Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

Αρχική Συζητήσεις Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

  • Αυτό το θέμα έχει 1,055 απαντήσεις, 1 φωνή και ενημερώθηκε τελευταία φορά 1 μήνα από τον χρήστη Γεώργιος Γοδέβενος.
  • Δημιουργός
    Θέμα
  • #13410
    weboperator
    Keymaster

      Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

      Ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, ως αρχή σχεδιασμού της μελέτης αξιολόγησης και αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Ν. 4447/2016 (Α’ 241) και στην Κ.Υ.Α. Αριθμ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (Β’ 1225) προσκαλεί το κοινό να διατυπώσει τις απόψεις του, μέσω της δημόσιας ανάρτησης σχολίων έως και τις 24 Ιουνίου 2026.

      ΕΧΠ ΑΠΕ (αρχεία)

      Οι απαραίτητες πληροφορίες και τα σχετικά αρχεία, είναι διαθέσιμες στον ανωτέρω σύνδεσμο.

    Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 451 έως 475 (από 1,055 συνολικά)
    • Συντάκτης
      Απαντήσεις
    • #15182
      ΘΩΜΑΪΣ ΠΑΝΤΖΙΝΗ – ΑΝΔΡΟΣ

        Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

        https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

        #15184
        Ολγα Παπαδόγιαννη

          ΕΧΠ ΑΠΕ : οι περιοχές αποκλεισμού για Φ/Β αγνοούν τις μέχρι σήμερα προστατευόμενες περιοχές των ορεινών όγκων στις οποίες, για προφανείς λόγους περιβαλλοντικής σημασίας και προστασίας των οικοσυστημάτων που εμπεριέχουν, <span style=”text-decoration: underline;”>δεν επιτρεπόταν από το νόμο η ανάπτυξη Φ/Β πάρκων παρά μόνο κατ’ εξαίρεση και με πολύ αυστηρά εχέγγυα προστασίας του περιβάλλοντος.</span> Η παράλειψη προστασίας των ορεινών όγκων από το υπό διαβούλευση ΕΧΠ ΑΠΕ αποτελεί ένα θεμελιώδες ελάττωμα καθώς συνιστά μια σημαντική υποβάθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος που δεν μπορεί να γίνει ανεκτή υπό το περιβαλλοντικό κεκτημένο που προστατεύει το Ελληνικό Σύνταγμα, ελέγχεται δε και προληπτικά από το ΣτΕ. Για τη σημασία των ορεινών όγκων έχει παραχθεί μέχρι σήμερα και σημαντική νομολογία από τα Διοικητικά Δικαστήρια την οποία καλείσθε να λάβετε υπόψιν σας και να προβείτε στις αναγκαίες διορθώσεις του σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ που έχετε υποβάλει στη διαβούλευση.

          #15185
          ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΝΤΟΥ – ΚΟΡΘΙ ΑΝΔΡΟΣ

            H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

            Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

            της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
            Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

            στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
            Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

            Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

            https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

            #15187
            ΖΥΓΟΓΙΑΝΝΗ ΣΟΦΙΑ – ΑΝΔΡΟΣ

              Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

              https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

              #14699
              Ηλιάνα Γαργάνη

                Το υπό διαβούλευση σχέδιο για το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ αλλάζει αιφνιδιαστικά τους κανόνες του παιχνιδιού και ανατρέπει επενδύσεις που ξεκίνησαν απολύτως νόμιμα, πλήττοντας την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τη σχετική νομολογία του ΣτΕ. Έργα που έχουν ήδη Βεβαίωση Παραγωγού, έχουν πληρώσει τέλη και έχουν εκδώσει εγγυητικές επιστολές, κινδυνεύουν πλέον με ακύρωση. Ιδιαίτερα άδικη είναι η μεταχείριση όσων συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις των υπηρεσιών για την εκπόνηση Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) και τώρα «τιμωρούνται» για τις καθυστερήσεις της ίδιας της Διοίκησης. Την ίδια στιγμή, η έλλειψη ειδικής μέριμνας για τη ριζική ανανέωση παλαιών σταθμών (repowering) στερείται λογικής, καθώς μπλοκάρει μια διεθνή πρακτική που αυξάνει την παραγωγή ενέργειας με το ελάχιστο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Σε ένα ήδη χρονοβόρο αδειοδοτικό περιβάλλον, οι ελλιπείς μεταβατικές διατάξεις και οι οριζόντιοι αποκλεισμοί θα μειώσουν τα έργα, οδηγώντας μαθηματικά σε υψηλότερο ενεργειακό κόστος για τους πολίτες.
                Για την αποτροπή αυτών των συνεπειών, προτείνεται καταρχάς τα έργα με εκδοθείσα Βεβαίωση Παραγωγού πριν το νέο ΕΧΠ να συνεχίσουν να εξετάζονται με το καθεστώς της ΚΥΑ 2008, ενώ πρέπει να υπάρξει ειδική μεταβατική ρύθμιση για όσα εκκρεμούν λόγω νόμιμων παρατάσεων της ΕΟΑ. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα έργα με εγκεκριμένη ΑΕΠΟ δεν θα θίγονται, ακόμη και σε περιπτώσεις συνένωσης ή κατάτμησης. Τέλος, ζητείται η εισαγωγή ενός σαφούς και απλοποιημένου πλαισίου για το repowering, ώστε να στηριχθεί η πράσινη μετάβαση με όρους νομικής ασφάλειας και υγιούς επενδυτικού κλίματος.

                #14697
                ITA GROUP SA

                  Γενικά σχόλια

                  Από το προοίμιο του ΕΧΠ-ΑΠΕ  και το σύνολο των προτεινόμενων διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια η πρόθεση να τεθεί νέο πλαίσιο λειτουργίας των έργων ΑΠΕ που πρόκειται να υλοποιηθούν μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ-ΑΠΕ. Ειδικότερα, στο ΑΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΤΕΛΙΚΕΣ και ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) του ΕΧΠ-ΑΠΕ παρατίθενται αδειοδοτικές περιπτώσεις, οι οποίες εξαιρούνται από τους περιορισμούς που εισάγονται με τις νέες διατάξεις, πλην όμως δεν αντιμετωπίζεται με σαφήνεια η περίπτωση λειτουργούντος έργου που πρόκειται να υπαχθεί (ή να αιτηθεί την υπαγωγή του) σε καθεστώς ριζικής ανανέωσης του εξοπλισμού του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ν. 4951/2022, όπως ισχύει, μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ-ΑΠΕ. Η εν λόγω εξαίρεση θα πρέπει να διατυπωθεί ρητά με κατάλληλη διαμόρφωση των διατάξεων του ΕΧΠ-ΑΠΕ, προκειμένου τα ήδη λειτουργούντα έργα που πλησιάζουν στο τέλος της άδειας λειτουργίας τους (και των λοιπών αδειών) να μην απωλέσουν ουσιαστικά το δικαίωμα να μεταβούν στο στάδιο ριζικής ανανέωσης του εξοπλισμού τους. Η μέριμνα αναφορικά με τις περιπτώσεις αυτές, πιστεύουμε ότι είναι αναγκαία, δεδομένου ότι συνήθως ο παραγωγός έχει εκκινήσει ήδη αρκετά χρόνια πριν τη λήξη της άδειας λειτουργίας το σχεδιασμό της μετάβασης (εξετάζοντας τη χρηματοδότηση, τις τεχνικές παραμέτρους, την παράταση της χρήσης του χώρου εγκατάστασης κ.α.), τυχόν δε ανατροπή του ισχύοντος αδειοδοτικού καθεστώτος δύναται να εγκλωβίσει τον παραγωγό και να αποστερήσει από το δίκτυο σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικού φορτίου. Άλλωστε, από το σύνολο των διατάξεων του ΕΧΠ-ΑΠΕ συνάγεται ότι ο σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η καθιέρωση ειδικών κανόνων εγκατάστασης/ αδειοδότησης νέων έργων ΑΠΕ, διασώζοντας (ευλόγως) τα εν λειτουργία έργα, ανεξαρτήτως αδειοδοτικής φάσης.

                  Προς αντιμετώπιση, λοιπόν, των ανωτέρω ζητημάτων προτείνονται οι ακόλουθες παρεμβάσεις:

                  «Άρθρο 3

                  Πεδίο εφαρμογής

                  1. Δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας απόφασης:

                  …..

                  5) Οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ που βρίσκονται σε λειτουργία κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας, καθώς και οι λειτουργούντες σταθμοί που ανανεώνουν την άδεια παραγωγής/Βεβαίωση Παραγωγού/άδεια λειτουργίας μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΡΘΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ της παρούσας, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων αδειοδότησης στα πλαίσια ανανέωσης εξοπλισμού (repowering) των σταθμών αυτών.»

                   

                  «ΑΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

                  ΤΕΛΙΚΕΣ και ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

                  ….

                  1. Νομίμως λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας εγκαταστάσεις διατηρούνται εν ισχύι, ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού της παρούσας, μέχρι τη λήξη της

                   

                   

                   

                  άδειας λειτουργίας τους ή την ανανέωσή τους, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης της ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ν. 4951/2022, όπως ισχύει.

                  1. Άδειες εγκατάστασης εκτελούνται όπως εκδόθηκαν εντός του χρόνου ισχύος τους, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 19 του ν. 4951/2022. Οι τροποποιήσεις των αδειών εγκατάστασης και οι σχετικές άδειες λειτουργίας εκδίδονται ή ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.
                  2. Αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας συνεχίζουν να ισχύουν έως τον χρόνο λήξης τους. Τα έργα που διαθέτουν ΑΕΠΟ μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, εάν απαιτείται, και να κατασκευασθούν εντός του χρόνου ισχύος της ΑΕΠΟ. Οι ΑΕΠΟ δύνανται να τροποποιούνται ή να ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.
                  3. Αποφάσεις υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας διατηρούνται εν ισχύι. Τα έργα που διαθέτουν ΠΠΔ μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, εάν απαιτείται, και να κατασκευασθούν. Οι ΠΠΔ δύνανται να τροποποιούνται ή ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.»

                   

                  Λοιπά Σχόλια

                  Με τους περιορισμούς των  διατάξεων  των παραγράφων 1.6 και 2 του άρθρου 5 επιχειρείται η αναβάθμιση της νομικής δεσμευτικότητας των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ), προκειμένου να αποκτήσουν κανονιστική ισχύ. Πλην όμως, οι ΕΠΜ αποτελούν μελέτες επιστημονικής τεκμηρίωσης και εισήγησης στα πλαίσια έκδοσης του οικείου Προεδρικού Διατάγματος και του Σχεδίου Διαχείρισης, τα οποία (μόνον) καθορίζουν με δεσμευτικό και σαφή τρόπο τους όρους προστασίας και τις χρήσεις γης, λαμβάνοντας υπόψη και τα υπόλοιπα επίπεδα σχεδιασμού (εγκεκριμένα χωροταξικά, πολεοδομικά, ρυθμιστικά ή άλλα σχέδια χρήσεων γης), καθώς και την εκτίμηση επιπτώσεων (κλίμα, κόστος κλπ.). Ανακύπτει, λοιπόν, αντίφαση μεταξύ αφενός του επιδιωκόμενου σκοπού του ΕΧΠ-ΑΠΕ, ήτοι της καθιέρωσης ειδικού πλαισίου ανάπτυξης νέων έργων ΑΠΕ, μη υπαγομένων σε αυτό των ήδη λειτουργούντων έργων ανεξαρτήτως, μάλιστα, αδειοδοτικής κατάστασης και αφετέρου της επιβολής πρόσθετων περιορισμών μέσω της εφαρμογής ΕΠΜ, η οποία είναι ανεπίτρεπτη κατά τα ανωτέρω. Για την εξομάλυνση της εν λόγω αδιέξοδης κατάστασης, υποστηρίζουμε βάσιμα ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν οι αναφορές στις ΕΠΜ, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως, στις παραγράφους 1.6 και 2 του άρθρου 5 του ΕΧΠ-ΑΠΕ, άλλως, η όποια δεσμευτική ισχύς τους δεν θα πρέπει να καταλαμβάνει τις αιολικές εγκαταστάσεις σε λειτουργία που πρόκειται να προβούν σε ριζική ανανέωση του σταθμού τους μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ-ΑΠΕ.

                  Κατά συνέπεια, προτείνεται η τροποποίηση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5.

                   

                   

                  «Αρ. 5 Περιοχές Αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας

                  Οι ρυθμίσεις των περ. 1 έως 10 και 15, 16 της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων των αιολικών εγκαταστάσεων (δίκτυα πρόσβασης και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας), εξαιρουμένων των  εν λειτουργία αιολικών εγκαταστάσεων που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας. Τυχόν παρέκκλιση από τις περιοχές αποκλεισμού, εφ’ όσον έχει προβλεφθεί ειδικότερη επιφύλαξη, πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης. Επιπρόσθετα δίδονται οι παρακάτω κατευθύνσεις (βαθμού δεσμευτικότητας της υποπερ. γγ της περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4447/2016):»

                   

                  Τέλος, για την ορθή αποτύπωση του σκοπού της περίπτωσης 10 της παραγράφου 1 του άρθρου 5, προτείνεται η συντακτική αναδιάταξη του αντίστοιχου εδαφίου και συνακόλουθα, του Διαγράμματος 1 Περιοχές Καταλληλότητας, ως εξής:

                   

                  «Άρθρο 5

                  Περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας

                  1. Σε όλες τις κατηγορίες περιοχών του άρθρου 4 πρέπει να αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός:

                  ….

                  10) Των νησιών με έκταση μικρότερη από 300 τ.χλμ., εκτός εάν εξυπηρετούνται αποκλειστικώς κρίσιμες υποδομές που λειτουργούν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (π.χ. εγκαταστάσεις αφαλάτωσης) ή κρίνεται αναγκαίο για την ασφάλεια του συστήματος, ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εγκατάστασης.»

                  «ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑΣ

                  Σε όλες τις περιοχές καταλληλότητας ισχύουν επιπρόσθετοι περιορισμοί (Άρθρο Πρώτο, άρθρο 5 ΕΧΠ ΑΠΕ). Αποκλείεται η χωροθέτηση αιολικών ιδίως εντός:

                  ι) νησιών με έκταση μικρότερη από 300 τ.χλμ., εκτός εάν εξυπηρετούνται αποκλειστικώς κρίσιμες υποδομές που λειτουργούν προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (π.χ. εγκαταστάσεις αφαλάτωσης) ή κρίνεται αναγκαίο για την ασφάλεια του συστήματος, ανεξαρτήτως ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εγκατάστασης.»

                   

                  #14696
                  Χαρίλαος Περδικάκης

                    Ένα βασικό πρόβλημα του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ είναι ότι αποκλείει ολόκληρες Δημοτικές Ενότητες από την αιολική ανάπτυξη όταν το μέσο αιολικό δυναμικό τους είναι κάτω από 4 m/s, με βάση έναν παλιό χάρτη της ΡΑΑΕΥ. Μαζί με τους υπόλοιπους περιορισμούς, αυτό στην πράξη μπλοκάρει τη νέα αιολική ανάπτυξη στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας.

                    Η λογική αυτή δεν στέκει τεχνικά. Η καταλληλότητα μιας περιοχής δεν κρίνεται από τον μέσο όρο μιας ολόκληρης ενότητας, αλλά από τις πραγματικές συνθήκες στη συγκεκριμένη θέση. Στην Ελλάδα, μέσα στην ίδια περιοχή μπορεί να υπάρχουν και άχρηστες πεδινές εκτάσεις και ορεινά σημεία με πολύ καλό δυναμικό. Έτσι αξιολογούνται τα έργα διεθνώς: με μετρήσεις στο πεδίο και όχι με γενικούς μέσους όρους.

                    Επιπλέον, ο χάρτης στον οποίο βασίζεται ο αποκλεισμός είναι παλιός (γύρω στο 2010) και δεν αντανακλά τις σημερινές τεχνολογίες. Παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιείται για να τεθούν αυστηροί περιορισμοί σήμερα.

                    Σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, οδηγεί στον αποκλεισμό περίπου των μισών περιοχών της χώρας, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει το ενεργειακό κόστος και δυσκολεύει την επίτευξη των κλιματικών στόχων.

                    Γι’ αυτό προτείνεται να καταργηθεί αυτός ο οριζόντιος αποκλεισμός και, αν χρειάζεται κάποιο όριο, να εξετάζεται σε τοπικό επίπεδο, ανά έργο και με σύγχρονα δεδομένα.

                    #14695
                    Lilian Lorenz

                      Η περίπτωση της Καρυστίας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της άναρχης υπερσυγκέντρωσης ΒAΠΕ στην Ελλάδα. Η Νότια Εύβοια έχει μετατραπεί εδώ και χρόνια σε μια απέραντη «βιομηχανική ζώνη» παραγωγής ενέργειας, γεγονός που αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειες της έλλειψης σχεδιασμού. Αυτή τη στιγμή στον Δήμο Καρύστου είναι ήδη εγκατεστημένες 528 ανεμογεννήτριες, ενώ άλλες 195 έχουν άδεια παραγωγού και 68 βρίσκονται υπό αξιολόγηση. Φτάνει πια!

                      #14694
                      Βασιλης Καραλής
                        1. Το νέο χωροταξικό να εφαρμοστεί ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ και για όσα έργα Α,Π.Ε. δεν έχουν ξεκινήσει να κατασκευάζονται
                        2. Όλες οι Μελέτες ΑΠΕ, άσχετα αν έχουν πάρει ΑΕΠΟ (Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων) ή αν είναι σε διαβούλευση ή αν ελέγχονται στις υπηρεσίες του ΥΠΕΝ, να κριθούν σύμφωνα με το πνεύμα και τους όρους του νέου χωροταξικού.
                        3. Κάποιες παλαιότερες αιτήσεις για ΑΣΠΗΕ (Αιολικοί Σταθμοί Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας) είναι εντελώς παράνομες σύμφωνα με το Νέο Πλαίσιο. Αυτές να απορριφθούν όλες και όχι να εξαιρεθούν επειδή έτυχε να κατατεθούν λίγο πριν τη διαβούλευση.
                        4. Να απαγορευθεί κάθε εγκατάσταση ΑΠΕ, ανεξαρτήτως σε ποιο στάδιο βρίσκεται η αίτηση επενδυτή, η οποία βρίσκεται μέσα στα Παγκόσμια Γεωπάρκα της UNESCO.  Πρέπει το περιβάλλον τους και οι Γεώτοποι να προστατευθούν.
                        5. Δεν είναι δυνατόν μια αίτηση για ΑΠΕ, να είναι πάνω από 1.200m υψόμετρο ή σε NATURA ή σε ΓΕΩΠΑΡΚΟ ή σε ΠΑΔ (Περιοχές Άνευ Δρόμου) σαν Αλπικά στα 2.000+ υψόμετρο, και να παίρνουν Άδεια εγκατάστασης μόνο και μόνο επειδή κάποιοι πρόλαβαν να τις καταθέσουν πριν τη διαβούλευση του Νέου Σχεδίου.
                        6. Θα είναι <u>Άδικο</u> και <u>Ατιμία</u> για το Περιβάλλον των Αλπικών της Πίνδου και των Αγράφων να παραμένουν σε ισχύ ελέγχου οι Αιτήσεις ΑΠΕ και να τύχουν πιθανόν κανονικής έγκρισης για εγκατάσταση, αφού ήδη όλες οι βουνοκορφές των 1800-2200 είναι καπαρωμένες από τέτοιες αιτήσεις για ΑΣΠΗΕ.
                        7. Η Πίνδος και τα Άγραφα αποτελούν ορεινά οικοσυστήματα υψηλής οικολογικής αξίας και χωρίς το καινούργιο Νομοσχέδιο Χωροταξικού θα ‘πρεπε να εξαιρούνται από εγκαταστάσεις ΑΠΕ.  Απόδειξη ότι στις 26  και 27 Ιουνίου στην Κόνιτσα γίνεται Διεθνές Συνέδριο για το Βαλκανικό Αγριόγιδο.
                        8. Να σταματήσει κάθε προσπάθεια εγκατάστασης του φωτοβολταϊκού των 15000 στρεμμάτων στα Αντιχάσια. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο φαραωνικό έργο να είναι τόσο κοντά και τόσο φάτσα στο δεύτερο, μετά το Άγιο Όρος, θρησκευτικό παγκόσμιο προορισμό της Ελλάδας, δηλαδή στα ΜΕΤΕΩΡΑ.
                        9. Είναι κοινό μυστικό και ειδικά στους κύκλους των Τεχνοκρατών, ότι τα ήδη υπάρχοντα έργα ΑΠΕ, όχι μόνο επαρκούν για τις εγχώριες ενεργειακές ανάγκες, αλλά έχουν μπλοκάρει και στην παροχέτευση. Άρα γιατί τόση σπουδή για παραπανήσια έργα ΑΠΕ αντίθετα με το πνεύμα του Νέου Πλαισίου (μιλάμε για τις εκκρεμείς μελέτες).  Μήπως για να εξάγουν κάποιο μεγαλοεπενδυτές;
                        10. Αφού το Νομοσχέδιο του Νέου Χωροταξικού, αποδέχεται λάθη του προηγούμενου που ίσχυε και βάζει όρους και μάλιστα οριζόντιους (όπως υψόμετρο, Natura, κλπ) γιατί δεν ΛΥΤΡΩΝΕΙ τις περιοχές που κινδυνεύουν με παρεμβάσεις, και να ισχύσει ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ;
                        11. Το Νομοσχέδιο δεν ασχολείται καθόλου με τα μικρά Υδροηλεκτρικά. Επισημαίνω ότι είναι η μάστιγα των τελευταίων χρόνων κατακερματίζουν τα ποτάμια μας, (βλέπε 27 ΥΗΕ θέλουν μόνο στο Βενέτικο) χωρίς ιδιαίτερες απαγορεύσεις. Καταστρέφουν ιχθυοπανίδες (ειδικά Άγριας Πέστροφας) αλλοτριώνουν τους Βιότοπους των Ποταμιών.
                        12. Να μπουν αυστηροί όροι για αιτήσεις ΥΗΕ στα ποτάμια μας.  Έχουμε δει «επενδυτές», οι οποίοι απλά για να μεγαλώσουν το εισόδημά τους, και χωρίς καν να ξέρουν την περιοχή, να αιτούνται επένδυση για ΥΗΕ, μόνο και μόνο επειδή η Νομοθεσία δεν τους δυσκολεύει.
                        13. Η Ανάπτυξη του Ορεινού Όγκου, η αποτροπή της ερημοποίησης της υπαίθρου, με εργαλεία όπως τον οικοτουρισμό, τον τουρισμό βουνού, την επισκεψιμότητα του ΓΕΩΠΑΡΚΟΥ Μετεώρων και Πύλης, απαιτεί εδώ και τώρα την απαγόρευση κάθε δραστηριότητας ειδικά ΑΣΠΗΕ στον ορεινό όγκο της Πίνδου.
                        14. Να σταματήσει το φαινόμενο της μεταβίβασης – μεταπώλησης των αδειών ΑΠΕ από μικρούς σε μεγαλύτερους επενδυτές. Κανονικά μέσα σε 1-2 χρόνια από την κάθε ΑΕΠΟ θα πρέπει να ξεκινά η κατασκευή.  Είναι κρίμα να παζαρεύουν τα μεγάλα ενεργειακά λόμπυ εις βάρος του περιβάλλοντος και της φυσικής κληρονομιάς όλων μας.
                        15. Προτείνω, όταν έρθει μετά τη δημόσια διαβούλευση το Νομοσχέδιο προς ψήφιση στην Βουλή, η ψηφοφορία να είναι ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ. Για να μάθουμε και να γνωρίζουν και οι επόμενες γενιές Ελλήνων, ποιοι στήριξαν το περιβάλλον και ποιοι ασέλγησαν (για τους δικούς τους λόγους) πάνω του.
                        #14693
                        Μαρία Βαρδάκα

                          Καταθέτω το παρόν σχόλιο εστιάζοντας σε ένα ζήτημα που θεωρώ θεμελιώδες για την αξιοπιστία ολόκληρου του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ: την επιστημονική επάρκεια της συνοδευτικής Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η ΣΜΠΕ δεν αποτελεί απλώς τυπικό συνοδευτικό κείμενο: είναι το θεμέλιο επιστημονικής τεκμηρίωσης βάσει του οποίου θεσπίζονται οριζόντιοι αποκλεισμοί με δεκαπενταετή δεσμευτική ισχύ. Αν η ΣΜΠΕ υστερεί σε πληρότητα, μεθοδολογική αρτιότητα και αμεροληψία, τότε υστερεί και ολόκληρο το πλαίσιο που στηρίζεται σε αυτήν.

                          Ως προς την πληρότητα και τεκμηρίωση, η ΣΜΠΕ στηρίζεται σε γενικές και αποσπασματικές αναφορές για την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και των περιοχών Natura 2000, χωρίς να αξιοποιεί εμπειρικά δεδομένα, μετρήσεις πεδίου και τεκμηριωμένα επιστημονικά στοιχεία που να δικαιολογούν τους εκτεταμένους περιορισμούς που εισάγει. Παράλληλα, η ίδια η μελέτη αναγνωρίζει ρητά δυσκολία στην εξαγωγή ακριβών εκτιμήσεων λόγω έλλειψης διαθέσιμων δεδομένων. Αυτή η παραδοχή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα: πώς είναι δυνατόν να θεσπίζονται τόσο εκτεταμένοι κανονιστικοί αποκλεισμοί βάσει ανεπαρκών δεδομένων; Επιπλέον, φαίνεται να μην αξιοποιείται η πλούσια εμπειρία και τα δεδομένα από ήδη αδειοδοτημένα και λειτουργούντα αιολικά έργα στην Ελλάδα, καθώς και από μελέτες περιβαλλοντικής παρακολούθησης που έχουν εκπονηθεί τα τελευταία χρόνια. Υπό το πρίσμα αυτό, η έγκριση της ΣΜΠΕ με τις ανωτέρω ουσιώδεις ελλείψεις ενδέχεται να θεμελιώσει λόγους ακύρωσης του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω πλημμελούς συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της ΥΑ οικ. 107017/2006.

                          Ως προς τη σύνθεση της ομάδας σύνταξης, από τα στοιχεία της ίδιας της μελέτης, προκύπτει ότι η ομάδα αποτελείται κυρίως από χωροτάκτες, πολεοδόμους και περιβαλλοντολόγους. Οι ειδικότητες αυτές είναι αναγκαίες, αλλά δεν επαρκούν για μια μελέτη που καλείται να αξιολογήσει στρατηγικά την ανάπτυξη τεχνολογιών ΑΠΕ για τα επόμενα 15-20 έτη. Απουσιάζουν κρίσιμες ειδικότητες, όπως μηχανικοί που δραστηριοποιούνται στον χώρο των ΑΠΕ, ανεμολόγοι, ειδικοί ενεργειακής οικονομίας, ειδικοί αποθήκευσης και λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων, καθώς και επιστήμονες με εμπειρία στην ανάπτυξη και αξιολόγηση αιολικών έργων. Η απουσία αυτή αντανακλάται στο περιεχόμενο της μελέτης: η αιολική ενέργεια αντιμετωπίζεται κυρίως ως επέμβαση στο περιβάλλον και όχι ως αναγκαία ενεργειακή υποδομή με συγκεκριμένες παραμέτρους σχεδιασμού, αξιολόγησης και αξιοποίησης προς το δημόσιο συμφέρον.

                          Ως προς τη βιβλιογραφική ανισορροπία, η μελέτη έχει κάνει εκτενή χρήση πηγών που αφορούν τις επιπτώσεις αιολικών εγκαταστάσεων στο τοπίο και τη βιοποικιλότητα, ενώ απουσιάζει παντελώς η αναφορά σε σύγχρονη βιβλιογραφία για τις πραγματικές τεχνικές απαιτήσεις ενός αιολικού έργου, τη βέλτιστη αξιοποίηση του αιολικού πόρου, τη σχέση αιολικής παραγωγής και κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, και τις διεθνείς πρακτικές χωροθέτησης. Μια στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση δεν μπορεί να εξετάζει μόνο τους λόγους αποφυγής των αιολικών έργων, αλλά οφείλει να σταθμίζει ισόρροπα και τους λόγους ανάπτυξής τους, εντοπίζοντας πού μπορεί να επιτευχθεί η βέλτιστη ενεργειακή απόδοση με το μικρότερο δυνατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

                          Οι ανωτέρω αδυναμίες της ΣΜΠΕ δεν αφορούν μόνο τη μελέτη αυτή καθεαυτή. Επηρεάζουν άμεσα την τεκμηρίωση κάθε επιμέρους ρύθμισης, από τον υψομετρικό αποκλεισμό και τον αποκλεισμό Δημοτικών Ενοτήτων έως τις αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους και τις μεταβατικές διατάξεις. Παράλληλα, η ανεπαρκής ΣΜΠΕ δυσχεραίνει την εναρμόνιση του πλαισίου με τη RED III, η οποία απαιτεί τεκμηριωμένο εντοπισμό κατάλληλων ζωνών ανάπτυξης και όχι γενικευμένους αποκλεισμούς.

                          Προτείνεται η ουσιαστική επανασύνταξη της ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα που θα περιλαμβάνει και εξειδικευμένους επιστήμονες του κλάδου ΑΠΕ, με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων υψηλής ανάλυσης και με ισόρροπη παρουσίαση τόσο των δυνητικών επιπτώσεων όσο και των ενεργειακών, οικονομικών και κοινωνικών ωφελειών από την αιολική ανάπτυξη.

                           

                          #14691
                          Λεωνίδας Κλιάφας

                            Για τον ορεινό όγκο της Νότιας Πίνδου και ειδικά για την περιοχή του Ασπροποτάμου, υπάρχουν σημαντικές πιέσεις από σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις αιολικών σταθμών σε μεγάλες υψομετρικές ζώνες, με πιθανές επιπτώσεις:

                            • στη φυσιογνωμία του ορεινού τοπίου,
                            • στη βιοποικιλότητα και στα οικοσυστήματα,
                            • στην ανάπτυξη του ορεινού και φυσιολατρικού τουρισμού,
                            • στις παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες,
                            • στη συνοχή και την ταυτότητα μιας περιοχής που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη δημογραφική συρρίκνωση και την εγκατάλειψη.

                            Παράλληλα, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και για τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα στα ποτάμια και ρέματα της περιοχής. Τα ποτάμια του Ασπροποτάμου αποτελούν βασικό στοιχείο της φυσικής και πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου. Η χωροθέτηση πολλαπλών έργων στο ίδιο υδρογραφικό σύστημα μπορεί να δημιουργήσει σωρευτικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας τη φυσική ροή, την οικολογική συνδεσιμότητα και τη συνολική κατάσταση των ποτάμιων οικοσυστημάτων.

                            Για τον λόγο αυτό προτείνω:

                            1. Να μην εξαιρούνται από το νέο Χωροταξικό Πλαίσιο έργα ΑΠΕ που βρίσκονται σε εκκρεμή στάδια αδειοδότησης, όταν αυτά χωροθετούνται σε περιοχές που το νέο πλαίσιο θεωρεί περιβαλλοντικά ευαίσθητες.
                            2. Να εξεταστούν εκ νέου όλες οι αιτήσεις ΑΠΕ στον ορεινό όγκο της Νότιας Πίνδου υπό το πρίσμα των νέων χωροταξικών κατευθύνσεων.
                            3. Να προβλεφθεί ειδική προστασία για περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ορεινά τοπία υψηλής αξίας και περιοχές που συνδέονται με θεσμούς όπως τα Γεωπάρκα UNESCO.
                            4. Να ενισχυθούν οι περιορισμοί για εγκαταστάσεις ΑΠΕ σε περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας, προστατευόμενες περιοχές, ζώνες σημαντικής βιοποικιλότητας και περιοχές με ιδιαίτερο πολιτιστικό χαρακτήρα.
                            5. Για τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα να λαμβάνονται υπόψη οι σωρευτικές επιπτώσεις σε επίπεδο ολόκληρης της λεκάνης απορροής και όχι μόνο κάθε έργου ξεχωριστά.
                            6. Περιοχές αποκλεισμού μικρών υδροηλεκτρικών έργων σε περιοχές του δικτύου Natura 2000 και περιοχές Προστατευόμενων Τοπίων και Προστατευόμενων Φυσικών Σχηματισμών.
                            7. Αποκλεισμός υδροηλεκτρικών έργων σε ποτάμια ελεύθυρης ροής, η διατήρηση των οποίων αποτελεί κεντρικό πυλώνα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Αποκατάσταση της Φύσης και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030. Γενικά, να προστατευτούν ποτάμια και υδατορέματα υψηλής φυσικής αξίας, ιδιαίτερα εκείνα που διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη φυσική τους κατάσταση.

                            Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνει εις βάρος των περιοχών που διατηρούν ακόμα ακέραιο το φυσικό τους κεφάλαιο. Η προστασία του Ασπροποτάμου δεν αποτελεί αντίθεση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά προϋπόθεση για μια πραγματικά βιώσιμη ανάπτυξη που θα συνδυάζει την ενέργεια, το περιβάλλον, την οικονομία και την επιβίωση των ορεινών κοινοτήτων.

                            Λεωνίδας Κλιάφας

                            #14659
                            AETHER ENGINEERING

                              Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
                              1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Εσφαλμένη κανονιστική κατεύθυνση του προτεινόμενου πλαισίου
                              Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ και η συνοδευτική ΣΜΠΕ αποτελούν ιδιαίτερα κρίσιμη κανονιστική παρέμβαση, καθώς θα καθορίσουν την ανάπτυξη των έργων ΑΠΕ για τουλάχιστον τα επόμενα δεκαπέντε έτη. Το νέο πλαίσιο οφείλει να διασφαλίζει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, την επίτευξη των στόχων του ΕΣΕΚ, τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και την αξιοποίηση των εγχώριων ανανεώσιμων πόρων, με παράλληλο σεβασμό στα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά, χωρικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των περιοχών εγκατάστασης, ώστε η ανάπτυξη των αιολικών έργων να πραγματοποιείται βάσει ειδικών και τεκμηριωμένων κριτηρίων και όχι μέσω οριζόντιων αποκλεισμών.

                              Ωστόσο, παρατηρείται μία ιδιαίτερα προβληματική προσέγγιση, ιδίως για την χερσαία εγκατεστημένη αιολική ενέργεια, η οποία αποτελεί βασική τεχνολογία για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων. Το προτεινόμενο πλαίσιο, παρότι η ίδια η ΣΜΠΕ φαινομενικά αναγνωρίζει τον κρίσιμο ρόλο των ΑΠΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός εκτεταμένων αποκλεισμών παρά ως εργαλείο ορθολογικής χωροθέτησης. Αντί να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες θέσεις βάσει σύγχρονων τεχνικών, περιβαλλοντικών και ενεργειακών δεδομένων, επιβάλλει οριζόντιους περιορισμούς που συρρικνώνουν σημαντικά τον διαθέσιμο χώρο ανάπτυξης, με ελλιπή και αμφίβολης τεκμηρίωσης αιτιολόγηση.

                              Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο που ενέχει σοβαρό κίνδυνο αποδυνάμωσης της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα, με επιπτώσεις όχι μόνο στον κλάδο, αλλά και στους πολίτες/δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας.
                              Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ
                              1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα πλαίσια
                              Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ εμφανίζει σημαντική ασάφεια σε κρίσιμες ρυθμίσεις του σε διάφορα σημεία και ιδίως ως προς τη σχέση του με τον υποκείμενο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Ως χωροταξικό εργαλείο δεύτερου επιπέδου, με εθνικό και ειδικό χαρακτήρα για τον τομέα των ΑΠΕ, οφείλει να παρέχει σαφείς, ενιαίους και προβλέψιμους κανόνες εφαρμογής, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                              Περαιτέρω, η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων θα πρέπει να είναι ρητή, προκειμένου να αποφεύγονται αποκλίνουσες ερμηνείες και συγκρούσεις κατά την εφαρμογή τους, καθώς είναι προβληματικό να αφήνεται στα υποκείμενα σχέδια η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων ή αυστηρότερων περιορισμών που αλλοιώνουν ουσιωδώς τις κατευθύνσεις του ΕΧΠ-ΑΠΕ όπως περιγράφεται και από την υπ’ αριθμ. 291/2021 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ (σκέψη 12).

                              Ιδίως στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων προϋποθέτει μακρά τεχνική ωρίμανση, ανεμολογικές μετρήσεις, σημαντικές δαπάνες και πολυεπίπεδη αδειοδότηση, η ασάφεια αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο αυθαίρετων ή αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                              Κατά συνέπεια, ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση, τοπικές αποκλίσεις και πρόσθετους περιορισμούς κατά την εφαρμογή του δεν μειώνει τις συγκρούσεις, αλλά τις πολλαπλασιάζει. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να θίξει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. ΣτΕ 1992/2016, 1741/2015, 2624/2015), εγείροντας ακόμη και ζητήματα συνταγματικής συμβατότητας.
                              2. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων
                              Ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα δημιουργεί η εισαγωγή του ορίου των 1.200 μέτρων υψομέτρου ως κριτηρίου ουσιαστικού αποκλεισμού για την ανάπτυξη αιολικών εγκαταστάσεων. Η επιλογή αυτή δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Δεν εξηγείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμη περιβαλλοντική ή χωροταξική γραμμή, ούτε παρουσιάζονται ποσοτικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι περιοχές άνω των 1.200 μ. έχουν, εκ της φύσεώς τους, τέτοια χαρακτηριστικά ώστε να δικαιολογείται οριζόντια απαγόρευση.

                              Η ελληνική επικράτεια δεν έχει ενιαία γεωμορφολογική, οικολογική ή βιοκλιματική συμπεριφορά. Μία περιοχή σε υψόμετρο 1.200 μ. κοντά στη θάλασσα δεν είναι συγκρίσιμη με μία περιοχή αντίστοιχου υψομέτρου στην ενδοχώρα. Αντίστοιχα, μία περιοχή που γειτνιάζει με πεδινές ή ημιορεινές εκτάσεις και οροπέδια σε υψόμετρο 700–800 μ. δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο με έναν απομονωμένο ορεινό όγκο υψηλής οικολογικής ευαισθησίας. Επίσης, χαρακτηριστική είναι η αναφορά της ίδιας της ΣΜΠΕ σε συγκεκριμένες ζώνες βλάστησης, οι οποίες απαντώνται σε εντελώς διαφορετικά υψόμετρα μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ελλάδας, γεγονός που καθιστά το όριο των 1.200 μ. ουσιαστικά αυθαίρετο.

                              Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. που είναι εύκολα τεχνικά προσβάσιμες, διαθέτουν υψηλό αιολικό δυναμικό, περιβάλλονται από δίκτυα μεταφοράς ενέργειας και μπορούν να φιλοξενήσουν έργα με περιορισμένη περιβαλλοντική επίπτωση. Αντιθέτως, υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου που ενδέχεται να εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη περιβαλλοντική επιβάρυνση ή αυξημένες συγκρούσεις χρήσεων γης. Επομένως, η περιβαλλοντική καταλληλότητα δεν μπορεί να τεκμαίρεται αποκλειστικά από ένα υψομετρικό όριο.

                              Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη εκ της φύσεώς της. Αντί να αξιολογείται η πραγματική περιβαλλοντική ευαισθησία κάθε περιοχής και οι ειδικές επιπτώσεις κάθε έργου κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αποκλείονται εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με δυνητικά υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποτελεί ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά γενικευμένη απαγόρευση χωρίς επαρκή αιτιολογική βάση.
                              3. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec
                              Η πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία ως Περιοχές Καταλληλότητας χαρακτηρίζονται μόνο οι Δημοτικές Ενότητες που διαθέτουν μέσο αιολικό δυναμικό άνω των 4 m/sec στο σύνολο της έκτασής τους κρίνεται ως άκρως προβληματική. Το σχέδιο προβλέπει ότι στις περιοχές αυτές και μόνο, με την επιφύλαξη περαιτέρω περιορισμών (όπως το όριο υψομέτρου των 1200μ και άλλα σχετικά όρια), επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων.

                              Η προσέγγιση αυτή είναι τεχνικά και επιστημονικά εσφαλμένη. Η καταλληλότητα μιας θέσης για αιολικό έργο δεν κρίνεται από τον μέσο όρο μιας δημοτικής ενότητας, αλλά από το πραγματικό αιολικό δυναμικό της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση. Μία Δημοτική Ενότητα μπορεί να περιλαμβάνει εκτεταμένες πεδινές εκτάσεις χωρίς αιολικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα περιορισμένους ορεινούς όγκους με εξαιρετικό αιολικό δυναμικό, χαμηλή περιβαλλοντική όχληση,καλή προσβασιμότητα και εγγύτητα με δίκτυα μεταφοράς ενέργειας.

