενοι κάτοικοι αναφέρουν ότι τα προβλήματα εμφανίζονται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας και στον χώρο του υπνοδωματίου, ενώ η επίμονη ενόχληση έχει συσχετισθεί με αυξημένο στρες και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

                                      Η έντονη ενόχληση (high annoyance) από τον θόρυβο δεν αποτελεί απλώς ένα υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας, αλλά αναγνωρίζεται διεθνώς ως δυσμενής επίπτωση στην υγεία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και πλήθος επιδημιολογικών μελετών, η επίμονη ενόχληση συνδέεται με χρόνιο στρες, διαταραχές ύπνου, μείωση της ποιότητας ζωής και πιθανώς με μακροχρόνιες καρδιομεταβολικές επιπτώσεις. Οι διαταραχές ύπνου και η ενόχληση αποτελούν τους κυριότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο περιβαλλοντικός θόρυβος επιδρά στην ψυχική και σωματική υγεία.

                                      Αν και δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου «συνδρόμου ανεμογεννητριών», η συσχέτιση μεταξύ θορύβου ανεμογεννητριών, ενόχλησης και διαταραχών ύπνου αναγνωρίζεται ευρέως. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του ζητήματος διεθνώς βασίζεται όχι στην απόδειξη συγκεκριμένης παθολογίας, αλλά βασίζεται κυρίως στην πρόληψη των επιπτώσεων στην υγεία και στην ποιότητα ζωής.

                                      Επιπλέον, ο θόρυβος των ανεμογεννητριών παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλες πηγές περιβαλλοντικού θορύβου, όπως η σημαντική παρουσία χαμηλών συχνοτήτων, η μεταβαλλόμενη ένταση και το φαινόμενο διαμόρφωσης πλάτους (amplitude modulation), στοιχεία που δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από την απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου στάθμης θορύβου. Το ζήτημα αυτό έχει επισημανθεί και από ειδικούς επιστήμονες της ακουστικής στη χώρα μας, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανάγκη αξιολόγησης του περιεχομένου συχνοτήτων και της ορθής μεθοδολογίας μέτρησης του θορύβου.

                                      Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία του ύπνου, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι για συνεχή νυχτερινό θόρυβο στο εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας τα επίπεδα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 dB(A), ενώ ως στόχος για τη νυχτερινή έκθεση στον εξωτερικό χώρο προτείνεται επίπεδο 40 dB Lnight,outside. Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ περιορίζεται στην απλή αναφορά ενός γενικού ορίου 45 dB, χωρίς ειδική μέριμνα για τη νυχτερινή προστασία και την ποιότητα του ύπνου, παρά το γεγονός ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν μία από τις πλέον τεκμηριωμένες επιπτώσεις της έκθεσης στον θόρυβο των ανεμογεννητριών. Η προστασία του ύπνου δεν αποτελεί απλώς ζήτημα άνεσης ή ευεξίας, αλλά βασική προϋπόθεση διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

                                      Κατά συνέπεια, η απλή αναφορά σε όριο 45 dB δεν επαρκεί για την ολοκληρωμένη προστασία της ανθρώπινης υγείας. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο οφείλει να περιλαμβάνει ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, με πρόβλεψη για τη νυχτερινή προστασία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου χαμηλών συχνοτήτων, τη συνεχή παρακολούθηση των πραγματικών επιπέδων θορύβου μετά την εγκατάσταση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύπτουν για τους κατοίκους.