                              Κατά την πρακτική που εφαρμόζεται από την αγορά εδώ και δεκαετίες παγκοσμίως, η αιολική ανάπτυξη δεν σχεδιάζεται και δεν χρηματοδοτείται με βάση γενικευμένους μέσους όρους μεγάλης χωρικής κλίμακας. Στην πράξη, κάθε σοβαρή αξιολόγηση αιολικού έργου γίνεται με στοχευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, σύγχρονα μοντέλα, τεχνική αξιολόγηση της συγκεκριμένης θέσης, ανάλυση πρόσβασης, σύνδεσης και περιβαλλοντικών παραμέτρων.

                              Επιπλέον, παρότι δεν προκύπτει ρητώς ούτε από το ίδιο το Πλαίσιο ούτε από τη ΣΜΠΕ, καθίσταται εμφανές ότι ο αποκλεισμός των Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec στηρίχθηκε στον χάρτη αιολικού δυναμικού του γεωπληροφοριακού συστήματος της ΡΑΑΕΥ. Πρόκειται για υπόβαθρο που δημιουργήθηκε περί το 2010, με βάση περίπου 160–170 ανεμομετρικούς ιστούς του ΚΑΠΕ, οι οποίοι δεν είχαν κατ’ ανάγκη εγκατασταθεί σε θέσεις αντιπροσωπευτικές ή κατάλληλες για την αξιόπιστη αποτύπωση του πραγματικού αιολικού δυναμικού της χώρας. Μάλιστα, επρόκειτο για ιστούς χαμηλού ύψους (10μ-20μ), γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία των σχετικών εκτιμήσεων υπό το πρίσμα της σημερινής τεχνολογίας ανεμογεννητριών.

                              Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος χάρτης της ΡΑΑΕΥ μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να έχει ενδεικτική και επικουρική αξία. Δεν μπορεί, όμως, να αποτελέσει επαρκή επιστημονική βάση για τη θέσπιση κανονιστικών αποκλεισμών στο πλαίσιο ενός νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου καθώς δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην πράξη για την τεχνική, επενδυτική ή χρηματοδοτική αξιολόγηση αιολικών έργων.

                              Προκαλεί εύλογο προβληματισμό ότι ένα νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ, το οποίο προωθείται το 2026 για να αντικαταστήσει το πλαίσιο του 2008, φαίνεται να στηρίζεται σε δεδομένα και εκτιμήσεις που ανάγονται ουσιαστικά στο 2010, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση κάνοντας χρήση από σύγχρονα ανεμολογικά δεδομένα, νέες μετρήσεις ή εγκατάσταση ιστών σε καταλληλότερες και περισσότερο αντιπροσωπευτικές θέσεις.

                              Κατά συνέπεια, η χρήση του μέσου όρου της Δημοτικής Ενότητας, όπως προκύπτει από τον παρωχημένο χάρτη αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, ως κριτηρίου αποκλεισμού είναι μεθοδολογικά ανεπαρκής και οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα, καθώς αποκλείει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των χωροταξικών και τεχνικών δεδομένων, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό μεγάλου μέρους της χώρας από την αιολική ανάπτυξη.
                              4. ΣΜΠΕ
                              4.1 Πληρότητα και ουσιαστική ανεπάρκεια τεκμηρίωσης
                              Η υπό διαβούλευση ΣΜΠΕ του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ, παρότι αποτελεί το βασικό εργαλείο επιστημονικής τεκμηρίωσης του προτεινόμενου χωροταξικού πλαισίου, παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την πληρότητα, τη μεθοδολογική επάρκεια και την επιστημονική τεκμηρίωση των συμπερασμάτων και προτάσεών της. Ειδικότερα, η μελέτη στηρίζεται σε γενικές και αποσπασματικές αναφορές σχετικά με την κατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος και των περιοχών Natura 2000, χωρίς να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα, μετρήσεις πεδίου και τεκμηριωμένα επιστημονικά στοιχεία που να δικαιολογούν τους εκτεταμένους περιορισμούς και αποκλεισμούς που προτείνονται. Παράλληλα, δεν παρουσιάζεται ουσιαστική ανάλυση των πραγματικών μηχανισμών μέσω των οποίων ενδέχεται να προκαλούνται περιβαλλοντικές επιπτώσεις από έργα ΑΠΕ, ούτε παρατίθενται επαρκή ποσοτικά, στατιστικά ή βιβλιογραφικά δεδομένα σχετικά με παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κατάσταση διατήρησης προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών.

                              Παρά τη μεγάλη της έκταση, η ΣΜΠΕ περιγράφει το φυσικό περιβάλλον και τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας περισσότερο εποπτικά και όχι με τρόπο που να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των δεδομένων αυτών με τις γενικευμένες απαγορεύσεις και τους οριζόντιους αποκλεισμούς που εισάγει. Η ύπαρξη περιβαλλοντικής ευαισθησίας σε συγκεκριμένες περιοχές δεν μπορεί, από μόνη της, να αιτιολογεί αδιακρίτως εκτεταμένες απαγορεύσεις χωρίς εξειδικευμένη αξιολόγηση των πραγματικών χαρακτηριστικών κάθε περιοχής και των επιμέρους επιπτώσεων κάθε έργου. <u>Επιπλέον, ιδιαίτερα προβληματικό κρίνεται το γεγονός ότι η ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει δυσκολία στην εξαγωγή ακριβών εκτιμήσεων λόγω έλλειψης διαθέσιμων δεδομένων, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία των πορισμάτων και των προτεινόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων.

                              Περαιτέρω, δεν φαίνεται να αξιοποιείται επαρκώς η υφιστάμενη εμπειρία και τα δεδομένα από ήδη αδειοδοτημένα και λειτουργούντα έργα ΑΠΕ, καθώς και από μελέτες περιβαλλοντικής παρακολούθησης και ειδικές οικολογικές αξιολογήσεις που έχουν εκπονηθεί τα τελευταία έτη.</u> Αντιθέτως, η συνολική προσέγγιση της μελέτης εμφανίζει μονομερή έμφαση στις δυνητικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη στάθμιση των ενεργειακών, τεχνικών, οικονομικών και κοινωνικών παραμέτρων, καθώς και χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των επιπτώσεων που ενδέχεται να προκαλέσουν οι προτεινόμενοι περιορισμοί στην επίτευξη των εθνικών ενεργειακών στόχων, στην ενεργειακή ασφάλεια και στο δημόσιο συμφέρον.

                              Παράλληλα, προκύπτουν σοβαρά ζητήματα συμβατότητας της ΣΜΠΕ με το ισχύον εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση, καθώς η μελέτη δεν φαίνεται να πληροί επαρκώς τις απαιτήσεις της ΥΑ οικ. 107017/2006 περί παράθεσης μετρήσιμων επιστημονικών στοιχείων και επαρκών πληροφοριών για την εκτίμηση των σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Η έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης, η απουσία σαφούς αιτιολόγησης των προτεινόμενων περιορισμών και η παραδοχή αδυναμίας ακριβούς αξιολόγησης λόγω ανεπαρκών δεδομένων ενδέχεται να δημιουργήσουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και επάρκειας της μελέτης. Υπό το πρίσμα αυτό, επισημαίνεται ότι η έγκριση της ΣΜΠΕ με τις ανωτέρω ουσιώδεις ελλείψεις δύναται να θεμελιώσει λόγους ακύρωσης του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω ανεπαρκούς επιστημονικής τεκμηρίωσης και πλημμελούς συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

                              Αν και η ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την ανάγκη ύπαρξης κανόνων χωροθέτησης που να διασφαλίζουν τόσο τη βιώσιμη ανάπτυξη έργων ΑΠΕ όσο και την αρμονική ένταξή τους στο περιβάλλον, η ανάλυσή της δεν αποδεικνύει επαρκώς ότι οι προτεινόμενοι περιορισμοί επιτυγχάνουν πράγματι αυτή την ισορροπία. <u>Αντιθέτως, η έμφαση μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών και όχι προς την τεκμηριωμένη και ορθολογική χωροθέτηση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της προσέγγισης αυτής με τις πραγματικές ανάγκες του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας και τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για την επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ. Ως εκ τούτου, προκύπτει ανάγκη ουσιαστικής αναθεώρησης και συμπλήρωσης της ΣΜΠΕ με σύγχρονα, μετρήσιμα και επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα, καθώς και με πληρέστερη αξιολόγηση των πραγματικών περιβαλλοντικών, ενεργειακών και κοινωνικοοικονομικών παραμέτρων του προτεινόμενου πλαισίου.
                              4.2 Η μη πληρότητα της ομάδας σύνταξης της ΣΜΠΕ
                              Σοβαρό ζήτημα ανακύπτει ως προς τη σύνθεση της ομάδας που συνέταξε τη ΣΜΠΕ. Από τα στοιχεία της ίδιας της μελέτης προκύπτει ότι η ομάδα αποτελείται κυρίως από «θεωρητικούς» επιστήμονες και πιο συγκεκριμένα, χωροτάκτες, πολεοδόμους και περιβαλλοντολόγους. Οι ειδικότητες αυτές είναι αναγκαίες, αλλά δεν επαρκούν για μια μελέτη που καλείται να αξιολογήσει στρατηγικά την ανάπτυξη όλων των τεχνολογιών ΑΠΕ και ιδίως της αιολικής ενέργειας για τα επόμενα 15-20 έτη.

                              Ενώ ο τομέας των ΑΠΕ έχει πλέον μία παρουσία περί των 30 ετών στην Ελλάδα, κατά τη σύνθεση της ομάδας σύνταξης της ΣΜΠΕ ελλήφθη η απόφαση να μην χρησιμοποιηθεί τμήμα αυτής της εμπειρίας, καθώς απουσιάζουν ειδικότητες που είναι κρίσιμες για την κατανόηση του αντικειμένου, όπως μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων που δραστηριοποιούνται στο χώρο, ανεμολόγοι, ειδικοί ενεργειακής οικονομίας, ειδικοί αποθήκευσης και λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων, καθώς και επιστήμονες με εμπειρία στην ανάπτυξη και τεχνική αξιολόγηση αιολικών έργων.

                              Η απουσία αυτή αντανακλάται στο περιεχόμενο της μελέτης, καθώς η αιολική ενέργεια αντιμετωπίζεται κυρίως ως επέμβαση και όχι ως αναγκαία ενεργειακή υποδομή με συγκεκριμένες παραμέτρους. Αυτό οδηγεί σε επιλογές που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες σχεδιασμού, αξιολόγησης, χρηματοδότησης, λειτουργίας αλλά κυρίως της αξιοποίησης των αιολικών έργων προς το δημόσιο συμφέρον.
                              4.3 Βιβλιογραφική ανισορροπία και απουσία τεκμηρίωσης για τη βέλτιστη αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού
                              Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση της ΣΜΠΕ εμφανίζει ουσιώδη ανισορροπία. Από τη μία πλευρά, έχει γίνει χρήση εκτενών πηγών με αναφορά σε ζητήματα τοπίου, βιοποικιλότητας και δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των αιολικών εγκαταστάσεων. Από την άλλη πλευρά όμως, απουσιάζει η αναφορά σε σύγχρονη και επαρκή βιβλιογραφία σχετικά με τις πραγματικές τεχνικές απαιτήσεις ενός αιολικού έργου, τη βέλτιστη αξιοποίηση του αιολικού πόρου, τις βιώσιμες ανεμολογικές συνθήκες, τη σχέση αιολικής παραγωγής και κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τις διεθνείς πρακτικές χωροθέτησης με βάση τον ενεργειακό πόρο.

                              Η στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταγραφή πιθανών επιπτώσεων, αλλά οφείλει να εξετάζει και πού μπορεί να επιτευχθεί η βέλτιστη ενεργειακή απόδοση με το μικρότερο δυνατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Ωστόσο, το προτεινόμενο πλαίσιο τεκμηριώνει κυρίως τους λόγους περιορισμού των αιολικών έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση για την ανάγκη ανάπτυξής τους στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις. <u>Η μεθοδολογική αυτή ανισορροπία οδηγεί σε ελλιπή στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος και σε στρεβλή χωροταξική προσέγγιση, όπου το αιολικό δυναμικό αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα παράμετρος αντί ως βασικό στοιχείο του ενεργειακού σχεδιασμού.
                              5. Μη συμβατότητα με τη λογική και τον σκοπό της RED III
                              Το υπό διαβούλευση πλαίσιο δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ως προς τη συμβατότητά του με τη λογική της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413 (RED III), η οποία προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης ΑΠΕ μέσω καθορισμού κατάλληλων περιοχών, περιοχών επιτάχυνσης και απλοποίησης της αδειοδότησης. Η κατεύθυνση της Οδηγίας είναι η μείωση της αβεβαιότητας και η ταχύτερη ανάπτυξη έργων σε κατάλληλες περιοχές, όχι η εισαγωγή ευρέων και ατεκμηρίωτων αποκλεισμών.

                              Το προτεινόμενο πλαίσιο, ιδίως για την χερσαία αιολική ενέργεια, φαίνεται να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, λειτουργώντας περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά επιτάχυνσης. Αντί να δημιουργεί σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, εισάγει εκτεταμένες εξαιρέσεις και ασαφείς περιορισμούς. Ως εκ τούτου, η τυπική αναφορά στη RED III δεν αρκεί, καθώς χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και ουσιαστικούς μηχανισμούς επιτάχυνσης δεν προκύπτει πραγματική ευθυγράμμιση με το πνεύμα και τον σκοπό της.</u>
                              6. Τελικές και Μεταβατικές διατάξεις
                              Οι μεταβατικές διατάξεις του σχεδίου είναι ανεπαρκείς. Η προστασία έργων που διαθέτουν ήδη ΑΕΠΟ ή πλήρη φάκελο περιβαλλοντικής αδειοδότησης δεν επαρκεί για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των φορέων έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο ενώ δεν γίνονται σεβαστές και οι ήδη τεθείσες προθεσμίες ενεργειών εκ μέρους των φορέων.

                              Έργα που έχουν λάβει Βεβαίωση Παραγωγού, έχουν ήδη καταβάλει τέλη προς το Δημόσιο, έχουν εκδώσει εγγυητικές επιστολές και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές ενέργειες. Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων, χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση και πλήττει την εμπιστοσύνη των διοικουμένων στη σταθερότητα της διοικητικής δράσης (βλ. ΣτΕ 1992/2016, 1741/2015, 2624/2015). Περαιτέρω, ειδική μεταβατική πρόβλεψη θα πρέπει να υπάρξει και για έργα για τα οποία έχει χορηγηθεί, κατόπιν νόμιμης διαδικασίας και κατ’ εφαρμογή σχετικών οδηγιών ή απαιτήσεων της Διοίκησης, παράταση για την εκπόνηση Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ). Στις περιπτώσεις αυτές, οι φορείς των έργων έχουν συμμορφωθεί με απαιτήσεις που τέθηκαν από τις ίδιες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Συνεπώς, η υπαγωγή των έργων αυτών σε αξιολόγηση σύμφωνα με το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ, λόγω του χρόνου που μεσολάβησε εξαιτίας διοικητικών διαδικασιών ή παρατάσεων που δόθηκαν κατ’ εντολή ή ανοχή της Διοίκησης, λόγω μη υποβολής πλήρους φακέλου ΑΕΠΟ έως την 20 η Μαΐου 2026 (ημερομηνία που τέθηκε το νέο ΕΧΠ σε διαβούλευση), συνιστά αδικαιολόγητη νομικά διάκριση.

                              Επίσης πολύ σοβαρό θέμα αποτελεί η αντιμετώπιση των έργων ριζικής ανανέωσης καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλεψη για υπαγωγή στο ισχύον πλαίσιο για αυτά τα έργα παρά μόνο για απλή (5ετή) ανανέωση αδειών λειτουργίας. Το repowering αποτελεί διεθνώς κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων και δοκιμασμένων θέσεων. Ένα πλαίσιο που δυσχεραίνει ή αποκλείει την ριζική ανανέωση υφιστάμενων έργων λειτουργεί αντίθετα προς την ενεργειακή αποδοτικότητα και το δημόσιο συμφέρον.

                              Κατά συνέπεια είναι σημαντικό έργα για τα οποία είχε ήδη εκδοθεί πριν την δημοσίευση του ΦΕΚ η Βεβαίωση Παραγωγού τους, να συνεχίσουν να εξετάζονται για τη συμβατότητά τους με το ισχύον ΕΧΠ, καθώς με τις προβλέψεις και τις ρυθμίσεις αυτού ελήφθη η επενδυτική απόφαση για τα έργα αυτά. Αντίστοιχα, τα έργα ριζικής ανανέωσης πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το πλαίσιο που ίσχυε κατά την έκδοση της αρχικής βεβαίωσης παραγωγού τους.
                              7. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ – Αποστάσεις εγκαταστάσεων ΑΠΕ από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, δραστηριότητες και δίκτυα τεχνικής υποδομής
                              Αναφορικά με την απόσταση από κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία, διατηρείται η πρόβλεψη των 7 διαμέτρων (7d), χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζεται επαρκώς το πεδίο εφαρμογής της. Η μέχρι σήμερα εμπειρία έχει αναδείξει σημαντικές καθυστερήσεις και διαφοροποιήσεις στην εφαρμογή της διάταξης, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες και τα αντίστοιχα αρχαιολογικά συμβούλια, για την εν λόγω απόσταση, έχουν ζητήσει να τηρείται και σε σχέση με μη κηρυγμένα μνημεία, γνωστές θέσεις ή αρχαιολογικές ενδείξεις, παρότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητά από το χωροταξικό πλαίσιο. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ρητά ότι η απαίτηση τήρησης της απόστασης των 7d αφορά αποκλειστικά κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία, ενώ για μη κηρυγμένα μνημεία ή αρχαιολογικά ευρήματα δεν εφαρμόζεται αυτοτελής οριζόντια απόσταση αποκλεισμού. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η ερμηνευτική ασάφεια, διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του πλαισίου από τις αρμόδιες υπηρεσίες και αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                               
                              Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
                              1. Επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος, στην αξιοποίηση γης και στο δημόσιο συμφέρον
                              Η αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά μόνο τους φορείς έργων. Έχει άμεση επίπτωση στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και στην ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                              Η χερσαία αιολική ενέργεια συγκαταλέγεται διεθνώς στις πλέον ανταγωνιστικές μορφές ηλεκτροπαραγωγής. Σύμφωνα με την ανάλυση LCOE της Lazard για το 2025, τα αιολικά και τα μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά παραμένουν από τις πλέον οικονομικές τεχνολογίες νέας ηλεκτροπαραγωγής σε μη επιδοτούμενη βάση. Τα ενδεικτικά εύρη κόστους παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.

                              Τεχνολογία
                              Ενδεικτικό LCOE 2025 ($/MWh)

                              Χερσαία αιολική ενέργεια

                              Φωτοβολταϊκά

                              Φωτοβολταϊκά + αποθήκευση
                              50–131

                              Υπεράκτια αιολική ενέργεια
                              0–157

                              Φυσικό αέριο αιχμής
                              149–251

                              Λιγνίτης<
                              71–173

                              Πυρηνική ενέργεια
                              141–220

                              Η σημασία των στοιχείων αυτών είναι προφανής. Όσο περιορίζεται η δυνατότητα ανάπτυξης χερσαίων αιολικών έργων, τόσο μειώνεται η δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει μία από τις φθηνότερες διαθέσιμες μορφές ηλεκτροπαραγωγής. Το κόστος αυτό τελικά μετακυλίεται στον καταναλωτή/πολίτη.

                              Επιπλέον, η αιολική ενέργεια εμφανίζει εξαιρετικά ευνοϊκή σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης ενός αιολικού πάρκου δεν καλύπτεται πραγματικά από μόνιμες υποδομές και μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται για άλλες δραστηριότητες, όπως κτηνοτροφία, γεωργία ή δασικές λειτουργίες. Επομένως, τα αιολικά έργα έχουν πολύ υψηλή απόδοση σε MWh ανά πραγματικά καταλαμβανόμενο στρέμμα, στοιχείο που δεν φαίνεται να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στη λογική του προτεινόμενου πλαισίου.

                              Η αιολική ενέργεια δεν είναι μόνο φθηνή, είναι εγχώρια διαθέσιμη, ανανεώσιμη και αναλογικά αποδοτικότερη λαμβάνοντας υπόψιν την κατάληψη χώρου. Η συστηματική αποδυνάμωσή της μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών και της οικονομίας.
                              2. Συμπεράσματα
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού για την αιολική ενέργεια. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή επιστημονική αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα ή ανεπαρκή δεδομένα, εμφανίζει σοβαρή ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά εργαλεία, δεν ενσωματώνει ουσιαστικά τη λογική της RED IIκαι δεν προστατεύει επαρκώς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσων έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος.

                              Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι η αδειοδοτική διαδικασία των αιολικών έργων στην Ελλάδα αποτελεί ήδη μία ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία, λόγω καθυστερήσεων των υπηρεσιών και δυσχέρειας συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.

                              Ταυτόχρονα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το ποσοστό τελικής υλοποίησης αιολικών έργων σε σχέση με τον συνολικό αριθμό έργων που λαμβάνουν αρχικές άδειες είναι ήδη περιορισμένο, λόγω ποικίλων παραγόντων που σχετίζονται είτε με οικονομοτεχνικούς παράγοντες είτε με κωλύματα που παρουσιάζονται κατά την αδειοδοτική διαδικασία. Η παράμετρος αυτή αποτελεί κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψιν από το νέο πλαίσιο για την ορθολογική εκτίμηση της πραγματικής χωρικής πίεσης από την αιολική ανάπτυξη και θα έπρεπε να έχει συνεκτιμηθεί ουσιαστικά κατά τη διαμόρφωση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ.

                              Παράλληλα, το γενικότερο κλίμα που καλλιεργείται γύρω από την αιολική ενέργεια, μέσα από τη λογική εκτεταμένων αποκλεισμών και την έμφαση στις απαγορεύσεις αντί στην ορθολογική χωροθέτηση, αναμένεται να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την επίτευξη θετικών γνωμοδοτήσεων και την ομαλή διοικητική αξιολόγηση έργων, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, όπου συχνά αναπτύσσονται αντιδράσεις χωρίς επαρκή τεχνική ή επιστημονική βάση.

                              Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψιν, ότι ο αποκλεισμός των μισών Δημοτικών Ενοτήτων της χώρας σε συνδυασμό με την υποχρέωση τήρησης αποστάσεων από τις περιοχές αποκλεισμού που εντοπίζονται εντός των «Περιοχών Καταλληλότητας», πρακτικά δεν επιτρέπει πλέον εξ ολοκλήρου σχεδόν σε όλη την Ελληνική επικράτεια την οποιαδήποτε προσπάθεια νέας ανάπτυξης αιολικών πάρκων. Ακόμη και εάν σήμερα δεν θίγονται ορισμένες υφιστάμενες άδειες, είναι απολύτως πιθανό, εάν κάποιες από τις θέσεις αυτές εγκαταλειφθούν από τους σημερινούς κατόχους τους και οι σχετικές άδειες εκπέσουν, να χαθούν οριστικά καλές, παραγωγικές και υλοποιήσιμες αιολικές θέσεις λόγω εφαρμογής του νέου πλαισίου. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι το εν λόγω πλαίσιο, εφόσον εγκριθεί με τη σημερινή του μορφή, θα δεσμεύσει την Ελλάδα σε ένα τοπίο περιορισμών για τουλάχιστον τα επόμενα δεκαπέντε έτη</u>. Μία τέτοια εξέλιξη θα προκαλέσει ζημία όχι μόνο στον κλάδο, αλλά κυρίως στους πολίτες, στην εθνική οικονομία, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει με όρους δημοσίου συμφέροντος τον φθηνότερο και αποδοτικότερο εγχώριο ανανεώσιμο ενεργειακό της πόρο.

                              Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ αναμένεται να εντείνει αντί να θεραπεύσει τις παθογένειες, καθώς εισάγει πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας, ερμηνευτικών συγκρούσεων και δυνητικών περιορισμών. Η αναθεώρηση του ΕΧΠ-ΑΠΕ πρέπει να γίνει με τρόπο τεχνοκρατικό, επιστημονικά τεκμηριωμένο και συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Επιπλέον, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ ενδέχεται να δημιουργήσει ένα πρόσθετο πεδίο αμφισβήτησης υφιστάμενων αδειοδοτημένων έργων, καθώς οι πολέμιοι των ΑΠΕ και ιδίως της αιολικής ενέργειας είναι πιθανό να επικαλούνται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τις προβλέψεις του νέου, θεωρητικά πιο σύγχρονου, χωροταξικού πλαισίου, υποστηρίζοντας ότι περιοχές στις οποίες έχουν ήδη αδειοδοτηθεί έργα κρίνονται πλέον ακατάλληλες ή αποκλείονται από τη μελλοντική ανάπτυξη. Παρότι το προσχέδιο προβλέπει ότι οι νέοι περιορισμοί δεν καταλαμβάνουν υφιστάμενες άδειες, η ίδια η θεσμοθέτηση εκτεταμένων νέων ζωνών αποκλεισμού ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα περί μεταβολής της χωροταξικής αξιολόγησης των περιοχών αυτών, δημιουργώντας κινδύνους νέων δικαστικών αμφισβητήσεων και παρατείνοντας περαιτέρω την αβεβαιότητα γύρω από έργα που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης. Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις κατάλληλες θέσεις και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
                              Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
                              1. Αποκλεισμός υποκείμενων σχεδίων κατώτερου επιπέδου από την δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών
                              Προτείνεται η ρητή πρόβλεψη επί του νέου ΕΧΠ, ότι υποκείμενα χωροταξικά ή πολεοδομικά σχέδια κατώτερης ιεραρχίας (και τοπικού επιπέδου) δεν θα δύνανται να εισάγουν πρόσθετους περιορισμούς ή αποκλεισμούς για έργα ΑΠΕ πέραν όσων προβλέπονται από το υπερκείμενο Ειδικό Πλαίσιο (Εθνικού επιπέδου) και την εθνική νομοθεσία καθώς και να μην εκχωρεί αρμοδιότητα για ρυθμίσεις στα υποκείμενα πλαίσια το ίδιο το ΕΧΠ-ΑΠΕ, προς αποφυγή συγκρούσεων κατά την αδειοδοτική διαδικασία.
                              2. Αποφυγή οριζόντιου αποκλεισμού βάσει υψομέτρου
                              Προτείνεται να μην υφίσταται κανένας οριζόντιος αποκλεισμός έως το υψόμετρο των 1.800 μ, με την λογική ότι συνήθως αυτό το υψόμετρο και ανώτερα αυτού συναντώνται σε πιο απομακρυσμένες περιοχές της ενδοχώρας, όπου τα απαιτούμενα έργα για την πρόσβαση και την εγκατάσταση έχουν αυξημένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Για εγκαταστάσεις άνω αυτού του υψομέτρου, δύναται να προβλέπεται υποχρέωση τεκμηρίωσης μέσω επιχειρηματικού σχεδίου ή/και ανεμολογικών μετρήσεων για την επιβεβαίωση της ανάγκης αξιοποίησης της θέσης.
                              3. Άρση αποκλεισμού Δημοτικών Ενοτήτων (ΔΕ) βάσει μέσου αιολικού δυναμικού
                              Προτείνεται η κατάργηση του αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων με κριτήριο το μέσο αιολικό δυναμικό της ΔΕ που προκύπτει από τον χάρτη της ΡΑΑΕΥ και η γενικότερη αποσύνδεση από οριζόντια κριτήρια ταχύτητας ανέμου, καθώς η αξιολόγηση κόστους οφέλους για την κατασκευή ή μη ενός ΑΣΠΗΕ δεν βασίζεται τόσο στην ταχύτητα ανέμου όσο στην εκτιμώμενη ετήσια παραγόμενη ενέργεια ανά μονάδα εγκατεστημένης ισχύος (MWh/MW). <u>E</u><u>φόσον υπάρχει επιμονή για θέσπιση κριτηρίου με βάσει την ταχύτητα ανέμου, η αξιολόγηση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε τοπικό επίπεδο και ανά θέση έργου, λαμβάνοντας υπόψη εξειδικευμένα δεδομένα και πραγματικές συνθήκες πεδίου, με ελάχιστο ενδεικτικό όριο τα 5 m/s στην περιοχή του έργου – σε ακτίνα 7χλμ που ήδη αποτελεί και το όριο του Νόμου για τεκμηρίωση αιολικού δυναμικού ειδικών έργων.
                              4. Επανασύνταξη της ΣΜΠΕ με συμμετοχή διεπιστημονική επιστημονική ομάδα
                              Προτείνεται η επανασύνταξη της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) από διεπιστημονική ομάδα εξειδικευμένων μελετητών διαφορετικών ειδικοτήτων και φορέων που συμμετέχουν στον χώρο ανάπτυξης και κατασκευής αιολικών έργων, ώστε να αξιολογηθεί με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο το πραγματικό αιολικό δυναμικό της χώρας και η δυνατότητα ανάπτυξης και κατασκευής αιολικών έργων καθώς και οι επιπτώσεις αυτών στο ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον, αλλά και στους στόχους της χώρας. Ιδιαίτερη ανάγκη υπάρχει για ουσιαστικότερη τεκμηρίωση των κεφαλαίων που αφορούν την εισαγωγή ζωνών αποκλεισμού.
                              5. Εμπλουτισμός επιστημονικών πηγών και μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκαν για την σύνταξη της ΣΜΠΕ
                              Επί του παρόντος φαίνεται να έχουν χρησιμοποιηθεί μόνο πηγές αναφορικά με την επίπτωση των αιολικών πάρκων στο τοπίο και την βιοποικιλότητα υποδεικνύοντας μία τάση για ανάλυση μόνο των αρνητικών επιπτώσεων και όχι των πολλών θετικών που τεκμηριωμένα υπάρχουν. Κρίνεται απαραίτητος ο εμπλουτισμός των πηγών, δεδομένων και επιστημονικών εργαλείων που χρησιμοποιούνται επί της ΣΜΠΕ για την εκτίμηση και βέλτιστη αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού, με αξιοποίηση σύγχρονων διεθνών πρακτικών, διεθνούς αποδοχής δημοσιευμένων μελετών και δεδομένων υψηλής ανάλυσης.
                              6. Εναρμόνιση με την Οδηγία RED III
                              Το νέο πλαίσιο θα πρέπει να εναρμονιστεί πλήρως με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής Οδηγίας RED III, ιδίως ως προς την επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας, τη μείωση διοικητικών περιορισμών και την προώθηση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στρατηγικής σημασίας.
                              7. Μεταβατικές Διατάξεις
                              7.1 Διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος για εκδοθείσες Βεβαιώσεις Παραγωγού
                              Προτείνεται τα έργα που διαθέτουν ήδη εκδοθείσα Βεβαίωση Παραγωγού κατά τη δημοσίευση του ΦΕΚ του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ να συνεχίσουν να εξετάζονται με βάση το ισχύον καθεστώς της ΚΥΑ του 2008, καθώς αυτά τα δεδομένα ίσχυαν και δέσμευσαν τις επενδυτικές αποφάσεις των ενδιαφερόμενων/διοικούμενων κατά την υποβολή αιτημάτων στη ΡΑΑΕΥ για έκδοση της Βεβαίωσης Παραγωγού. Ειδική πρόβλεψη θα πρέπει να υπάρξει επίσης για έργα που έχουν λάβει νόμιμες παρατάσεις (πχ για εκπόνηση ΕΟΑ) ή δεσμεύονται από προθεσμίες βάσει Νόμου για υποβολή αιτημάτων για έκδοση περιβαλλοντικών όρων, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της επενδυτικής εμπιστοσύνης.

                              7.2 Διατήρηση υφιστάμενου πλαισίου για έργα με ΑΕΠΟ

                              Έργα που διαθέτουν ήδη εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους (ΑΕΠΟ) θα πρέπει να συνεχίσουν να εξετάζονται με βάση το ισχύον πλαίσιο της ΚΥΑ 2008, ακόμη και σε περιπτώσεις συνένωσης ή κατάτμησης έργων, εφόσον δεν μεταβάλλονται ουσιωδώς τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά τους.

                              7.3 Πρόβλεψη για έργα ριζικής ανανέωσης (repowering)

                              Προτείνεται η εισαγωγή ειδικής πρόβλεψης για έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), με διατήρηση της εξέτασής τους βάσει της ισχύουσας ΚΥΑ 2008. Επιπλέον, τα έργα αυτά θα πρέπει να αποσυνδεθούν από περιορισμούς που σχετίζονται αποκλειστικά με τον παράγοντα κατάληψης χώρου, καθώς συνεισφέρουν στον εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου ενεργειακού δυναμικού και την αύξηση της παραγόμενης πράσινης ενέργειας με μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
                              8. Πρόβλεψη τήρησης απόστασης 7 διαμέτρων (7d) μόνο από κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους
                              Προτείνεται η ρητή αποσαφήνιση ότι η προβλεπόμενη απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία, όπως αυτά έχουν θεσμικά χαρακτηριστεί κατά την κείμενη νομοθεσία. Αντιθέτως, για μη κηρυγμένα μνημεία, αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται αυτοτελής οριζόντια απόσταση αποκλεισμού, εφόσον τέτοια απαίτηση δεν προβλέπεται ρητά από το χωροταξικό πλαίσιο. Θα πρέπει να ενσωματωθεί στο νέο ΕΧΠ ρητή πρόβλεψη ότι η απαίτηση τήρησης της εν λόγω απόστασης δεν εφαρμόζεται σε μη κηρυγμένα μνημεία, αρχαιολογικούς χώρους και γνωστές αρχαιολογικές θέσεις και ευρήματα. Η ανωτέρω αποσαφήνιση κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του πλαισίου, να περιοριστούν αποκλίνουσες ερμηνείες από τις επιμέρους υπηρεσίες και να αποφευχθούν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και ανασφάλεια δικαίου κατά την αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.
                              9. Γενικές προτάσεις για ένταξη στο νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ ή στη σχετική με έργα ΑΠΕ Νομοθεσία για την ηπιότερη ενσωμάτωση αντίστοιχων έργων από τις τοπικές κοινωνίες
                              9.1 Αύξηση ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες

                              Κρίνεται αναγκαία η αύξηση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες, καθώς και η διαμόρφωση πιο άμεσου, διαφανούς και αποτελεσματικού μηχανισμού απόδοσης των ωφελειών στους πολίτες των περιοχών εγκατάστασης.

                              9.2 Δυνατότητα σύναψης PPA από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ

                              Καθώς έχει παρατηρηθεί ότι λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους πολλοί ΟΤΑ έχουν βρεθεί να εμφανίζουν μεγάλα χρέη προς τον πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας – ΔΕΗ, προτείνεται η θεσμοθέτηση μηχανισμού και δυνατότητας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) να συνάπτουν συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ εντός των διοικητικών τους ορίων, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.

                               

                               

                               

                               

                               

                              <h1></h1>

                              #15130
                              ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΟΙΒΟΝΔΑ Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος

                                Σήμερα είναι επίσημα η τελευταία ημέρα της διαβούλευσης.

                                Η διάρκειά της ήταν εξαιρετικά σύντομη σε σχέση με τη σημασία που έχει η δημοσιοποίηση ενός τόσο σημαντικού και πολυεπίπεδου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) σε σύγκριση μάλιστα με τα πολλά χρόνια που διέθετε η επιστημονική ομάδα και το ΥΠΕΝ για την σύνταξή του.

                                Η παρούσα διαβούλευση, όπως καταγράφεται από τις πολλές συμμετοχές, έχει κινητοποιήσει τόσο το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, όσο και ομάδες, Συλλόγους και Τοπικούς Φορείς, που εστιάζουν με τις αναλύσεις τους και την καταγραφή στοιχείων και δεδομένων σε μικρότερες χωρικές ενότητες (μεταξύ άλλων Άγραφα, Πίνδος, Πήλιο, Καρυστία, Ικαρία και άλλα νησιά, κλπ.). Περιοχές που γνωρίζουν πολύ καλά, ώστε να αντικρούσουν με συγκεκριμένα και επιστημονικά δεδομένα τις προτάσεις του ΕΧΠ για τις ΑΠΕ.

                                Δημιουργήθηκε έτσι μέσα από τα κείμενα της διαβούλευσης  ένα αντι-χωροταξικό σχέδιο που, παρόλο το σύντομο χρονικό διάστημα, παρουσιάζει μεγαλύτερη τεκμηρίωση ώστε να αποδεικνύει ότι τα υπό διαβούλευση κείμενα (ΣΜΠΕ και ΚΥΑ) σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ένα επαρκές επιστημονικά ειδικό χωροταξικό σχέδιο, του οποίου η θεσμοθέτηση μπορεί να προχωρήσει άμεσα.

                                Συνεπώς μια άμεση ενέργεια θα ήταν η αναστολή για ένα σύντομο χρονικό διάστημα της εξέτασης όλων των αιτήσεων εγκατάστασης  ΑΠΕ σε εξέλιξη ανά τη Χώρα, ώστε να απαντηθούν όλα τα καίρια ερωτήματα που έχουν τεθεί από την διαβούλευση και δεν αντιμετωπίζονται από τα κείμενα ΣΜΠΕ και ΚΥΑ.

                                Να θυμηθούμε  ότι το μέτρο της αναστολής υπάρχει θεσμοθετημένο και χρησιμοποιείται σε σημαντικής κλίμακας παρεμβάσεις όπως οι επεκτάσεις και η πολεοδόμηση περιοχών που δέχονται μεγάλη πίεση (Μύκονος, Σαντορίνη, κλπ.) προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εκπονούμενες ρυθμιστικές μελέτες (ΕΧΜ, ΤΠΣ), χωρίς να δημιουργηθούν de facto μη αναστρέψιμες καταστάσεις.

                                Η ανάγκη μιας τέτοιας αναστολής είναι προφανής: διαθέτουμε σήμερα επιστημονικά εργαλεία που εκτιμούν με μεγάλη ακρίβεια τις επιπτώσεις χωροθετήσεων χρήσεων γης, κάθε κλίμακας.

                                Μια εγκατάσταση Ανανεώσιμης Πηγής Ενέργειας είναι μία νέα χρήση γης που δεν είχε προβλεφθεί στην ίδια θέση από προηγούμενο κανονιστικό πλαίσιο, οποιουδήποτε επιπέδου. Καταργεί ότι υπήρχε πριν στην ίδια θέση και επηρεάζει τις υπάρχουσες χρήσεις γης σε μια ευρύτερη περιοχή. Όμως, είναι αξιοπερίεργο ότι μέχρι σήμερα καμιά από τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που επέτρεψαν την κατασκευή των ήδη εγκατεστημένων ΑΠΕ ή και εκείνων που έχουν πάρει ΑΕΠΟ δεν βρήκε να σχολιάσει ούτε μια αρνητική επίπτωση από την νέα αυτή χρήση γης. Η Τοπική αυτοδιοίκηση, Σύλλογοι και  Φορείς, ομάδες Πολιτών έχουν προσφύγει δεκάδες φορές στο ΣτΕ και στα Δικαστήρια, να παίξουν κατά κάποιο τρόπο το ρόλο του Χωροτάκτη, να προσκομίσουν επιστημονικά δεδομένα και να ματαιώσουν αυτές τις χωροθετήσεις.

                                Έχουν κατατεθεί στη διαβούλευση πολλές πλήρεις και επιστημονικά τεκμηριωμένες ενστάσεις και σχόλια, με τα οποία δηλώνω ότι συμφωνώ και προσυπογράφω. (Ενδεικτικά αναφέρω: Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, , Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο/MedINA), Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, ΣΕΠΟΧ, ΣΕΜΠΧΠΑ, Εταιρεία Περιβάλλοντος Κύμης, κλπ.).

                                 <u>Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ</u>

                                Αναφέρω στη συνέχεια ένα πολύ συγκεκριμένο και πρόσφατο παράδειγμα για το Πήλιο, που αποδεικνύει όπως και τόσα άλλα που έχουν αναφερθεί με τις παρεμβάσεις στη διαβούλευση, πόσο ελλιπές είναι το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο.

                                Αποδεικνύει επίσης ότι κάθε ανεπάρκεια, παράλειψη, προχειρότητες ή κενά στον χωροταξικό σχεδιασμό ανωτέρου επιπέδου όπως ένα ΕΧΠ, δημιουργεί προσδοκίες «επενδυτικών ευκαιριών» χωρίς αντίκρισμα. Παράλληλα όμως μεταθέτει το βάρος της επίλυσης στα Δικαστήρια και τελικά στο ΣτΕ και το κόστος της προστασίας στην κοινωνία.