                                      Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει αυστηρότερα όρια ή ειδικές ρυθμίσεις για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων. Ενδεικτικά, στη Φινλανδία εφαρμόζεται όριο 40 dB, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας προβλέπονται ακόμη χαμηλότερα επίπεδα για καθαρά οικιστικές ζώνες. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν εξαντλείται στη θέσπιση ενός ενιαίου γενικού ορίου, αλλά απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                                      Οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες μεγάλου ύψους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες στις οποίες βασίστηκε μεγάλο μέρος της παλαιότερης βιβλιογραφίας και των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή επανεκτίμηση των διαθέσιμων δεδομένων. Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στους υποήχους (<20 Hz), για τους οποίους αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια έντονη επιστημονική συζήτηση. Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε και στην ειδική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Μαρτίου 2026, με αντικείμενο τις πιθανές επιπτώσεις των χαμηλών συχνοτήτων και των υποήχων από τις σύγχρονες ανεμογεννήτριες. Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων, πρόσφατες εργασίες έχουν αναφέρει συσχετίσεις όχι μόνο σε επιδημιολογικές και παρατηρησιακές μελέτες, αλλά και ευρήματα από πειραματικές μελέτες σε κυτταρικό επίπεδο και σε ανθρώπινο καρδιακό ιστό. Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη πρώιμα και απαιτούν περαιτέρω επιβεβαίωση, ωστόσο αναδεικνύουν ότι η σχετική επιστημονική συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεδομένου ότι ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η πλήρης απουσία αναφοράς στους υποήχους και στις χαμηλές συχνότητες δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού, βασισμένου στην αρχή της προφύλαξης.

                                      Η επιστημονική συζήτηση σχετικά με ορισμένες πτυχές του θορύβου των ανεμογεννητριών, ιδίως όσον αφορά τις χαμηλές συχνότητες και ορισμένους πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς, παραμένει ανοικτή. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να δημοσιεύονται νέες εργασίες ακόμη και μέσα στο 2026 καταδεικνύει ότι η επιστημονική συζήτηση όχι μόνο δεν έχει λήξει, αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Δεδομένου ότι το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτή την εξελισσόμενη επιστημονική συζήτηση δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού. Παράλληλα, υπάρχουν και μελέτες που δεν διαπιστώνουν άμεσες επιπτώσεις πέραν της ενόχλησης και των διαταραχών ύπνου. Ωστόσο, η απουσία πλήρους επιστημονικής συναίνεσης δεν αναιρεί την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων, ιδιαίτερα όταν οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, στον ύπνο και στην ψυχική ευεξία έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς.

                                       

                                      Αρχή της προφύλαξης

                                      Η έλλειψη πλήρους επιστημονικής συναίνεσης ως προς όλους τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο θόρυβος των ανεμογεννητριών ενδέχεται να επηρεάζει την υγεία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αδράνειας ή αποδυνάμωσης των μέτρων προστασίας. Αντίθετα, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου και κατοχυρώνεται στο άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν υπάρχουν εύλογες επιστημονικές ενδείξεις για πιθανούς κινδύνους στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον, η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν δικαιολογεί την αναβολή λήψης κατάλληλων προληπτικών μέτρων.

                                      Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του θορύβου των αιολικών εγκαταστάσεων. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικές διαφωνίες ως προς ορισμένες ειδικότερες επιπτώσεις, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο θόρυβος των ανεμογεννητριών συνδέεται με αυξημένη ενόχληση, διαταραχές ύπνου και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι επιπτώσεις αυτές, ακόμη και όταν δεν συνιστούν άμεση οργανική βλάβη, αποτελούν ζητήματα δημόσιας υγείας, τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον χωροταξικό σχεδιασμό.

                                      Κατά συνέπεια, η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου θορύβου 45 dB. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ οφείλει να ενσωματώνει την αρχή της προφύλαξης και να προβλέπει ειδικό και επικαιροποιημένο κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική γνώση, στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και στην υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει αποτελεσματικά την υγεία, τον ύπνο και την ποιότητα ζωής των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης και τις επιταγές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

                                       

                                      Ενδεικτική βιβλιογραφία

                                       

                                      Abbasi M, Monazzam MR, Akbarzadeh A, Zakerian SA, Ebrahimi MH. Impact of wind turbine sound on general health, sleep disturbance and annoyance of workers: a pilot study in Manjil wind farm, Iran. Health and Quality of Life Outcomes. 2015;13:225.

                                       

                                      Bakker RH, Pedersen E, van den Berg GP, Stewart RE, Lok W, Bouma J. Impact of wind turbine sound on annoyance, self-reported sleep disturbance and psychological distress. Science of the Total Environment. 2012;425:42-51.

                                       

                                      Dastan M, Dyminski Parente Ribeiro E, Bellut-Staeck U, Zhou J, Lehmann C. Infrasound and Human Health: Mechanisms, Effects, and Applications. Applied Sciences. 2026;16(3):1553.

                                       

                                      Ellenbogen JM, Kellam CB, Hankard M. Noise-induced sleep disruption from wind turbines: scientific updates and acoustical standards. Sleep. 2024;47:zsad286.

                                       

                                      Grocott K, Mansour A, Shiels E, Bentley R, Mason K. Mental health effects of exposure to environmental noise at home: A systematic review of potential mediating pathways, 2025.

                                       

                                      Health Canada. Wind Turbine Noise and Health Study: Summary of Results. Ottawa: Health Canada; 2014.

                                       

                                      Michaud DS, Feder K, Keith SE, Voicescu SA, Marro L, Than J, et al. Effects of wind turbine noise on self-reported and objective measures of sleep. Sleep. 2016;39(1):97-109.

                                       

                                      Müller FJ, Leschinger V, Hübner G, Pohl J. Understanding subjective and situational factors of wind turbine noise annoyance. Energy Policy. 2023;173:113361.

                                       

                                      Onakpoya IJ, O’Sullivan J, Thompson MJ, Heneghan CJ. The effect of wind turbine noise on sleep and quality of life: a systematic review and meta-analysis of observational studies. Environment International. 2015;82:1-9.

                                       

                                      Pawlaczyk-Łuszczyńska M, Zaborowski K, Dudarewicz A, Zamojska-Daniszewska M, Waszkowska M. Response to Noise Emitted by Wind Farms in People Living in Nearby Areas. International Journal of Environmental Research and Public Health. 2018;15:1575.

                                       

                                      Radun J, Maula H, Saarinen P, Keränen J, Alakoivu R, Hongisto V. Health effects of wind turbine noise and road traffic noise on people living near wind turbines . Renewable and Sustainable Energy Reviews. 2022;157:112040.

                                       

                                      Smith MG, Cordoza M, Basner M. Environmental Noise and Effects on Sleep: An Update to the WHO Systematic Review and Meta-Analysis. Environmental Health Perspectives.

                                      2022;130(7):76001.

                                       

                                      Staniek A, Miterska M. Analysis of Noise Generated by Wind Turbines with Reference to Other Low Frequency Noise Sources and Their Possible Impact on Human Health. International Journal of Occupational Medicine and Environmental Health. 2025.

                                       

                                      Teneler AA, Hassoy H. Health effects of wind turbines: a review of the literature between 2010–2020. International Journal of Environmental Health Research. 2023;33(2):143-157.

                                       

                                      van Kamp I, van den Berg F. Health effects related to wind turbine sound, including low- frequency sound and infrasound. Acoustics Australia. 2018;46:31-57.

                                       

                                      Verheijen E, Jabben J, Schreurs E, Smith KB. Impact of wind turbine noise in The Netherlands. Noise and Health. 2011;13(55):459-463.

                                       

                                      World Health Organization. Night Noise Guidelines for Europe. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2009.

                                       

                                      World Health Organization. Environmental Noise Guidelines for the European Region. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2018.

                                       

                                       

                                      Αθήνα, 18 Ιουνίου 2026

                                       

                                       

                                      #13752
                                      Αθανάσιος Νίκου

                                        Ως πολίτης, συντάσσομαι απόλυτα με τα επιστημονικά στοιχεία και το κοινό ψήφισμα που κατέθεσε η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα για τον Βενέτικο. Απαιτούμε την εξαίρεση του ποταμού Βενέτικου από τον σχεδιασμό των ΜΥΗΕ, την απόλυτη προστασία του και την εκπόνηση συνολικής σωρευτικής μελέτης επιπτώσεων.