                                Ολόκληρη η επικράτεια του Δήμου Νοτίου Πηλίου ήδη από το 2017 αποτέλεσε «στόχο» αιτήσεων για τη χωροθέτηση Αιολικών Πάρκων (Α/Π), με τουλάχιστον 8-9 «υποψηφιότητες», που θα συγκέντρωναν δεκάδες ανεμογεννήτριες σε μια χερσόνησο μέσου πλάτους από 4-5 μέχρι το πολύ 10 χιλιομέτρων και μήκους περί τα 50 χιλιόμετρα.

                                Οι κάτοικοι, οι φορείς Πολιτών αλλά και η Δημοτική Αρχή του Νοτίου Πηλίου κινητοποιήθηκαν και αντέκρουσαν τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων  που υποβλήθηκαν σε διαβούλευση. Κάποιες από τις ενδιαφερόμενες εταιρείες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποσύρθηκαν και σήμερα, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Χάρτη της RAEGeoPortal έχουν απομείνει 6 υποψήφια Αιολικά Πάρκα με 27 ανεμογεννήτριες!

                                Σημειώνω ότι στον Χάρτη 4 Προστατευόμενα Στοιχεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, το Πήλιο παρουσιάζει την μεγαλύτερη ίσως πυκνότητα κηρυγμένων μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, έτσι ώστε ακόμη και ένας αδαής να δει ότι δεν χωρούν και χρήσεις ΑΠΕ απλά και μόνο γιατί είναι αδύνατον να τηρηθούν οι ελάχιστες προβλεπόμενες αποστάσεις. Βέβαια εφαρμόζοντας την «Χωροταξία του ενός κριτηρίου» με μοναδικό κριτήριο την αιολική καταλληλότητα και οι 5 δημοτικές ενότητες του Δήμου Νοτίου Πηλίου στον Πίνακα του Παραρτήματος Ι της ΚΥΑ, χαρακτηρίζονται «περιοχές αιολικής καταλληλότητας» (Να σημειωθεί ότι και το υπόλοιπο Πήλιο βορειότερα, δηλ. οι Δήμοι Ζαγοράς-Μουρεσίου και Ρήγα Φεραίου χαρακτηρίζονται ως περιοχές αιολικής καταλληλότητας).

                                Πέρα όμως από το γεγονός ότι το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν μπορεί να αξιολογήσει ούτε καν τα στοιχεία που το ίδιο παραθέτει για να διατυπώσει την πρότασή του για το Πήλιο, δεν έχει καν φροντίσει όπως παρουσιάζεται στη συνέχεια, να συλλέξει όλα τα απαραίτητα και βασικά αναλυτικά στοιχεία, όπως το ισχύον θεσμικό  πλαίσιο και τον ισχύοντα βαθμό προστασίας του Πηλίου.

                                Ήρθε λοιπόν το ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ (ΤΡΙΜΕΛΕΣ Β’ Τμήμα ΑΚΥΡΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΡΙΜΕΛΗΣ) με δύο Αποφάσεις του (ΑΑ189/18-12-2025 ΑΑ190/18-12-2025) να καταγράψει το ισχύον πλαίσιο προστασίας του Πηλίου. Παραθέτω αναλυτικά την μία από τις δύο Αποφάσεις με τα όλα τα σημεία του σκεπτικού, για να γίνουν κατανοητές οι ελλείψεις και παραλείψεις του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ.

                                Προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας  για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης με αριθμό καταχώρησης ΑΚ 12/27-2-2024,… «του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Δήμος Νοτίου Πηλίου», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βόλου …., με την από 3-4-2025 δήλωση του άρθρου 33 παρ. 3 του π.δ. 18/1989,

                                κατά των : 1) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία: «Δήμος Βόλου», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βόλου … και 2) Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παραστάθηκε δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) ………

                                Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. 784514/31-8-2023 Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας, που εκδόθηκε από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Βόλου στο όνομα του …. και αφορά εργασίες εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 249,6 Κ\Λ/ στη θέση «Στουρνάρι» Νεοχωρίου του Δήμου Νοτίου Πηλίου, Π.Ε. Μαγνησίας και β) της υπ’ αριθμ. 453/17-7-2023 γνωμοδότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία το Συμβούλιο γνωμοδότησε θετικά επί των ανωτέρω εργασιών.

                                …….Επειδή, το άρθρο 7 του ν. 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α’   167), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 4546/2018 (Α 101/12.6.2018), ορίζει τα εξής: «1. Με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδίδεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, συγκροτούνται Συμβούλια Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) σε κάθε περιφερειακή ενότητα, τα οποία είναι αρμόδια για την παροχή σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών στις εξής περιπτώσεις: α) Για κάθε οικοδομική εργασία (ανέγερση, επισκευή, προσθήκη, κατεδάφιση) σε κτίρια, οικόπεδα ή γήπεδα, που βρίσκονται σε παραδοσιακά τμήματα πόλεων, σε παραδοσιακούς οικισμούς, σε ιστορικούς τόπους, αρχαιολογικούς χώρους, σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, β) … γ) … δ)…». Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1337/2021), το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής κατά τις ανωτέρω διατάξεις έχει αρμοδιότητα παροχής σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών σε όλες τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4495/2017, μεταξύ των οποίων, για κάθε οικοδομική εργασία σε περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Την ίδια δε γνωμοδοτικής φύσεως αρμοδιότητα ασκεί και το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής σε σχέση με την υποβληθείσα προς έγκριση αρχιτεκτονική μελέτη, στο πλαίσιο εξέτασης ενδικοφανούς προσφυγής που έχει ασκηθεί από τον ενδιαφερόμενο κατά της απόφασης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής που δεν εγκρίνει την υποβληθείσα μελέτη (αρνητική σύμφωνη γνώμη), σε περίπτωση αποδοχής της εν λόγω προσφυγής και ακύρωσης της προσβληθείσας απόφασης, καθώς και στην περίπτωση που ασκεί απευθείας την αρμοδιότητά του, μεταξύ άλλων, σχετικά με την κατασκευή μόνιμων κτιριακών εγκαταστάσεων έργων ιδιαίτερης περιβαλλοντικής και οικιστικής σημασίας. Η εν λόγω γνωμοδοτική διαδικασία προηγείται της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας και η σχετική θετική σύμφωνη γνώμη επί της αρχιτεκτονικής μελέτης αποτελεί προϋπόθεση και δικαιολογητικό για την οικοδομική άδεια. Εξάλλου, ως θετική σύμφωνη γνώμη στερείται εκτελεστότητας (βλ. ΣτΕ 1099/2020, 1898/2017, πρβλ. 2482/2017, 161/2016, 1851/2013, 2077, 1090/2006, 2512/2001, 552, 824/1987 κ.α.). Κατόπιν τούτων, στην προκειμένη περίπτωση απαραδέκτως στρέφεται η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά της 2ης προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 453/17-7-2023 γνωμοδότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία στερείται εκτελεστότητας. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εξέτασης της νομιμότητας της 1ης προσβαλλόμενης πράξης είναι δυνατή η προβολή όλων των πλημμελειών της ανωτέρω γνωμοδότησης (ΣτΕ 1337/2021).

                                Επειδή, όπως έχει κριθεί, (Σ.τ.Ε. 1268/2019,568/2018,2887 και 2888/2014 επταμ.), το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον του Πηλίου υπάγονται σε ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας. Ειδικότερα, με την απόφαση 10977/16.5.1967 του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως (φ Β’ 352), η οποία εξεδόθη βάσει του κ.ν. 5351/1932 (Α’ 275) και του ν. 1469/1950 (φ Α’ 169), χαρακτηρίσθηκαν ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία και τόποι παρουσιάζοντες ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή ενδιαφέροντες από αρχιτεκτονική ή ιστορική άποψη οι οικισμοί Τσαγκαράδα και Τρίκερι και τμήματα άλλων έξι οικισμών του Πηλίου . Εν συνεχεία, με την Φ.31/24512/1858/3.5.1976 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (φ Β’ 652), η οποία εξεδόθη βάσει των διατάξεων του ν. 1469/1950, το όρος Πήλιο χαρακτηρίσθηκε ως τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους «δια την ιδιαιτέραν φυσιογνωμίαν του, την αφάνταστον ποικιλίαν χρωματικών εναλλαγών και τον έξοχον συνδυασμόν πυκνής βλαστήσεως και θέας προς την θάλασσαν» (παρ. 1), οι δε οικισμοί του Πηλίου χαρακτηρίσθηκαν ως τόποι χρήζοντες ειδικής κρατικής προστασίας «καθ’ ότι διατηρηθέντες αναλλοίωτοι από της εποχής της Τουρκοκρατίας, με τον μεγάλον αριθμόν αρχοντικών και παραδοσιακών οικιών, γραφικωτάτων πλατειών και δρομίσκων, συνθέτουν μοναδικήν εικόνα, ενθυμίζουν δε το πλούσιον εις ιστορίαν παρελθόν» (παρ. 2). Το θεσπισθέν με την τελευταία υπουργική απόφαση προστατευτικό καθεστώς διατηρήθηκε με την παράγρ. 9 του άρθρου 31 του ν. 1650/1986 (φ Α’ 160), κατά την οποία ό,τι έχει κηρυχθεί και προστατεύεται, μεταξύ άλλων, ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους κατά τις διατάξεις του ν. 1469/1950, εντάσσεται με προεδρικό διάταγμα στις κατηγορίες του άρθρου 18 παρ. 3 του ιδίου νόμου συμφώνως προς τα κριτήρια του άρθρου 19 αυτού, ενώ κατά την παρ. 10 του ιδίου άρθρου 31, μέχρι την έκδοση του σχετικού διατάγματος και των οικείων κανονισμών λειτουργίας και διαχείρισης, τα αντικείμενα προστασίας της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1469/1950. Περαιτέρω, με το π.δ/γμα της 10.3/1.4.1977 (φ Δ’ 94), το οποίο εξεδόθη βάσει των διατάξεων του ν.δ/τος της 17.7.1923 (φ Α’ 228) και του ΓΟΚ 1973, θεσπίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως για δεκαοκτώ προϋφισταμένους του 1923 οικισμούς του Ανατολικού Πηλίου. Ακολούθως, με το π.δ/γμα της 19.10/13 11.1978 (φ Δ’ 594), το οποίο εξεδόθη κατ’ επίκληση των άρθρων 9 του ν.δ/τος της 17.7.1923 και 79 παρ. 6 του ΓΟΚ 1973 (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 622/1977), και το οποίο αποτελεί το ελάχιστο πλαίσιο προστασίας των παραδοσιακών οικισμών, χαρακτηρίσθηκαν ως παραδοσιακοί και υπήχθησαν σε ειδικό καθεστώς όρων και περιορισμών δομήσεως πλείονες οικισμοί της χώρας, μεταξύ των οποίων είκοσι οικισμοί του Πηλίου, περιλαμβανομένων των ανωτέρω δεκαοκτώ. Τέλος, με το π.δ/γμα της 11.6/4.7.1980 (φ Δ’ 374), το οποίο εξεδόθη βάσει των αυτών εξουσιοδοτικών διατάξεων, χαρακτηρίσθηκαν ως παραδοσιακοί, ομαδοποιήθηκαν ανάλογα με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους και εντάχθηκαν σε ειδικό καθεστώς προστασίας εξήντα τέσσερις οικισμοί του Πηλίου. Ειδικότερα, οι χαρακτηριζόμενοι ως παραδοσιακοί οικισμοί με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω π.δ., όπως και οι χαρακτηρισμένοι ως παραδοσιακοί με το από 1978 π.δ. διαχωρίστηκαν σε 3 ομάδες (I, II III ) στη 2η από τις οποίες περιλαμβάνεται η Άφησσος (άρθρο 1 παρ. 2). Περαιτέρω, θεσπίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως αυτών (άρθρα 2-7, όπως τα άρθρα 3, 5 και 7 τροποποιήθηκαν με το π.δ/γμα Γ.85185/17.4/16.5.1997, φ Δ’ 383, εκδοθέν κατ’ επίκληση του άρθ. 4 παρ. 1 του ΓΟΚ 1985) και στο άρθρο 8 παρ. 1 αυτού, όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι: «1. Όροι και περιορισμοί δομήσεως διά την εκτός των ορίων των εν άρθρω 1 του παρόντος οικισμών αλλά εντός των διοικητικών ορίων των δήμων ή κοινοτήτων εις τους οποίους υπάγονται ούτοι, οι προβλεπόμενοι διά του από 6.10.78 προεδρικού διατάγματος «περί καθορισμού όρων και περιορισμών δομήσεως των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προτού έτους 1923 οικισμών» (Δ’ 538) εξαιρέσει του άρθρου 4. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και περιβαλλοντικές υποδομές, χαμηλής και μέσης όχλησης, συσκευασίας και μεταποίησης τοπικά παραγόμενων αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και φυσικά παραγόμενων προϊόντων της περιοχής, εφαρμοζομένων των όρων δόμησης του άρθρου 1 και της παρ. 7 του άρθρου 4 του από 24.5.1985 προεδρικού διατάγματος (Δ’270).»

                                                                  Επειδή, περαιτέρω, στον ως άνω ν. 4495/2017 στο κεφάλαιο πρώτο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΑΔΕΙΩΝ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΔΕΙΩΝ, στο άρθρο 28 ορίζεται ότι: περ. α) …. Β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»; Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29», στο άρθρο 29 παρ. 2 ότι: «2. Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας απαιτείται για τις εξής εργασίες: … λδ) Εργασίες εγκατάστασης φ/β συστημάτων, για τις περιπτώσεις που απαιτείται σύμφωνα με ειδικότερες διατάξεις» (όπως η περίπτωση λδ προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 19 του ν. 4546/2018 (Φ.Ε.Κ. Α’ 101/12-6.-2018), στο άρθρο 33 ότι «1. Η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και έκδοσης των πράξεων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών του άρθρου 28, καθώς και η διαδικασία υποβολής και γνωμοδότησης των συμβουλίων των άρθρων 7, 12, 13, 20, 22, 24 διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η υλοποίηση της οποίας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε φορέα που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η πλατφόρμα αυτή θα είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της δημόσιας διοίκησης (Ε.Ψ.Π. – gov.gr). …», στο άρθρο 37 ότι : «1. Οι αιτήσεις για την έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας υποβάλλονται ηλεκτρονικά με ευθύνη του υποβάλλοντος μηχανικού και η έγκριση εκδίδεται αυτόματα, αμέσως μετά την ηλεκτρονική υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών, μελετών και στοιχείων. 2. Το έντυπο της έγκρισης με το σχετικό αριθμό δημοσιεύεται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών» και στο άρθρο 41 ότι : « 1. Τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται για τη χορήγηση της Έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας είναι τα ακόλουθα: α) …. β) εγκρίσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και συλλογικών οργάνων, όπως δασαρχείου, Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, όπου αυτές απαιτούνται από τις κείμενες διατάξεις, κατά περίπτωση, γ) τεχνική έκθεση μηχανικού και προϋπολογισμός έργου, «για τις περιπτώσεις που απαιτείται», δ) …».

                                Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

                                Κατόπιν υποβολής από την παρεμβαίνουσα της υπ’ αριθ. 1127079/2023 αίτησης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 784514/31-8-2023 Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας (ΕΕΔΜΚ) από την Υπηρεσία Δόμησης του καθ’ ου Δήμου υπέρ της …., ως κυρίας του έργου, με την οποία εγκρίθηκαν οι εργασίες εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 249,6 KW στη θέση «Στουρνάρι» της κτηματικής περιφέρειας Νεοχωρίου του Δήμου Νοτίου Πηλίου, ΠΈ. Μαγνησίας, σε γήπεδο εμβαδού 4.005 τ.μ. ιδιοκτησίας της ανωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28, 33 και 37 του N. 4495/17, όπως ισχύουν, σύμφωνα με τις οποίες η διαδικασία υποβολής και έκδοσης των πράξεων Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας (ΕΕΔΜΚ) διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω του πληροφοριακού συστήματος e– Άδειες” του ΤΕΕ με ευθύνη του υποβάλλοντος μηχανικού. Μετά την υποβολή της 19631/6-3-2024 αίτησης του αιτούντος Δήμου Νοτίου Πηλίου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για αναστολή εκτέλεσης της 784514/31-8- 2023 ΕΕΔΜΚ, διενεργήθηκε έλεγχος από τον καθ’ ου Δήμο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι για την έκδοση της παραπάνω πράξης είχαν υποβληθεί τα εξής δικαιολογητικά: α) Το με αρ. πρωτ. 248220/09.06.2023 έγγραφο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας, β) το με αρ. πρωτ. 180846/25.04.2023 έγγραφο της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Θεσσαλίας & Κεντρικής Στερεάς Ελλάδας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, γ) το με αρ. πρωτ. 91337/10.03.2021 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας ΠΕ Μαγνησίας & Σποραδών και δ) η από 17.07.2023 Γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ), Συνεδρίαση 9, Πράξη 453, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσας ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής) κατά της από 28-4-2023 (Συνεδρίαση 9, θέμα 12°) αρνητικής Απόφασης- Γνωμοδότησης του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ΠΕ Μαγνησίας & Σποράδων της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Συγκεκριμένα, με την από 28-4- 2023 (Συνεδρίαση 9, θέμα 12°) γνωμοδότηση του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ΠΕ Μαγνησίας & Σποράδων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, το συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά για την εγκατάσταση του ανωτέρω φωτοβολταϊκού συστήματος, καθώς έλαβε υπόψη ότι – δυνάμει του του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την περιοχή – αυτό δεν εντάσσεται μορφολογικά, ογκοπλαστικά, οπτικά και αισθητικά στο δομημένο και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής ούτε εναρμονίζεται με το τοπίο του Πηλίου και, επιπλέον, βρίσκεται σε σχετικά κοντινή απόσταση από τον παραδοσιακό οικισμό της Αφήσσου και σε οπτική επαφή με το θαλάσσιο μέτωπο, καθώς επίσης ότι το γήπεδο στο οποίο χωροθετείται η προτεινόμενη εγκατάσταση γειτνιάζει με όμοια προτεινόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού πάρκου (με α/α αίτησης 963.340/7-4-2023) με αποτέλεσμα ως σύνολο να λειτουργούν επιβαρυντικά για το τοπίο. Κατόπιν άσκησης της από 23-5-2023 ένστασης της παρεμβαίνουσας κατά της παραπάνω απόφασης, με την 453/17.07.2023 γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ), κατά τη Συνεδρίαση 9^, κατά την οποία το θέμα παρουσίασε ο ….. (μηχανολόγος Μηχανικός, ο οποίος είναι ο μηχανικός που συνέταξε την τεχνική έκθεση για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση), το εν λόγω συμβούλιο έκανε δεκτή την ένσταση και γνωμοδότησε θετικά για την εγκατάσταση του παραπάνω πάρκου, αφού έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται επ’ αυτής «τον φάκελο του θέματος και την παρουσίαση του μηχανικού».

                                                                      Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο απών Δήμος ζητά την ακύρωση της 784514/31-8-2023 Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας της Υπηρεσίας Δόμησης του καθ’ ου Δήμου. Ο δε καθ’ ου Δήμος με την 26457/31-3-2025 έκθεση απόψεων αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και επισημαίνει ελλείψεις που αφορούν στα στοιχεία που έλαβε υπόψη το κατά τα ανωτέρω ΚΕΣΑ.

                                                                 Επειδή, εξάλλου, η παρεμβαίνουσα με την νομίμως ασκηθείσα παρέμβασή της, όπως οι λόγοι της αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά της, ζητά την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης, προβάλλοντας κατά πρώτο λόγο ότι αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Τούτο δε διότι η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε στις 31.8.2023, αναρτήθηκε στον ιστότοπο της «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» την ίδια ημέρα επομένως η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης εκκίνησε την 16η.9.2023 και έληξε την 14η. 11.2023, (ημέρα Τρίτη). Περαιτέρω, δε, διότι οι εργασίες υλοποίησης και κατασκευής του επιδίκου έργου, εκκίνησαν αμέσως μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης και ειδικότερα την 31.8.2023, όπως αυτό αποδεικνύεται από (α) το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. 215/17.11.2023 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών (ΤΠΥ) της εγκαταστάτριας εταιρείας «…………..» αναφορικά με την κατασκευή της περίφραξης του σταθμού και (β) το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ΤΙΜ-13002 από 20.9.2023 Τιμολόγιο Πώλησης της εταιρείας «……» προς την ίδια, δια του οποίου πιστοποιείται ότι την ημερομηνία αυτή παραδόθηκε ο οικίσκος ελέγχου του υπό κρίση Φ/Π. Αντιθέτως ο αιτών προβάλλει ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως διότι έλαβε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης στις 31-1-2024, ημερομηνία έκδοσης της προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης της 783767/30-8-2023 ΕΕΔΜΚ του καθ’ ου Δήμου, που εκδόθηκε υπέρ του ……, δια της οποίας έγινε αντιληπτό από την αρμόδια υπηρεσία του ότι εκδόθηκαν δύο ξεχωριστές ΕΕΔΜΚ διότι επρόκειτο για δύο διαφορετικά ακίνητα.

                                                                 Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της, το δε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης μπορεί να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων. Ειδικώς, επί προσβολής άδειας ανέγερσης οικοδομής, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου έγκρισης εργασιών μικρής δόμησης, για την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας απαιτείται γνώση όχι μόνο της έκδοσης, αλλά και του περιεχομένου της πράξης ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του έργου και της χρήσης του’ η γνώση δε αυτή συναρτάται και με τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. ΣτΕ 2024,2234/2024, πρβλ. ΣτΕ 176/2023 Ολομ.,2036/2011 Ολομ., 2221/2017). Περαιτέρω, η ανάρτηση της προσβαλλόμενης πράξης στη «Διαύγεια» δεν μπορεί, αυτή και μόνο, να στοιχειοθετήσει τεκμήριο γνώσης (πρβλ. ΣτΕ 1508/2020, 1708/2018). Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει τεκμήριο πλήρους γνώσης της προσβαλλομένης πράξης σε χρονικό σημείο απώτερο των 60 ημερών από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, καθόσον εξάλλου μόνη η έκδοση των προαναφερόμενων τιμολογίων δεν συνιστά απόδειξη εκτέλεσης των συναφών εργασιών, τεκμαίρεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της παρεμβαίνουσας ως αβάσιμου. Ενόψει δε του ότι ασκήθηκε και κατά τα λοιπά παραδεκτώς πρέπει να εξετασθεί στην ουσία.

                                                                       Επειδή, ο αϊτών προβάλλει, κατά πρώτο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, καθόσον είναι πλημμελώς αιτιολογημένη η απόφαση του ΚΕΣΑ, η οποία έχει οδηγήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα προβάλλει ότι ενώ το Α’ Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων απέρριψε την αίτηση έκδοσης άδειας για εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, για τους αναφερόμενους στην γνωμοδότησή του λόγους, στη συνέχεια το ΚΕΣΑ γνωμοδότησε θετικά για την τοποθέτηση του φωτοβολταϊκού πάρκου με μια ασαφή, αόριστη και ελλιπή νομικά πράξη του, χωρίς να αναφερθεί στις επιμέρους διατάξεις των Προεδρικών Διαταγμάτων που αφορούν στο Πήλιο, ούτε στις διατάξεις για τα φωτοβολταϊκά πάρκα. Ο δε καθ’ ου Δήμος με την προαναφερόμενη έκθεση απόψεων επισημαίνει ότι στη θετική Γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ δεν υπάρχει ρητή αναφορά στον οικίσκο και στην περίφραξη παρά μόνο στην εγκατάσταση των Φ/Β συστημάτων, καθώς οι συνοδευτικές αυτές κατασκευές δεν αναφέρονται ούτε στον τίτλο της ΕΕΔΜΚ ούτε αποτυπώνονται οι όψεις και οι τομές τους στο Διάγραμμα Κάλυψης, ώστε να κριθεί η συμφωνία τους με τα μορφολογικά στοιχεία της περιοχής όπως αυτά επιβάλλονται με το άρθρο 3 του ΠΔ/τος Πηλίου. Επίσης επισημαίνει ότι δεν υπάρχει διαμόρφωση του χώρου του γηπέδου ώστε να κριθεί με τη γνωμοδότηση η συμφωνία με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ΠΔ/τος Πηλίου σύμφωνα με την οποία: “Δια την διαμόρφωσιν ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων επιτρέπονται μόνον αι απολύτως αναγκαίοι εκσκαφαί. Εις περίπτωσιν κεκλιμένου εδάφους επιτρέπεται η διαμόρφωσις του οικοπέδου δΓ αναλημματικών τοίχων ή πρανών μεγίστου ύψους ενός και ημίσεως (1,50) μέτρου, από του φυσικού εδάφους”. Αντιθέτως, η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ, ως απλή γνωμοδότηση, εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4495/2017, ενώ από τα στοιχεία του φακέλου επί της υποβληθείσας ενδικοφανούς προσφυγής του ενώπιον του ΚΕΣΑ, τα οποία συγκροτούν την έννοια της αιτιολογίας της γνωμοδότησης του τελευταίου, προκύπτει σαφώς, ειδικώς και επαρκώς ότι το επίμαχο Φ/Π αφ’ ενός δεν προκαλεί οπτική όχληση ως προς τα σημεία ενδιαφέροντος γύρωθεν ή πλησιόθεν αυτού και αφ’ ετέρου εντάσσεται αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής και το τοπίο του Πηλίου. Συναφώς προβάλλει ότι η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού πάρκου (Φ/Π) δεν απαγορεύεται στην περιοχή του Πηλίου, με βάση τη νομοθεσία (την από 1976 ΥΑ περί χαρακτηρισμού ως περιοχής ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και το από 11-6-1980 ΠΔ περί χαρακτηρισμού οικισμών ως παραδοσιακών), ούτε αποκλείεται από το Ε.Π.Χ.Σ. & Α.Α. (ΕΙΔΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ) για τις ΑΠΕ. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η εγκατάσταση του επίμαχου Φ/Π έχει ολοκληρωθεί και αυτό έχει συνδεθεί με το δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, συντρέχει δε υπέρτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη συνέχιση της λειτουργίας του, ο οποίος συνίσταται στο ότι οι ΑΠΕ συνιστούν πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον.

                                                                       Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη ότι το αρμόδιο ΚΕΣΑ κατά την εξέταση της ένστασης της παρεμβαίνουσας επί της αρνητικής γνωμοδότησης του Α Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων (για την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, για τους αναφερόμενους στην γνωμοδότησή του λόγους) έκανε δεκτή την ένσταση και γνωμοδότησε θετικά, με την αιτιολογία ότι έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται επ’ αυτής, «τον φάκελο του θέματος και την παρουσίαση του ….. μηχανικού» (ήτοι του μηχανικού που συνέταξε την τεχνική έκθεση για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση), χωρίς να εξειδικεύσει τους λόγους για τους οποίους ενέκρινε την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη το ειδικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει την περιοχή του Πηλίου, κατά τα εκτιθέμενα στην 4^ σκέψη (την από 1976 ΥΑ περί χαρακτηρισμού ως περιοχής ιδιαίτερου φυσικού κάλους και το από 11-6-1980 ΠΔ περί χαρακτηρισμού οικισμών ως παραδοσιακών), σε σχέση και με τους αναφερόμενους στην γνωμοδότηση του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων λόγους που οδήγησαν στην αρνητική γνωμοδότησή του, όπως τα στοιχεία αυτά επισημαίνονται και στην έκθεση απόψεων του καθ’ ου Δήμου, ανάγονται δε στη μη συμβατότητα της εγκατάστασης με τα μορφολογικά στοιχεία της περιοχής. Ενόψει αυτών, η γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ παρίσταται πλημμελώς αιτιολογημένη, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κ.Δ.Διαδικασίας. Η δε προσβαλλόμενη ΕΕΔΜΚ, ως ερειδόμενη στην ανωτέρω γνωμοδότηση, η οποία συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσής της – δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην 3η σκέψη, συνιστά σύμφωνη γνώμη, η οποία προηγείται της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας και αποτελεί προϋπόθεση και δικαιολογητικό για την οικοδομική άδεια και όχι απλή γνώμη όπως αβάσιμα προβάλλει η παρεμβαίνουσα – καθίσταται ακυρωτέα για τον λόγο αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης και όσων προβάλλονται από την παρεμβαίνουσα επ’ αυτών.

                                                                    Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ΕΕΔΜΚ και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, με την έκδοση νέας γνωμοδότησης από το αρμόδιο ΚΕΣΑ, η οποία θα είναι αιτιολογημένη, υπό την έννοια ότι θα περιλαμβάνει κρίση επί των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη θεμάτων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, ενώ η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να απαλλαγεί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο καθ’ ου Δήμος και η παρεμβαίνουσα από τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος (άρθρο 4 παρ. 1 περ. στ’ ν. 702/1977 και 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

                                 ΔΙΑΤΑΥΤΑ

                                Δέχεται την αίτηση ακύρωσης κατά το μέρος που αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη.

                                Απορρίπτει την παρέμβαση.

                                Ακυρώνει την 784514/31-8-2023 Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Βόλου.

                                Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας.

                                Απαλλάσσει τον καθ’ ου η αίτηση Δήμο και την παρεμβαίνουσα από τα δικαστικά έξοδα του αιτούντος.

                                 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα, στις 10 Δεκεμβρίου 2025 όπου και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 18 Δεκεμβρίου 2025.

                                 

                                #15129
                                ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΡΑΣ

                                  Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί αναμφίβολα βασικό πυλώνα της εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης δεν θα πρέπει να οδηγεί σε υποβάθμιση περιοχών που διαθέτουν εξαιρετική περιβαλλοντική, πολιτιστική και κοινωνικοοικονομική αξία.
                                  Η περιοχή του Ασπροποτάμου, στον ορεινό όγκο της Νότιας Πίνδου, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τόπου όπου το φυσικό περιβάλλον, η παραδοσιακή ανθρώπινη δραστηριότητα και η τοπική αναπτυξιακή προοπτική συνυπάρχουν με τρόπο μοναδικό. Τα εκτεταμένα δάση, τα ποτάμια οικοσυστήματα, οι παραδοσιακοί οικισμοί, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία και οι δραστηριότητες υπαίθριου τουρισμού συγκροτούν ένα σύνθετο και ευαίσθητο σύνολο, το οποίο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τον σχεδιασμό μεγάλων ενεργειακών έργων.
                                  Η πρόσφατη διεθνής αναγνώριση του Γεωπάρκου Μετεώρων – Πύλης από την UNESCO αναδεικνύει περαιτέρω τη σημασία της ευρύτερης περιοχής και επιβεβαιώνει ότι η προστασία και η ανάδειξη του φυσικού και γεωλογικού της πλούτου μπορούν να αποτελέσουν σταθερή βάση βιώσιμης ανάπτυξης. Η προοπτική αυτή κινδυνεύει να υπονομευθεί εάν η εγκατάσταση εκτεταμένων ενεργειακών υποδομών πραγματοποιηθεί χωρίς επαρκή συνεκτίμηση των επιπτώσεων στο τοπίο και στα οικοσυστήματα.
                                  Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση ως προς την ενίσχυση της προστασίας ευαίσθητων περιοχών και την εισαγωγή αυστηρότερων κριτηρίων χωροθέτησης. Παρ’ όλα αυτά, η αποτελεσματικότητά του περιορίζεται σημαντικά εφόσον μεγάλος αριθμός έργων που έχουν ήδη λάβει άδειες ή βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης συνεχίζει να εξετάζεται με βάση το προηγούμενο καθεστώς.
                                  Η λογική της αναθεώρησης ενός χωροταξικού πλαισίου βασίζεται ακριβώς στην ανάγκη διόρθωσης αδυναμιών και ελλείψεων που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή του προηγούμενου. Επομένως, είναι εύλογο να εξεταστεί κατά πόσο οι νέες κατευθύνσεις προστασίας πρέπει να επηρεάσουν και έργα τα οποία δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, ιδίως όταν αφορούν περιοχές που πλέον αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερα ευαίσθητες.
                                  Ιδιαίτερος προβληματισμός προκύπτει από τη συγκέντρωση σχεδιαζόμενων αιολικών εγκαταστάσεων στις ορεινές περιοχές της Νότιας Πίνδου. Οι επιπτώσεις τέτοιων παρεμβάσεων δεν αφορούν μόνο τα σημεία εγκατάστασης των ανεμογεννητριών, αλλά και το σύνολο των συνοδών έργων που απαιτούνται για την κατασκευή και λειτουργία τους. Η διάνοιξη δρόμων, οι εκσκαφές, οι παρεμβάσεις σε κορυφογραμμές και η δημιουργία δικτύων μεταφοράς μπορούν να επιφέρουν σημαντικές και σε αρκετές περιπτώσεις μη αναστρέψιμες αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον.
                                  Παράλληλα, το προτεινόμενο όριο των 1.200 μέτρων ως κριτήριο αποκλεισμού αιολικών εγκαταστάσεων δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται πλήρως στις ιδιαιτερότητες της Νότιας Πίνδου. Η περιβαλλοντική αξία μιας ορεινής περιοχής δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το υψόμετρό της. Πολλά οικοσυστήματα, τοπία υψηλής αισθητικής αξίας και κρίσιμες δραστηριότητες των τοπικών κοινωνιών αναπτύσσονται και σε χαμηλότερες ζώνες, γεγονός που δικαιολογεί την επανεξέταση του συγκεκριμένου ορίου.</p>
                                  Αντίστοιχα, τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα απαιτούν πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση κατά την αξιολόγησή τους. Η εξέταση κάθε έργου ξεχωριστά δεν αρκεί για να αποτυπώσει τη συνολική επίδραση που μπορεί να προκύψει από πολλαπλές παρεμβάσεις στο ίδιο υδρογραφικό δίκτυο. Η προστασία της οικολογικής λειτουργίας των ποταμών και των ρεμάτων προϋποθέτει αξιολόγηση σε επίπεδο λεκάνης απορροής και όχι μόνο σε επίπεδο μεμονωμένων έργων.
                                  Με βάση τα παραπάνω, προτείνεται:
                                  • Η εφαρμογή των νέων κριτηρίων προστασίας και σε έργα που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, ανεξαρτήτως του σταδίου αδειοδότησής τους.
                                  • Η συνολική επανεκτίμηση των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ στη Νότια Πίνδο με γνώμονα τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων και τις σωρευτικές επιπτώσεις.
                                  • Η ουσιαστική προστασία των ορεινών τοπίων, των περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και των περιοχών που συνδέονται με διεθνείς θεσμούς αναγνώρισης, όπως τα Γεωπάρκα UNESCO.
                                  • Η αναθεώρηση του υψομετρικού ορίου εγκατάστασης αιολικών σταθμών σε ορεινές περιοχές αυξημένης περιβαλλοντικής αξίας.</p>
                                  • Η υποχρεωτική αξιολόγηση των μικρών υδροηλεκτρικών έργων σε επίπεδο ολόκληρης λεκάνης απορροής, με συνεκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων.
                                  • Η προώθηση έργων ΑΠΕ κατά προτεραιότητα σε περιοχές με υφιστάμενες υποδομές ή ήδη επιβαρυμένες χρήσεις γης, περιορίζοντας την πίεση σε παρθένες και οικολογικά ευαίσθητες περιοχές.
                                  Η ενεργειακή μετάβαση θα είναι πραγματικά επιτυχημένη μόνο εφόσον συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλό επίπεδο προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου της χώρας. Η Νότια Πίνδος και ο Ασπροπόταμος αποτελούν περιοχές ιδιαίτερης σημασίας, των οποίων η διατήρηση δεν έρχεται σε αντίθεση με την ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια ισορροπημένη και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία.

                                  #15131
                                  ΔΗΜΟΣ ΑΠΟΚΟΡΩΝΟΥ

                                    Ο Δήμος Αποκορώνου σχετικά με τη Δημόσια Διαβούλευση για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, επισημαίνει τα ακόλουθα για τα οποία έχει πάρει την υπ αρ. 68/2026 (ΑΔΑ:Ψ8Ν1ΩΨΤ-ΚΔΨ) απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου :

                                    Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να λάβει υπόψη:

                                    1. τις επιπτώσεις στην πολιτιστική κληρονομιά στην περιοχή της Κρήτης, καθώς και τη σοβαρή οπτική όχληση που προκαλούν εγκαταστάσεις ΑΠΕ στον άμεσο ορίζοντα και στο περιβάλλον ιστορικών χώρων.

                                    2. Το καθεστώς διεθνούς προστασίας της UNESCO, όπου αυτό υπάρχει ή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να θεσμοθετηθεί ως τέτοιο.

                                    3. Το θεσμικό καθεστώς των «Απάτητων Βουνών», όπου απαγορεύεται αυστηρά η διάνοιξη νέων δρόμων και τεχνικών επιφανειών, καθώς και η εν γένει επέμβαση στις προστατευόμενες αυτές περιοχές.

                                    4. Την ενδελεχή, πλήρη και τεκμηριωμένη εξέταση του συνόλου των εναλλακτικών και βιώσιμων λύσεων, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές και εθνικές δεσμεύσεις.

                                    5. Τις επιπτώσεις σε κρίσιμα οικοσυστήματα και τοπία. Ο σχεδιασμός θα πρέπει να απέχει από τον κατακερματισμό των οικοτόπων και την αλλοίωση του ανάγλυφου στις προστατευόμενες περιοχές NATURA 2000, καθώς και τις επιπτώσεις σε Καταφύγια Άγριας Ζωής και παραδοσιακά μιτάτα.

                                    6. Τα σημεία ιστορικού- αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, όπως ενδεικτικώς αναφέρεται ότι περιλαμβάνονταν στην ΜΠΕ για την γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος Χανιά – Δαμάστα, τοποθέτηση πυλώνα σε απόσταση μόλις 35 μέτρων από τον υστερομινωικό Θολωτό Τάφο της Φυλακής στα Χανιά.

                                    7. Την πρόκληση σοβαρών προβλημάτων κοινωνικής και περιβαλλοντικής όχλησης, τα οποία προσδιορίζονται ως εξής:

                                    -οπτική και περιβαλλοντική επιβάρυνση, η οποία προκαλεί έντονη υποβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

                                    – την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, στις περιπτώσεις επί παραδείγματι πυλώνων και αγωγού διέλευσης ηλεκτρικού ρεύματος.

                                    – Υποβάθμιση της αξίας των περιουσιών και του τουριστικού/αγροτικού κεφαλαίου: Η γειτνίαση με εγκαταστάσεις ΑΠΕ εγκυμονούν κινδύνους για την οικιστική και τουριστική ανάπτυξη των κοινοτήτων, καθώς και τις παραδοσιακές χρήσεις γης (π.χ. μελισσοκομία, κτηνοτροφία, ελαιοκαλλιέργεια) που διεξάγονται πέριξ των οικισμών.

                                    8. Τον σεβασμό των αρχών που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί με το υφιστάμενο Χωροταξικό Πλαίσιο της Κρήτης δυνάμει του εγκεκριμένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου (ΠΧΠ) της Κρήτης, σύμφωνα με το οποίο:

                                    – θέτονται σαφείς περιορισμοί και προτεραιότητες για τη διατήρηση του φυσικού ανάγλυφου, των προστατευόμενων περιοχών (NATURA, Γεωπάρκα) και του πολιτιστικού αποθέματος ιδιαίτερα σε ζώνες υψηλής προστασίας ή/και διεθνούς εμβέλειας όπως τα Λευκά Όρη.

                                    – δίνεται έμφαση στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των δικτύων με έμφαση στην προστασία της «φέρουσας ικανότητας» του κρητικού τοπίου, ώστε να αποφεύγεται η υπερσυγκέντρωση ενεργειακών υποδομών και η σταδιακή υποβάθμιση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος

                                    – προωθείται ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης με έμφαση στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου και ο κύριος αναπτυξιακός άξονας του νησιού, είναι ο χωρικός άξονας Ηράκλειο-Ρέθυμνο- Χανιά, ο οποίος συμπίπτει με τον ΒΟΑΚ και αυτός οφείλει να παραλάβει τις βαριές κεντρικές χρήσεις, οικιστική ανάπτυξη, υποδομές, δίκτυα κ.λπ.

                                    9. η ανάγκη αξιολόγησης των σωρευτικών επιπτώσεων από όλα τα υφιστάμενα, αδειοδοτημένα και σχεδιαζόμενα έργα ΑΠΕ και τα συνοδά δίκτυα μεταφοράς στην Κρήτη, καθώς η εξέταση κάθε έργου ξεχωριστά δεν αποτυπώνει τη συνολική επιβάρυνση.

                                    10. η ανάγκη ουσιαστικής συμμετοχής και συναίνεσης των τοπικών κοινωνιών κατά τον σχεδιασμό έργων μεγάλης κλίμακας.

                                    Σε κάθε περίπτωση, ο Δήμος Αποκορώνου εκφράζει την αντίθεσή του ως προς την τοποθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ συμπεριλαμβανομένων εντός τόπων NATURA 2000, ακόμα και στις περιπτώσεις που προβλέπονται εξαιρέσεις στο προς διαβούλευση κείμενο, σύμφωνα με τις οποίες δίνεται η δυνατότητα τοποθέτησης ΑΠΕ υπό όρους, καθώς και στην περιοχή των Απάτητων Βουνών, καθώς επίσης εκφράζει την αντίθεσή του στην εγκατάσταση Αιολικών Πάρκων εντός της εδαφικής του περιφέρειας.

                                    Εκφράζουμε την αντίθεσή μας ως προς κάθε ενέργεια η οποία δύναται να επηρεάσει αρνητικά τις περιοχές όπου αναπτύσσεται κτηνοτροφική, γεωργική και εν γένει παραγωγική δραστηριότητα, το ανθρωπογενές και φυσικό περιβάλλον.

                                    Ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι κυρίως πολιτικό και όχι τεχνοκρατικό ζήτημα. Tο χωροταξικό των ΑΠΕ προωθεί τις κατευθύνσεις της «πράσινης μετάβασης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελεί προσαρμογή στις νέες ανάγκες της αγοράς Ενέργειας, ώστε να διασφαλιστεί έτσι η συνέχιση της κερδοφορίας τους, με την καλύτερη χωρική οργάνωση των πάρκων ΑΠΕ και αποτελεί ένα συμβιβασμό στην μοιρασιά των φιλέτων μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου (π.χ. μεταξύ ενεργειακών ομίλων και τουριστικού κεφαλαίου) και καμία σχέση δεν έχει με προσπάθεια προστασίας του περιβάλλοντος, του τοπίου και των τοπικών κοινωνιών.

                                    Η οργάνωση του χώρου δεν είναι ουδέτερη κοινωνικά αλλά γίνεται σύμφωνα με τα συμφέροντά των επιχειρηματικών ομίλων εις βάρος της προστασίας του περιβάλλοντος και των λαϊκών αναγκών

                                    Εκφράζουμε αντίθεσή μας σε όλους αυτούς που χωρίς την συναίνεση των τοπικών κοινωνιών προχωρούν σε ενέργειες οι οποίες βλάπτουν το περιβάλλον, υποβαθμίζουν ολόκληρες περιοχές και υποθηκεύουν το μέλλον των παιδιών μας στην περιοχή του Αποκόρωνα.

                                    Επισημαίνουμε ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί εκτενής μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με αντικείμενο την αξιολόγηση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του σχεδιαζόμενου έργου του ΑΔΜΗΕ για τη νέα Γραμμή Μεταφοράς Υψηλής Τάσης (Χανιά-Δαμάστα), η οποία παρουσιάζει εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα αφενός τις κατευθυντήριες γραμμές με βάση τις οποίες κρίνεται σκόπιμο να σχεδιάζονται μελέτες για έργα όπως η εγκατάσταση ΑΠΕ, και αφετέρου ειδικότερα τον βέλτιστο δυνατό σχεδιασμό του έργου της Γραμμής Μεταφοράς Υψηλής Τάσης (Χανιά-Δαμάστα).

                                    Επιπρόσθετα στο ανωτέρω ο Δημος Αποκορώνου παραθέτει και την μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με θέμα ” ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΟΔΕΥΣΕΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΑΣΗΣ (ΧΑΝΙΑ-ΔΑΜΑΣΤΑ) ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΣΕΝΑΡΙΩΝ ΤΕΛΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΤΕΟ (Α’& Β’ ΦΑΣΗ) η οποία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει βάση για τον σχεδιασμό του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Για τον λόγο αυτό, επισυνάπτεται στην παρούσα διαβούλευση στον σύνδεσμο https://drive.google.com/drive/folders/1gzCGXlm44hVYzE53Qcm2zvTfCJx_jo2x , προκειμένου να ληφθεί υπόψη και να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού κειμένου.

                                    Επιγραμματικά τα συμπεράσματα της μελέτης είναι :

                                    Η Περιφερειακή Ένωση Δήμων Κρήτης προέβη στη σύναψη Προγραμματικής Σύμβασης με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με αντικείμενο την τεχνικά και επιστημονικά τεκμηριωμένη αξιολόγηση του έργου εναέριας διέλευσης της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλής τάσης (ΚΥΤ Χανίων – ΚΥΤ Δαμάστας) στη Βόρεια Κρήτη, και τη διερεύνηση των εναλλακτικών σεναρίων όδευσης αυτής. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της Προγραμματικής Σύμβασης, συγκροτήθηκε διεπιστημονική ομάδα, με σημαντική εμπειρία στα επιστημονικά αντικείμενα των περιβαλλοντικών μελετών, του χωροταξικού σχεδιασμού για τη βιομηχανία και την ενέργεια, καθώς και σε ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος, του τοπίου, προστασίας και ανάπτυξης των ορεινών περιοχών και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αντικείμενο του προγράμματος είναι η διερεύνηση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων της σχεδιαζόμενης όδευσης της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) στη βόρεια Κρήτη, καθώς και η διερεύνηση ενδεδειγμένων εναλλακτικών λύσεων. Η αναγκαιότητα της έρευνας συνδέεται με τη σημασία και την κλίμακα του έργου, αλλά και με τις δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις που αυτό ενδέχεται να επιφέρει στο ευαίσθητο φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της βόρειας Κρήτης. Στόχος δεν είναι η υποκατάσταση της ΜΠΕ. Η ανάλυση αποσκοπεί, μέσα από μία διαφανή και τεκμηριωμένη διαδικασία αξιολόγησης, να αναδείξει πιθανές ελλείψεις ή περιορισμούς της υφιστάμενης προσέγγισης, ιδίως σε σχέση με την επάρκεια εξέτασης των διαθέσιμων εναλλακτικών λύσεων. Κεντρικό ζητούμενο της ανάλυσης είναι να διερευνηθεί η βασιμότητα εναλλακτικών σεναρίων όδευσης, τα οποία εξυπηρετούν τον ίδιο τεχνικό στόχο, αλλά συνεπάγονται διαφορετική κατανομή κόστους, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων. Από την προκαταρτική διερεύνηση του ζητήματος, στο πλαίσιο της α’ φάσης του ερευνητικού έργου, προέκυψαν τα κάτωθι συμπεράσματα:

                                    • H προτεινόμενη γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εντάσσεται μεν στην αναντίρρητη γενικότερη ανάγκη για ενεργειακή ενίσχυση και σύζευξη των περιοχών της Κρήτης και αυτών με το εθνικό δίκτυο, παράλληλα όμως υποτιμάται η κρίσιμη σημασία της προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού τοπίου του νησιού, μιας περιοχής ιδιαίτερης περιβαλλοντικής και αρχαιολογικής αξίας. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να σχεδιαστεί ένας άξονας ο οποίος κινείται στις μέσες ισοϋψείς των κρητικών βουνών, διαπερνώντας περιοχές εξαιρετικά υψηλής φυσικής και πολιτιστικής αξίας με ιδιαίτερο καθεστώς ισχυρής προστασίας. Ταυτόχρονα, η προτεινόμενη όδευση αγνοεί τις γενικές αρχές του χωροταξικού σχεδιασμού της Κρήτης όπως και την αρχή της περιβαλλοντικής κατ΄ οικονομία παρέμβασης με βάση τις οποίες οι νέες υποδομές προστίθενται και κινούνται επί του κύριου βόρειου αναπτυξιακού άξονα αποφεύγοντας την περαιτέρω κατασπατάληση του κρητικού τοπίου.

                                    • Βασική έλλειψη και αδυναμία της ΜΠΕ αποτελεί η απουσία εξέτασης πραγματικών εναλλακτικών λύσεων, δηλαδή εναλλακτικών που εξυπηρετούν τον καθορισμένο στόχο/ους του Τεχνικού Έργου, με ουσιαστικώς διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και περιβαλλοντικές ή/και κοινωνικές επιπτώσεις. Από τη μελέτη της διεθνούς βιβλιογραφίας και παραδειγμάτων προκύπτει ότι η υπογειοποίηση των γραμμών μεταφοράς υψηλής τάσης αντιμετωπίζεται ως η κύρια εναλλακτική λύση απέναντι στις παραδοσιακές εναέριες γραμμές (ΕΓΜΥΤ). Πλήθος μελετών συγκρίνει συστηματικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο λύσεων, σημειώνοντας ότι η υπογειοποίηση μπορεί να είναι οικονομικά και λειτουργικά δικαιολογημένη εάν ληφθούν υπόψη παράγοντες κόστους κύκλου ζωής, αξιοπιστίας, προστασίας ευαίσθητων οικοτόπων και κοινωνικής αποδοχής, οι οποίοι μπορεί να αντισταθμίσουν σε μεγάλο βαθμό το επιπλέον κόστος της υπόγειας κατασκευής. Προφανώς, η υπογειοποίηση μικρού τμήματος-ενός ελαχίστου κλάσματος 4% της συνολικής όδευσης- δεν συνιστά εναλλακτική λύση αλλά επιμέρους παραλλαγή της.

                                    • Ο καθορισμένος τεχνικός στόχος, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη ΜΠΕ, είναι «η ευστάθεια των τάσεων του Συστήματος στην Κρήτη, καθώς διαφορετικά δεν τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας στην περίπτωση απώλειας ενός εκ των δύο υφιστάμενων γραμμών…». Ο στόχος αυτός καλύπτεται σαφώς από την υπόγεια, αλλά και την υποθαλάσσια διασύνδεση των δύο υποβρυχίων γραμμών. Στην Τεχνική Έκθεση της Α’ Φάσης που κατατίθεται, αποδεικνύεται ήδη ότι οι λύσεις αυτές διαφοροποιούνται ουσιαστικά από την προτεινόμενη όδευση ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

                                    • Από την προκαταρκτική αξιολόγηση της διεθνούς εμπειρίας σε θέματα οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων των γραμμών υψηλής τάσης, προκύπτουν τα εξής:

                                    Από τεχνικής πλευράς, οι ΕΓΜΥΤ εμφανίζουν αυξημένη ευπάθεια σε καιρικά φαινόμενα, όπως καταιγίδες, παγετούς, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους, τα οποία προκαλούν συχνά μηχανικές βλάβες, διακοπές στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και σημαντικές απώλειες στη μεταφορά ενέργειας, ενώ τα υπόγεια καλώδια παρουσιάζουν ανθεκτικότητα σε αντίστοιχους κινδύνους.

                                    Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, οι ΕΓΜΥΤ επιφέρουν σημαντική αλλοίωση του τοπίου ειδικά σε παρθένα/ευάλωτα οικοσυστήματα, προκαλούν απώλεια βλάστησης και υποβάθμιση της βιοποικιλότητας λόγω εκχέρσωσης εκτάσεων γης για τη δημιουργία διαδρόμων διέλευσης, και επηρεάζουν σημαντικά την ορνιθοπανίδα, με εκατομμύρια πτηνά να σκοτώνονται κάθε χρόνο παγκοσμίως λόγω πρόσκρουσης στα καλώδια κατά την πτήση ή από ηλεκτροπληξία. επίσης, οι ΕΓΜΥΤ συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών, με αιτία είτε την πτώση πτηνών πάνω στα καλώδια και ηλεκτροπληξία, είτε βραχυκυκλώματα, σπινθήρες, επαφή κλαδιών ή δέντρων με τις γραμμές, κλπ. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι σύμφωνα με το Υπουργείο Δασοκομίας και Πυροπροστασίας της Καλιφόρνια, από τις 10 πιο καταστροφικές πυρκαγιές που έχουν καταγραφεί στις ΗΠΑ από το 2015, οι 6 οφείλονταν σε ΕΓΜΥΤ, οι οποίες έκαψαν 649.000 στρέμματα, κατέστρεψαν 23.500 κατασκευές και σκότωσαν 108 άτομα. Αντίστοιχα και στην Ελλάδα, από τις 41 μεγαλύτερες πυρκαγιές του 2025 στη χώρα, οι 15 αποδόθηκαν πιθανότατα στο ηλεκτρικό δίκτυο, καταστρέφοντας συνολικά 51.000 στρέμματα. Οι κοινωνικές επιπτώσεις της χρήσης των ΕΓΜΥΤ είναι εξίσου σημαντικές. Πολλές μελέτες αποδεικνύουν τις επιπτώσεις στην αξία γης, πέραν της δουλείας γης, ειδικά σε ανέγγιχτα οικοσυστήματα, όπως στην περίπτωση που εξετάζεται. Η παρουσία των ΕΓΜΥΤ συνδέεται με πτώση της αξίας γης και των ακινήτων κοντά σε αυτές, αυστηρούς περιορισμούς δόμησης και χρήσης γης στις ζώνες διέλευσης, με σημαντικές επιπτώσεις στην οικιστική και τουριστική ανάπτυξη. Οι επιπτώσεις των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων κοντά σε ΕΓΜΥΤ είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι ΕΓΜΥΤ θεωρούνται ασφαλείς στα συνήθη επίπεδα έκθεσης, θεωρώντας δεδομένο ότι αυτά ελέγχονται συχνά. Όμως, αρκετές έρευνες επισημαίνουν την πιθανή σύνδεση της έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία κοντά σε ΕΓΜΥΤ με επιπτώσεις στην υγεία, όπως αυτές που αναφέρονται στην παρούσα Έκθεση. Πάντως, από τις έρευνες CVM που έχουν πραγματοποιηθεί αποδεικνύεται ότι η ανησυχία του κοινού υφίσταται, και αποτελεί ένα δεδομένο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ως προς το οικονομικό σκέλος, επισημαίνεται εξαρχής ότι η σύγκριση μόνο του κόστους κατασκευής αποτελεί λάθος επιλογή, που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις. Πόσω δε μάλλον όταν αυτή δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένο σχεδιασμό και κοστολόγηση, αλλά στη μεταφορά στοιχείων, όταν είναι γνωστό ότι αυτή εξαρτάται καθοριστικά από τις τοπικές συνθήκες. Στην ουσία, η απουσία εξέτασης πραγματικών εναλλακτικών, ήτοι της υπόγειας ή υποθαλάσσιας όδευσης των γραμμών μεταφοράς, πράγμα που όφειλε να κάνει η ΜΠΕ, δεν επιτρέπει σήμερα τη σύγκριση κόστους. Σε κάθε περίπτωση, είναι απολύτως αναγκαία η συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων κόστους στη διάρκεια ζωής ενός τεχνικού έργου, με δεδομένη την αποτίμηση και συμπερίληψη του περιβαλλοντικού και κοινωνικού κόστους και οφέλους. Από τα αποτελέσματα της μέχρι τώρα έρευνας και την επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας προκύπτει ότι η ολοκληρωμένη προσέγγιση κόστους ανατρέπει ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα, στηρίζοντας λύσεις φιλικές προς το περιβάλλον και με μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σημαντικών περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων των εναέριων γραμμών, και κατά συνέπεια η έντονη ανησυχία και οι αναμενόμενες αντιδράσεις των κατοίκων, δεν αμφισβητούνται από την ΜΠΕ. Αντί, όμως, να εξετασθούν ουσιαστικά εναλλακτικές λύσεις που τις περιορίζουν δραστικά, αν δεν τις εξουδετερώνουν πλήρως, υιοθετείται η μετάθεση και μεταφορά των επιπτώσεων της όδευσης σε μια σε μια περιβαλλοντικά παρθένα ημιορεινή περιοχή, υπονομεύοντας ουσιαστικά τις μελλοντικές αναπτυξιακές της προοπτικές, κίνηση που αμφισβητείται ισχυρά υπό το κριτήριο της χωροταξικής δικαιοσύνης.

                                    • Τέλος, από την σύγκριση της προτεινόμενης λύσης με τις κατευθύνσεις του χωρικού σχεδιασμού εθνικού και περιφερειακού επιπέδου προκύπτουν τα κάτωθι συμπεράσματα:

                                    Ø Κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί το Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΠΧΠ) της Κρήτης (2017), το οποίο προωθεί ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης με έμφαση στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου.

                                    Ø Ο κύριος αναπτυξιακός άξονας του νησιού, είναι ο χωρικός άξονας Ηράκλειο-Ρέθυμνο- Χανιά, εντοπίζεται στη βόρεια ακτή, συμπίπτει με τον ΒΟΑΚ και αυτός οφείλει να παραλάβει τις βαριές κεντρικές χρήσεις, οικιστική ανάπτυξη, υποδομές, δίκτυα κ.λπ.

                                    Ø Το ΠΧΠ θέτει ως στόχο την ανάδειξη των ορεινών όγκων μέσω ήπιων μορφών τουρισμού και την προστασία του τοπίου, ειδικά κατά μήκος του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4. Η προτεινόμενη γραμμή μεταφοράς, διασχίζοντας παρθένες ορεινές περιοχές και τοπία <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική επιλογή γι</span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>α </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>αποτροπή της άμετρης κατανάλωσης γης και τη διατήρηση της φυσιογνωμίας της ενδοχώρας.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Wingdings-Regular, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Ø </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Το Περιφερειακό Πλαίσιο ορίζει συγκεκριμένους «Ενεργειακούς Κόμβους» (Αθερινόλακκος, Κορακιά, Ξυλοκαμάρα) για τη συγκέντρωση των ενεργειακών δραστηριοτήτων, αποθαρρύνοντας τη χωροθέτηση υποδομών σε φυσικές ή αγροτικές περιοχές γης υψηλής παραγωγικότητας. Επιπλέον, το ΠΧΠ αναγνωρίζει εννέα χωρικές ενότητες ως «τοπία ιδιαίτερης σημασίας», εντός των οποίων απαιτούνται ειδικά μέτρα προστασίας και αποκατάστασης, τα οποία δεν φαίνεται να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη στον σχεδιασμό της γραμμής.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Wingdings-Regular, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Ø </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Σε εθνικό επίπεδο, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (2008) περιέχει ρητές κατευθύνσεις για τις υποδομές μεταφοράς ενέργειας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 επιβάλλει την αποφυγή διέλευσης δικτύων από αρχαιολογικούς χώρους και κατά το δυνατόν από περιοχές Natura 2000, καθώς και την υπογειοποίηση των δικτύων σε παραδοσιακούς οικισμούς. Η έρευνα εντοπίζει ότι η ΜΠΕ του έργου παραλείπει αυτές τις δεσμευτικές αναφορές, παρουσιάζοντας μια επιλεκτική συμβατότητα με το θεσμικό πλαίσιο, ενώ συμβαίνει το αντίθετο σε πολλά σημεία και σχεδόν σε όλο το μήκος της χάραξης της γραμμής υψηλής τάσης.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Wingdings-Regular, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Ø </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Αναφορικά με το Ειδικό Πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ΑΠΕ, η μελέτη επισημαίνει ότι η ΜΠΕ βασίζεται σε υποθέσεις για μελλοντικές -μη θεσμοθετημένες- αναθεωρήσεις του πλαισίου με ένταξη και της Κρήτης στις Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας, ενώ αγνοεί το ισχύον καθεστώς που δεν εντάσσει την Κρήτη σε αυτές τις ζώνες.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Wingdings-Regular, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Ø </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Συμπερασματικά, η ανάλυση που προηγήθηκε καταδεικνύει ότι η προτεινόμενη όδευση παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του χωροταξικού σχεδιασμού, υπονομεύοντας την προοπτική μιας ισόρροπης και ποιοτικής ανάπτυξης για την Κρήτη, όπως αυτή περιγράφεται στα θεσμικά κείμενα. Με τη δημιουργία του άξονα στη συγκεκριμένη όδευση εκτιμάται ότι τίθεται σε άμεσο κίνδυνο το υψηλής αξίας φυσικό, πολιτιστικό και αρχαιολογικό κεφάλαιο σημαντικών ορεινών ζωνών και τοπίων της Κρήτης. Με την ολοκλήρωση της έρευνας και μετά από την ανάλυση της υφιστάμενης ΜΠΕ, </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>η </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>ερευνητική ομάδα επισημαίνει τα κάτωθι:</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>1. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι από τη συστηματική μελέτη εξαιρέθηκαν οι δύο κύριες εναλλακτικές, δηλαδή η υπόγεια και υποθαλάσσια όδευση, εμμέσως –χωρίς να γίνει καν συγκεκριμένη αναφορά– ως «μη βιώσιμες». Ειδικότερα στο κεφ.2.6. της ΜΠΕ (σελ.37) σημειώνεται:</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>Βιώσιμες Εναλλακτικές Λύσεις που εξετάσθηκαν και μια ένδειξη των κυριότερων λόγων που συνηγορούν υπέρ της επιλεγείσας λύσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις που εξετάστηκαν για το έργο είναι :</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>(α) Η μηδενική λύση</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>(β) Η αναβάθμιση μίας εκ των δύο υφιστάμενων Γ.Μ. απλού κυκλώματος 150kV σε Γ.Μ.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>διπλού κυκλώματος 150kV, μήκους 88 km (εναέρια)</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>(γ) Η προτεινόμενη λύση- νέας Γ.Μ. 150kV, συνολικού μήκους 101,3 km (εναέρια-</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>υπόγεια)</span></span></span>
                                    <p align=”justify”><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>(δ) Η εναλλακτική λύση -νέας Γ.Μ. 150kV, συνολικού μήκους 103,6 km (εναέρια-υπόγεια) Οι εναλλακτικές λύσεις νέας ΓΜ (γ, δ), διαφοροποιούνται στην αρχή και στο τέλος της όδευσης, ενώ μεγάλο τμήμα τους είναι κοινό. Οι βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις (αναβάθμιση υφιστάμενης, προτεινόμενη και εναλλακτική) που εξετάστηκαν παρουσιάζονται στον Χάρτη εναλλακτικών λύσεων (ΑΡ. ΣΧ. 4, κλίμακας 1 50.000). Ουσιαστικά εξετάστηκαν μόνο η μηδενική λύση, η αναβάθμιση των δύο εναέριων γραμμών και οι δύο παραλλαγές της νέας εναέριας όδευσης με ένα ελάχιστο τμήμα υπογειοποιημένο στην περιοχή Σούδας Χανίων.</span></span></span></p>
                                    <p align=”justify”><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>2. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά το γεγονός ότι η ΜΠΕ ορίζει ως βιώσιμες τις «εναλλακτικές λύσεις οι οποίες εξασφαλίζουν το ίδιο αποτέλεσμα με διαφορετικό σχεδιασμό», στη συνέχεια περιορίζει ουσιαστικά τη διερεύνηση σε απλές διαφοροποιήσεις της εναέριας όδευσης, δηλαδή με χρήση της ίδιας τεχνολογίας (προφανώς, η υπογειοποίηση μικρού τμήματος-της τάξης του 4% της συνολικής όδευσης- δεν συνιστά εναλλακτική λύση αλλά επιμέρους παραλλαγή της). Ο καθορισμένος τεχνικός στόχος, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη ΜΠΕ, είναι «η ευστάθεια των τάσεων του Συστήματος στην Κρήτη, καθώς διαφορετικά δεν τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας στην περίπτωση απώλειας ενός εκ των δύο υφιστάμενων γραμμών». Ο στόχος αυτός καλύπτεται σαφώς τόσο από την υπόγεια όσο και την υποθαλάσσια διασύνδεση των δύο υποβρυχίων γραμμών. Στην παρούσα μελέτη τεκμηριώνεται, τόσο στο έδαφος της διεθνούς εμπειρίας όσο και της συγκεκριμένης ανάλυσης, ότι οι δύο εναλλακτικές (υπόγεια και υποθαλάσσια όδευση) αποτελούν αποτελεσματικές και, κυρίως, ουσιαστικά διαφορετικές τεχνικές λύσεις, οι οποίες στο πλαίσιο μιας αντικειμενικής διαδικασίας αξιολόγησης όφειλαν να εξετασθούν. Πιο συγκεκριμένα, η έννοια της «βιωσιμότητας» προϋποθέτει τη διερεύνηση λύσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ισόρροπης αξιολόγησης των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στο οποίο τόσο η υπόγεια όσο και η υποθαλάσσια όδευση</span></span></span></p>
                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>3. Πέραν αυτής της θεμελιώδους έλλειψης της ΜΠΕ, εντοπίστηκαν μια σειρά αδυναμίες και παραλείψεις. Συνοπτικά, η διέλευση της γραμμής υψηλής τάσης διατρέχει στο μεγαλύτερο τμήμα της —σε ποσοστό περίπου </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri-Bold, serif;”><span style=”font-size: medium;”><b>70% </b></span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>του συνολικού εναέριου μήκους της— εκτάσεις με ανθρωπογενή, ιστορικό και αρχαιολογικό χαρακτήρα, καθώς και ζώνες υψηλής περιβαλλοντικής ποιότητας και ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Οι περιοχές αυτές συγκροτούν ένα σπάνιο και εξέχουσας σημασίας σύνολο της φυσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς της χώρας. Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί υποκειμενική εκτίμηση της ερευνητικής ομάδας, αλλά απορρέει από το θεσμοθετημένο χωροταξικό, περιβαλλοντικό και αρχαιολογικό καθεστώς της Κρήτης, όπως αυτό περιγράφεται ρητά στο σύνολο των σχετικών νομοθετημάτων. Το στοιχείο αυτό δεν αναδείχθηκε επαρκώς στην Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις – με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Παγκόσμιο Γεωπάρκο UNESCO του Ψηλορείτη, την Ιερά Μονή Αρκαδίου και τον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας – η βλάβη που προκαλεί η επιλογή της εναέριας</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>διέλευσης υποβαθμίστηκε. Παράλληλα, παρατηρείται συστηματική υποτίμηση της επιβάρυνσης που θα υποστούν χιλιάδες κάτοικοι μικρών οικισμών, των οποίων οι ιδιοκτησίες και τα βοσκοτόπια εμπίπτουν στη ζώνη του άξονα της γραμμής, ή ακόμη χειρότερα, οικισμών από τα όρια των οποίων η</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>γραμμή διέρχεται σε εγγύτητα. Τέλος, η έρευνα εντοπίζει περιπτώσεις όπου αποσιωπήθηκε η ρητή σύσταση των θεσμικών πλαισίων για υψηλή προστασία της συγκεκριμένης ζώνης στην Κρήτη και η σαφής κατεύθυνση για υπογειοποίηση των δικτύων μεταφοράς ενέργειας</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>4. Η υπόγεια όδευση των γραμμών υψηλής τάσης αποτελεί ώριμη τεχνολογία, για την οποία υπάρχει σημαντική εμπειρία και στην Ελλάδα. Άλλωστε, σε επίπεδο βασικής τεχνολογίας (concept) δεν διαφέρει ουσιαστικά από την υπογειοποίηση των δικτύων διανομής χαμηλής και μέσης τάσης, η οποία αποτελεί πλέον συνήθη πρακτική εντός των αστικών περιοχών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υλοποίηση και αναβάθμιση του ΒΟΑΚ ως έργο υπό κατασκευή προσφέρει επιπλέον σημαντικά πλεονεκτήματα, τόσο ως προς το κόστος όσο και ως προς τη διαχείριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Στο πλαίσιο της επιβεβλημένης ενδελεχούς εξέτασης της υπόγειας λύσης σε μια ολοκληρωμένη ΜΠΕ, τα πλεονεκτήματα αυτά θα μπορούσαν άμεσα να ποσοτικοποιηθούν ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα αξιοποίησης υφιστάμενων ή υπό διαμόρφωση τεχνικών διαδρόμων, τη μείωση πρόσθετων επεμβάσεων και τον περιορισμό νέων απαλλοτριώσεων ή κατατμήσεων του χώρου Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι το πλεονέκτημα αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και θα πρέπει να αξιοποιηθεί εγκαίρως, πριν διαμορφωθούν τετελεσμένα.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>5. Η υποθαλάσσια όδευση, επίσης, αποτελεί ώριμη τεχνολογία με σημαντική εμπειρία, πλέον, και στην Ελλάδα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η λύση αυτή εμφανίζει πρόσθετο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι η Κρήτη διαθέτει ήδη δύο μεγάλες υποθαλάσσιες ηλεκτρικές διασυνδέσεις με το ηπειρωτικό σύστημα, καταδεικνύοντας ότι η συγκεκριμένη τεχνολογική λύση δεν είναι ξένη προς το ηλεκτρικό σύστημα της νήσου και όφειλε να αξιολογηθεί συστηματικά ως διακριτό εναλλακτικό σενάριο. Η υποθαλάσσια όδευση προσφέρει, εν πολλοίς, τα ίδια περιβαλλοντικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα με την υπόγεια όδευση. Το γεγονός ότι η γραμμή σύνδεσης κινείται παράλληλα με την ακτογραμμή εισάγει ένα πρόσθετο πρόβλημα τεχνικής δυσκολίας στην υποθαλάσσια όδευση το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Δεδομένου ότι τα κύρια περιβαλλοντικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα μπορούν να εξασφαλισθούν μέσω της υπόγειας όδευσης, η παράλληλη εξέλιξη των έργων </span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>τ</span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>ου ΒΟΑΚ που διευκολύνει σημαντικά την υπόγεια όδευση, η τεχνική δυσκολία μιας υποθαλάσσιας όδευσης παράλληλα με την ακτογραμμή και το υψηλότερο κόστος της υποθαλάσσιας, συνεκτιμώντας και τους χρονικούς και άλλους περιορισμούς της παρούσας μελέτης, οδήγησαν στην επιλογή της υπόγειας όδευσης ως της βασικής εναλλακτικής λύσης στην παρούσα αξιολόγηση. Όμως, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης ΜΠΕ, η υποθαλάσσια όδευση όφειλε να σχεδιαστεί και να αξιολογηθεί αναλυτικά.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>6. Η παρούσα αξιολόγηση στηρίχθηκε σε μια μεθοδολογία Πολυκριτηριακής Ανάλυσης. Το πλεονέκτημα της μεθοδολογίας είναι ότι κάθε βήμα της, όπως και όλες οι παραδοχές της είναι απολύτως διαφανείς και ελέγξιμες. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι με συγκεκριμένο τρόπο τεκμηριωμένα και, βεβαίως, ανοικτά στην κριτική η οποία, επίσης, στην περίπτωση διαφορετικών προσεγγίσεων θα πρέπει να γίνει με συγκεκριμένο και διαφανή τρόπο.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>7. Από το σύνολο των συγκρίσεων που εφαρμόστηκαν στη Μέθοδο Αναλυτικής Ιεράρχησης (AHP), προκύπτει ότι η εναέρια όδευση υπερέχει μόνο στο οικονομικό υποκριτήριο του κόστους επένδυσης (CAPEX), ενώ η υπόγεια όδευση εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα στο οικονομικό υποκριτήριο του κόστους λειτουργίας και συντήρησης (OPEX), σε όλα τα περιβαλλοντικά υποκριτήρια (επίδραση στο τοπίο, επιπτώσεις στο οικοσύστημα, κίνδυνος πυρκαγιών, εκπομπές CO</span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: xx-small;”>2</span></span></span><span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>) και σε όλα τα κοινωνικά υποκριτήρια (αντιληπτές επιπτώσεις στην υγεία, επιπτώσεις στην αξία γης, επιπτώσεις σε αναπτυξιακές προοπτικές).</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>8. Η μεθοδολογία που αναπτύχθηκε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπόγεια όδευση είναι σαφώς προτιμητέα έναντι της εναέριας, με τελική προτεραιότητα (σκορ) 0,66 έναντι 0,34, αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει στο πλαίσιο ισοβαρούς στάθμισης των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων (βαρύτητα 33% για το καθένα), σύμφωνα με τις αρχές και τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης. Στο πλαίσιο επέκτασης της ανάλυσης, εφαρμόστηκε η στοχαστική διερεύνηση των εναλλακτικών μέσω προσομοίωσης Monte Carlo με στόχο την εξέταση της σταθερότητας του βασικού αποτελέσματος υπό συνθήκες αβεβαιότητας. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι η πιθανότητα η εναέρια όδευση να είναι προτιμητέα είναι πρακτικά μηδενική (δεν αναδεικνύεται προτιμητέα σε καμία επανάληψη της προσομοίωσης), ενώ η υπόγεια όδευση αναδεικνύεται ως καθολικά προτιμητέα, στο 100% των επαναλήψεων. Στο πλαίσιο μιας επιπλέον ανάλυσης, «επετράπη» οι ισοσταθμισμένες βαρύτητες των βασικών κριτηρίων να ανατραπούν σε όφελος των οικονομικών κριτηρίων και σε βάρος των περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων, όχι γιατί η ερευνητική ομάδα υπερασπίζεται μια τέτοια θέση αλλά για να γίνει ορατό σε ποιο επίπεδο μιας τέτοιας «ανατροπής» η εναέρια όδευση αρχίζει να αποκτά κάποιες πιθανότητες προτίμησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η ανατροπή της προτίμησης μπορεί να συμβεί μόνο όταν το οικονομικό κριτήριο λαμβάνει βαρύτητα 70%, ενώ τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια περιορίζονται σε 15% το καθένα, και τότε ακόμη οριακά (συνολικά, με πιθανότητα κάτω από 1%). Με άλλα λόγια, η εναέρια λύση δεν υπερισχύει σε ένα πλαίσιο βιώσιμης αξιολόγησης, αλλά μόνο όταν η ανάλυση μετατοπίζεται σε μία σαφώς μονοκριτηριακή λογική, στην οποία το κατασκευαστικό κόστος σχεδόν προεξοφλεί το αποτέλεσμα.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>9. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η σύγκριση των εναλλακτικών στο πλαίσιο των Οικονομικών του Περιβάλλοντος. Ένα συγκεκριμένο και σοβαρό κόστος των ΕΓΜΥΤ προκύπτει από την οπτική ρύπανση και την ανησυχία για τις επιπτώσεις στην υγεία και έχει αντανάκλαση στην αξία γης. Δεδομένου ότι το μήκος της εναέριας όδευσης είναι 96,8 km και η ζώνη επιρροής εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τα 300 μέτρα εκατέρωθεν, η μείωση της αξίας γης είναι σημαντική (μέχρι 30% σε αποστάσεις μικρότερες 100 m, περίπου 10% σε αποστάσεις μέχρι τα 300 m), αν και είναι δύσκολο να υπολογιστεί στο πλαίσιο αυτής της έρευνας. Ένα άλλο επίσης σοβαρό κόστος προκύπτει από την όδευση ΕΓΜΥΤ από πάρκα και προστατευόμενες περιοχές, λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, είτε ως υποβάθμιση του τοπίου είτε ως επιπτώσεις στη χλωρίδα και την πανίδα (κυρίως ορνιθοπανίδα). Το κόστος της υποβάθμισης, όπως υπολογίστηκε από τη μέθοδο ΒΤ, εκτιμάται από 330.000 έως 1,28 εκατ. € ανά km και έτος. Δεδομένου ότι το μήκος της συγκεκριμένης εναέριας όδευσης εντός των προστατευόμενων περιοχών είναι της τάξης των 40 km, το εξωτερικό κόστος εκτιμάται μεταξύ 13,1 εκατ. €/έτος έως 50,3 εκατ. €/έτος.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>10. Η αποτίμηση του οφέλους από την υπόγεια όδευση δίνει επίσης ένα σαφές μέτρο της αποτίμησης των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων της επιφανειακής όδευσης, ως σύνολο. Η Μέθοδος της Προθυμίας Πληρωμής δεν υπονοεί μετακύλιση του κόστους στον καταναλωτή, αλλά χρησιμοποιείται για την ανάδειξη και ορθή εκτίμηση των λανθανουσών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Τα κοινωνικά τα οφέλη από την υπογειοποίηση της ΕΓΜΥΤ (ή αντίστοιχα τα αποφευχθέντα κοινωνικά κόστη) όπως αποτυπώθηκαν από την εφαρμογή της μεθόδου ΒΤ, ανέρχονται ως μέση εκτίμηση (με συντηρητικές πάντα παραδοχές) σε 20 εκατ. € σε ετήσια βάση, υπερβαίνοντας το ανηγμένο εκτιμώμενο κόστος κατασκευής της υπόγειας όδευσης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, το ανηγμένο κόστος κατασκευής της υπόγειας όδευσης (με βάση την εκτίμηση του ΑΔΜΗΕ), είναι της τάξης του 2% του Επιτρεπόμενου Εσόδου για το 2026.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>11. Ένα ιδιαίτερο σημείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί είναι η «αξιοποίηση» του ορεινού χώρου της περιοχής για την μεταφορά εκεί περιβαλλοντικών προβλημάτων που εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίζονται ως σοβαρά για το αστικό περιβάλλον, αφού επιλέγεται, σύμφωνα με τη ΜΠΕ, να μεταφερθούν εκτός του αστικού ιστού, όπου αναμένονται λιγότερες αντιδράσεις. Πρόκειται για μια εξαιρετικά λάθος επιλογή. Το λάθος αυτό, δυστυχώς, είναι συστηματικό στην ελληνική πραγματικότητα και έχει οδηγήσει σε βαθιές χωροταξικές ανισότητες, με την ορεινή Ελλάδα να περιθωριοποιείται διαρκώς, και το χάσμα να διευρύνεται. Η «εύκολη» επιλογή της μετακίνησης της όχλησης και των συνεπειών στις ορεινές περιοχές, έναντι της πραγματικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, αποτελεί κοντόφθαλμη χωροταξική πολιτική με μη αναστρέψιμες επιπτώσεις για τα ορεινά και ημιορεινά τοπία φυσικού κάλλους, τα οποία πέραν του αναπτυξιακού δυναμικού τους</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>αποτελούν θεμελιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο ταυτότητας για την Κρήτη.</span></span></span>

                                    <span style=”color: #000000;”><span style=”font-family: Calibri, serif;”><span style=”font-size: medium;”>12. Η παρούσα μελέτη δεν υποκαθιστά την κατά τον νόμο απαραίτητη ΜΠΕ, η οποία πραγματοποιείται με συγκεκριμένες προδιαγραφές. Για παράδειγμα, οι εναλλακτικές πρέπει να σχεδιασθούν αναλυτικά και η εκτίμηση των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων πρέπει να γίνει με μεγαλύτερη ακρίβεια. Αναδεικνύει, όμως, ότι η υπόγεια όδευση αποτελεί μια ουσιαστική εναλλακτική λύση, με σαφή πλεονεκτήματα σε ένα ισόρροπο πλαίσιο οικονομικής, περιβαλλοντικής και κοινωνικής αξιολόγησης. Το εύρημα αυτό ενισχύεται από τη στοχαστική ανάλυση της μελέτης, από την οποία προκύπτει ότι το βασικό συμπέρασμα της υπεροχής της υπόγειας όδευσης είναι σταθερό. Τέλος, καταδεικνύεται ότι η εγκεκριμένη ΜΠΕ δεν εξέτασε ουσιαστικά τις εναλλακτικές (υπόγεια- υποθαλάσσια) που παρουσιάζουν πέραν κάθε αμφιβολίας ισχυρότατα πλεονεκτήματα στο πλαίσιο μια ολοκληρωμένης ανάλυσης που βασίζεται στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ υποτιμήθηκαν σοβαρές επιπτώσεις της προτεινόμενης λύσης στο περιβάλλον και στην κοινωνία.</span></span></span>

                                     

                                    https://drive.google.com/drive/folders/1gzCGXlm44hVYzE53Qcm2zvTfCJx_jo2x

                                    #15132
                                    WWF Ελλάς

                                      ΣΧΟΛΙΑ WWF ΕΛΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΧΠ-ΑΠΕ

                                       

                                      ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
                                      Στόχος του ΕΧΠ ΑΠΕ πρέπει να είναι η διατύπωση της χωρικής διάστασης της μετάβασης του ενεργειακού συστήματος της χώρας σε 100% ΑΠΕ κατά τρόπο που θα διασφαλίζει προστασία της φύσης, χαμηλό κόστος, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική νομιμοποίηση και ουσιαστική συμμετοχή.
                                      Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, πολύτιμος χρόνος έχει ήδη χαθεί για την προώθηση της σωστά σχεδιασμένης και κοινωνικά συμμετοχικής μετάβασης στην καθαρή ενέργεια, με την εθνική ενεργειακή πολιτική να παραμένει επί δεκαετίες ακόμη και σήμερα «αιχμάλωτη» του παρωχημένου οικονομικού μοντέλου της εξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες και τον ιδιαίτερα ρυπογόνο λιγνίτη. Ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρώτο αιολικό πάρκο της Ευρώπης κατασκευάστηκε και λειτούργησε στη χώρα μας, στην Κύθνο, από τη ΔΕΗ το 1982, ενώ το ΚΑΠΕ σε συνεργασία με την ΠΥΡΚΑΛ είχαν πριν από 26 χρόνια προχωρήσει σε σχεδιασμό πρότυπων ανεμογεννητριών και παραγωγή που παρέμεινε περιορισμένη, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλά αδικαιολόγητη αλλά έχει και ως αποτέλεσμα τώρα η Ελλάδα να προσπαθεί ασθμαίνοντας να κερδίσει χαμένο χρόνο ενώ άλλες χώρες έχουν προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση εύτακτα και μέσα από σωστές διαβουλεύσεις και διαδικασίες.
                                      Η αναθεώρηση και προσαρμογή του χωροταξικού για τις ΑΠΕ στις νέες συνθήκες, κατά τρόπο που διασφαλίζει τη σωστή και ταχεία μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, με ασφαλέστερους όπως και διαφανέστερους όρους από ό,τι οι μονάδες υδρογονανθράκων και λιγνίτη, είναι κρίσιμη σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Είναι καιρός η χώρα να ξεκολλήσει από το ξεπερασμένο και αναχρονιστικό και περιβαλλοντικά ιδιαίτερα καταστροφικό ενεργειακό μοντέλο που βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα και να προσδώσει θετική ενέργεια και πολιτικά οραματική προτεραιότητα στη μετάβαση σε ένα σύστημα καθαρής ενέργειας μέσα από σωστές συμμετοχικές διαδικασίες και ισχυρές περιβαλλοντικές διασφαλίσεις, στη βάση ισχυρής δέουσας εκτίμησης των επιπτώσεων σε ευαίσθητες και οικολογικά σημαντικές περιοχές.
                                      Λαμβάνοντας υπόψη ότι εκτός από τις ήδη εγκατεστημένες και λειτουργούσες μονάδες ΑΠΕ (σήμερα ανέρχονται σε 11,2 φωτοβολταϊκά και 6,3 αιολικά = 17,5GW εγκατεστημένης ισχύος αιολικών και φωτοβολταϊκών), επιπλέον 3,4GW αιολικών και 11,3GW έχουν λάβει οριστική προσφορά σύνδεσης αλλά δεν έχουν ακόμα κατασκευαστεί, από τα διαθέσιμα δεδομένα φαίνεται πως είναι ήδη δρομολογημένο ένα σύστημα 32,2GW αιολικών και φωτοβολταϊκών, το οποίο μπορεί μέχρι το 2035 να αντικαταστήσει στην ηλεκτροπαραγωγή το σύνολο σχεδόν της σημερινής εγκατεστημένης ισχύος ορυκτών καυσίμων. Απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως είναι η θέσπιση και εφαρμογή ισχυρών πολιτικών για την άμεση προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας με διάφορες τεχνολογίες, τον εξηλεκτρισμό σε θέρμανση και κίνηση, την αποτροπή κάθε νέας αδειοδότησης συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα και τη ριζική ανακατεύθυνση των δημόσιων πόρων από την επιδότηση των ρυπογόνων καυσίμων, σε επενδύσεις για καινοτομία στην αποθήκευση και για ενίσχυση των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών ώστε να αντιμετωπιστεί η μάστιγα της ενεργειακής φτώχιας (που επιδεινώνεται λόγω της εξάρτησης από το πετρέλαιο και το αέριο).
                                      Η ενεργειακή μετάβαση προς ένα μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής μηδενικών ανθρακικών εκπομπών μέχρι το 2035 πρέπει να εξελιχθεί με τους καλύτερους δυνατούς όρους προστασίας του περιβάλλοντος, κοινωνικής συμμετοχής και δικαιοσύνης και με ασφάλεια δικαίου και αδειοδοτική σαφήνεια. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει η χώρα μας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις σοβαρές προκλήσεις τόσο κατά το επόμενο κρίσιμο διάστημα όσο και μακροπρόθεσμα, ενώ είναι και ευκαιρία να αποτελέσει παράδειγμα σωστής ανάπτυξης των ΑΠΕ.
                                      Ειδικά σε σχέση με τη χωρική διάσταση των ΑΠΕ, το WWF Ελλάς έχει από το 2022 διαμορφώσει πρόταση για νέο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ: https://www.wwf.gr/?uNewsID=8221291. Το προτεινόμενο σύστημα για τη χωρική ανάπτυξη των ΑΠΕ επιδιώκει να αντιμετωπίσει τις μεγάλες προκλήσεις στην πορεία της χώρας μας προς την κλιματική ουδετερότητα: την άμεση ανάγκη για κάλυψη του 100% της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2035, τα κενά στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση που δυσχεραίνουν την ορθή χωροθέτηση των ΑΠΕ, τον ελλιπή χωροταξικό σχεδιασμό που υπονομεύει τη νομικά ασφαλή και περιβαλλοντικά βέλτιστη ανάπτυξη των εγκαταστάσεων, καθώς και την περιορισμένη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

                                       

                                      ΕΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΗΣ Κ.Υ.Α.