                                        #13721
                                        Μαρία Πορτελάνου κάτοικος Κύμης Εύβοιας

                                           

                                          ΣΧΟΛΙΟ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

                                          Η προστασία του κλίματος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της βιοποικιλότητας, των φυσικών οικοσυστημάτων, των ορεινών τοπίων και των υδάτινων πόρων της χώρας.

                                          Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη οικολογική αξία ανά μονάδα έκτασης. Η προστασία αυτής της φυσικής κληρονομιάς αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους (α 24) και δεν μπορεί να υποχωρεί έναντι της επιτάχυνσης των επενδύσεων.

                                          Το προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο παρουσιάζει βελτιώσεις σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο του 2008, ωστόσο εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες ως προς τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής προστασίας και της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων.

                                          Ειδικότερα:

                                          1. Απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης της ήδη συντελεσμένης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης

                                          Το σχέδιο αντιμετωπίζει τον εθνικό χώρο ως διαθέσιμο για νέα ανάπτυξη ΑΠΕ χωρίς να προηγείται ολοκληρωμένη αποτίμηση:

                                          • των ήδη εγκατεστημένων έργων,
                                          • των αδειοδοτημένων έργων,
                                          • των υπό αδειοδότηση έργων,
                                          • των σωρευτικών επιπτώσεων ανά ορεινό όγκο και οικοσύστημα.

                                          Η περιβαλλοντική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται αγνοώντας την πραγματική κατάσταση της χώρας.

                                          Πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη θα έπρεπε να έχει προηγηθεί εθνική αξιολόγηση κορεσμού οικοσυστημάτων και τοπίων.

                                          1. Ανεπαρκής εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης

                                          Το σχέδιο βασίζεται κυρίως σε αξιολόγηση κατά περίπτωση μέσω περιβαλλοντικών μελετών, των γνωστών και αμφιβόλου αξίας ΜΠΕ και ΕΟΑ.

                                          Η διεθνής εμπειρία όμως έχει δείξει ότι η διαχείριση κατά περίπτωση δεν επαρκεί για την προστασία ειδών και οικοτόπων όταν οι πιέσεις είναι εκτεταμένες και σωρευτικές.

                                          Απαιτείται:

                                          • σαφής προληπτικός αποκλεισμός ιδιαίτερα ευαίσθητων οικοσυστημάτων,
                                          • αποκλεισμός κρίσιμων περιοχών αναπαραγωγής και μετακίνησης ειδών,
                                          • δημιουργία εκτεταμένων ζωνών μηδενικής χωροθέτησης.

                                          Η αρχή της προφύλαξης επιβάλλει ότι όταν υπάρχει επιστημονική αβεβαιότητα, η προστασία προηγείται της ανάπτυξης.

                                          1. Ελλιπής προστασία ορεινών οικοσυστημάτων

                                          Τα ελληνικά βουνά αποτελούν τα σημαντικότερα καταφύγια βιοποικιλότητας της χώρας.

                                          Η διάνοιξη οδικού δικτύου, οι εκσκαφές, οι επιχωματώσεις, οι βάσεις ανεμογεννητριών και τα συνοδά έργα έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικό κατακερματισμό οικοτόπων σε πολλές περιοχές.

                                          Το προτεινόμενο πλαίσιο δεν παρέχει επαρκή προστασία:

                                          • των αλπικών και υποαλπικών οικοσυστημάτων,
                                          • των κορυφογραμμών,
                                          • των περιοχών μεγάλης φυσικότητας,
                                          • των αδιατάρακτων ορεινών τοπίων, περιοχών ΠΑΔ κλπ.

                                          Προτείνεται η καθιέρωση αυστηρότερων υψομετρικών και οικολογικών κριτηρίων αποκλεισμού.