                                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ – ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
                                      Πολύ θετική εξέλιξη ο χαρακτηρισμός ως περιοχών αποκλεισμού των Ζωνών Ειδικής Προστασίας που έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 βάσει της οδηγίας για τα άγρια πουλιά 2009/147/ΕΚ. Απαραίτητη η προσθήκη επισήμανσης ότι ο αποκλεισμός πρέπει να αφορά και τις Σημαντικές Περιοχές για τα πουλιά (Important Bird Areas) τις οποίες η Ελλάδα κατά παράβαση σχετικής απόφασης του ΔΕΕ (C-334/04) δεν έχει ακόμα εντάξει στο δίκτυο Natura 2000. Από τη στιγμή που ακόμη δεν έχει επιτευχθεί ο απαραίτητος έλεγχος και η σωστή χωροθέτηση με βάση επιστημονικά ενδεδειγμένη χαρτογράφηση ευαισθησίας ώστε να αποφεύγονται οι επιπτώσεις στους πληθυσμούς των προστατευόμενων ειδών πουλιών, ο οριζόντιος αποκλεισμός των περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί ως προστατευόμενες για τα άγρια πουλιά είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αποφυγής επιπτώσεων.
                                      Επίσης θετική είναι η πρόβλεψη περιορισμού ανάπτυξης ΑΠΕ σε ψηλά βουνά, τα οποία το σχέδιο κ.υ.α ορίζει ως άνω του υψομέτρου των 1.200 μέτρων. Λείπει ωστόσο η τεκμηρίωση για το πώς επιλέχθηκε το συγκεκριμένο υψόμετρο ως όριο και όχι πχ τα 1.000 μέτρα ή άλλο.
                                      Επίσης θετική εξέλιξη είναι η κατάργηση των περιοχών αιολικής προτεραιότητας (ΠΑΠ) ως κατηγορίας χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων που προβλέπεται στο ισχύον χωροταξικό ΑΠΕ. Το αίτημα αυτό είχαμε εκφράσει και κατά τη διαβούλευση και συζήτηση στις κοινοβουλευτικές επιτροπές του ν. 5299/2026. Η εισαγωγή στο υπό διαβούλευση χωροταξικό του ορισμού «περιοχών επιτάχυνσης ΑΠΕ», κατηγορίας που προβλέπεται από την οδηγία της ΕΕ για τις ΑΠΕ (RED III) αποτελεί κατάλληλη ρυθμιστική επιλογή για την επίτευξη του απαραίτητου συντονισμού των προβλέψεων της οδηγίας RED III με το χωροταξικό ΑΠΕ. Ωστόσο ούτε το υπό διαβούλευση σχέδιο κ.υ.α. αλλά ούτε και ο πρόσφατος ν. 5299/2026 που ενσωμάτωσε την RED III περιλαμβάνουν οποιαδήποτε διαδικαστική ή άλλη πρόβλεψη σχετικά με το πώς θα γίνει ο προσδιορισμός των περιοχών επιτάχυνσης – πρόκειται για ένα σημαντικό κενό, η επούλωση του οποίου πρέπει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα για το αρμόδιο ΥΠΕΝ, καθώς η προθεσμία που θέτει η ίδια η αναθεωρημένη οδηγία για τον προσδιορισμό περιοχών επιτάχυνσης έχει ήδη παρέλθει (21 Φεβρουαρίου 2026).

                                      Ειδικότερες παρατηρήσεις:
                                      1. Έλλειμμα αξιολόγησης της εφαρμογής του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ 2008: Όπως προβλέπει ο ισχύων νόμος για τη χωροταξία 4447/2016, «το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της εφαρμογής των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων. Για τον σκοπό αυτόν, συντάσσει ανά πενταετία εκθέσεις αξιολόγησης, στις οποίες αναφέρονται οι χωρικές συνέπειες, ο τρόπος εφαρμογής και τα πιθανά προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά την εφαρμογή τους.» Τέτοιες εκθέσεις αξιολόγησης δεν φαίνεται να έχουν δημοσιευθεί.
                                      Από τις εκατοντάδες μελέτες και εκθέσεις παρακολούθησης της λειτουργίας των υφιστάμενων αιολικών πάρκων που εύλογα θα έχουν μέχρι σήμερα υποβληθεί στις αρμόδιες γνωμοδοτικές και αδειοδοτικές αρχές θα έπρεπε να έχουν εξαχθεί συμπεράσματα στο πλαίσιο της αξιολόγησης της εφαρμογής του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ 2008. Τα στοιχεία αυτά θα έπρεπε να έχουν συμπεριληφθεί στην αξιολόγηση και να διατίθενται σε γνώση του κοινού, ως βάση για τη διαμόρφωση του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ και να είναι διαθέσιμα στο κοινό, ώστε η συμβολή στη διαβούλευση να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Από κανένα σημείο των δημόσια διαθέσιμων υποστηρικτικών μελετών δεν είναι φανερό εάν έχουν εκτιμηθεί τα δεδομένα αυτά ή ακόμα και αν οι προβλεπόμενες εκθέσεις υποβάλλονται από τους φορείς εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ.
                                      2. Οδικό δίκτυο: Η αξιοποίηση υφιστάμενου οδικού δικτύου είναι απαραίτητο μην περιοριστεί σε ευχολογικού χαρακτήρα «ένδειξη», αλλά να προκριθεί ως προτεραιότητα και να πριμοδοτηθεί με ταχύτερες αδειοδοτικές διαδικασίες.
                                      3. Αποστάσεις από εκτός σχεδίου τουριστικές περιοχές: Ακατανόητη η πρόβλεψη εξαίρεσης των εκτός σχεδίου περιοχών με χρήσεις τουρισμού και αναψυχής από την εγκατάσταση αιολικών. Ακόμα και αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι είναι αδιανόητο να αναπτύσσονται εκτός σχεδίου τουριστικές περιοχές, ιδίως σε καιρό κλιματικής κρίσης και με τις απειλητικές κλιματικές καταστροφές να επιδεινώνονται σε δριμύτητα και συχνότητα, θεωρούμε πως τέτοιες περιοχές δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιβαρύνουν το ηλεκτρικό δίκτυο και να αφαιρούν εκτάσεις στις οποίες θα μπορούσαν να εγκατασταθούν μονάδες ΑΠΕ (πάντα με τις προστατευτικές για οικοσυστήματα πρόνοιες). Ειδικά στην περίπτωση της χώρας μας, είναι αμφίβολο το σκεπτικό του αποκλεισμού χωροθέτησης ενεργειακών μονάδων ΑΠΕ, όταν πολλοί τουριστικοί προορισμοί (ειδικά στα μη διασυνδεδεμένα νησιά) ηλεκτροδοτούνται από πετρελαϊκές μονάδες που αναμφίβολα προκαλούν ρύπανση, ενώ οι περιοχές με έντονη τουριστική ανάπτυξη είναι γεμάτες με αισθητικά ετερόκλητες καθώς και αυθαίρετες εγκαταστάσεις αλλά και ανοιχτούς χώρους παράνομης απόθεσης αποβλήτων που σίγουρα δεν συγκρίνονται καν με την παρουσία μονάδων ΑΠΕ.
                                      4. Εξαίρεση ΠΟΤΑ: Ακόμα μια ακατανόητη πρόβλεψη είναι η συνέχιση του αποκλεισμού από τη χωροθέτηση αιολικών των περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων (ΠΟΑΠΔ) και των περιοχών ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης (ΠΟΤΑ). Δεδομένου ότι οι δραστηριότητες του τουρισμού και γενικότερα των υποδοχέων οικιστικής ανάπτυξης χαρακτηρίζονται από έντονο ενεργειακό αποτύπωμα, θα έπρεπε να είναι απαραίτητη η πρόβλεψη υποχρέωσης των φορέων για κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους των ενεργειακών αναγκών με εγκαταστάσεις ΑΠΕ που θα χωροθετούνται εντός των ορίων των περιοχών τουριστικής ανάπτυξης. Άλλωστε, έρευνες που έχουν διενεργηθεί από αρμόδιες αρχές έχουν δείξει πως η λειτουργία αιολικών δεν επηρεάζει την απόφαση τουριστικής επίσκεψης (με εξαίρεση αφορά άτομα που δηλώνουν εξ αρχής αντίθετα με τις ΑΠΕ – βλ. ενδεικτικά: Κυβέρνηση της Σκωτίας. (2012). The Impact of Wind Farms on Scottish Tourism).
                                      5. Εξαίρεση ΠΟΑΥ: Αναντιστοιχία μεταξύ άρθρου 27, περ. 2, όπου προβλέπεται η «ένταξη των ΠΟΑΥ (ως μορφή ΠΟΑΠΔ) στις περιοχές αποκλεισμού εγκατάστασης ανεμογεννητριών, και της πρόνοιας του άρθ. 9 περ. 3, όπου προβλέπεται ότι «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η εγκατάσταση ανεμογεννητριών εντός Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ), με συγκατάθεση του φορέα εκμετάλλευσης.». Δεν συντρέχει κάποιος προφανής και πάντως επιστημονικά τεκμηριωμένος λόγος ώστε να απαγορεύεται η εγκατάσταση ΑΠΕ σε περιοχές ανάπτυξης υδατοκαλλιεργειών.
                                      6. Αττική και Θεσσαλονίκη: Η συνέχιση του αποκλεισμού του μεγαλύτερου μέρους της Αττικής και της Θεσσαλονίκης από τη χωροθέτηση αιολικών, σε εφαρμογή των αντίστοιχων ρυθμιστικών σχεδίων, δίνουν συνέχεια σε μια ακατανόητη εξαίρεση για τις πόλεις που εκ του πληθυσμού τους και μόνο έχουν το μεγαλύτερο ενεργειακό αποτύπωμα στη χώρα. Στους κατοίκους της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας είναι απαραίτητο να υπενθυμίζεται συνεχώς ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι ένα αγαθό που παράγεται σε αόρατες περιοχές (όπως επί δεκαετίες η Πτολεμαΐδα, η Μεγαλόπολη και το Αμύνταιο) και προσφέρεται αφειδώς για κατανάλωση – η εξοικείωση με τη διαδικασία ηλεκτροπαραγωγής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποφυγή σπατάλης και την εξοικονόμηση ενέργειας. Προτεραιότητα είναι απαραίτητο να δοθεί σε περιοχές με χωροθετημένες βιομηχανικές χρήσεις, ώστε η παραγωγή ενέργειας να συνυπάρχει με την κατανάλωση.
                                      7. Συνύπαρξη χρήσεων και προτεραιοποίηση περιοχών: Περιοχές που είναι χαρακτηρισμένες για βιομηχανική και επιχειρηματική χρήση, όπως οι ΒΙΠΕ, θα έπρεπε να επιτρέπεται να αποτελέσουν περιοχές επιτάχυνσης. Στις περιοχές αυτές θα είναι σημαντικό να δοθούν κίνητρα αδειοδοτικής διευκόλυνσης για την ανάπτυξη σταθμών ΑΠΕ και αποθήκευσης, στο πλαίσιο πολιτικής ιεράρχησης των μη φυσικών περιοχών ως προτεραιότητας για τη χωροθέτηση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Γενικότερα, τονίζουμε ότι η συνύπαρξη χρήσεων, ιδίως στο πλαίσιο της χαρτογράφησης των «αναγκαίων» περιοχών κατά την RED III -και άρα στο πλαίσιο του προσδιορισμού των περιοχών καταλληλότητας στο ΕΧΠ-ΑΠΕ- θα πρέπει να αποτελεί επιδίωξη του σχεδιασμού, και τα έργα ΑΠΕ να είναι συμβατά με προϋπάρχουσες χρήσεις [άρθ. 15β(3) oδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την oδηγία 2024/2413 (RED III)]. Προκειμένου, λοιπόν, να υπάρξει ουσιαστική εφαρμογή της συγκεκριμένης πρόβλεψης της οδηγίας, το ΕΧΠ-ΑΠΕ θα έπρεπε να δίνει σαφή προτεραιότητα στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ σε περιοχές όπου ήδη υφίσταται οργανωμένη, έστω και άτυπα, συγκέντρωση δραστηριοτήτων ή/και δόμηση, τηρουμένων ορισμένων ελάχιστων αποστάσεων για λόγους ασφαλείας. Η κατεύθυνση αυτή θα πρέπει, επιπρόσθετα, να αποτελέσει ρητή κατεύθυνση του ΕΧΠ-ΑΠΕ προς τα εργαλεία χωρικού σχεδιασμού υποκείμενου επιπέδου (περιφερειακά χωροταξικά πλαίσια και τοπικά ή ειδικά πολεοδομικά σχέδια).
                                      8. Αναστολή αδειοδότησης για έργα μεγάλης κλίμακας ως απαραίτητο προληπτικό μέτρο: Με την ευκαιρία της διαβούλευσης αυτής, και δεδομένης της συνεχιζόμενης επ’ αόριστον καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των εγκρίσεων των ΕΠΜ και θέσπισης των προεδρικών διαταγμάτων για το σύνολο των περιοχών Natura 2000, επαναλαμβάνουμε το αίτημά μας για αναστολή όλων των αδειοδοτήσεων έργων κατηγορίας Α (όχι μόνο ΑΠΕ, αλλά κάθε έργου κατηγορίας Α), μέχρι την ολοκλήρωση της αδικαιολόγητα καθυστερημένης διαδικασίας πλήρους συμμόρφωσης της χώρας με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου για την προστασία των φυσικών οικοτόπων και της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ C-849/19. Η σχετική κοινή τοποθέτηση 10 περιβαλλοντικών οργανώσεων έχει διατυπωθεί δημόσια και απευθυνθεί προς το ΥΠΕΝ από το 2020: https://www.wwf.gr/ta_nea_mas/?uNewsID=2236291
                                      9. Ακτές κολύμβησης: Το προτεινόμενο κείμενο περιλαμβάνει στις «περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας» των αιολικών εγκαταστάσεων τις «ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης της ποιότητας των υδάτων κολύμβησης που συντονίζεται από το ΥΠΕΝ» [άρθ. 5 παρ. 1 σημείο (15)]. Η ίδια πρόβλεψη επαναλαμβάνεται για τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας (15 παρ. 1), τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ενέργειας από βιομάζα, βιοαέριο ή βιορρευστά (19 παρ 1), τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της γεωθερμικής ενέργειας (22 παρ. 1) και τις εγκαταστάσεις ηλεκτροχημικής αποθήκευσης της ηλεκτρικής ενέργειας (24 παρ. 1). Επίσης, οι εγκαταστάσεις ΑΠΕ πρέπει να τηρούν από τις ακτές αυτές τις ελάχιστες αποστάσεις που ορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ. Δικαιολογητικός λόγος των περιορισμών αυτών είναι προφανώς το γεγονός ότι οι ακτές αυτές είναι πολυσύχναστες (πρβλ. άρθ. 2 παρ. 1 υ.α. Η.Π. 8600/416/Ε103/2009, ΦΕΚ Β’ 356). Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου, η δικαιολογητική αυτή βάση δεν είναι πειστική. Προστασία από τη δόμηση χρειάζεται το σύνολο του παράκτιου χώρου και όχι μόνο οι «ακτές κολύμβησης»: το σύνολο του παράκτιου χώρου συμβάλλει στην αναψυχή, στην προστασία του περιβάλλοντος, και προσφέρει πολύτιμες οικοσυστημικές υπηρεσίες. Ακόμα χειρότερα, δεν είναι εύλογο να αλλάζουν οι περιοχές αποκλεισμού κάθε φορά που το ΥΠΕΝ επικαιροποιεί τον κατάλογο αυτό. Επίσης, το προτεινόμενο κείμενο μοιάζει να αγνοεί τις λεγόμενες «παραλίες υψηλής προστασίας» («απάτητες παραλίες», ΦΕΚ Β’ 3734/2024, 2646/2026), και φυσικά τις όχθες – ένα ιδιαίτερα ευάλωτο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος. Τέλος, η έννοια της «ακτής» δεν είναι νομικά οριοθετημένη. Για όλες αυτούς τους λόγους, προτείνεται να είναι περιοχή αποκλεισμού για όλες τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ το σύνολο της «αδόμητης ζώνης» κατά το Πρωτόκολλο για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης. Εξαίρεση μπορεί να προβλεφθεί για τα ΜΥΗΕ (που αναγκαστικά απαιτούν κάποια επέμβαση στην όχθη) και συνοδά έργα διασύνδεσης (ενδεικτικά, αγωγοί προσαγωγής, γραμμές μεταφοράς η/ε – π.χ., μεταξύ ενός νησιού του διασυνδεδεμένου συστήματος και της υπόλοιπης χώρας).
                                      10. Σχετικά με την προστασία ευαίσθητων θαλάσσιων οικοσυστημάτων: Αν και τα λιβάδια ποσειδωνίας αποτελούν οικότοπο προτεραιότητας κατά την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, συνεπώς καλύπτονται από την οριζόντια ρύθμιση για τις περιοχές αποκλεισμού, εντούτοις στο υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ έχει ληφθεί πρόνοια σχετικά με την εγκατάσταση θαλάσσιων πλωτών φωτοβολταϊκών σταθμών (άρθρο 17 σχεδίου κ.υ.α.) αλλά όχι αντίστοιχη πρόνοια για τις υπεράκτιες αιολικές εγκαταστάσεις (άρθρο 9). Συγκεκριμένα, το άρθρο 17 ορίζει ως ζώνες αποκλεισμού για τη χωροθέτηση θαλάσσιων πλωτών φωτοβολταϊκών σταθμών τους λειμώνες του είδους Posidonia oceanica και επιπρόσθετα προβλέπει τη διενέργεια δέουσας εκτίμησης (σύνταξη ΕΟΑ) για πλωτούς σταθμούς σε βυθούς με θαλάσσια βλάστηση Cymodocea nodosa, Zostera marina και Zostera moltii (σημείωση: η ορθή ονομασία είναι Zostera noltii και όχι moltii). Για την πληρέστερη προστασία των θαλάσσιων οικοτόπων είναι σκόπιμες οι εξής τροποποιήσεις και προσθήκες στα άρθρα 9 και 17:
                                      α) Να προστεθούν στις ζώνες αποκλεισμού του άρθρου 9 οι βυθοί με Posidonia oceanica.
                                      β) Να προστεθεί αντίστοιχη ρητή απαγόρευση για τις συνοδές εγκαταστάσεις (διέλευση καλωδίων).
                                      γ) Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη και εκτεταμένη χαρτογράφηση θαλάσσιων λιβαδιών στις ελληνικές θάλασσες [Panayotidis, P. et al. (2022) “Seagrass meadows in the Greek Seas: presence, abundance and spatial distribution”, Botanica Marina 65(4): 289–299], τα είδη που καταγράφηκαν σε περίπου 70% της ελληνικής ακτογραμμής είναι τα ακόλουθα: Posidonia oceanica – Cymodocea nodosa – Zostera noltii – Halophila stipulacea (ξενικό), ενώ δεν γίνεται αναφορά σε Zostera marina. Επομένως το τελευταίο αυτό είδος θα πρέπει να απαλειφθεί. Αντίστοιχα, θα πρέπει να επεκταθεί η πρόβλεψη για υποχρεωτική διενέργεια δέουσας εκτίμησης στις περιπτώσεις χωροθέτησης αιολικών ή φωτοβολταϊκών σταθμών και συνοδών εγκαταστάσεων σε περιοχές με άλλους ευαίσθητους οικοτόπους, ιδίως τους κοραλλιογενείς σχηματισμούς, τα υποθαλάσσια δάση μεγάλων φαιοφυκών Cystoseira/Gongolaria, τους μαϊραλιθικούς πυθμένες (rhodolith beds) και τα θαλάσσια σπήλαια (τύπος οικοτόπου 8330).
                                      δ) Η διενέργεια δέουσας εκτίμησης θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ρητά σε περιμετρική ζώνη κατ’ ελάχιστο 200 μ. γύρω από χαρτογραφημένα λιβάδια Posidonia oceanica για όλες τις θαλάσσιες ΑΠΕ, προκειμένου να λαμβάνονται τα δέοντα μέτρα προστασίας από θολώσεις και ίζηση που δημιουργούνται κατά την κατασκευή των έργων.
                                      ε) Να προστεθούν προβλέψεις για την περιβαλλοντική αδειοδότηση και τη διενέργεια δέουσας εκτίμησης, όπως (i) χαρτογράφηση βενθικών ενδιαιτημάτων μέσω side-scan sonar, ROV ή drop-down camera σε όλη την περιοχή των δυνητικών επιπτώσεων έργων και με βάση εξειδικευμένο μεθοδολογικό πρωτόκολλο, και (ii) εξειδίκευση του περιεχομένου των ΕΟΑ για τα είδη Cymodocea/Zostera με υποχρεωτικούς δείκτες (π.χ. πυκνότητα στελεχών – shoot density, βιομάζα, leaf area index) και κατώφλια αποδεκτής επίπτωσης.
                                      11. Ειδικό σχόλιο για τον Έβρο: Ειδικότερα όσον αφορά την πολύπαθη περιοχή του Έβρου, η οποία είναι από τις λίγες περιοχές στην Ελλάδα όπου καταγράφεται πραγματικά σοβαρή επίπτωση από τη λάθος χωροθέτηση αιολικών σταθμών, με ευθύνη του ισχύοντος ειδικού χωροταξικού πλαισίου, ιδιαίτερη ανησυχία μας προκαλεί η αναφορά στην υπό διαβούλευση ΣΜΠΕ ότι “ώριμο ενδιαφέρον καταγράφεται στα ορεινά μεταξύ Έβρου και Ροδόπης”. Οι περιοχές αυτές αποτελούν το σημαντικότερο ενδιαίτημα των γυπών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη – δεδομένου ότι μιλάμε για μικρούς πληθυσμούς, κάθε πρόσκρουση γύπα σε ανεμογεννήτριες μπορεί να επιφέρει συντριπτική επίπτωση με αποτύπωμα πανευρωπαϊκής διάστασης. Θεωρούμε απαράδεκτη τη μη λήψη θεσμικών μέτρων για την αναστολή όλων των έργων στον Έβρο, μετά από την τεράστια καταστροφή που προξένησε ο μεγα-πυρκαγιά του Αυγούστου 2023, παρά τις διακηρύξεις και δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας του τόπου (βλ. παλαιότερη σχετική ανακοίνωση 9 περιβαλλοντικών οργανώσεων). Επαναλαμβάνουμε το πάγιο αίτημα του WWF Ελλάς και της Εταιρείας Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης για εφαρμογή των εδώ και χρόνια κατατεθειμένων επιστημονικών μελετών για ορθή και δίχως απειλές προς τα σπάνια αρπακτικά χωροθέτηση αιολικών σταθμών στην περιοχή του Έβρου και της Ροδόπης.
                                      Γενικότερα, τόσο για τη συγκεκριμένη εμβληματική περιοχή για την προστασία της ορνιθοπανίδας, όσο και για άλλες σημαντικές περιοχές του ίδιου χαρακτήρα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να λάβει υπόψη τις ήδη εκπονημένες χαρτογραφήσεις ευαισθησίας και κάθε άλλη σχετική υποστηρικτική επιστημονική μελέτη. Με βάση τα ειδικά αυτά στοιχεία, το ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει απαραιτήτως να συμπεριλάβει ειδικότερες πρόνοιες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των προστατευόμενων ειδών, όπως εξαίρεση επιμέρους περιοχών από τις περιοχές καταλληλότητας ή υποχρεωτική διενέργεια δέουσας εκτίμηση επιπτώσεων για έργα σε περιοχές που γειτνιάζουν με περιοχές προστασίας. Βλ. ενδεικτικά: WWF Ελλάς (2013) Αιολικά Πάρκα στη Θράκη: Αναθεωρημένη Πρόταση Ορθής Χωροθέτησης του WWF Ελλάς, Κακαλής, Ε. κ.ά. (2022). Εξέταση των Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων και αξιολόγηση των Ειδικών Οικολογικών Αξιολογήσεων και των προγραμμάτων παρακολούθησης για έργα αιολικής ενέργειας στην περιοχή της Θράκης, ΕΠΒΘ, Κόπελα Σ. και Δημητριάδη, Ε. (2022) Ανάλυση του νομικού πλαισίου για την εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων στο πλαίσιο της αδειοδότησης ΑΣΠΗΕ (2022). ΕΠΒΘ, Sidiropoulos, L. etal (2022) The effects of industrial wind farm development in three priority raptor species in Thrace: cumulative collision mortality and displacement of Cinereous and Griffon Vultures and Golden Eagles, SPBT, Καλτσής Α., Μανωλόπουλος Α. (2023) Προσδιορισμός κρίσιμων ενδιαιτημάτων (χαρτογράφηση ευαισθησίας) του Όρνιου στην Ελλάδα – Καθορισμός διαχειριστικών κατευθύνσεων. Έργο LIFE-IP 4 NATURA, Bounas, A. etal (2025) Flight behavious and energy expenditure of Cinereous vultures in a landscape of increasing wind power development in Thrace, Technical Report, SPBT.
                                      12. Απουσία του θαλάσσιου χώρου: Από το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ (αλλά και από το ισχύον χωροταξικό) απουσιάζει η ενιαία θεώρηση χερσαίου και θαλάσσιου χώρου, ιδίως σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό περιοχών καταλληλότητας. Το ΕΧΠ αρκείται στην παροχή ορισμένων κατευθύνσεων και ρυθμίσεων για σταθμούς ΑΠΕ στη θάλασσα (αιολικούς και φωτοβολταϊκούς), ωστόσο μια τέτοια προσέγγιση είναι μερική και δεν ανταποκρίνεται σε μια ενιαία, μεθοδική και ολοκληρωμένη θεώρηση στεριάς και θάλασσας, παρά τις σχετικές προβλέψεις της RED III. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται διότι η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων έχει πρόσφατα αποτελέσει αντικείμενο διακριτού προγράμματος του ΥΠΕΝ (Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων – ΕΠΑΥΑΠ), το σχέδιο και η ΣΜΠΕ του οποίου είχαν τεθεί σε διαβούλευση τον Νοέμβριο 2023 και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους. Συγχρόνως, υφίσταται διάφορες προβλέψεις στο επίπεδο του νομικού πλαισίου σχετικά με τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς. Όμως ακόμα και στην περίπτωση των αιολικών, όπου ο σχεδιασμός έχει προχωρήσει περισσότερο μέσω του ΕΠΑΥΑΠ, προκαλεί εντύπωση ότι το ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν κάνει καν αναφορά σε αυτό το πρόγραμμα [με εξαίρεση την αναφορά περί δυνητικού ορισμού περιοχών επιτάχυνσης ως υποσυνόλου των περιοχών που ορίζονται με το ΕΠΑΥΑΠ – άρθ. 4(4)]. Όχι μόνο είναι ιδιαίτερα προβληματική μια τέτοια διττή θεώρηση του χώρου με δύο διαφορετικά και ασύνδετα μεταξύ τους εργαλεία σχεδιασμού (ΕΧΠ-ΑΠΕ και ΕΠΑΥΑΠ), όχι μόνο υφίσταται ανομοιογενής μεταχείριση για δύο επιμέρους μορφές ΑΠΕ στον θαλάσσιο χώρο (αιολικά και φωτοβολταϊκά), αλλά επιπλέον η σημαντική έλλειψη θαλάσσιων χωροταξικών πλαισίων κατ’ εφαρμογή της σχετικής οδηγίας για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (ΘΧΣ) (2014/89/ΕΕ) σημαίνει ότι, στην περίπτωση των ελληνικών θαλασσών, έχουμε μια μορφή οιωνεί και αποσπασματικού ΘΧΣ, η οποία χαρακτηρίζεται από ποικίλες αδυναμίες σε ό,τι αφορά τη στρατηγική εκτίμηση επιπτώσεων και την αντιμετώπισή τους (βλ. τα σχόλιά μας στη σχετική δημόσια διαβούλευση: https://wwfeu.awsassets.panda.org/downloads/sxolia_wwf_diavouleusi_edeyep_smpe_yperaktia.pdf).
                                      13. Εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων: Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί για τις εγκαταστάσεις των αιολικών η αντίστοιχη πρόβλεψη που προτείνεται για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις (άρθ. 16, παρ. 4 σχεδίου κ.υ.α.) σύμφωνα με την οποία, στις περιπτώσεις που προκύπτουν γειτνιάζουσες αναπτύξεις φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και οι οποίες μεμονωμένα δεν κατατάσσονται σε κάποια από τις κατηγορίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης του ν. 4014/2011 και της εφαρμοστικής υ.α. [ΥΠΕΝ/ΔΙΠΑ/63951/4418/12.6.2024 (Β΄3867)], απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση «προκειμένου να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν οι σωρευτικές και συνεργιστικές επιδράσεις τους». Επιπλέον, είναι σκόπιμο να επεκταθεί ο συγκεκριμένος ορισμός των γειτνιαζουσών εγκαταστάσεων του άρθ. 16(4), ώστε σε αυτές να συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο εκείνες που χωροθετούνται σε «γήπεδα σε επαφή», αλλά κι εκείνες που βρίσκονται σε μικρή απόσταση (π.χ. σε ακτίνα 3 χλμ).
                                      14. Μεταβατικές διατάξεις: Είναι σκόπιμη η πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων, όπως επιχειρείται με το δεύτερο άρθρο του σχεδίου κ.υ.α., έτσι ώστε να είναι σαφές το ρυθμιστικό και αδειοδοτικό καθεστώς που διέπει τα σχετικά έργα (είτε αυτά είναι υλοποιημένα είτε βρίσκονται στη διαδικασία αδειοδότησης), και κατά συνέπεια να διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για τους εμπλεκομένους. Προκειμένου να προσδιοριστεί για ποια έργα θα ισχύει το υφιστάμενο ή το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο του ΕΧΠ-ΑΠΕ, είναι θεμιτό ότι ορίζεται ως βασικό κριτήριο-τομή στην αδειοδοτική διαδικασία η τυπική πληρότητα φάκελου ΜΠΕ έργων, και μάλιστα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (20/5/2026 – πρόκειται για την ημερομηνία δημοσίευσης του σχεδίου κ.υ.α. στο πλαίσιο της παρούσας δημόσιας διαβούλευσης), και ακολούθως ότι ορίζονται ειδικότερες προβλέψεις για τα διάφορα στάδια αδειοδότησης και κατηγορίες έργων.
                                      Πρέπει κατά τη γνώμη μας να ληφθούν υπόψη: (α) ο μεγάλος αριθμός έργων που βρίσκονται στα διάφορα στάδια αδειοδοτικής ωριμότητας, για τα οποία η προσέγγιση είναι όχι μόνο να συνεχίσουν την αδειοδότηση με το ισχύον σήμερα καθεστώς, αλλά και να έχουν τη δυνατότητα ανανέωσης και τροποποίησης των αδειών τους με αυτό το καθεστώς (συμπεριλ. και της δυνητικής επέκτασής τους κατά 50%), (β) το γεγονός ότι πολλά από τα έργα αυτά βρίσκονται σε ποικίλες καταστάσεις εκκρεμοτήτων σχετικά με την αδειοδότησή τους, οι οποίες μπορεί να μην οφείλονται απαραίτητα στη λεγόμενη ‘αδράνεια’ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, συμπεριλ. έργων που έχουν λάβει αρνητικές γνωμοδοτήσεις (ΕΟΑ) ή σημαντικές παρατηρήσεις, και (γ) ιδίως σε ό,τι αφορά τις εγκαταστάσεις αιολικών, πολλά έργα χωροθετούνται σε περιοχές που κατά το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ ορίζονται ως περιοχές αποκλεισμού.
                                      Με βάση τα παραπάνω, υφίσταται ο κίνδυνος ένας μεγάλος αριθμός έργων να πραγματοποιηθεί χωρίς τις επαυξημένες πρόνοιες περιβαλλοντικής προστασίας και βέλτιστης χωροθέτησης που περιλαμβάνονται στο υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ. Επομένως απαιτούνται ορισμένες τροποποιήσεις και εξειδικεύσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί το μεγαλύτερο δυνατό εύρος στο πεδίο εφαρμογής του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ, με απώτερο σκοπό της διασφάλιση της περιβαλλοντικά βέλτιστης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ. Συγκεκριμένα προτείνουμε τα εξής:
                                      – Αλλαγή της δυνατότητας επέκτασης υφιστάμενων εγκαταστάσεων στο πλαίσιο τροποποίησης ΑΕΠΟ και ΠΠΔ ως προς την αδειοδοτημένη περιοχή εγκατάστασης (γήπεδο) κατά μέγιστο ποσοστό 20% (και όχι 50% όπως προτείνει το σχέδιο κ.υ.α.), στην περίπτωση που η χωροθέτησή τους εμπίπτει σε περιοχές αποκλεισμού σύμφωνα με το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ.
                                      – Το ορόσημο της πληρότητας φακέλου να ισχύει μόνο για φακέλους ΜΠΕ έργων που τεκμηριωμένα συνεχίζουν τη διαδικασία αδειοδότησης κατά το διάστημα της τελευταίας τριετίας (ενδεικτικά, αλλά σίγουρα όχι για διάστημα μεγαλύτερο αυτής) πριν την καταληκτική προθεσμία της 20ης/5/2026. Είναι απαραίτητο να αποκλειστούν έργα που βρίσκονται σε κατάσταση ‘ύπνωσης’, με διαδικασίες που με ευθύνη του επενδυτή είτε παραμένουν ανενεργές είτε αλλάζουν ιδιοκτησία.
                                      – Ειδικά για έργα τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης εντός περιοχών αποκλεισμού για σκοπούς περιβαλλοντικής προστασίας με βάση το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ, τα οποία έχουν πληρότητα φακέλου, θα πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για μη δυνατότητα επέκτασής τους, καθώς και μεταβατική διάταξη ως πρόβλεψη για μελλοντική απομάκρυνσή τους μετά το πέρας του κύκλου ζωής τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (π.χ. 20 ετών).
                                      – Να τεθεί αντίστοιχο κριτήριο με την πληρότητα φακέλου ΜΠΕ για έργα που εμπίπτουν σε ΠΠΔ (αδειοδοτική κατηγορία Β).