                                          Ειδικότερα για την Εύβοια ζητείται η εφαρμογή του αναθεωρημένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (ΦΕΚ 299/ΑΑΠ/14-12-2018) σύμφωνα με το οποίο στον νησιωτικό ορεινό χώρο (Εύβοια και Σκύρο ) δεν θα τοποθετούνται ανεμογεννήτριες άνω των 600 μ., γιατί ο ορεινός χώρος θεωρείται χώρος φυσικού αποθέματος.

                                          1. Υποτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων

                                          Η σημαντικότερη περιβαλλοντική επίπτωση των ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν προέρχεται πλέον από μεμονωμένα έργα αλλά από τη συγκέντρωση πολλών έργων στην ίδια γεωγραφική ενότητα.

                                          Η αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων παραμένει αποσπασματική.

                                          Απαιτείται:

                                          • υποχρεωτική αξιολόγηση σε επίπεδο ορεινού όγκου,
                                          • αξιολόγηση σε επίπεδο λεκάνης απορροής,
                                          • αξιολόγηση σε επίπεδο οικολογικού διαδρόμου,
                                          • καθορισμός ανώτατων ορίων εγκατάστασης.

                                          1. Προβληματική αντιμετώπιση των περιοχών Natura 2000

                                          Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η ύπαρξη περιβαλλοντικών όρων δεν αρκεί για τη διατήρηση της οικολογικής ακεραιότητας προστατευόμενων περιοχών.

                                          Το δίκτυο Natura 2000 δεν θεσπίστηκε για να λειτουργεί ως χώρος προτεραιότητας ενεργειακών επενδύσεων αλλά ως βασικός μηχανισμός διατήρησης της ευρωπαϊκής βιοποικιλότητας.

                                          Πρέπει να υιοθετηθεί αυστηρότερο και ουσιαστικότερο καθεστώς προστασίας στις περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας.

                                          Οι περιοχές Natura της Εύβοιας πρέπει να προστατευθούν απολύτως, γιατί το νησί της Εύβοιας είναι ο πιο επιβαρυμένος από ΑΠΕ νομός-Περιφερειακή Ενότητα της Ελλάδας.

                                          Οι περιοχές Natura του νησιού που κυρίως απειλούνται από ΑΠΕ είναι οι ακόλουθες:

                                          • Όρος Όχη – Κάμπος Καρύστου – Ακρωτήριο Καφηρέας (GR2420001)
                                          • Δίρφυς – Δάσος Στενής – Δέλφι (GR2420002)
                                          • Λίμνη Δύστου (GR2420008)
                                          • Όρος Κανδήλι (GR2420010)
                                          • Όρη Κεντρικής Εύβοιας, παράκτια ζώνη και νησίδες (GR2420011)
                                          • Όρος Όχη, παράκτια ζώνη και νησίδες (GR2420012)
                                          • Ποταμός Μανικιάτης (GR2420017)
                                          • Θαλάσσια ζώνη Ανατολικής Εύβοιας από Άκρα Οκτωνιάς έως Ζάρακες (GR2420015)
                                          • Θαλάσσια περιοχή Νοτίου Ευβοϊκού Κόλπου (GR2420016)
                                          • Παράκτια θαλάσσια ζώνη Καφηρέα (τμήμα του GR2420001)
                                          1. Απουσία μηχανισμού οικολογικής αποκατάστασης

                                          Το σχέδιο επικεντρώνεται στην εγκατάσταση νέων έργων αλλά δεν προβλέπει ουσιαστικούς μηχανισμούς:

                                          • αποκατάστασης τοπίου,
                                          • αποκατάστασης οδικών διανοίξεων,
                                          • αποξήλωσης παλαιών εγκαταστάσεων,
                                          • επαναφοράς οικοτόπων μετά το τέλος ζωής των έργων.

                                          Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» πρέπει να εφαρμόζεται και στις ενεργειακές υποδομές.

                                          1. Παραγνώριση τη αντιδράσεων των περιβαλλοντικών φορέων και των τοπικών κοινωνιών

                                          Η ένταση των αντιδράσεων σε πολλές περιοχές της χώρας καταδεικνύει ότι η κοινωνική αποδοχή δεν εξασφαλίζεται μέσω της επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων αλλά μέσω της ουσιαστικής προστασίας του τόπου.

                                          Η απώλεια εμπιστοσύνης των τοπικών κοινωνιών συνδέεται άμεσα με την αίσθηση ότι η περιβαλλοντική προστασία υποχωρεί έναντι της επενδυτικής διευκόλυνσης.

                                          Τελική Παρατήρηση:

                                          Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι τα αδειοδοτημένα έργα ΑΠΕ μπορούν να προχωρήσουν με τις παλαιές ρυθμίσεις και καμία επ΄ αυτών επίδραση δεν θα έχει το νέο Χωροταξικό

                                          Συμπέρασμα

                                          Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει θεωρητικά τη σημασία της βιοποικιλότητας και των σωρευτικών επιπτώσεων. Ωστόσο, οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί προστασίας παραμένουν ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν την ήδη εκτεταμένη περιβαλλοντική πίεση που έχει δημιουργηθεί από την ταχεία ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε πολλές περιοχές της χώρας.

                                          Η ουσιαστική αναθεώρηση του σχεδίου θα πρέπει να στηριχθεί στις αρχές:

                                          • πρόληψης και προφύλαξης,
                                          • διατήρησης της βιοποικιλότητας,
                                          • προστασίας ορεινών οικοσυστημάτων,
                                          • περιορισμού των σωρευτικών επιπτώσεων,
                                          • σεβασμού της φέρουσας ικανότητας του χώρου,
                                          • αποκατάστασης των ήδη επιβαρυμένων περιοχών.

                                          Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι λόγια για ενεργειακή μετάβαση και μεγαλεπήβολα Σχέδια για το Κλίμα (ΕΣΕΚ).

                                          Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η πραγματική προστασία του Ελληνικού Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και της ζωής των τοπικών κοινωνιών, από την ενεργειακή λαίλαπα και την εκβιομηχάνιση των βουνών, πεδιάδων και θαλασσών της χώρας.

                                          #13717
                                          Αθανάσιος Βαλλιανατος

                                            Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε το νησί μας με Αιολικά πάρκα, όπως γεμίσατε την Κάριστο και το όρος ΟΧΙ με εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA. Tα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα νησιών, που αυτή την ομορφιά δεν θα επιτρέψουμε να την καταστρέψουν για να πλουτίζουν οι ‘’καρχαρίες’’ των εταιρειών που παίζουν και με τα πετρέλαια και με τις Ανεμογεννήτριες και με τα φωτοβολταϊκά, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα επακολουθήσει…..
                                            Ακολουθεί το λινκ με την ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ ΑΠΕ:
                                            https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                            #13718
                                            Αλέξανδρος Ηλιόπουλος

                                              «Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε το νησί μας με Αιολικά πάρκα, όπως γεμίσατε την Κάριστο και το όρος ΟΧΙ με εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA. Tα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα νησιών, που αυτή την ομορφιά δεν θα επιτρέψουμε να την καταστρέψουν για να πλουτίζουν οι ‘’καρχαρίες’’ των εταιρειών που παίζουν και με τα πετρέλαια και με τις Ανεμογεννήτριες και με τα φωτοβολταϊκά, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα επακολουθήσει…..

                                              #13716
                                              Kατερινα Ξυδάκη

                                                Ακολουθεί το λινκ με την ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ ΑΠΕ:

                                                https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                                #13715
                                                Kατερινα Ξυδάκη

                                                  Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14/6/2026. Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε το νησί μας με Αιολικά πάρκα, όπως γεμίσατε την Κάριστο και το όρος ΟΧΙ με εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA. Tα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα νησιών, που αυτή την ομορφιά δεν θα επιτρέψουμε να την καταστρέψουν για να πλουτίζουν οι ‘’καρχαρίες’’ των εταιρειών που παίζουν και με τα πετρέλαια και με τις Ανεμογεννήτριες και με τα φωτοβολταϊκά, χωρίς να τους ενδιαφέρει τι θα επακολουθήσει…..