                                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ – ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ (ΜΥΗΕ)
                                      1. Προκαταρκτικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις του προτεινόμενου νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ για τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα δεν θίγουν τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα ύδατα, και ειδικότερα τις δεσμευτικές προβλέψεις των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ). Η διαχείριση των υδάτων δεν είναι μόνο χωροταξικό ζήτημα. Με το δεδομένο αυτό, είναι αξιέπαινη η προσπάθεια του προτεινόμενου ΕΧΠ να αξιοποιήσει την υπόλοιπη εθνική και ενωσιακή υδατική νομοθεσία, ιδιαίτερα καθώς αυτό δεν είχε γίνει στο ισχύον EΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ. Επισημαίνουμε όμως πως στο υπό διαβούλευση κείμενο η αξιοποίηση αυτή γίνεται με αδόκιμο και νομοτεχνικά ατελή τρόπο, με αποτέλεσμα το προτεινόμενο κείμενο να είναι οριακά ανεφάρμοστο.
                                      2. Σε δύο τουλάχιστον κρίσιμα θέματα [ελάχιστη οικολογική παροχή σε περίπτωση ύπαρξης ιχθυοπανίδας, ελάχιστες αποστάσεις «επάλληλων» ΜΥΗΕ, μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος εκτροπής της φυσικής κοίτης σε σχέση με την εγκατεστημένη ισχύ, και εφαρμοσιμότητα των παραπάνω περιορισμών, 13 παρ. 2 σημεία (4), (6), (8) και (10) του κειμένου σε διαβούλευση], το προτεινόμενο κείμενο παραπέμπει στην υπουργική απόφαση που «συμπλήρωσε» τα αρχικά κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ [υ.α 196978/2011 (Β’ 518), δυνάμει του άρθ. 9 παρ. 5 ν. 3851/2010]. Η απόφαση αυτή, αν και μεταγενέστερη του ισχύοντος ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ (2008), είναι προγενέστερη δύο κύκλων αναθέωρησης των ΣΔΛΑΠ (2017, 2024), συνεπώς αναπόφευκτα αγνοεί την επιστημονική γνώση και τη διαχειριστική εμπειρία που αποκόμισαν τα προγράμματα παρακολούθησης και τα προγράμματα μέτρων τα τελευταία 15 χρόνια. Η έλλειψη αυτή θα μπορούσε, υποθετικά, να αναπληρωθεί από τη ΣΜΠΕ: δυστυχώς, η τελευταία επίσης δεν αναφέρει κάτι σχετικό.
                                      3. Τα περισσότερα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης, και μαζί τους η απαίτηση της «γραμμικής» και «εκτατικής» φέρουσας ικανότητας (13 παρ. 1) καταργούνται από το υπό διαβούλευση κείμενο σε τρείς περιπτώσεις: α) ΜΥΗΕ που εκμεταλλεύονται την υδατόπτωση μεγάλου υδροηλεκτρικού έργου, β) έργα πολλαπλής χρήσης νερού και γ) ΜΥΗΕ υβριδικών σταθμών αντλησιοταμίευσης [13 παρ. 2 σημείο (10)].
                                      Η πρώτη και η τρίτη περίπτωση δικαιολογούν ίσως παρέκκλιση από τις ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ «επάλληλων» ΜΥΗΕ, αλλά όχι από άλλους περιορισμούς. Καμία εθνική, ενωσιακή και διεθνής διάταξη δεν επιτρέπει την κατάργηση των περιορισμών που προστατεύουν την ιχθυοπανίδα – με πιθανότατο αποτέλεσμα την εξαφάνιση της τελευταίας – στις περιπτώσεις αυτές [δηλ. τον περιορισμό του σημείου (4) του 13 παρ. 2, πρβλ. και 3 σημείο (δ) της υ.α. 196978/2011 (Β’ 518)]. Το χειρότερο από όλα είναι ότι η διάταξη αυτή προτείνεται σε μία στιγμή που οι επιστημονικές γνώσεις για την ενδημική ιχθυοπανίδα των εγχώριων υδάτων είναι σημαντικά βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν, επιτρέποντας την ουσιαστική προστασία της βιοποικιλότητας των υδάτινων οικοσυστημάτων της Ελλάδας.
                                      Επίσης, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πρακτικά όλα τα ΜΥΗΕ είναι «πολλαπλών χρήσεων», αφού στην πράξη χρησιμοποιούνται για αντιπλημμυρικές και αρδευτικές (και ενίοτε υδρευτικές) ανάγκες. Η προτεραιότητα των αρδευτικών και υδρευτικών αναγκών επιβεβαιώνεται από το προτεινόμενο κείμενο, ενώ δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση επιτρεπτή η λειτουργία ΜΥΗΕ που εντείνει τους πλημμυρικούς κινδύνους. Στην πραγματικότητα, η προτεινόμενη διάταξη είναι ένα «παραθυράκι», που επιτρέπει τη βολική απαλλαγή όλων των ΜΥΗΕ από όλα τα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης.
                                      4. To ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ 2008 περιέχει έναν ορισμό της «ελάχιστης οικολογικής παροχής», ο οποίος ισχύει, κατά τις προβλέψεις του, «μέχρι να καθορισθούν τα κριτήρια της ελάχιστης απαιτούμενης οικολογικής παροχής ανά λεκάνη απορροής, σύμφωνα και με τις προβλέψεις του ν. 3199/2003» [άρθ. 16 παρ. 3 σημείο (ε)]. Με βάση τον ισχύοντα ορισμό, η παροχή αυτή αυξάνεται αν αυτό απαιτείται «λόγω των απαιτήσεων του κατάντη οικοσυστήματος (ύπαρξη σημαντικού οικοσυστήματος)» (ο.π.). Η μέριμνα αυτή καταργείται από το προτεινόμενο κείμενο. Εδώ πρέπει να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις. Πρώτον, το προτεινόμενο κείμενο υιοθετεί ένα ορισμό της «ελάχιστης οικολογικής παροχής» που δεν έχει την παραμικρή σχέση με την οικολογία: «ως ελάχιστη οικολογική παροχή θεωρείται η ποσότητα νερού που παραμένει στην κοίτη υδατορέματος, αμέσως κατάντη του έργου υδροληψίας του υπό χωροθέτηση ΜΥΗΕ…» [άρθ. 13 παρ. 2 σημείο 3)]. Συνεπώς, κατά το προτεινόμενο κείμενο, ακόμα και αν παραμείνει ένα ρυάκι, «οικολογική» παροχή υπάρχει. Δεύτερον, εκτός από ασυνάρτητος, ο ορισμός αυτός είναι και κυκλικός: αμέσως πιο πάνω, διαβάζουμε ότι «καθ’ όλο το μήκος του τμήματος της φυσικής κοίτης του υδατορέματος από το οποίο εκτρέπεται το νερό (από το σημείο υδροληψίας έως το σημείο επαναφοράς του νερού στη φυσική κοίτη), πρέπει να εξασφαλίζεται η ελάχιστη οικολογική παροχή» – δηλαδή πρέπει να εξασφαλίζεται… ό,τι τυχόν απομένει [άρθ. 13 παρ. 2 σημείο 2)], και αν δεν απομένει τίποτα, τόσο το χειρότερο, για την καταλαμβανόμενη κοίτη, και για το κατάντη οικοσύστημα. Συνδυαστικά, οι ρυθμίσεις αυτές καταργούν την «ελάχιστη οικολογική παροχή», και η κατάργηση αυτή είναι αντίθετη στην ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθεσία. Τρίτον, σε αντιστάθμισμα των παραπάνω, το προτεινόμενο κείμενο προβλέπει ότι «ο υπολογισμός της ελάχιστης οικολογικής παροχής θα γίνεται με μέθοδο που προβλέπεται στα ΣΔΛΑΠ των ΥΔ της χώρας». Κανένα όμως από τα ισχύοντα ΣΔΛΑΠ (2η αναθεώρηση), τα οποία θεσπίστηκαν πρόσφατα (2024), δεν προβλέπει μεθόδους υπολογισμού της «ελάχιστης οικολογικής παροχής» (θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι το προτεινόμενο κείμενο παραπέμπει στα ΣΔΛΑΠ, και όχι στα υποστηρικτικά τους κείμενα, που είναι πολυάριθμα, και σε κάθε περίπτωση, μη δεσμευτικά). Επιπλέον, για έργα που έχουν υλοποιηθεί, ο ορισμός της «ελάχιστης οικολογικής παροχής» γίνεται κατά κανόνα στις ΑΕΠΟ και όχι στα ΣΔΛΑΠ – επιστημονικά, μία ορθότερη επιλογή, καθώς η «ελάχιστη οικολογική παροχή» ιδανικά πρέπει να προσδιοριστεί για κάθε επηρεαζόμενο υδάτινο σώμα χωριστά. Τέταρτον, το προτεινόμενο κείμενο αγνοεί μεταξύ άλλων και τη ΣΜΠΕ, η οποία διαπιστώνει ότι «οι επιπτώσεις των ΜΥΗΕ στη βιοποικιλότητα του υδατικού και παρυδάτιου οικοσυστήματος να εξετάζονται στις ΜΠΕ και μέσω του προσδιορισμού της κατάλληλης οικολογικής παροχής με κατάλληλες μεθόδους» (σ. 561 – για μερικές μεθόδους, βλ. σ. 589). Επίσης, αγνοεί τις οδηγίες εφαρμογής της οδηγίας για το Νερό, όπως ιδίως το Κατευθυντήριο κείμενο ν. 31 [Common Implementation Strategy (CIS) guidance document No 31 – Ecological flows in the implementation of the Water Framework Directive]. Για όλους τους παραπάνω λόγους, τα προτεινόμενο κείμενο δεν είναι συμβατό με την οδηγία για το Νερό και την περιβαλλοντική νομοθεσία. Μερικές προτάσεις για την άμβλυνση των προβλημάτων αυτών δίνονται στη συνέχεια.
                                      5. Το προτεινόμενο κείμενο θέτει ορισμένους περιορισμούς σε ΜΥΗΕ που κατασκευάζονται σε υδάτινα σώματα που ταξινομούνται στα ΣΔΛΑΠ ως ελλιπούς ή κακής κατάστασης [βλ. σημεία 11) έως 13) του άρθ. 13 παρ. 2 του υπό διαβούλευση κειμένου – οι περιορισμοί αφορούν, ανάλογα με την περίπτωση, το μήκος του αγωγού εκτροπής – η μάλλον το τμήμα του υδατορέματος από το οποίο εκτρέπεται το νερό, και τη δημιουργία ταμιευτήρα]. Προφανώς, οι προβλέψεις αυτές, που είναι νέες, δεν θίγουν την οδηγία για το νερό: για αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία αυτή «παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα, αφότου καθορισθεί η οικολογική κατάσταση του οικείου υδατικού συστήματος, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας» και «δεν περιέχει επομένως μόνον γενικές υποχρεώσεις, αλλά αφορά και συγκεκριμένα έργα» [πάγια νομολογία του ΔΕΕ, π.χ. C 525/20, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Από την άποψη αυτή, η κατάληψη του 15% του μήκους ενός υδατορέματος κακής κατάστασης είναι μία προφανής επιδείνωση της κατάστασης των υδάτων του, και δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή.
                                      6. Για τους παραπάνω λόγους προτείνεται:
                                      – η επαναφορά του ορισμού της «ελάχιστης οικολογικής παροχής» ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, όπως ακριβώς ισχύει σήμερα
                                      – η πρόβλεψη θέσπισης μεθοδολογίας ή μεθοδολογιών για τον καθορισμό της οικολογικής παροχής ανά υδατικό σώμα με κανονιστική πράξη του ΥΠΕΝ εντός έτους (στο πρόγραμμα ενεργειών και προτεραιοτήτων του άρθ. 29)
                                      – η πρόβλεψη ότι, από τη θέσπιση κατάλληλης μεθοδολογίας, η ελάχιστη οικολογική παροχή ορίζεται υποχρεωτικά ανά υδατικό σώμα σε ΣΔΛΑΠ, προεδρικό διάταγμα του άρθ. 18 ν. 1650/86 (όπως ισχύει) , ή ΑΕΠΟ
                                      – η κατάργηση του προτεινόμενου άρθ. 13 παρ. 2 σημείο (10) (που εισάγει εξαιρέσεις από τα ειδικά κριτήρια χωροθέτησης για τα ΜΥΗΕ που εκμεταλλεύονται την υδατόπτωση μεγάλου υδροηλεκτρικού έργου, έργα πολλαπλής χρήσης νερού και ΜΥΗΕ υβριδικών σταθμών αντλησιοταμίευσης).
                                      – η αυτονόητη πρόβλεψη ότι το παρόν κεφάλαιο δεν θίγει την Οδηγία για το νερό και τις εθνικές διατάξεις για την εφαρμογή της.

                                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ – ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΠΕ ΑΠΟ ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑ
                                      Οι μονάδες βιοενέργειας είναι ένα απαραίτητο στοιχείο της πράσινης μετάβασης και της κυκλικής οικονομίας. Δυστυχώς, το κεφάλαιο αυτό αναδεικνύει τις σοβαρές νομοτεχνικές αδυναμίες του κειμένου που υποβάλλεται σε διαβούλευση. Ακολουθούν σύντομες παρατηρήσεις.
                                      Κατά πρώτον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η πρόσφατη υπουργική απόφαση για τη «Χαρτογράφηση των περιοχών για την επίτευξη του στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2050» (Β’ 7325/2025) σιωπά απολύτως για τη βιοενέργεια. Ομοίως, το πρόσφατο ΕΣΕΚ όφειλε να συμπεριλάβει μία «αξιολόγηση του εγχώριου εφοδιασμού με δασική βιομάζα» και πληροφορίες για τις «πορείες προμήθειας βιομάζας, ανά πρώτη ύλη και προέλευση (με διάκριση μεταξύ εγχώριας παραγωγής και εισαγωγών)…» [29 παρ. 7β οδηγίας 2018/2001 όπως ισχύει, και άρθ. 20 α) 4) Κανονισμού 2018/1999]. Τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη. Φυσικά, δεν χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι παραλήψεις αυτές προσφέρουν κάκιστες υπηρεσίες στον τομέα της βιομάζας (και τις ενεργειακές κοινότητες που σχετίζονται με αυτό), και δυσχεραίνουν τη σύνταξη ενός χωροταξικού κειμένου που δεν θα περιλαμβάνει γενικότητες.
                                      Δεύτερον, σύμφωνα με το επιστημονικό consensus, η καύση δασικής βιομάζας δεν είναι αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής [πρβλ., ιδίως την έκθεση του JRC, The use of woody biomass for energy production in the EU, καθώς και σχετική ανακοίνωση του EASAC (European Academies Science Advisory Council, του συμβουλευτικού επιστημονικού οργάνου των εθνικών Ακαδημιών των κρατών μελών της Ε.Ε.), https://easac.eu/media-room/press-releases/details/easac-welcomes-that-the-jrc-report-strengthens-the-case-for-shorter-payback-periods-on-woody-biomass/%5D. Κυρίως λόγω της έλλειψης διαχειριστικών μελετών για τα περισσότερα δάση και δασικές εκτάσεις, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ικανοποιούνται τα κριτήρια αειφορίας του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2448 («σχετικά με τον ορισμό επιχειρησιακών κατευθύνσεων για τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας της δασικής βιομάζας»). Κατά συνέπεια, δεν θα έπρεπε η δασική βιομάζα να συμπεριλαμβάνεται στο παρόν κεφάλαιο, και, κατ’ επέκταση, δεν θα έπρεπε να θεωρείται ότι υπάρχει γειτνίαση με την πρώτη ύλη όταν νέες εγκαταστάσεις χωροθετούνται σε δασικές εκτάσεις.
                                      Τρίτον, στις περιοχές προτεραιότητας περιλαμβάνονται και οι «περιοχές με γειτνίαση με τους χώρους παραγωγής της πρώτης ύλης που έχουν αλλάξει χαρακτήρα, δηλαδή περιοχές που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για άλλους σκοπούς και στην προοπτική αποκατάστασης των εκτάσεων αυτών, όπως περιοχές εξοφλημένων λατομικών και μεταλλευτικών εκμεταλλεύσεων, εξοφλημένα λιγνιτικά πεδία, εδάφη με υψηλό ρυπαντικό φορτίο, υποβαθμισμένες περιοχές, περιοχές αποκατάστασης ΧΑΔΑ….» Να σημειωθεί ότι δεν είναι σαφές ποιες είναι αυτές οι περιοχές, και αν υπάρχει κάποια καταγραφή τους σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Η έννοια της «υποβαθμισμένης περιοχής» δεν υπάρχει στη χωροταξική ή περιβαλλοντική νομοθεσία, και σε κάθε περίπτωση, δεν ορίζεται στο παρόν κείμενο (ή στη συνοδευτική ΣΜΠΕ). Το ίδιο ισχύει και για τα «εδάφη με υψηλό ρυπαντικό φορτίο» – υπενθυμίζεται ότι δεν υπάρχουν θεσμοθετημένα πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος για το έδαφος στην Ελλάδα, παρόλο που σχετική ερευνητική δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί (π.χ., στα πλαίσια του ESDAC, ή European Soil Data Center). H οδηγία RED ΙΙΙ μιλάει για περιοχές επιτάχυνσης κατά προτεραιότητα σε «τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες, όπως … χώροι στάθμευσης, αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, …καθώς και υποβαθμισμένα εδάφη που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς» [άρθ. 15γ α) i) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε με την RED III – κάτι πολύ διαφορετικό [για ορισμό των «σοβαρά υποβαθμισμένων εδαφών», βλ. Παράρτημα VI οδηγίας 2018/2001, όπως ισχύει∙ πρβλ. και άρθ. 32η παρ. 2 β) ν. 3468/2006 και 21 ν. 4062/2012, όπως σήμερα ισχύουν, που αφορούν την παροχή σχετικών πληροφοριών από οικονομικούς φορείς]. Συνήθως θα υπάρχει κάποιο σχέδιο αποκατάστασης των περιοχών αυτών, που θα καθορίζει την μελλοντική τους χρήση. Οι περιοχές με υψηλό ρυπαντικό φορτίο απειλούν τη δημόσια υγεία και υπονομεύουν το δικαίωμα στο περιβάλλον, και πρέπει πρωτίστως να αποκατασταθούν. Μόνο εάν το σχέδιο αποκατάστασης των περιοχών αυτών επιτρέπει τη χωροθέτηση τέτοιων εγκαταστάσεων μπορεί αυτή να είναι δυνατή, δίχως να υπονομεύεται ο στόχος της αποκατάστασης.
                                      Όσον αφορά τις «μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης», το υπουργείο έχει εκπονήσει Μελέτη Σκοπιμότητας και ΣΜΠΕ για ένα δίκτυο Μονάδων Ενεργειακής Αξιοποίησης ΑΕΠΥ («Απορριματογενών Ενεργειακών Πρώτων Υλών», ή δευτερογενών καυσίμων κλάσης έως και 3). Οι μελέτες αυτές προβαίνουν σε χωροθέτηση των μονάδων και θέσπιση κριτηρίων αποκλεισμού, και περιλαμβάνουν λεπτομερείς χάρτες, αν και επισημαίνουν (μάλλον περιττά) ότι η χωροθέτηση αυτή είναι «ενδεικτική» (ΣΜΠΕ, σ. 72). Επίσης, οι μελέτες αυτές περιέχουν εκτενείς, αλλά μάλλον νεφελώδεις αναφορές στις ΑΠΕ: ενδεικτικά, προδικάζουν ότι μία «θετική μεταβολή αναμένεται από τη βελτίωση του ποσοστού παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ», και συνιστούν γενναιόδωρη «επιδότηση ΑΠΕ για το βιοαποδομήσιμο κλάσμα των ΑΣΑ» (έτσι η παραπάνω ΣΜΠΕ, σ. 26, 103). Κατά συνέπεια, ο σχεδιασμός αυτός αφορά και το σχολιαζόμενο κείμενο. Δυστυχώς, τα σχετικά κείμενα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί – μία επιλογή που εγείρει, καταρχήν, ζητήματα διαφάνειας. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες αναφορές σε ΑΠΕ είναι παραπλανητικές. Τα ΑΕΠΥ είναι απλώς τα λεγόμενα «καύσιµα απόβλητα (καύσιµα προερχόµενα από απορρίµµατα)» (refuse derived fuel ή RDF, ΕΚΑ 19 12 10 και 19 12 12, ΣΜΠΕ σ. 221), που προέρχονται από σύμμεικτα απόβλητα, και δεν αποτελούν, αυτά καθεαυτά, «βιομάζα» με την έννοια της νομοθεσίας (δηλαδή «το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα αποβλήτων»): κατά συνέπεια, δεν αποτελούν ούτε «ανανεώσιμα καύσιμα» ή «καύσιμα βιομάζας» [άρθ. 2 σημείο 22 α), 24) και 27), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από την RED III]. Επιπλέον, η καύση ΑΕΠΥ παραβιάζει την αρχή της ιεράρχησης των αποβλήτων και της αλυσιδωτής χρήσης της βιομάζας [άρθ. 3 (3) και 3(3α) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε με την RED III]. Επισημαίνεται επιπροσθέτως ότι η χορήγηση «άμεσης χρηματοδοτική στήριξης» για αποτέφρωση αποβλήτων δεν είναι δυνατή αν δεν τηρούνται «οι υποχρεώσεις χωριστής συλλογής που ορίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ» [άρθ. 3 παρ. 3γ σημείο β) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε με την RED III]: προσώρας, αυτό δυστυχώς δεν συμβαίνει στην Ελλάδα [βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Επισκόπηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής πολιτικής 2025 Έκθεση ανά χώρα – ΕΛΛΑΔΑ, SWD(2025) 311 final]. Ο σύντομες αυτές παρατηρήσεις δεν εξαντλούν τους λόγους για τους οποίους η αποτέφρωση αποβλήτων πρέπει να αποφευχθεί: αν περιοριστούμε στους περιβαλλοντικούς και χωροταξικούς λόγους, θα πρέπει επίσης να επισημανθούν τα υψηλά επίπεδα εκπομπών τοξικών αέριων ρύπων και αερίων του θερμοκηπίου, οι επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, και η χαμηλή ενεργειακή απόδοση (βλ. λεπτομερώς WWF Ελλάς, Καύση ή κυκλική οικονομία; Ερωταπαντήσεις σχετικά με την καύση σκουπιδιών στην Ελλάδα, 10.2025, https://wwfeu.awsassets.panda.org/downloads/wwf_greece_waste_incineration_oct2025.pdf). Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η προσθήκη διευκρινιστικής παραγράφου, που θα ορίζει ότι το κεφ. Η’ σε κάθε περίπτωση δεν εφαρμόζεται στην αποτέφρωση αποβλήτων τύπου RDF/SDF (EKA 19 12 10 και 19 12 12).
                                      Ένα γενικότερο σχόλιο για τις μονάδες που υπάγονται στο παρόν κεφάλαιο είναι πως καταρχήν αποτελούν βιομηχανικές μονάδες (ενδεχομένως σημαντικού μεγέθους), ή έστω ημιβιομηχανικού ή βιοτεχνικού χαρακτήρα. Εκτός από το προτεινόμενο ΕΧΠ, υπάγονται και στο ΕΧΠ Βιομηχανίας (πρβλ. 21 παρ. 1 ν. 5215/2025, ειδικά για το βιομεθάνιο), το οποίο βρίσκεται επίσης σε διαβούλευση. Περιοχές προτεραιότητας, συνεπώς, μπορεί καταρχήν να είναι μόνο οργανωμένοι υποδοχείς, και, κατά δεύτερο λόγο, περιοχές όπου προβλέπονται οι χρήσεις των άρθ. 8, 10-11 και 14 του π.δ. 59/2018.
                                      Σημαντική πρόκληση για τις επιχειρήσεις του κλάδου είναι η ευχερής και αδιάλειπτη πρόσβαση στην πρώτη ύλη, που, ιδίως στην ελληνική πραγματικότητα, είναι κυρίως αγροτικής προέλευσης (αγροτικά υπολλείμματα, ζωϊκά υπολείμματα, ενεργειακές καλλιέργειες). Κατά συνέπεια, θα πρέπει να είναι επιτρεπτή καταρχήν η χωροθέτηση και σε αγροτικές περιοχές, συμπεριλαμβανόμενων των γαιών υψηλής παραγωγικότητας. H επιλογή αυτή εναρμονίζεται με την κυκλική οικονομία, και με την έμφαση του προτεινόμενου ΕΧΠ για τη βιομηχανία στην εφοδιαστική αλυσίδα. Για τον ίδιο λόγο, οι εγκαταστάσεις βιομάζας οφείλουν να έχουν πρόσβαση σε υφιστάμενο νομίμως οδικό δίκτυο: αυτό θα πρέπει να είναι δεσμευτικό κριτήριο χωροθέτησης, και όχι απλή «επιθυμία», όπως συμβαίνει με το κείμενο υπό διαβούλευση (άρθ. 20 παρ. 4).
                                      Με το επιχείρημα της «γειτνίασης» με την πρώτη ύλη, το προτεινόμενο κείμενο επιτρέπει την χωροθέτηση εγκαταστάσεων βιομάζας εντός των ζωνών διατήρησης οικοτόπων και ειδών και βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων του ν. 4685/2020 (20 παρ. 2). Η ΣΜΠΕ δεν περιέχει στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ένα κρίσιμο ποσοστό βιομάζας προέρχεται από τις ζώνες αυτές. Επίσης, το επιχείρημα της γειτνίασης αγνοεί τα κριτήρια αειφορίας, που δεν επιτρέπουν την επιλεξιμότητα ή τον συνυπολογισμό στην εθνική συνεισφορά ΑΠΕ της ενέργειας από βιομάζα η οποία προέρχεται από περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί για λόγους που αφορούν την προστασία ειδών ή οικότοπων (πρβλ. άρθ. 29 οδηγίας 2018/2001, και ιδίως παρ. 3, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από την RED III). Ο περιορισμός αυτός μπορεί να υπερκεραστεί αν «υποβάλλονται στοιχεία για το αντίθετο», αλλά η ΣΜΠΕ, τουλάχιστον, δεν το κάνει αυτό. Σε κάθε περίπτωση, από τα παραπάνω προκύπτει ότι, στην περίπωση των προστατευόμενων περιοχών, το επιχείρημα της «γειτνίασης με τις πρώτες ύλες» δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό: αν η προμήθεια πρώτης ύλης από προστατευόμενες περιοχές απαιτεί ειδική αιτιολογία, η χωροθέτηση σε αυτές δεν μπορεί να ενθαρρύνεται. Με την ευκαιρία, πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι οι ενωσιακές ρυθμίσεις απαιτούν την εκπόνηση σχεδίων «παρακολούθησης ή διαχείρισης προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην ποιότητα του εδάφους και του εδαφικού άνθρακα», πριν συνυπολογιστούν οι εγκαταστάσεις βιομάζας από γεωργικά απόβλητα και υπολείμματα [άρθ. 29(2) οδηγίας 2018/2001, όπως ισχύει]: στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να ενισχυθεί και η προστασία της αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας. Δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη στη ΣΜΠΕ ή το προτεινόμενο ΕΧΠ ότι τα σχέδια αυτά θα εκπονηθούν ή θα ληφθούν υπόψη. Προτείνεται η αφαίρεση των ζωνών διατήρησης και ειδών και βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων από τα κριτήρια χωροθέτησης, εκτός αν αποτελούν σωρευτικά και αγροτικές ζώνες.
                                      Είναι απολύτως ακατανόητη η διάταξη της παρ. 1 του άρθ. 20 σχετικά με τη χωροθέτηση ή απαγόρευση εγκατάστασης μονάδων βιοενέργειας σε γη που αποτελεί συγχρόνως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας και Ζώνη Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας, Οι ΖΔΥΚΠ σχετικά αγνοούνται από το προτεινόμενο κείμενο, γεγονός ιδιαίτερα προβληματικό που πιθανώς να προξενεί κινδύνους. Πρέπει απλώς να απαγορεύεται η εγκατάσταση νέων μονάδων βιομάζας στις ζώνες αυτές.
                                      Το κεφάλαιο αγνοεί την κρίσιμη ανάγκη των μονάδων βιομεθανίου για σύνδεση με ΕΣΦΑ (ή δίκτυο διανομής ή κάποιο ΑΣΦΑ). Πρωταρχικός σκοπός του παρόντος κειμένου θα έπρεπε να είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους των μονάδων αυτών – οικονομικού, περιβαλλοντικού, και κοινωνικού – των μονάδων αυτών, και τα έργα σύνδεσης αυξάνουν το κόστος αυτό (πρβλ. και άρθ. 7-9 ν. 5215/2025). Συνεπώς, η ύπαρξη ευχερούς πρόσβασης στο δίκτυο αυτό αποτελεί κρίσιμο κριτήριο χωροθέτησης, που δεν αναφέρεται.
                                      Προτάσεις:
                                      – Προσθήκη των ΖΔΥΚΠ, δασικών εκτάσεων και του συνόλου των προστατευόμενων εκτάσεων στις περιοχές αποκλεισμού (στην τρίτη περίπτωση, επιτρέπεται η χωροθέτηση εντός αγροτικών εκτάσεων).
                                      – Προσθήκη του δεσμευτικού κριτηρίου της γειτνίασης (με ποσοτικό προσδιορισμό) με το οδικό δίκτυο ή δίκτυο μεταφοράς ή διανομής (ανάλογα με την εγκατάσταση).
                                      – Προσθήκη διευκρινιστικής παραγράφου, που θα ορίζει ότι το κεφ. Η’ σε κάθε περίπτωση δεν εφαρμόζεται στην αποτέφρωση αποβλήτων τύπου RDF/SDF (EKA 19 12 10 και 19 12 12).

                                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ H – ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
                                      Πρώτα από όλα, θα πρέπει να επισημανθεί μία σύγχυση στο προτεινόμενο κείμενο σχετικά με την έννοια της «εγκατάστασης αποθήκευσης ενέργειας». Κανονιστικός ορισμός της «αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας» και της «εγκατάστασης αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας» υπάρχει στη νομοθεσία [άρθ. 2 παρ. 3 περ. λε) και λστ) ν. 4001/2011, όπως ισχύει σήμερα, καθώς και άρθ. 2, σημείο (59) της οδηγίας 2019/944]. Ο τίτλος του κεφαλαίου Η’ αναφέρεται γενικά σε «εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας»: αντίθετα, τα προτεινόμενα άρθρα 24 και 25 αναφέρονται σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης «ηλεκτροχημικής» ενέργειας. Συνεπώς, ένα πρώτο πρόβλημα είναι η έλλειψη ορισμού για την «ηλεκτροχημική» ενέργεια. Η νομοθεσία μέχρι πρότινος επέτρεπε την υποβολή αιτήματος οριστικής σύνδεσης μόνο σε ΣΑΗΕ «τεχνολογίας συσσωρευτών» (Β’ 1248/2025): αυτό μοιάζει να είναι το ίδιο πράγμα, αλλά σε κάθε περίπτωση ο νομοθέτης πρέπει να υιοθετήσει ομοιόμορφη ορολογία. Ένα δεύτερο πρόβλημα (και με δεδομένο ότι η αντλησιοταμιευτική ενέργεια προδήλως υπάγεται στο κεφ. Δ’ του προτεινόμενου κειμένου) είναι η έλλειψη ρυθμίσεων για τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας άλλων τεχνολογιών – π.χ., θερμικής, μηχανικής, ηλεκτρικής, βαρυτικής, ακόμα και της καθαρά «χημικής» [για μία προσιτή επισκόπηση των τεχνολογιών αποθήκευσης, βλ. την ευρωπαϊκή ιστοσελίδα του κλάδου, Energy Storage Europe (https://energystorageeurope.eu/facts-and-figures/technologies/)]. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό, και δεν αφορά μόνο μελλοντικές τεχνολογίες: η βάση δεδομένων του Joint Research Center (JRC), καταγράφει 7 εγκαταστάσεις «χημικής» και μία «θερμικής» αποθήκευσης [το υβριδικό έργο Faethon στον Δομοκό, με τεχνολογία «τετηγμένου άλατος» (molten sands)] στην Ελλάδα, και σε διάφορα στάδια υλοποίησης (επιλεγμένα σύμφωνα με τους ορισμούς και τα κριτήρια που υιοθετεί το JRC) [https://ses.jrc.ec.europa.eu/storage-inventory-maps]. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται για «συντοπισμένες» ή «υβριδικές» εγκαταστάσεις, μία μορφή των οποίων προωθείται ιδιαίτερα από την πρόσφατη νομοθεσία (πρβλ. 11Γ ν. 4685/2020, δηλαδή φωτοβολταϊκοί σταθμοί με αποθήκευση κάποιας μορφής ). Ωστόσο, ενόψει των αναγκών και των τεχνολογικών εξελίξεων, οι επιλογές αυτές δεν πρέπει να προκαταλάβουν μελλοντικές εξελίξεις στην χρονική διάρκεια του νέου ΕΧΠ. Η ποικιλία των αποθηκευτικών τεχνολογιών αναγνωρίζεται και από τη ΣΜΠΕ (κεφ. 1.3.6.), αλλά, για αδιευκρίνιστους λόγους, το προτεινόμενο ΕΧΠ σιωπά. Εκτός των άλλων, η σιωπή αυτή εμποδίζει την ανάπτυξη και την υλοποίηση καινοτόμων και πολύμορφων τεχνολογιών αποθήκευσης στην χώρα.
                                      Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης δεν είναι άνευ ετέρου χωρικά εντοπισμένες, σε αντίθεση με τις περισσότερες μορφές ανανεώσιμης ενέργειας. Ο χωρικός εντοπισμός ισχύει για τις «συντοπισμένες» με ΑΠΕ εγκαταστάσεις. Αντίθετα, στις μη συντοπισμένες εγκαταστάσεις [ή τις «μεμονωμένες εγκαταστάσεις», άρθ. 11Δ παρ. 1 ν. 4685/2020 «Μεμονωμένους Σταθμούς Ηλεκτροχημικής Αποθήκευσης Ηλεκτρικής Ενέργειας», βλ. ΦΕΚ Β’ 5628/2024), κύρια προτεραιότητα είναι η ευχερής διασύνδεση με το υπόλοιπο δίκτυο σε κατάλληλο σημείο (πρβλ. άρθ. 109 ν. 4001/2011, που περιορίζει την ευχέρεια του ΑΔΜΗΕ να αρνείται σημεία σύνδεσης για τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης η/ε, καθώς και άρθ. 42 οδηγίας 2019/944). Άλλωστε, κατά τον ENTSO-E (και την ΡΑΑΕΥ), οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης πρέπει να θεωρούνται «στοιχεία του συστήματος μεταφοράς» [βλ. το ισχύον «Δεκαετές Προγράμματος Ανάπτυξης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) περιόδου 2025-2034», κεφ. 2.6, Β’ 1808/2026], και «εναλλακτικές λύσεις» στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων ΑΠΕ και στην επέκταση του δικτύου [άρθ. 8 παρ. 2 ιβ) και 51 παρ. 3 οδηγίας 2019/944].
                                      Η έλλειψη χωρικού εντοπισμού, όμως, επιτρέπει δυνητικά στο ΕΧΠ να θεσπίσει υψηλότερο επίπεδο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος: πράγματι, δεν υπάρχει λόγος οι μη συντοπισμένες εγκαταστάσεις αποθήκευσης να χωροθετούνται σε αρχαιολογικές ζώνες Β, και ακτές που δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης (για τις ακτές αυτές, βλ. και γενικό σχόλιο). Επίσης, δεν υπάρχει λόγος να χωροθετούνται σε υψόμετρο άνω των 1200 μέτρων, όπως ακριβώς και οι αιολικές εγκαταστάσεις. Επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η ευελιξία, καταρχήν δυνατή είναι και η χωροθέτησή τους εκτός δασών και δασικών εκτάσεων, και εκτός αγροτικής γης υψηλής παραγωγικότητας. Τέλος, κατ’ εφαρμογή της RED III, θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι πρέπει να αποφεύγεται η χωροθέτηση εγκαταστάσεων αποθήκευσης εντός του συνόλου των ΕΖΔ [άρθ. 15ε(1)(β) οδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την οδηγία 2023/2413 (RED III)]. Σημειώνεται, επίσης, ότι το άρθρο 15ε της οδηγίας 2018/2001, για τις «ειδικές περιοχές ειδικών υποδομών για την ανάπτυξη έργων δικτύου και αποθήκευσης που είναι αναγκαία για την ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας» δεν έχει ενσωματωθεί: κατά συνέπεια, η απαγόρευση χωροθέτησης πρέπει να ενσωματωθεί στο υπο διαβούλευση σχέδιο.
                                      Τόσο στις «συντοπισμένες» όσο και στις «μη συντοπισμένες» εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας, ο νομοθέτης οφείλει καταρχήν να επιδιώξει τη συνύπαρξη των χρήσεων, όπως ακριβώς απαιτεί το ενωσιακό δίκαιο [άρθ. 15β(3) oδηγίας 2018/2001, όπως προστέθηκε από την oδηγία 2024/2413 (RED III)]. Δυστυχώς, πραγματικά αρνητική εντύπωση προκαλεί ότι το κομβικό, και εξόχως στρατηγικό ζήτημα της συνύπαρξης της αποθήκευσης ενέργειας με άλλες χρήσεις δεν εξετάζεται στη ΣΜΠΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η παράλειψη του προτεινόμενου ΕΧΠ να «δώσει προτεραιότητα σε τεχνητές και δομημένες επιφάνειες, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις» είναι αντίθετη και στο ενωσιακό δίκαιο [άρθ. 11(1)(β) Κανονισμού 2024/1735 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου μέτρων για την ενίσχυση του οικοσυστήματος παραγωγής τεχνολογιών μηδενικών καθαρών εκπομπών της Ευρώπης]. Για τον ίδιο λόγο, η πρόβλεψη ότι εντός περιοχών χρήσεων τουρισμού – αναψυχής επιτρέπονται μόνο εγκαταστάσεις αποθήκευσης για μεμονωμένα κτίρια πρέπει να διαγραφεί [άρθ. 24 σημείο 8)]: και οι ενεργοβόρες χρήσεις τουρισμού-αναψυχής πρέπει να συμβάλλουν, όπως και οι άλλες χρήσεις, στην εξοικονόμηση ενέργειας, και στην εξομάλυνση των τοπικών και εποχιακών ανισορροπιών της ζήτησης, τόσο στο διασυνδεδεμένο όσο και στο μη διασυνδεδεμένο σύστημα. Επίσης για τον ίδιο λόγο, η δήλωση του προτεινόμενου κειμένου ότι «είναι επιθυμητή η χωροθέτηση εγκαταστάσεων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε καθοριζόμενες από τον Πολεοδομικό Σχεδιασμό περιοχές παραγωγικών δραστηριοτήτων» έχει μηδαμινή νομική και κανονιστική αξία, και προσιδιάζει σε ευχολόγιο και όχι σε ΕΧΠ: το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ οφείλει να προβλέψει ρητά ότι εντός περιοχών παραγωγικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται (αν όχι επιβάλλεται) η χωροθέτηση εγκαταστάσεων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Σημειώνεται ότι, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, διάταξη τυπικού νόμου επιτρέπει ήδη παρόμοιες εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε 2 συγκεκριμένα επιχειρηματικά πάρκα (άρθ. 155 παρ. 5 ν. 4759/2020).
                                      Αυτή τη στιγμή, είναι αμφίβολο αν το προτεινόμενο κείμενο είναι σύμφωνο με το π.δ. 59/2018, το οποίο ήδη επιτρέπει όλες τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (χωρίς όρια ή περιορισμούς) στην κατηγορία χρήσεων 12 [«Εγκαταστάσεις αστικών υποδομών κοινής ωφέλειας», όπου εντάσσονται στις χρήσεις (33) και (34), όπως έχουν αναδιατυπωθεί με το αρθ. άρθρο 47 παρ. 1 και παρ. 2 ν. 5069/2023]. Γενικότερα, και de lege ferenda, εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας (χωρίς τεχνολογικό περιορισμό) πρέπει να επιτρέπονται σε περοχές των κατηγοριών χρήσεων γης των άρθ. 3 έως 5, και 8 έως 12 (και, κατά περίπτωση, 13), 14, 14δ του π.δ. 59/2018: άλλωστε, στις κατηγορίες αυτές μπορεί να επιτρέπονται, ανάλογα με την περίπτωση, εγκαταστάσεις με παρόμοιο ή μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, όπως «πρατήρια παροχής καυσίμων και ενέργειας» (17), «εγκαταστάσεις εφοδιαστικής» [21], «εγκαταστάσεις Μέσων Μαζικής Μεταφοράς» (26), «Κέντρα τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Κ.Τ.Ε.Ο. – Ι.Κ.Τ.Ε.Ο.)» (27), «εγκαταστάσεις ανακύκλωσης συσκευασιών και υλικών» (29), «χώροι επεξεργασίας και διάθεσης λυμάτων» (32), «εγκαταστάσεις οχημάτων τέλους κύκλου ζωής» (37), και φυσικά «εγκαταστάσεις ΑΠΕ» (34). Θα έπρεπε επίσης να είναι αυτονόητο ότι εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας κτιριακού επιπέδου πρέπει, ελλείψει περιορισμών για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, να επιτρέπονται καταρχήν οπουδήποτε επιτρέπονται κτίρια (δόμηση) [πρβλ. και 13 παρ. 6 oδηγίας 2024/1275]: αντίθετη εκδοχή θα παραβίαζε, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα στην αυτοκατανάλωση (άρθ. 21, και ιδίως 21 παρ. 2 α) και β) και παρ. 4 oδηγίας 2018/2001, πρβλ. και 14Γ ν. 3468/2006, όπως ισχύει), τη δυνατότητα των δικαιούχων να προβαίνουν σε ενεργειακό συμψηφισμό (βλ. Β’ 5074/2024), ή, με άλλη διατύπωση, το δικαίωμα κάθε τελικού πελάτη να καταστεί ενεργός πελάτης (άρθ. 137Β ν. 4001/2011).