                                                   

                                                  #13725
                                                  Κώστας Δαρδανός

                                                    Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14ης Ιουνίου 2026, καθώς και τις τεκμηριωμένες θέσεις της Εταιρείας Ανδρίων Επιστημόνων επί του υπό διαβούλευση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ.
                                                    Η Άνδρος, όπως και συνολικά τα νησιά των Κυκλάδων, αποτελεί τόπο μοναδικής φυσικής, πολιτιστικής, ιστορικής και αισθητικής αξίας. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με ένα ποσοτικό κριτήριο έκτασης, όπως το όριο των 300 τ.χλμ., διότι η πραγματική φέρουσα ικανότητα ενός νησιού καθορίζεται από το σύνολο των φυσικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών χαρακτηριστικών του.
                                                    Στην περίπτωση της Άνδρου, τα χαρακτηριστικά αυτά είναι εξαιρετικά σύνθετα. Το νησί διαθέτει εκτεταμένες περιοχές Natura 2000, σημαντικές περιοχές ορνιθοπανίδας, καταφύγια άγριας ζωής, πλούσιο υδρολογικό δίκτυο με πηγές, ρέματα και υγροτοπικά οικοσυστήματα, καθώς και ένα ιδιαίτερα πυκνό πολιτιστικό απόθεμα: αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικά διατηρητέα μνημεία, παραδοσιακούς οικισμούς, μονές, γεφύρια, αναβαθμίδες, ξερολιθιές και ιστορικά μονοπάτια. Όλα αυτά συγκροτούν ένα ενιαίο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο, το οποίο αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητας και της βιώσιμης προοπτικής του νησιού.
                                                    Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Πρέπει όμως να γίνεται με σεβασμό στο μέτρο, στη φέρουσα ικανότητα κάθε τόπου, στο περιβάλλον, στην πολιτιστική κληρονομιά και στις τοπικές κοινωνίες. Η εμπειρία άλλων περιοχών, όπως η Νότια Εύβοια και η Κάρυστος, δείχνει ότι η υπερσυγκέντρωση μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων μπορεί να αλλοιώσει ανεπανόρθωτα το τοπίο και τη φυσιογνωμία ενός τόπου.
                                                    Για τον λόγο αυτό δεν αποδεχόμαστε την περαιτέρω επιβάρυνση της Άνδρου με νέους αιολικούς σταθμούς μεγάλης κλίμακας. Ζητούμε να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι ιδιαιτερότητες του νησιού και να θεσπιστούν ειδικές εγγυήσεις προστασίας, με υποχρεωτική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας, των σωρευτικών επιπτώσεων, της οπτικής και τοπιακής επιβάρυνσης και της προστασίας των υδάτινων πόρων, των μονοπατιών, των πολιτιστικών διαδρομών και των περιοχών ιδιαίτερης οικολογικής αξίας.
                                                    Παράλληλα, θεωρούμε ότι η ενεργειακή μετάβαση της Άνδρου μπορεί και πρέπει να στηριχθεί κατά προτεραιότητα σε ήπιες, μικρής κλίμακας και αποκεντρωμένες μορφές παραγωγής ενέργειας: φωτοβολταϊκά αυτοπαραγωγής, οικογενειακής χρήσης, ενεργειακές κοινότητες και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν πραγματικές τοπικές ανάγκες, χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα το φυσικό, αγροτικό και πολιτιστικό τοπίο.
                                                    Η προστασία της Άνδρου δεν είναι άρνηση της ενεργειακής μετάβασης. Είναι αίτημα για δίκαιη, συνετή και πραγματικά βιώσιμη ενεργειακή πολιτική. Ζητούμε από την Πολιτεία να ενσωματώσει στο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ ειδικές προβλέψεις για την Άνδρο και τα νησιά του Αιγαίου, ώστε η ανάπτυξη των ΑΠΕ να υπηρετεί τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών χωρίς να υποβαθμίζει τους φυσικούς, πολιτιστικούς και τοπιακούς πόρους που αποτελούν το θεμέλιο της ζωής και της ανάπτυξής τους.

                                                    #13720
                                                    Δημήτριος Ταμβακάκης

                                                      Συμφωνώ, εγκρίνω και συνυπογράφω την ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14ης Ιουνίου 2026.
                                                      Δεν αποδεχόμαστε τη βιομηχανοποίηση της Άνδρου και δεν επιθυμούμε να μετατραπεί το νησί σε χώρο εκτεταμένης εγκατάστασης αιολικών πάρκων. Η εμπειρία άλλων περιοχών, όπως η Εύβοια, όπου έχουν εγκατασταθεί εκατοντάδες ανεμογεννήτριες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται σε προστατευόμενες περιοχές NATURA, αποτελεί για εμάς σοβαρό λόγο προβληματισμού.
                                                      Τα νησιά των Κυκλάδων συνιστούν ένα μοναδικό στον κόσμο νησιωτικό σύμπλεγμα, με ιδιαίτερη φυσική ομορφιά, πολιτιστική κληρονομιά και περιβαλλοντική αξία. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι πρέπει να προστατευθούν και να διαφυλαχθούν για τις επόμενες γενιές, με σεβασμό στο τοπίο και τη φυσιογνωμία τους.

                                                      Ακολουθεί το λινκ με την ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΔΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ ΑΠΕ:

                                                      https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                                      #13714
                                                      Αριστοτέλης Τσεκούρας

                                                        Προτείνεται η ρητή αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής του ΕΧΠ-ΑΠΕ, ώστε αυτό να αφορά εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και εγκαταστάσεις αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, και να μην καταλαμβάνει εγκαταστάσεις παραγωγής, διανομής ή αξιοποίησης θερμικής ενέργειας από ΑΠΕ, καθώς και εγκαταστάσεις ΣΗΘΥΑ από ΑΠΕ που εξυπηρετούν πρωτίστως τοπικά θερμικά φορτία, τηλεθέρμανση, βιομηχανική θερμότητα, αγροτικές εφαρμογές, κτιριακές χρήσεις ή ενεργειακές κοινότητες.
                                                        Η παραγωγή θερμότητας από ΑΠΕ έχει διαφορετικά χωρικά, τεχνικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά από την ηλεκτροπαραγωγή. Η χωροθέτησή της πρέπει να αξιολογείται μέσω των ισχυουσών διατάξεων περιβαλλοντικής αδειοδότησης, χρήσεων γης, πολεοδομικού σχεδιασμού, γεωθερμικής νομοθεσίας, βιομάζας/βιοαερίου και ενεργειακών υποδομών θερμότητας, και όχι μέσω ενός πλαισίου που έχει καταρτιστεί κυρίως για τη χωρική ανάπτυξη σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ.
                                                        Για την αποφυγή παρερμηνειών, προτείνεται η προσθήκη ρητής εξαίρεσης στο Άρθρο 3: «Δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας οι εγκαταστάσεις παραγωγής ή διανομής θερμικής ενέργειας από ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων γεωθερμικών εφαρμογών, ηλιοθερμικών συστημάτων θερμικής χρήσης, μονάδων βιομάζας/βιοαερίου για θερμότητα, δικτύων τηλεθέρμανσης και εγκαταστάσεων ΣΗΘΥΑ από ΑΠΕ που εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τοπικές θερμικές ανάγκες και δεν αποτελούν αυτοτελείς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προς έγχυση στο Σύστημα ή στο Δίκτυο.»

                                                      Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 926 έως 950 (από 1,055 συνολικά)
                                                      • Η συζήτηση ‘Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων’ δεν δέχεται νέα θέματα και απαντήσεις.