                                      ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΟΥΣΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΧΠ-ΑΠΕ
                                      Η διενέργεια δέουσας εκτίμησης για το ΕΧΠ-ΑΠΕ έχει ιδιαίτερη σημασία, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον σκοπό και το επιδιωκόμενο ουσιαστικό αποτέλεσμά της -δηλαδή τον προσδιορισμό των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των περιοχών Natura 2000- όσο και την ανοικτή διαδικασία επί παραβάσει που έχει κινήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελλάδας [υπόθεση INFR(2014)4073], καθώς για το ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ του 2008 δεν είχε γίνει δέουσα εκτίμηση, βασική υποχρέωση που απορρέει από την οδηγία για τους οικοτόπους. Καθώς η Επιτροπή είχε αποστείλει προειδοποιητική επιστολή ήδη από το 2014 και, με δεδομένη την συνεχιζόμενη έλλειψη συμμόρφωσης, αιτιολογημένη γνώμη το 2023, είναι προφανές ότι το διακύβευμα είναι υψηλό. Κατά πόσο όμως η μελέτη της δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων, τα 2 τεύχη της οποίας έχουν έχει τεθεί σε διαβούλευση, ανταποκρίνεται σε αυτήν την πρόκληση;
                                      Η ίδια η μελέτη υποστηρίζει ότι «δέουσα εκτίμηση διεξάγεται σύμφωνα με το πλέον πρόσφατο έγγραφο μεθοδολογικής καθοδήγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την ανακοίνωση 2021/C437/01» (πρόκειται για την Ανακοίνωση της Επιτροπής Εκτίμηση σχεδίων και έργων σε σχέση με τόπους Natura 2000 Μεθοδολογική καθοδήγηση σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 3 και 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους). Η μελέτη τονίζει τις τεχνικές και μεθοδολογικές προκλήσεις που υφίστανται λόγω της κλίμακας και της φύσης του ίδιου του ΕΧΠ-ΑΠΕ ως σχεδίου εθνικού επιπέδου, καταλήγοντας ότι η δέουσα εκτίμηση «είναι ανάλογη του γεωγραφικού εύρους, του επιπέδου λεπτομέρειας του σχεδίου και της φύσης και της έκτασης των πιθανών επιπτώσεων» (βλ. Τεύχος 1 μελέτης, σελ. 1 και 4).
                                      Κατανοούμε απόλυτα τις μεθοδολογικές προκλήσεις και τους περιορισμούς που έχει η διενέργεια δέουσας για ένα σχέδιο (και όχι έργο) σε εθνική κλίμακα. Ωστόσο, η ίδια η μελέτη δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί επαρκώς και με ουσιαστικό τρόπο στα ζητούμενα. Οι κατευθύνσεις που δίνονται από την προαναφερόμενη ανακοίνωση της Επιτροπής υιοθετούνται μόνο επιφανειακά από την υπό διαβούλευση μελέτη (κυρίως σε ό,τι αφορά τη δομή της), ενώ παραγνωρίζονται ουσιώδεις συστάσεις της όπως:
                                      i. Η συλλογή και λήψη υπόψη των απαραίτητων πληροφοριών (σελ. 18-22 Ανακοίνωσης 2021/C437/01). Είναι κρίσιμης σημασίας το γεγονός ότι η μελέτη της δέουσας εκτίμησης δεν λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της εποπτείας της κατάστασης διατήρησης οικοτόπων και ειδών που ολοκληρώθηκε πρόσφατα – αντί αυτών, λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της προηγούμενης εποπτείας (2017) (βλ. Τεύχος 2 μελέτης, σελ. 93-111), τα οποία είναι παρωχημένα κι επίσης παρουσιάζουν σημαντικά κενά. Αντίστοιχα, είναι αδικαιολόγητο να χρησιμοποιούνται τα δεδομένα του Ελληνικού Κόκκινου Καταλόγου του 2009 (βλ. Τεύχος 2 μελέτης, σελ. 58-92), και όχι αυτά της σημαντικής επικαιροποίησης που συντόνισε και δημοσιοποίησε ο ΟΦΥΠΕΚΑ, η οποία είναι διαθέσιμη από τον Μάιο του 2024. Ακόμα πιο κρίσιμο, όμως, είναι το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά δεν αξιοποιούνται με ουσιαστικό τρόπο, παρά μόνο καταλογραφούνται και ακολούθως γίνονται γενικόλογες αναφορές στην κατάσταση διατήρησης ή τις απειλές που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα είδη.
                                      ii. Η περιγραφή της ακεραιότητας του τόπου και η εκτίμηση των επιπτώσεων με βάση τις παραμέτρους που καθορίζουν τους στόχους διατήρησης (σελ. 34): Η μελέτη αρκείται στην παράθεση των στόχων διατήρησης εθνικού επιπέδου και δεν αναφέρει καν τους στόχους διατήρησης τοπικού επιπέδου, οι οποίοι αφορούν σε περισσότερα προστατευτέα αντικείμενα και είναι πιο ειδικοί και συγκεκριμένοι – άλλωστε ο καθορισμός στόχων σε επίπεδο περιοχής αποτελεί την καθαυτή υποχρέωση σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους (και όχι η θέσπιση εθνικών στόχων).
                                      iii. Η εκτίμηση σωρευτικών επιπτώσεων (σελ. 30-34), η οποία είναι κρίσιμης σημασίας καθώς το πραγματικό εύρος και η φύση των επιπτώσεων μπορούν να προσδιοριστούν μόνο αν ληφθούν υπόψη οι συνδυαστικές και επαυξητικές επιπτώσεις του συνόλου έργων και σχεδίων διαφορετικού τύπου σε μια δεδομένη χωρική κλίμακα. Όμως τόσο το εύρος αυτών των λοιπών παρεμβάσεων όσο και καθαυτές οι επιπτώσεις τους λαμβάνονται υπόψη από τη μελέτη σε άκρως περιοριστικό βαθμό. Συγκεκριμένα, η μελέτη λαμβάνει υπόψη μόνο ορισμένα ειδικά χωροταξικά πλαίσια και σχέδια διαχείρισης υδάτων και κινδύνου πλημμύρας, καθώς και επιλεγμένες υποδομές μεταφορών (ΠΑΘΕ, ΒΟΑΚ, αεροδρόμιο Κρήτης), τα οποία μάλιστα μεταχειρίζεται περιγραφικά, αγνοώντας επιπλέον την πραγματικά διαμορφωμένη κατάσταση αλλά και ειδικότερα στοιχεία που «διασυνδέουν» επιμέρους τομείς και είδη παρεμβάσεων ή που αναπτύσσονται παράλληλα (π.χ. το καθεστώς της εκτός σχεδίου δόμησης, το οδικό δίκτυο, το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας κ.ά.). Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι «δεν υπάρχει ισχυρή σύνδεση των άλλων Σχεδίων με το ΕΧΠ-ΑΠΕ, οπότε, σε στρατηγικό επίπεδο, δεν αναμένονται σημαντικές σωρευτικές επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, εκτός μεμονωμένων περιπτώσεων […]» – είναι προφανές ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα άστοχη εκτίμηση.
                                      iv. Η λεπτομερής εκτίμηση των επιπτώσεων στην ακεραιότητα του τόπου με τη χρήση καταλόγου ελέγχου (δηλαδή συγκεκριμένων ερωτημάτων-κριτηρίων – σελ. 35) – και πάλι η μελέτη, παρότι υιοθετεί πολλά από τα κριτήρια, τα χρησιμοποιεί με έναν γενικό και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση τρόπο, και έτσι δεν προβαίνει σε μεθοδική και λεπτομερή εκτίμηση επιπτώσεων.
                                      v. Η αντιστοίχιση των δυνητικών επιπτώσεων με μέτρα και η τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μέτρων με βάση την ιεραρχία μέτρων μετριασμού, δηλ. αρχικά την αποφυγή και ακολούθως τη μείωση των επιπτώσεων με τη λήψη μέτρων (σελ. 36-41): Εδώ υφίσταται και πάλι μια γενικόλογη προσέγγιση από τη μεριά της μελέτης, βασικό πρόβλημα της οποίας είναι η μη επαρκής τεκμηρίωση των μέτρων που φαίνεται να προσδιορίζονται όχι ως αποτέλεσμα αυτής της μελέτης, αλλά ως αποτέλεσμα πιθανώς της χωροταξικής μελέτης του ΕΧΠ και ‘υιοθετούνται’ εδώ (ενώ η εισροή από τη μία μελέτη στην άλλη θα έπρεπε να είναι ακριβώς η αντίστροφη). Το κυριότερο όμως πρόβλημα είναι ότι δεν γίνεται συστηματική σύνδεση και αξιολόγηση ανάμεσα σε δυνητικές επιπτώσεις, προστατευτέα αντικείμενα που επηρεάζονται, επίδραση στους στόχους διατήρησης, διακριτή αξιολόγηση μεμονωμένων και σωρευτικών επιπτώσεων, και ακολούθως σαφής καταγραφή συμπερασμάτων ως προς τον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων και την τελική επίδραση στην ακεραιότητα των περιοχών.
                                      vi. Η λήψη υπόψη χαρτογράφησης ευαίσθητων περιοχών. Όπως τονίσαμε και στα σχόλιά μας παραπάνω, ούτε στο ίδιο το σχέδιο κ.υ.α. αλλά ούτε και εδώ, στη μελέτη δέουσας εκτίμησης όπως βασικά θα έπρεπε, δεν λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενες χαρτογραφήσεις ευαισθησίας που έχουν γίνει για επιλεγμένες περιοχές και είδη ορνιθοπανίδας.

                                      Με βάση τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι η υπό διαβούλευση μελέτη δεν ακολουθεί με αναλυτικό, επαρκώς τεκμηριωμένο και ουσιαστικό τρόπο τη μεθοδολογική προσέγγιση που προτείνεται από την ως άνω Ανακοίνωση της Επιτροπής. Αντιθέτως, προβαίνει σε γενικόλογες κρίσεις, προβαίνοντας σε μια ‘συνολική’ εκτίμηση επιπτώσεων είτε σε εθνική κλίμακα είτε περιγραφικά για συγκεκριμένα είδη και επιπτώσεις, και μεταχειριζόμενη την βασική έννοια της ακεραιότητας του τόπου με έναν αόριστο και διόλου αναλυτικό και τεκμηριωμένο τρόπο.
                                      Αν η μελέτη της δέουσας εκτίμησης ήταν ουσιαστική και πλήρης, θα είχε λάβει υπόψη τόσο τα δεδομένα που η ίδια αναφέρει σχετικά με τους κινδύνους πρόσκρουσης ειδών ορνιθοπανίδας (βλ. Τεύχος 2 μελέτης, σελ. 119-120), όσο και τις παραπάνω αναφερόμενες, στα σχόλιά μας, χαρτογραφήσεις ευαισθησίας και τις σχετικές μελέτες, προσδιορίζοντας -για παράδειγμα- πιο περιοριστικά και αποτελεσματικά τις περιοχές καταλληλότητας στον Έβρο. Για την ίδια περιοχή, μια ουσιαστική μελέτη δέουσας θα είχε επίσης λάβει υπόψη τους στόχους αποκατάστασης του δάσους της Δαδιάς μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 2023, καταλήγοντας και πάλι στην πρόταση του προφανούς μέτρου της απαγόρευσης χωροθέτησης σε συγκεκριμένες ζώνες (και άρα στον περιορισμό των περιοχών καταλληλότητας σε συνάφεια με κρίσιμα ενδιαιτήματα ειδών). Άλλωστε με τέτοιες προσεγγίσεις, η μελέτη θα συμμορφωνόταν με ορισμένες από τις βασικές πρόνοιες που διέπουν την εφαρμογή των οδηγιών για τη φύση, ανάμεσα στις οποίες είναι ότι, κατά τη δέουσα εκτίμηση επιπτώσεων, λαμβάνονται υπόψη πιέσεις και απειλές ανεξάρτητα από το εάν αυτά χωροθετούνται εντός ή εκτός περιοχών του δικτύου Natura και τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την ακεραιότητα των περιοχών του δικτύου Natura. Η μελέτη όχι μόνο δεν συμμορφώνεται με αυτήν τη σημαντική απαίτηση, αλλά αντιθέτως τονίζει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι μόνο το 29,4% των ανεμογεννητριών βρίσκεται εντός περιοχών Natura (σελ. 121-122). Είναι σαφές ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν αντιστοιχεί σε δέουσα εκτίμηση.
                                      Συμπερασματικά, με δεδομένη την έως σήμερα έλλειψη δέουσας εκτίμησης επιπτώσεων για τον χωροταξικό σχεδιασμό των ΑΠΕ, και τη σημαντική συνέπεια αυτής της έλλειψης που είναι η εκκρεμούσα διαδικασία επί παραβάσει (η χώρα είναι ένα βήμα πριν την παραπομπή της στο Δικαστήριο της ΕΕ), ορθώς το ΥΠΕΝ έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα να διενεργήσει δέουσα εκτίμηση. Ωστόσο η μελέτη που τέθηκε σε διαβούλευση μόνο κατ’ όνομα ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο, τη μεθοδολογία, και το αναμενόμενο αποτέλεσμα της διαδικασίας δέουσας εκτίμησης. Η συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί τυπική και όχι ουσιαστική εκπλήρωση μιας βασικής νομικής υποχρέωσης και μιας κρίσιμης διαδικασίας προστασίας και διαχείρισης των προστατευόμενων στοιχείων της φύσης και, ως τέτοια, θα πρέπει να τύχει απόρριψης στο σύνολό της.

                                       

                                      #15133
                                      Μαρία Φωτεινού (Εύβοια, Δήμος Καρύστου)

                                        Αυτή τη στιγμή στον Δήμο Καρύστου είναι ήδη εγκατεστημένες 528 ανεμογεννήτριες, ενώ αλλες 195 έχουν αδεια παραγωγού και 68 βρίσκονται υπό αξιολόγηση.

                                        Σήμερα, το ζήτημα της Νότιας Εύβοιας συμπυκνώνει ακριβώς τις τρεις μεγάλες συγκρούσεις που το νέο χωροταξικό φιλοδοξεί να ρυθμίσει:

                                        1. Ανεμογεννήτριες σε Προστατευόμενες Περιοχές NATURA
                                        2. Ισοπέδωση σε μεγάλα υψόμετρα (Άνω των 1.200 μέτρων)
                                        3. Σύγκρουση με την Πρωτογενή Παραγωγή, την Τουριστική και Οικονομική Ανάπτυξη

                                        Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Καρυστία είναι ότι οι διατάξεις του νέου χωροταξικού δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι τα εκατοντάδες έργα που λειτουργούν ήδη ή έχουν λάβει οριστικές εγκρίσεις (πριν τη θεσμοθέτηση του νέου πλαισίου) θα παραμείνουν στη θέση τους ακόμα και αν έρχονται σε αντίθεση με αυτές τις νέες διατάξεις. Το νέο πλαίσιο θα λειτουργήσει ως «φρένο» μόνο για τη μελλοντική επέκταση, αφήνοντας στην Καρυστία το δύσκολο έργο της διαχείρισης μιας ήδη βιομηχανοποιημένης φύσης. Ο Δήμος Καρύστου έχει τα τελευταία χρόνια επανειλημμένα ομόφωνα αποφασίσει και θέσει υπ’ όψιν της κεντρικής διοίκησης, την εναντίωση του σε οποιαδήποτε νέα εγκατάσταση βιομηχανικών αιολικών μονάδων και μονάδων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες) και επί τη ευκαιρία εναντιωνόμαστε και σε μελλοντικά σχέδια εγκτάστασης πυρηνικού σταθμού στην περιοχή.

                                        ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ :

                                        <u>Πρόταση 1</u>:  Εφαρμογή των νέων περιορισμών και σε εκκρεμείς αιτήσεις που έχουν λάβει Βεβαίωση Παραγωγού. Μηδενικό περιθώριο νέας εγκατάστασης για τον Δήμο Καρύστου λόγω πρότερου υπερκορεσμού για κάθε μορφή βιομηχανικών ΑΠΕ. Η πρόβλεψη του σχεδίου να εξαιρέσει από τους νέους περιορισμούς ακόμα και τα έργα που έχουν ήδη καταθέσει «πλήρη φάκελο» —ανεξάρτητα από το τελικό στάδιο αδειοδότησής τους— ακυρώνει την ουσία του νέου ΕΧΠ. Το ίδιο ισχύει και για έργα που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ).

                                        <u>Πρόταση 2</u>: Υποχρέωση αποξήλωσης και πλήρους αποκατάστασης του φυσικού τοπίου για όσες ανεμογεννήτριες ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους (20ετία), χωρίς αυτόματο δικαίωμα αντικατάστασης (repowering). Πολλοί παλαιοί αιολικοί σταθμοί πλησιάζουν στη συμπλήρωση της 20ετίας. Η αυτόματη αντικατάστασή τους με ανεμογεννήτριες νέας τεχνολογίας (διπλάσιου ή τριπλάσιου μεγέθους) θα επιφέρει νέο, βαρύτερο γύρο περιβαλλοντικής υποβάθμισης στην περιοχή.

                                        <u>Πρόταση 3</u>: Επιβολή ειδικού ανταποδοτικού τέλους «περιβαλλοντικής αποκατάστασης» στις εταιρείες που λειτουργούν ήδη έργα εντός NATURA. Τα έσοδα αυτά θα αποδίδονται απευθείας στην τοπική αυτοδιοίκηση με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση έργων περιβαλλοντικής αποκατάστασης και την στήριξη της τοπικής οικονομίας.

                                        Αύξηση των ανταποδοτικών τελών στο 6% και ειδική μέριμνα για όλη την επικράτεια του Δήμου Καρύστου για δραστική μείωση του κόστους του ρεύματος για όλους τους κατοίκους, λόγω του υπερκορεσμού σε έργα ΑΠΕ.

                                        <u>Πρόταση 4</u>: Υποχρεωτικό αναδρομικό περιβαλλοντικό έλεγχο εντός ενός έτους από τη θεσμοθέτηση του πλαισίου για όλα τα υφιστάμενα αιολικά της Καρυστίας, με σκοπό την επιβολή πρόσθετων μέτρων μείωσης θορύβου (π.χ. αυτόματη παύση λειτουργίας σε ώρες κοινής ησυχίας ή συγκεκριμένες διευθύνσεις ανέμου κ.α.). Επίσης προτείνουμε συνολική Περιβαλλοντική Μελέτη Επιπτώσεων για τις ήδη εγκατεστημένες μονάδες.

                                        <u>Πρόταση 5</u>: Επιβολή άμεσης αναστολής στην έκδοση νέων αδειών, καθώς και στην υλοποίηση των ήδη εκδοθεισών αδειών για αυτόνομους σταθμούς αποθήκευσης (μπαταρίες) εντός των ορίων του Δήμου Καρύστου. ‘Ηδη δύο σταθμοί ετοιμάζονται να εγκατασταθούν στην Όχη εντός NATURA σε υψόμετρο 1.200μ. Επίσης προτείνουμε θέσπιση ελάχιστης ασφαλούς απόστασης τουλάχιστον 5 χιλιομέτρων για οποιονδήποτε σταθμό μπαταριών από τα όρια οικισμών, δασικών εκτάσεων, πηγών ύδρευσης και προστατευόμενων περιοχών.

                                        <u>Πρόταση 6</u>: Για τη διασφάλιση των τοπικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (κτηνοτροφία, μελισσοκομία, τουρισμός κλπ.), καθίσταται θεσμικά αναγκαία η υποχρεωτική και δεσμευτική γνωμοδότηση των οικείων Δήμων κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων ΑΠΕ. Για τον Δήμο Καρύστου, η συμμετοχή αυτή τελεί υπό την αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση του μηδενικού περιθωρίου για νέες εγκαταστάσεις λόγω ήδη υπαρκτού κορεσμού.

                                         

                                         

                                        #15134
                                        ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ – ΑΝΔΡΟΣ

                                          Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε με τεράστια σίδερα το νησί μας για την Βιομηχανία των Αιολικών πάρκων, που όπως μνημόνευσε ο Πρόεδρος και Θεμελιωτής του Ε’ τμήματος ΣτΕ Μιχαήλ Δεκλερής και αντιπρόεδρος ε.τ. του ΣτΕ, για την μη τοποθέτηση των Πυλώνων της ΔΕΗ ύψους 25μ.  πάνω στα βουνά της Άνδρου και στα Κυκλαδονήσια, γιατί είναι εκτός ανθρώπινης κλίμακας.

                                          Δεν θέλουμε να γίνει η Άνδρος η συνέχεια της  Καρύστου και του όρους ΟΧΙ με εγκατεστημένες εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA, με καταστρατήγηση κάθε οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Περιβάλλον, την Ορνιθοπανίδα, την Πανίδα. Καθώς το ΥΠΕΝ με τις ΑΕΠΟ που ενέκρινε για τους ΑΣΠΗΕ δεν λάμβανε καμία προστασία των Βουνών, του Νερού, του Τοπίου,κλπ.  έχοντας κατά παράβαση των Ευρωπαϊκών Οδηγιών αμελήσει εδώ και δεκαετίες μεταξύ των άλλων να καθορίσει και εγκρίνει τους Στόχους Διατήρησης για τα είδη Ορνιθοπανίδας των Παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) του Εθνικού Οικολογικού δικτύου Natura 2000, και σαν case study στο Φραγκάκι Κορθίου στην Άνδρο περιοχή Natura 2000, επέτρεψε να τοποθετηθούν 5 ανεμογεννήτριες ύψους 135μ. σε απόσταση 550 μ. από τις φωληές του άγριου πτηνού Σπιζαετός χαρακτηρισμένου στο κόκκινο βιβλίο ως απειλούμενου προς εξαφάνιση, έχοντας ακτίνα προστασίας 5000 μ.!!

                                          Όπου τελικά εδέησεν το ΥΠΕΝ το 2023 (Αριθμ. οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/50146/1786), μετά τις καταγγελίες της ΕΕ σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, να προχωρήσει μεν σε Απόφαση (συμμόρφωσης) στον καθορισμό και έγκριση στόχων διατήρησης, με καταγραφές δεκάδων χιλιάδων ειδών της Ορνιθοπανίδας για όλη την επικράτεια μέχρι σήμερα, να προσδιορίζεται όμως για την τιμή στόχου και του εξειδικευμένου στόχου πουλιών στους πίνακες μόνο με την φράση «ανεπαρκή δεδομένα» σε ποσοστό που ανέρχονται μεγαλύτερο του 95%(!!) των καταγραφών, και η αιτία είναι ότι δεν ενδιαφέρεται, δεν στελεχώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες, δεν διαθέτει τους οικονομικούς πόρους παρόλο αυτών που καταβάλλονται από την ΕΕ στην Ελλάδα  !!!???

                                          Καταλήγοντας δηλώνουμε ότι τα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα δεκάδων νησιών και βραχονησίδων, που αυτή την ομορφιά έρχονται κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες να τα θαυμάσουν. Συνεπώς δεν θα επιτρέψουμε να καταστραφεί , προς όφελος ντόπιων και ξένων συμφερόντων μεγαλοεταιρειών.

                                          Συνημμένα ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου

                                          https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                          #15139
                                          ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕΑ – ΑΝΔΡΟΣ

                                            H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

                                            Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

                                            της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
                                            Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

                                            στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
                                            Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

                                            Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

                                            https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                            #15142
                                            ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – ΑΝΔΡΟΣ

                                              H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

                                              Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

                                              της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
                                              Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

                                              στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
                                              Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

                                              Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

                                              https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                              #15143
                                              ΔΗΜΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ

                                                ΔΗΜΟΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ
                                                ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ – ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
                                                επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας

                                                Προς
                                                Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας / αρμόδια αρχή διαβούλευσης

                                                Θέμα
                                                Συμμετοχή του Δήμου Μονεμβασίας στη διαβούλευση για το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ

                                                Ημερομηνία
                                                24/06/2026
                                                Σχετ.
                                                ΣΜΠΕ Αναθεώρησης ΕΧΠ-ΑΠΕ, Δέουσα Εκτίμηση Επιπτώσεων, χάρτες μελέτης, αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Μονεμβασίας

                                                Εισαγωγή – γενική θέση του Δήμου
                                                Ο Δήμος Μονεμβασίας, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, υποβάλλει τις παρούσες παρατηρήσεις και ενστάσεις, με γνώμονα την προστασία του φυσικού, πολιτιστικού, τοπιακού, τουριστικού και παραγωγικού χαρακτήρα της περιοχής του.

                                                Ο Δήμος Μονεμβασίας δεν είναι αντίθετος στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ως αρχή. Αναγνωρίζει την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αυτάρκειας της χώρας. Ωστόσο, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν μπορεί να γίνεται χωρίς χωρικά όρια, χωρίς ειδική συνεκτίμηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και χωρίς σεβασμό σε περιοχές που ήδη φέρουν σημαντικό περιβαλλοντικό, πολιτιστικό και τοπιακό βάρος.

                                                Εξάλλου  ήδη στο βόρειο τμήμα του Δήμου μας έχουν εγκατασταθεί και χωροθετούνται  ήδη 12 ΑΣΠΗΕ  με 130 Ανεμογεννήτριες. Εάν εγκατασταθούν και στη Χερσόνησο του Μαλέα και λειτουργήσουν και οι ΑΣΠΗΕ που έχουν ως σήμερα λάβει άδειες παραγωγής από τη ΡΑΑΕΥ, θα λειτουργούν πλέον εγκατεστημένες συνολικά 218 Α/Γ. Πρόκειται για υπερβολικό αριθμό ανεμογεννητριών και επιβάρυνση του φυσικού και πολιτιστικού κεφαλαίου του Δήμου μας, πρόδηλα πέραν της φέρουσας ικανότητάς του, κάτι απαράδεκτο από εμάς για το σύνολο της έκτασης του Δήμου μας.

                                                Δημιουργείται κυριολεκτικά ένα ενιαίο  «τείχος» Ανεμογεννητριών μήκους 70χλμ,  από τα οποία μήκος 30χλμ είναι οι ήδη εγκατεστημένες και προς χωροθέτηση  Ανεμογεννήτριες στο βόρειο τμήμα του Δήμου  από περιοχή Κυπαρισσίου έως  περιοχή Συκέας Μολάων και μήκος 40χλμ   είναι   από το ύψος του Κάστρου της Μονεμβασίας έως το Ακρωτήριο του Μαλέα, στο «Μικρό Άγιο Όρος» όπως αποκαλείται το ακρωτήριο του Μαλέα, όπου έχουν καταγραφεί 44 βυζαντινά μοναστήρια και ναοί, καθώς επίσης και το μεσαιωνικό φράγκικο κάστρο της Αγίας Παρασκευής στη Νεάπολη της Δ.Ε. Βοιών.

                                                Κάτω απ’ αυτό το τείχος στην κορυφογραμμή, σε ελάχιστες αποστάσεις και προς το Λακωνικό Κόλπο και προς το Μυρτώο Πέλαγος υπάρχουν τουλάχιστον 23 Κοινότητες και 60 οικισμοί, οι οποίοι πλήττονται συνολικά με αλλαγή της φυσιογνωμίας τους, λόγω της αισθητικής υποβάθμισης και της υψηλής στάθμης του θορύβου.

                                                Η πάγια θέση του Δήμου είναι ότι δεν πρέπει να εγκατασταθούν νέοι Αιολικοί Σταθμοί Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) ούτε μεγάλοι φωτοβολταϊκοί σταθμοί βιομηχανικής κλίμακας εντός των διοικητικών του ορίων. Η θέση αυτή δεν αποτελεί στείρα άρνηση, αλλά τεκμηριωμένη χωροταξική, περιβαλλοντική και αναπτυξιακή επιλογή, η οποία έχει διατυπωθεί κατ’ επανάληψη σε αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου και σε συμμετοχές του Δήμου σε διαβουλεύσεις για ΜΠΕ αιολικών και φωτοβολταϊκών έργων.
                                                <h2>1. Η περιοχή του Δήμου Μονεμβασίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή περιοχή υποδοχής έργων ΑΠΕ</h2>
                                                Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ οργανώνει τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων με βάση κριτήρια που συνδέονται ιδίως με το αιολικό δυναμικό, την κατηγοριοποίηση του εθνικού χώρου και την ένταξη περιοχών σε καθεστώς καταλληλότητας ή επιτάχυνσης. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη για περιοχές όπως ο Δήμος Μονεμβασίας, διότι η χωρική, ιστορική, πολιτιστική, τουριστική και περιβαλλοντική φυσιογνωμία δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με κριτήρια αιολικού ή ηλιακού δυναμικού.

                                                Η περιοχή του Δήμου περιλαμβάνει το Κάστρο της Μονεμβασίας τη Χερσόνησο του Μαλέα,  τον Κάβο Μαλέα, εκτεταμένες παράκτιες και ορεινές ζώνες, περιοχές Natura 2000, Καταφύγια Άγριας Ζωής, σημαντικούς βιότοπους, παραδοσιακούς οικισμούς, θρησκευτικά και βυζαντινά μνημεία, τουριστικές ζώνες, αγροτικές και μελισσοκομικές δραστηριότητες, καθώς και περιοχές διεθνούς και εθνικής αναγνώρισης.

                                                Κατά συνέπεια, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ οφείλει να προβλέψει ειδικό καθεστώς αυξημένης προστασίας για τον Δήμο Μονεμβασίας και όχι να τον αντιμετωπίζει ως ουδέτερο υποδοχέα ενεργειακών εγκαταστάσεων.
                                                2. Ο Δήμος έχει ήδη συνεισφέρει υπέρμετρα στην ανάπτυξη ΑΠΕ
                                                Ο Δήμος Μονεμβασίας έχει ήδη τεράστια  σωρευτική επιβάρυνση από αιολικές εγκαταστάσεις. Σε προηγούμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου έχει τεκμηριωθεί ότι στο βόρειο τμήμα του Δήμου έχουν ήδη εγκατασταθεί δεκάδες ανεμογεννήτριες, ενώ έχουν χωροθετηθεί ή αδειοδοτηθεί και άλλες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος συνολικής αλλοίωσης με ένα τείχος ανεμογεννητριών, της κορυφογραμμής και της φυσιογνωμίας του Δήμου

                                                Έχει επίσης επισημανθεί ότι η περαιτέρω εγκατάσταση αιολικών έργων, ιδίως στη Χερσόνησο του Μαλέα, θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική και τοπιακή βλάβη. Στην Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου υπ’ αριθμόν: 171/2024, ο Δήμος επανέλαβε ρητά την αντίθεσή του σε οποιαδήποτε χωροθέτηση ανεμογεννητριών στη Χερσόνησο του Μαλέα, από το Κάστρο Μονεμβασίας έως το Ακρωτήριο Μαλέα, ενώ αναφέρθηκε και στην αντίθεση της τοπικής κοινωνίας, πολιτιστικών συλλόγων, της Περιφέρειας Πελοποννήσου, της Ιεράς Μητρόπολης Μονεμβασίας και Σπάρτης και βουλευτών του Νομού Λακωνίας.

                                                Επομένως, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν μπορεί να αγνοεί το υφιστάμενο φορτίο. Για τον Δήμο Μονεμβασίας πρέπει να θεωρηθεί ότι η φέρουσα ικανότητα για νέες ΑΣΠΗΕ έχει εξαντληθεί. Κάθε νέα αδειοδότηση πρέπει να εξετάζεται όχι ως μεμονωμένο έργο, αλλά σε σχέση με όλα τα υφιστάμενα, αδειοδοτημένα, υπό αδειοδότηση και σχεδιαζόμενα έργα ΑΠΕ και τα συνοδά τους έργα.
                                                3. Η Χερσόνησος του Μαλέα αποτελεί ενιαίο φυσικό, πολιτιστικό και τοπιακό σύνολο
                                                Η Χερσόνησος του Μαλέα δεν είναι απλώς μια περιοχή με διαθέσιμο αιολικό δυναμικό. Είναι ενιαίο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο εξαιρετικής σημασίας. Ο Δήμος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η περιοχή από το Κάστρο Μονεμβασίας έως τον Κάβο Μαλέα πρέπει να προστατευθεί από νέα αιολικά έργα, καθώς αποτελεί περιοχή υψηλής φυσικής, ιστορικής, θρησκευτικής, αισθητικής και τουριστικής αξίας.

                                                 

                                                Στην Απόφαση 96/2021 του Δημοτικού Συμβουλίου αναφέρεται ότι η υλοποίηση νέων έργων, από μόνη της αλλά και από κοινού με άλλα αιολικά πάρκα που έχουν ήδη λάβει άδεια παραγωγής στην περιοχή του Ακρωτηρίου Μαλέα, βλάπτει δραστικά, καθολικά και ανεπανόρθωτα την ποιότητα ζωής των κατοίκων, το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, καθώς και το δικαίωμα του Δήμου και των κατοίκων σε βιώσιμο, αρμονικό και ισορροπημένο περιβάλλον.

                                                 

                                                Η ίδια απόφαση επισημαίνει ότι ο Δήμος έχει επιλέξει την ήπια τουριστική ανάπτυξη ως βέλτιστη προοπτική για το μέλλον και την ευημερία των δημοτών του. Η εγκατάσταση βιομηχανικών αιολικών και φωτοβολταϊκών συγκροτημάτων στη Χερσόνησο του Μαλέα είναι ασύμβατη με αυτή την αναπτυξιακή επιλογή.
                                                4. Νεότερα δεδομένα διεθνούς και εθνικής προστασίας ενισχύουν την ανάγκη εξαίρεσης της περιοχής από νέες μεγάλες ΑΠΕ
                                                Μετά τις προηγούμενες αποφάσεις του Δήμου έχουν προκύψει ακόμη ισχυρότερα δεδομένα προστασίας.

                                                Η περιοχή «Κάβο Μαλέα» έχει καταχωρηθεί ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά στο BirdLife DataZone με κωδικό GR206, ως περιοχή μη αναπαραγωγής (non-breeding), με αναφορά σε προστατευόμενα είδη όπως ο Μπούφος και ο Σπιζαετός. Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων, καθώς οι ανεμογεννήτριες και τα συνοδά τους δίκτυα δημιουργούν κινδύνους πρόσκρουσης, εκτόπισης, όχλησης και κατακερματισμού για την ορνιθοπανίδα. Η περιοχή έχει όλα τα στοιχεία, εκπονούνται σχετικές μελέτες  και προβλέπεται να αναγνωριστεί ως περιοχή Ζ.Ε.Π.  Οι περιοχές  Ζ.Ε.Π. εντάσσονται αυτόματα στο Δίκτυο Natura 2000. Οπότε στο νέο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να ενταχθεί στις Περιοχές Αποκλεισμού για εγκατάσταση ΑΠΕ.

                                                Η περιοχή «Όρος Πάρνων – Ακρωτήριο Μαλέας» έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα Άνθρωπος και Βιόσφαιρα της UNESCO ως Απόθεμα Βιόσφαιρας, γεγονός που αναγνωρίζει τη διεθνή σημασία του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος της περιοχής.

                                                Η αναγνώριση αυτή στηρίζεται στο μοναδικό φυσικό περιβάλλον, στα μνημεία ιστορίας και πολιτισμού, στη Μονεμβασία, σε επώνυμα αγροτικά προϊόντα, σε γεωλογικούς σχηματισμούς και σε παραδοσιακούς οικισμούς. Ο χάρτης του Αποθέματος Βιόσφαιρας αποτυπώνει ζώνες πυρήνα, ρυθμιστικές ζώνες και μεταβατικές ζώνες που εκτείνονται έως την περιοχή του Μαλέα και περιλαμβάνουν κρίσιμα τμήματα του Δήμου Μονεμβασίας.

                                                Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο ορεινός όγκος Χιονοβουνίου χαρακτηρίστηκε ως Προστατευόμενο Τοπίο, με σκοπό την προστασία στοιχείων ιδιαίτερης οικολογικής, γεωμορφολογικής, επιστημονικής, αισθητικής και πολιτισμικής αξίας. Παράλληλα, θεσπίστηκαν πρόσθετοι όροι και περιορισμοί για την προστασία της Περιοχής Άνευ Δρόμων του Χιονοβουνίου, με στόχο την προστασία οικοτόπων, ειδών χλωρίδας, άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας, καθώς και την αποτροπή τεχνητών επιφανειών και κατακερματισμού φυσικών οικοσυστημάτων.

                                                Τα ανωτέρω νεότερα δεδομένα καθιστούν σαφές ότι ο Δήμος Μονεμβασίας δεν μπορεί να εντάσσεται αδιακρίτως σε περιοχές υποδοχής νέων βιομηχανικών έργων ΑΠΕ. Αντιθέτως, πρέπει να προβλεφθεί ειδική εξαίρεση ή ειδικό καθεστώς αυξημένης προστασίας.
                                                <h2>5. Οι μεγάλες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις επί εδάφους προκαλούν επίσης σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις</h2>
                                                Η αντίθεση του Δήμου δεν αφορά μόνο τις ανεμογεννήτριες. Αφορά και τους μεγάλους φωτοβολταϊκούς σταθμούς βιομηχανικής κλίμακας, ιδίως όταν καταλαμβάνουν εκατοντάδες ή χιλιάδες στρέμματα, συνοδεύονται από εκχερσώσεις, περιφράξεις, δρόμους, υποσταθμούς, γραμμές μεταφοράς και συστήματα αποθήκευσης.

                                                Στο προσχέδιο εισήγησης για τις ΜΠΕ των ΦΣΠΗΕ στις θέσεις «Πακόγια» Δ.Ε. Ζάρακα και «Μυγδαλίτσα» Δ.Ε. Μολάων, ο Δήμος έχει εκφράσει κάθετη αντίθεση στην εγκατάσταση δύο τεράστιων σε έκταση φωτοβολταϊκών σταθμών, κρίνοντας τις ΜΠΕ ανεπαρκείς ως προς την αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και την αξιολόγηση των επιπτώσεων. Για τη θέση «Πακόγια» αναφέρεται έργο έκτασης 1.350 στρεμμάτων, ισχύος 50 MW, με ενσωματωμένη αποθήκευση, ενώ για τη θέση «Μυγδαλίτσα» έργο έκτασης 550 στρεμμάτων, ισχύος 19 MW, επίσης με αποθήκευση.

                                                Η χωροθέτηση τέτοιων έργων μεταβάλλει ριζικά τον χαρακτήρα του χώρου. Δεν πρόκειται για ήπιες ΑΠΕ, αλλά για βιομηχανικές εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας, οι οποίες καταλαμβάνουν φυσικές ή ημιφυσικές εκτάσεις, επηρεάζουν τη μελισσοκομία, την κτηνοτροφία, την αγροτική παραγωγή, το τοπίο, τη βιοποικιλότητα και τις δυνατότητες ήπιας τουριστικής ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, ο Δήμος ζητεί να μην επιτρέπεται η χωροθέτηση μεγάλων φωτοβολταϊκών σταθμών επί εδάφους εντός των κρίσιμων περιοχών του Δήμου και, σε κάθε περίπτωση, να αποκλείεται η εγκατάστασή τους σε δασικές, θαμνώδεις, μελισσοκομικές, τοπιακά ευαίσθητες, γειτνιάζουσες με Natura ή πολιτιστικά ευαίσθητες εκτάσεις.
                                                6. Η ΣΜΠΕ και η Δέουσα Εκτίμηση δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τη σωρευτική επιβάρυνση σε επίπεδο Δήμου
                                                Η βασική αδυναμία του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ είναι ότι δεν προκύπτει ειδική, επαρκώς τεκμηριωμένη εκτίμηση της σωρευτικής επιβάρυνσης σε επίπεδο Δήμου Μονεμβασίας. Η περιοχή έχει ήδη δεχθεί μεγάλο αριθμό αιολικών έργων, έχει πλήθος υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων έργων, ενώ παράλληλα συγκεντρώνει Natura 2000, Καταφύγια Άγριας Ζωής, Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά, προστατευόμενα τοπία, περιοχές άνευ δρόμων, πολιτιστικά μνημεία, παραδοσιακούς οικισμούς και περιοχές τουριστικής και αγροτικής σημασίας.

                                                Η μέχρι σήμερα πρακτική των ΜΠΕ, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί από τον Δήμο, είναι να εξετάζονται έργα μεμονωμένα και όχι αθροιστικά. Σε προηγούμενη απόφαση του Δήμου τονίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, πρέπει να εφαρμόζεται διαδικασία δέουσας εκτίμησης αξιολογώντας τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τα έργα συναθροιστικά με τα ήδη εγκατεστημένα ή σχεδιαζόμενα στην ίδια ευρύτερη περιοχή, κάτι που δεν γίνεται επαρκώς όταν επηρεάζονται προστατευόμενες περιοχές.

                                                Η αδυναμία αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί στο επίπεδο κάθε επιμέρους ΜΠΕ. Πρέπει να αντιμετωπιστεί στρατηγικά, στο επίπεδο του ίδιου του ΕΧΠ-ΑΠΕ, με ειδική πρόβλεψη για κορεσμένες και ευαίσθητες περιοχές όπως ο Δήμος Μονεμβασίας.

                                                7. Το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ πρέπει να ενισχύσει, όχι να αποδυναμώσει, τον αναπτυξιακό προσανατολισμό του Δήμου
                                                Ο Δήμος Μονεμβασίας έχει επιλέξει ως αναπτυξιακή κατεύθυνση την ήπια τουριστική ανάπτυξη, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής, της μελισσοκομίας, της τοπικής επιχειρηματικότητας και της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής. Η επιλογή αυτή έχει διατυπωθεί ρητά σε προηγούμενες αποφάσεις του Δήμου, όπου αναφέρεται ότι η ήπια τουριστική ανάπτυξη αποτελεί τη βέλτιστη προοπτική για το μέλλον και την ευημερία των δημοτών, με μέλημα τη διαφύλαξη της φυσιογνωμίας της περιοχής και την αξιολόγηση κάθε επένδυσης τόσο μεμονωμένα όσο και αθροιστικά.

                                                Η εγκατάσταση νέων ΑΣΠΗΕ και μεγάλων φωτοβολταϊκών σταθμών βιομηχανικής κλίμακας θα αναιρέσει αυτή την αναπτυξιακή κατεύθυνση. Θα μετατρέψει τον Δήμο από περιοχή πολιτισμού, φυσικού τοπίου και ήπιας ανάπτυξης σε περιοχή ενεργειακών βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Αυτό είναι ασύμβατο με το δημόσιο συμφέρον, με την τοπική οικονομία και με τις νεότερες εθνικές και διεθνείς αναγνωρίσεις προστασίας.

                                                8. Συγκεκριμένα αιτήματα του Δήμου Μονεμβασίας
                                                Κατόπιν των ανωτέρω, ο Δήμος Μονεμβασίας ζητεί:

                                                1)     Να μην επιτραπεί η χωροθέτηση νέων ΑΣΠΗΕ εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Μονεμβασίας, ιδίως στη Χερσόνησο του Μαλέα, από το Κάστρο Μονεμβασίας έως το Ακρωτήριο Μαλέα, καθώς και σε περιοχές που συνδέονται λειτουργικά, τοπιακά ή οικολογικά με τον Μαλέα, το Χιονοβούνι, τον Πάρνωνα και τις προστατευόμενες ζώνες της Ανατολικής Λακωνίας.

                                                2)     Να μην επιτραπεί η χωροθέτηση μεγάλων φωτοβολταϊκών σταθμών βιομηχανικής κλίμακας επί εδάφους στον Δήμο Μονεμβασίας, ιδίως σε φυσικές, δασικές, θαμνώδεις, αγροτικές, μελισσοκομικές, τοπιακά ευαίσθητες ή γειτνιάζουσες με προστατευόμενες περιοχές εκτάσεις.

                                                3)     Να χαρακτηριστούν οι κρίσιμες περιοχές του Δήμου Μονεμβασίας ως περιοχές αποκλεισμού ή αυξημένης προστασίας για νέες μεγάλες ΑΠΕ, λαμβάνοντας υπόψη Natura 2000, Καταφύγια Άγριας Ζωής, βιότοπους Corine, Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά, το Απόθεμα Βιόσφαιρας UNESCO «Όρος Πάρνων – Ακρωτήριο Μαλέας», την Περιοχή Άνευ Δρόμων Χιονοβουνίου και το Προστατευόμενο Τοπίο Χιονοβουνίου.

                                                4)     Να προβλεφθεί ειδική ρύθμιση κορεσμού για τον Δήμο Μονεμβασίας, με την οποία η υφιστάμενη και αδειοδοτημένη εγκατεστημένη ισχύς και ο αριθμός ανεμογεννητριών να θεωρούνται εξαντλητικά για τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής.

                                                5)     Να αφαιρεθούν ή να επανεξεταστούν οι Δημοτικές Ενότητες του Δήμου Μονεμβασίας από τις Περιοχές Καταλληλότητας ή Επιτάχυνσης για αιολικά, όπου η ένταξή τους βασίζεται αποκλειστικά ή κυρίως σε αιολικό δυναμικό και όχι σε πραγματική συνεκτίμηση τοπίου, πολιτισμού, τουρισμού, βιοποικιλότητας και σωρευτικής επιβάρυνσης.

                                                6)     Να θεσπιστεί υποχρεωτική στρατηγική σωρευτική εκτίμηση ανά Δήμο και ανά φυσικογεωγραφική ενότητα, πριν από οποιαδήποτε νέα αδειοδότηση ΑΣΠΗΕ ή μεγάλου ΦΣΠΗΕ, η οποία θα συνυπολογίζει υφιστάμενα, αδειοδοτημένα, υπό αδειοδότηση και σχεδιαζόμενα έργα, καθώς και οδοποιία, γραμμές μεταφοράς, υποσταθμούς, αποθήκευση ενέργειας και λοιπά συνοδά έργα.

                                                7)     Να αντιμετωπίζονται τα συνοδά έργα ως αναπόσπαστο μέρος της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, και όχι ως δευτερεύουσες τεχνικές παρεμβάσεις. Η διάνοιξη δρόμων, η επέκταση δικτύων, οι εκσκαφές, οι πλατείες ανέγερσης, οι γραμμές μεταφοράς και οι υποσταθμοί προκαλούν συχνά μεγαλύτερη και μονιμότερη βλάβη από τον ίδιο τον σταθμό.

                                                Ειδικά επειδή όλοι οι ορεινοί σχηματισμοί στις κορυφογραμμές του Δήμου Μονεμβασίας είναι καρστικοποιημένοι ασβεστόλιθοι, η εγκατάσταση Ανεμογεννητριών σε αυτές τις περιοχές θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα εμπλουτισμού νερού των υπογείων υδροφορέων , αφού θα επηρεάσει αρνητικά τις πηγές και τις ροές ομβρίων υδάτων στο υπέδαφος.  Οι πηγές της περιοχής τροφοδοτούνται από τα μετεωρικά νερά, τα οποία μέσω του επιφανειακού «επικάρστ» κατεισδύουν στους υπεδαφικούς καρστικούς σχηματισμούς, εμπλουτίζοντας έτσι τα υπόγεια νερά της περιοχής. Παραβλέπεται, έτσι, ότι οιαδήποτε ανθρωπογενής επέμβαση (όπως η διάνοιξη οδών, η διαμόρφωση των πλατειών και η θεμελίωση των ανεμογεννητριών, η κατασκευή των αγωγών μεταφοράς της ενέργειας κλπ.) θα καταστρέψει την επικοινωνία του επικάρστ με το υπόγειο καρστ και θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα και την ποσότητα των επιφανειακών και των υπογείων υδάτων. Η κατάρρευση του υπόγειου καρστ (σπήλαια, κανάλια ροής) μπορεί να μεταβάλει την ροή του καρστικού νερού και να προκληθεί έτσι περαιτέρω πτώση του ήδη χαμηλού υδροφόρου ορίζοντα.

                                                8)     Να προβλεφθούν αυστηρές ζώνες αποκλεισμού γύρω από πολιτιστικά μνημεία, παραδοσιακούς οικισμούς, θρησκευτικά μνημεία, διαδρομές φυσιολατρικού και πολιτιστικού τουρισμού, ακτές, τοπία υψηλής αισθητικής αξίας και περιοχές ήπιας τουριστικής ανάπτυξης.

                                                9)     Να μην επιτρέπεται η χωροθέτηση ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας σε Περιοχές Άνευ Δρόμων, Προστατευόμενα Τοπία, στις καταχωρημένες ΣΠΠ (Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά),   ζώνες πυρήνα και ρυθμιστικές ζώνες του Αποθέματος Βιόσφαιρας UNESCO, καθώς και σε περιοχές όπου η διάνοιξη νέας οδοποιίας ή η δημιουργία τεχνητών επιφανειών αντιστρατεύεται τους σκοπούς προστασίας (όπως αναφέρθηκε στο 7).

                                                10)  Να προταχθούν μορφές ήπιας και αποκεντρωμένης ενεργειακής μετάβασης, όπως φωτοβολταϊκά σε στέγες, δημοτικά κτίρια, ενεργειακές κοινότητες, αυτοπαραγωγή, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, μικρές εγκαταστάσεις για τοπικές ανάγκες και έργα που δεν αλλοιώνουν το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο.
                                                9. Συμπέρασμα
                                                Ο Δήμος Μονεμβασίας ζητεί την ουσιαστική αναμόρφωση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ ως προς τις προβλέψεις που αφορούν στην περιοχή του. Το ΕΧΠ-ΑΠΕ πρέπει να υπηρετεί την ενεργειακή μετάβαση, αλλά ταυτόχρονα να προστατεύει περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής, πολιτιστικής, τοπιακής και αναπτυξιακής αξίας και ήπιας τουριστικής ανάπτυξης

                                                Η Μονεμβασία, ο Μαλέας, το Χιονοβούνι, ο Ζάρακας, οι Βοιές, η ανατολική Λακωνία και οι λοιπές περιοχές του Δήμου δεν αποτελούν κενό χώρο προς ενεργειακή εκμετάλλευση. Αποτελούν ενιαίο φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο τοπικής, εθνικής και διεθνούς σημασίας. Η περαιτέρω εγκατάσταση νέων ΑΣΠΗΕ και μεγάλων φωτοβολταϊκών σταθμών βιομηχανικής κλίμακας είναι ασύμβατη με τον χαρακτήρα αυτό.

                                                Για τους λόγους αυτούς, ο Δήμος Μονεμβασίας ενίσταται επί της ΣΜΠΕ και του σχεδίου του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ, κατά το μέρος που δεν προβλέπουν ειδική εξαίρεση ή αυξημένη προστασία για τον Δήμο, και ζητεί τη ρητή ένταξη των κρίσιμων περιοχών του σε καθεστώς αποκλεισμού από νέες ΑΣΠΗΕ και μεγάλες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις επί εδάφους.

                                                O ΔΗΜΑΡΧΟΣ
                                                ΗΡΑΚΛΗΣ ΤΡΙΧΕΙΛΗΣ
                                                 

                                                #15148
                                                ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΟΙΒΟΝΔΑ Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος

                                                  Σήμερα είναι επίσημα η τελευταία ημέρα της διαβούλευσης.

                                                  Η διάρκειά της ήταν εξαιρετικά σύντομη σε σχέση με τη σημασία που έχει η δημοσιοποίηση ενός τόσο σημαντικού και πολυεπίπεδου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) σε σύγκριση μάλιστα με τα πολλά χρόνια που διέθετε η επιστημονική ομάδα και το ΥΠΕΝ για την σύνταξή του.

                                                  Η παρούσα διαβούλευση, όπως καταγράφεται από τις πολλές συμμετοχές, έχει κινητοποιήσει τόσο το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, όσο και ομάδες, Συλλόγους και Τοπικούς Φορείς, που εστιάζουν με τις αναλύσεις τους και την καταγραφή στοιχείων και δεδομένων σε μικρότερες χωρικές ενότητες (μεταξύ άλλων Άγραφα, Πίνδος, Πήλιο, Καρυστία, Ικαρία και άλλα νησιά, κλπ.). Περιοχές που γνωρίζουν πολύ καλά, ώστε να αντικρούσουν με συγκεκριμένα και επιστημονικά δεδομένα τις προτάσεις του ΕΧΠ για τις ΑΠΕ.

                                                  Δημιουργήθηκε έτσι μέσα από τα κείμενα της διαβούλευσης  ένα αντι-χωροταξικό σχέδιο που, παρόλο το σύντομο χρονικό διάστημα, παρουσιάζει μεγαλύτερη τεκμηρίωση ώστε να αποδεικνύει ότι τα υπό διαβούλευση κείμενα (ΣΜΠΕ και ΚΥΑ) σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ένα επαρκές επιστημονικά ειδικό χωροταξικό σχέδιο, του οποίου η θεσμοθέτηση μπορεί να προχωρήσει άμεσα.

                                                  Συνεπώς μια άμεση ενέργεια θα ήταν η αναστολή για ένα σύντομο χρονικό διάστημα της εξέτασης όλων των αιτήσεων εγκατάστασης  ΑΠΕ σε εξέλιξη ανά τη Χώρα, ώστε να απαντηθούν όλα τα καίρια ερωτήματα που έχουν τεθεί από την διαβούλευση και δεν αντιμετωπίζονται από τα κείμενα ΣΜΠΕ και ΚΥΑ.

                                                  Να θυμηθούμε  ότι το μέτρο της αναστολής υπάρχει θεσμοθετημένο και χρησιμοποιείται σε σημαντικής κλίμακας παρεμβάσεις όπως οι επεκτάσεις και η πολεοδόμηση περιοχών που δέχονται μεγάλη πίεση (Μύκονος, Σαντορίνη, κλπ.) προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εκπονούμενες ρυθμιστικές μελέτες (ΕΧΜ, ΤΠΣ), χωρίς να δημιουργηθούν de facto μη αναστρέψιμες καταστάσεις.

                                                  Η ανάγκη μιας τέτοιας αναστολής είναι προφανής: διαθέτουμε σήμερα επιστημονικά εργαλεία που εκτιμούν με μεγάλη ακρίβεια τις επιπτώσεις χωροθετήσεων χρήσεων γης, κάθε κλίμακας.

                                                  Μια εγκατάσταση Ανανεώσιμης Πηγής Ενέργειας είναι μία νέα χρήση γης που δεν είχε προβλεφθεί στην ίδια θέση από προηγούμενο κανονιστικό πλαίσιο, οποιουδήποτε επιπέδου. Καταργεί ότι υπήρχε πριν στην ίδια θέση και επηρεάζει τις υπάρχουσες χρήσεις γης σε μια ευρύτερη περιοχή. Όμως, είναι αξιοπερίεργο ότι μέχρι σήμερα καμιά από τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που επέτρεψαν την κατασκευή των ήδη εγκατεστημένων ΑΠΕ ή και εκείνων που έχουν πάρει ΑΕΠΟ δεν βρήκε να σχολιάσει ούτε μια αρνητική επίπτωση από την νέα αυτή χρήση γης. Η Τοπική αυτοδιοίκηση, Σύλλογοι και  Φορείς, ομάδες Πολιτών έχουν προσφύγει δεκάδες φορές στο ΣτΕ και στα Δικαστήρια, να παίξουν κατά κάποιο τρόπο το ρόλο του Χωροτάκτη, να προσκομίσουν επιστημονικά δεδομένα και να ματαιώσουν αυτές τις χωροθετήσεις.

                                                  Έχουν κατατεθεί στη διαβούλευση πολλές πλήρεις και επιστημονικά τεκμηριωμένες ενστάσεις και σχόλια, με τα οποία δηλώνω ότι συμφωνώ και προσυπογράφω. (Ενδεικτικά αναφέρω: Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, , Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο/MedINA), Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, ΣΕΠΟΧ, ΣΕΜΠΧΠΑ, Εταιρεία Περιβάλλοντος Κύμης, κλπ.).

                                                   

                                                  <u>Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ</u>

                                                  Αναφέρω στη συνέχεια ένα πολύ συγκεκριμένο και πρόσφατο παράδειγμα για το Πήλιο, που αποδεικνύει όπως και τόσα άλλα που έχουν αναφερθεί με τις παρεμβάσεις στη διαβούλευση, πόσο ελλιπές είναι το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο.

                                                  Αποδεικνύει επίσης ότι κάθε ανεπάρκεια, παράλειψη, προχειρότητες ή κενά στον χωροταξικό σχεδιασμό ανωτέρου επιπέδου όπως ένα ΕΧΠ, δημιουργεί προσδοκίες «επενδυτικών ευκαιριών» χωρίς αντίκρισμα. Παράλληλα όμως μεταθέτει το βάρος της επίλυσης στα Δικαστήρια και τελικά στο ΣτΕ και το κόστος της προστασίας στην κοινωνία.

                                                  Ολόκληρη η επικράτεια του Δήμου Νοτίου Πηλίου ήδη από το 2017 αποτέλεσε «στόχο» αιτήσεων για τη χωροθέτηση Αιολικών Πάρκων (Α/Π), με τουλάχιστον 8-9 «υποψηφιότητες», που θα συγκέντρωναν δεκάδες ανεμογεννήτριες σε μια χερσόνησο μέσου πλάτους από 4-5 μέχρι το πολύ 10 χιλιομέτρων και μήκους περί τα 50 χιλιόμετρα.

                                                  Οι κάτοικοι, οι φορείς Πολιτών αλλά και η Δημοτική Αρχή του Νοτίου Πηλίου κινητοποιήθηκαν και αντέκρουσαν τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων  που υποβλήθηκαν σε διαβούλευση. Κάποιες από τις ενδιαφερόμενες εταιρείες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποσύρθηκαν και σήμερα, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Χάρτη της RAEGeoPortal έχουν απομείνει 6 υποψήφια Αιολικά Πάρκα με 27 ανεμογεννήτριες!

                                                  Σημειώνω ότι στον Χάρτη 4 Προστατευόμενα Στοιχεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, το Πήλιο παρουσιάζει την μεγαλύτερη ίσως πυκνότητα κηρυγμένων μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, έτσι ώστε ακόμη και ένας αδαής να δει ότι δεν χωρούν και χρήσεις ΑΠΕ απλά και μόνο γιατί είναι αδύνατον να τηρηθούν οι ελάχιστες προβλεπόμενες αποστάσεις. Βέβαια εφαρμόζοντας την «Χωροταξία του ενός κριτηρίου» με μοναδικό κριτήριο την αιολική καταλληλότητα και οι 5 δημοτικές ενότητες του Δήμου Νοτίου Πηλίου στον Πίνακα του Παραρτήματος Ι της ΚΥΑ, χαρακτηρίζονται «περιοχές αιολικής καταλληλότητας» (Να σημειωθεί ότι και το υπόλοιπο Πήλιο βορειότερα, δηλ. οι Δήμοι Ζαγοράς-Μουρεσίου και Ρήγα Φεραίου χαρακτηρίζονται ως περιοχές αιολικής καταλληλότητας).

                                                  Πέρα όμως από το γεγονός ότι το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν μπορεί να αξιολογήσει ούτε καν τα στοιχεία που το ίδιο παραθέτει για να διατυπώσει την πρότασή του για το Πήλιο, δεν έχει καν φροντίσει όπως παρουσιάζεται στη συνέχεια, να συλλέξει όλα τα απαραίτητα και βασικά αναλυτικά στοιχεία, όπως το ισχύον θεσμικό  πλαίσιο και τον ισχύοντα βαθμό προστασίας του Πηλίου.

                                                  Ήρθε λοιπόν το ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ (ΤΡΙΜΕΛΕΣ Β’ Τμήμα ΑΚΥΡΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΡΙΜΕΛΗΣ) με δύο Αποφάσεις του (ΑΑ189/18-12-2025 ΑΑ190/18-12-2025) να καταγράψει το ισχύον πλαίσιο προστασίας του Πηλίου. Παραθέτω αναλυτικά την μία από τις δύο Αποφάσεις με τα όλα τα σημεία του σκεπτικού, για να γίνουν κατανοητές οι ελλείψεις και παραλείψεις του υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ.

                                                  Προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας  για να δικάσει την αίτηση ακύρωσης με αριθμό καταχώρησης ΑΚ 12/27-2-2024,… «του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Δήμος Νοτίου Πηλίου», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βόλου …., με την από 3-4-2025 δήλωση του άρθρου 33 παρ. 3 του π.δ. 18/1989,

                                                  κατά των : 1) ν.π.δ.δ. με την επωνυμία: «Δήμος Βόλου», όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βόλου … και 2) Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παραστάθηκε δια της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) ………

                                                  Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθ. 784514/31-8-2023 Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας, που εκδόθηκε από την Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Βόλου στο όνομα του …. και αφορά εργασίες εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 249,6 Κ\Λ/ στη θέση «Στουρνάρι» Νεοχωρίου του Δήμου Νοτίου Πηλίου, Π.Ε. Μαγνησίας και β) της υπ’ αριθμ. 453/17-7-2023 γνωμοδότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία το Συμβούλιο γνωμοδότησε θετικά επί των ανωτέρω εργασιών.

                                                  …….Επειδή, το άρθρο 7 του ν. 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α’   167), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 4546/2018 (Α 101/12.6.2018), ορίζει τα εξής: «1. Με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδίδεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, συγκροτούνται Συμβούλια Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) σε κάθε περιφερειακή ενότητα, τα οποία είναι αρμόδια για την παροχή σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών στις εξής περιπτώσεις: α) Για κάθε οικοδομική εργασία (ανέγερση, επισκευή, προσθήκη, κατεδάφιση) σε κτίρια, οικόπεδα ή γήπεδα, που βρίσκονται σε παραδοσιακά τμήματα πόλεων, σε παραδοσιακούς οικισμούς, σε ιστορικούς τόπους, αρχαιολογικούς χώρους, σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, β) … γ) … δ)…». Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1337/2021), το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής κατά τις ανωτέρω διατάξεις έχει αρμοδιότητα παροχής σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών σε όλες τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 4495/2017, μεταξύ των οποίων, για κάθε οικοδομική εργασία σε περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Την ίδια δε γνωμοδοτικής φύσεως αρμοδιότητα ασκεί και το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής σε σχέση με την υποβληθείσα προς έγκριση αρχιτεκτονική μελέτη, στο πλαίσιο εξέτασης ενδικοφανούς προσφυγής που έχει ασκηθεί από τον ενδιαφερόμενο κατά της απόφασης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής που δεν εγκρίνει την υποβληθείσα μελέτη (αρνητική σύμφωνη γνώμη), σε περίπτωση αποδοχής της εν λόγω προσφυγής και ακύρωσης της προσβληθείσας απόφασης, καθώς και στην περίπτωση που ασκεί απευθείας την αρμοδιότητά του, μεταξύ άλλων, σχετικά με την κατασκευή μόνιμων κτιριακών εγκαταστάσεων έργων ιδιαίτερης περιβαλλοντικής και οικιστικής σημασίας. Η εν λόγω γνωμοδοτική διαδικασία προηγείται της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας και η σχετική θετική σύμφωνη γνώμη επί της αρχιτεκτονικής μελέτης αποτελεί προϋπόθεση και δικαιολογητικό για την οικοδομική άδεια. Εξάλλου, ως θετική σύμφωνη γνώμη στερείται εκτελεστότητας (βλ. ΣτΕ 1099/2020, 1898/2017, πρβλ. 2482/2017, 161/2016, 1851/2013, 2077, 1090/2006, 2512/2001, 552, 824/1987 κ.α.). Κατόπιν τούτων, στην προκειμένη περίπτωση απαραδέκτως στρέφεται η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά της 2ης προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 453/17-7-2023 γνωμοδότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία στερείται εκτελεστότητας. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εξέτασης της νομιμότητας της 1ης προσβαλλόμενης πράξης είναι δυνατή η προβολή όλων των πλημμελειών της ανωτέρω γνωμοδότησης (ΣτΕ 1337/2021).

                                                  Επειδή, όπως έχει κριθεί, (Σ.τ.Ε. 1268/2019,568/2018,2887 και 2888/2014 επταμ.), το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον του Πηλίου υπάγονται σε ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας. Ειδικότερα, με την απόφαση 10977/16.5.1967 του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως (φ Β’ 352), η οποία εξεδόθη βάσει του κ.ν. 5351/1932 (Α’ 275) και του ν. 1469/1950 (φ Α’ 169), χαρακτηρίσθηκαν ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία και τόποι παρουσιάζοντες ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή ενδιαφέροντες από αρχιτεκτονική ή ιστορική άποψη οι οικισμοί Τσαγκαράδα και Τρίκερι και τμήματα άλλων έξι οικισμών του Πηλίου . Εν συνεχεία, με την Φ.31/24512/1858/3.5.1976 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (φ Β’ 652), η οποία εξεδόθη βάσει των διατάξεων του ν. 1469/1950, το όρος Πήλιο χαρακτηρίσθηκε ως τόπος ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους «δια την ιδιαιτέραν φυσιογνωμίαν του, την αφάνταστον ποικιλίαν χρωματικών εναλλαγών και τον έξοχον συνδυασμόν πυκνής βλαστήσεως και θέας προς την θάλασσαν» (παρ. 1), οι δε οικισμοί του Πηλίου χαρακτηρίσθηκαν ως τόποι χρήζοντες ειδικής κρατικής προστασίας «καθ’ ότι διατηρηθέντες αναλλοίωτοι από της εποχής της Τουρκοκρατίας, με τον μεγάλον αριθμόν αρχοντικών και παραδοσιακών οικιών, γραφικωτάτων πλατειών και δρομίσκων, συνθέτουν μοναδικήν εικόνα, ενθυμίζουν δε το πλούσιον εις ιστορίαν παρελθόν» (παρ. 2). Το θεσπισθέν με την τελευταία υπουργική απόφαση προστατευτικό καθεστώς διατηρήθηκε με την παράγρ. 9 του άρθρου 31 του ν. 1650/1986 (φ Α’ 160), κατά την οποία ό,τι έχει κηρυχθεί και προστατεύεται, μεταξύ άλλων, ως τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους κατά τις διατάξεις του ν. 1469/1950, εντάσσεται με προεδρικό διάταγμα στις κατηγορίες του άρθρου 18 παρ. 3 του ιδίου νόμου συμφώνως προς τα κριτήρια του άρθρου 19 αυτού, ενώ κατά την παρ. 10 του ιδίου άρθρου 31, μέχρι την έκδοση του σχετικού διατάγματος και των οικείων κανονισμών λειτουργίας και διαχείρισης, τα αντικείμενα προστασίας της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1469/1950. Περαιτέρω, με το π.δ/γμα της 10.3/1.4.1977 (φ Δ’ 94), το οποίο εξεδόθη βάσει των διατάξεων του ν.δ/τος της 17.7.1923 (φ Α’ 228) και του ΓΟΚ 1973, θεσπίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως για δεκαοκτώ προϋφισταμένους του 1923 οικισμούς του Ανατολικού Πηλίου. Ακολούθως, με το π.δ/γμα της 19.10/13 11.1978 (φ Δ’ 594), το οποίο εξεδόθη κατ’ επίκληση των άρθρων 9 του ν.δ/τος της 17.7.1923 και 79 παρ. 6 του ΓΟΚ 1973 (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 622/1977), και το οποίο αποτελεί το ελάχιστο πλαίσιο προστασίας των παραδοσιακών οικισμών, χαρακτηρίσθηκαν ως παραδοσιακοί και υπήχθησαν σε ειδικό καθεστώς όρων και περιορισμών δομήσεως πλείονες οικισμοί της χώρας, μεταξύ των οποίων είκοσι οικισμοί του Πηλίου, περιλαμβανομένων των ανωτέρω δεκαοκτώ. Τέλος, με το π.δ/γμα της 11.6/4.7.1980 (φ Δ’ 374), το οποίο εξεδόθη βάσει των αυτών εξουσιοδοτικών διατάξεων, χαρακτηρίσθηκαν ως παραδοσιακοί, ομαδοποιήθηκαν ανάλογα με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους και εντάχθηκαν σε ειδικό καθεστώς προστασίας εξήντα τέσσερις οικισμοί του Πηλίου. Ειδικότερα, οι χαρακτηριζόμενοι ως παραδοσιακοί οικισμοί με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω π.δ., όπως και οι χαρακτηρισμένοι ως παραδοσιακοί με το από 1978 π.δ. διαχωρίστηκαν σε 3 ομάδες (I, II III ) στη 2η από τις οποίες περιλαμβάνεται η Άφησσος (άρθρο 1 παρ. 2). Περαιτέρω, θεσπίσθηκαν ειδικοί όροι και περιορισμοί δομήσεως αυτών (άρθρα 2-7, όπως τα άρθρα 3, 5 και 7 τροποποιήθηκαν με το π.δ/γμα Γ.85185/17.4/16.5.1997, φ Δ’ 383, εκδοθέν κατ’ επίκληση του άρθ. 4 παρ. 1 του ΓΟΚ 1985) και στο άρθρο 8 παρ. 1 αυτού, όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι: «1. Όροι και περιορισμοί δομήσεως διά την εκτός των ορίων των εν άρθρω 1 του παρόντος οικισμών αλλά εντός των διοικητικών ορίων των δήμων ή κοινοτήτων εις τους οποίους υπάγονται ούτοι, οι προβλεπόμενοι διά του από 6.10.78 προεδρικού διατάγματος «περί καθορισμού όρων και περιορισμών δομήσεως των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προτού έτους 1923 οικισμών» (Δ’ 538) εξαιρέσει του άρθρου 4. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και περιβαλλοντικές υποδομές, χαμηλής και μέσης όχλησης, συσκευασίας και μεταποίησης τοπικά παραγόμενων αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και φυσικά παραγόμενων προϊόντων της περιοχής, εφαρμοζομένων των όρων δόμησης του άρθρου 1 και της παρ. 7 του άρθρου 4 του από 24.5.1985 προεδρικού διατάγματος (Δ’270).»

                                                                                    Επειδή, περαιτέρω, στον ως άνω ν. 4495/2017 στο κεφάλαιο πρώτο ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΑΔΕΙΩΝ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΔΕΙΩΝ, στο άρθρο 28 ορίζεται ότι: περ. α) …. Β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»; Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29», στο άρθρο 29 παρ. 2 ότι: «2. Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας απαιτείται για τις εξής εργασίες: … λδ) Εργασίες εγκατάστασης φ/β συστημάτων, για τις περιπτώσεις που απαιτείται σύμφωνα με ειδικότερες διατάξεις» (όπως η περίπτωση λδ προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 19 του ν. 4546/2018 (Φ.Ε.Κ. Α’ 101/12-6.-2018), στο άρθρο 33 ότι «1. Η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και έκδοσης των πράξεων εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών του άρθρου 28, καθώς και η διαδικασία υποβολής και γνωμοδότησης των συμβουλίων των άρθρων 7, 12, 13, 20, 22, 24 διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η υλοποίηση της οποίας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε φορέα που θα καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η πλατφόρμα αυτή θα είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της δημόσιας διοίκησης (Ε.Ψ.Π. – gov.gr). …», στο άρθρο 37 ότι : «1. Οι αιτήσεις για την έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας υποβάλλονται ηλεκτρονικά με ευθύνη του υποβάλλοντος μηχανικού και η έγκριση εκδίδεται αυτόματα, αμέσως μετά την ηλεκτρονική υποβολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών, μελετών και στοιχείων. 2. Το έντυπο της έγκρισης με το σχετικό αριθμό δημοσιεύεται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών» και στο άρθρο 41 ότι : « 1. Τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται για τη χορήγηση της Έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας είναι τα ακόλουθα: α) …. β) εγκρίσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και συλλογικών οργάνων, όπως δασαρχείου, Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, όπου αυτές απαιτούνται από τις κείμενες διατάξεις, κατά περίπτωση, γ) τεχνική έκθεση μηχανικού και προϋπολογισμός έργου, «για τις περιπτώσεις που απαιτείται», δ) …».

                                                  Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

                                                  Κατόπιν υποβολής από την παρεμβαίνουσα της υπ’ αριθ. 1127079/2023 αίτησης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 784514/31-8-2023 Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας (ΕΕΔΜΚ) από την Υπηρεσία Δόμησης του καθ’ ου Δήμου υπέρ της …., ως κυρίας του έργου, με την οποία εγκρίθηκαν οι εργασίες εγκατάστασης φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 249,6 KW στη θέση «Στουρνάρι» της κτηματικής περιφέρειας Νεοχωρίου του Δήμου Νοτίου Πηλίου, ΠΈ. Μαγνησίας, σε γήπεδο εμβαδού 4.005 τ.μ. ιδιοκτησίας της ανωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 28, 33 και 37 του N. 4495/17, όπως ισχύουν, σύμφωνα με τις οποίες η διαδικασία υποβολής και έκδοσης των πράξεων Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας (ΕΕΔΜΚ) διενεργείται αποκλειστικά ηλεκτρονικά, μέσω του πληροφοριακού συστήματος e– Άδειες” του ΤΕΕ με ευθύνη του υποβάλλοντος μηχανικού. Μετά την υποβολή της 19631/6-3-2024 αίτησης του αιτούντος Δήμου Νοτίου Πηλίου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για αναστολή εκτέλεσης της 784514/31-8- 2023 ΕΕΔΜΚ, διενεργήθηκε έλεγχος από τον καθ’ ου Δήμο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι για την έκδοση της παραπάνω πράξης είχαν υποβληθεί τα εξής δικαιολογητικά: α) Το με αρ. πρωτ. 248220/09.06.2023 έγγραφο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας, β) το με αρ. πρωτ. 180846/25.04.2023 έγγραφο της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Θεσσαλίας & Κεντρικής Στερεάς Ελλάδας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, γ) το με αρ. πρωτ. 91337/10.03.2021 έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας ΠΕ Μαγνησίας & Σποραδών και δ) η από 17.07.2023 Γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ), Συνεδρίαση 9, Πράξη 453, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσας ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής) κατά της από 28-4-2023 (Συνεδρίαση 9, θέμα 12°) αρνητικής Απόφασης- Γνωμοδότησης του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ΠΕ Μαγνησίας & Σποράδων της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Συγκεκριμένα, με την από 28-4- 2023 (Συνεδρίαση 9, θέμα 12°) γνωμοδότηση του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ΠΕ Μαγνησίας & Σποράδων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, το συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά για την εγκατάσταση του ανωτέρω φωτοβολταϊκού συστήματος, καθώς έλαβε υπόψη ότι – δυνάμει του του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος που διέπει την περιοχή – αυτό δεν εντάσσεται μορφολογικά, ογκοπλαστικά, οπτικά και αισθητικά στο δομημένο και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής ούτε εναρμονίζεται με το τοπίο του Πηλίου και, επιπλέον, βρίσκεται σε σχετικά κοντινή απόσταση από τον παραδοσιακό οικισμό της Αφήσσου και σε οπτική επαφή με το θαλάσσιο μέτωπο, καθώς επίσης ότι το γήπεδο στο οποίο χωροθετείται η προτεινόμενη εγκατάσταση γειτνιάζει με όμοια προτεινόμενη εγκατάσταση φωτοβολταϊκού πάρκου (με α/α αίτησης 963.340/7-4-2023) με αποτέλεσμα ως σύνολο να λειτουργούν επιβαρυντικά για το τοπίο. Κατόπιν άσκησης της από 23-5-2023 ένστασης της παρεμβαίνουσας κατά της παραπάνω απόφασης, με την 453/17.07.2023 γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ), κατά τη Συνεδρίαση 9^, κατά την οποία το θέμα παρουσίασε ο ….. (μηχανολόγος Μηχανικός, ο οποίος είναι ο μηχανικός που συνέταξε την τεχνική έκθεση για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση), το εν λόγω συμβούλιο έκανε δεκτή την ένσταση και γνωμοδότησε θετικά για την εγκατάσταση του παραπάνω πάρκου, αφού έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται επ’ αυτής «τον φάκελο του θέματος και την παρουσίαση του μηχανικού».

                                                                                        Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ο απών Δήμος ζητά την ακύρωση της 784514/31-8-2023 Έγκρισης Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας της Υπηρεσίας Δόμησης του καθ’ ου Δήμου. Ο δε καθ’ ου Δήμος με την 26457/31-3-2025 έκθεση απόψεων αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και επισημαίνει ελλείψεις που αφορούν στα στοιχεία που έλαβε υπόψη το κατά τα ανωτέρω ΚΕΣΑ.

                                                                                   Επειδή, εξάλλου, η παρεμβαίνουσα με την νομίμως ασκηθείσα παρέμβασή της, όπως οι λόγοι της αναπτύσσονται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά της, ζητά την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ακύρωσης, προβάλλοντας κατά πρώτο λόγο ότι αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Τούτο δε διότι η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε στις 31.8.2023, αναρτήθηκε στον ιστότοπο της «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» την ίδια ημέρα επομένως η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της ένδικης αίτησης ακύρωσης εκκίνησε την 16η.9.2023 και έληξε την 14η. 11.2023, (ημέρα Τρίτη). Περαιτέρω, δε, διότι οι εργασίες υλοποίησης και κατασκευής του επιδίκου έργου, εκκίνησαν αμέσως μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης και ειδικότερα την 31.8.2023, όπως αυτό αποδεικνύεται από (α) το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. 215/17.11.2023 Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών (ΤΠΥ) της εγκαταστάτριας εταιρείας «…………..» αναφορικά με την κατασκευή της περίφραξης του σταθμού και (β) το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. ΤΙΜ-13002 από 20.9.2023 Τιμολόγιο Πώλησης της εταιρείας «……» προς την ίδια, δια του οποίου πιστοποιείται ότι την ημερομηνία αυτή παραδόθηκε ο οικίσκος ελέγχου του υπό κρίση Φ/Π. Αντιθέτως ο αιτών προβάλλει ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως διότι έλαβε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης στις 31-1-2024, ημερομηνία έκδοσης της προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης της 783767/30-8-2023 ΕΕΔΜΚ του καθ’ ου Δήμου, που εκδόθηκε υπέρ του ……, δια της οποίας έγινε αντιληπτό από την αρμόδια υπηρεσία του ότι εκδόθηκαν δύο ξεχωριστές ΕΕΔΜΚ διότι επρόκειτο για δύο διαφορετικά ακίνητα.

                                                                                   Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά ατομικής διοικητικής πράξης μη δημοσιευτέας, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της έκδοσης της πράξης και του περιεχομένου της, το δε συγκεκριμένο χρονικό σημείο της πλήρους γνώσης μπορεί να τεκμαίρεται κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων. Ειδικώς, επί προσβολής άδειας ανέγερσης οικοδομής, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου έγκρισης εργασιών μικρής δόμησης, για την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας απαιτείται γνώση όχι μόνο της έκδοσης, αλλά και του περιεχομένου της πράξης ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του έργου και της χρήσης του’ η γνώση δε αυτή συναρτάται και με τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος (πρβλ. ΣτΕ 2024,2234/2024, πρβλ. ΣτΕ 176/2023 Ολομ.,2036/2011 Ολομ., 2221/2017). Περαιτέρω, η ανάρτηση της προσβαλλόμενης πράξης στη «Διαύγεια» δεν μπορεί, αυτή και μόνο, να στοιχειοθετήσει τεκμήριο γνώσης (πρβλ. ΣτΕ 1508/2020, 1708/2018). Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει τεκμήριο πλήρους γνώσης της προσβαλλομένης πράξης σε χρονικό σημείο απώτερο των 60 ημερών από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, καθόσον εξάλλου μόνη η έκδοση των προαναφερόμενων τιμολογίων δεν συνιστά απόδειξη εκτέλεσης των συναφών εργασιών, τεκμαίρεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της παρεμβαίνουσας ως αβάσιμου. Ενόψει δε του ότι ασκήθηκε και κατά τα λοιπά παραδεκτώς πρέπει να εξετασθεί στην ουσία.

                                                                                         Επειδή, ο αϊτών προβάλλει, κατά πρώτο λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, καθόσον είναι πλημμελώς αιτιολογημένη η απόφαση του ΚΕΣΑ, η οποία έχει οδηγήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα προβάλλει ότι ενώ το Α’ Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων απέρριψε την αίτηση έκδοσης άδειας για εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, για τους αναφερόμενους στην γνωμοδότησή του λόγους, στη συνέχεια το ΚΕΣΑ γνωμοδότησε θετικά για την τοποθέτηση του φωτοβολταϊκού πάρκου με μια ασαφή, αόριστη και ελλιπή νομικά πράξη του, χωρίς να αναφερθεί στις επιμέρους διατάξεις των Προεδρικών Διαταγμάτων που αφορούν στο Πήλιο, ούτε στις διατάξεις για τα φωτοβολταϊκά πάρκα. Ο δε καθ’ ου Δήμος με την προαναφερόμενη έκθεση απόψεων επισημαίνει ότι στη θετική Γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ δεν υπάρχει ρητή αναφορά στον οικίσκο και στην περίφραξη παρά μόνο στην εγκατάσταση των Φ/Β συστημάτων, καθώς οι συνοδευτικές αυτές κατασκευές δεν αναφέρονται ούτε στον τίτλο της ΕΕΔΜΚ ούτε αποτυπώνονται οι όψεις και οι τομές τους στο Διάγραμμα Κάλυψης, ώστε να κριθεί η συμφωνία τους με τα μορφολογικά στοιχεία της περιοχής όπως αυτά επιβάλλονται με το άρθρο 3 του ΠΔ/τος Πηλίου. Επίσης επισημαίνει ότι δεν υπάρχει διαμόρφωση του χώρου του γηπέδου ώστε να κριθεί με τη γνωμοδότηση η συμφωνία με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ΠΔ/τος Πηλίου σύμφωνα με την οποία: “Δια την διαμόρφωσιν ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων επιτρέπονται μόνον αι απολύτως αναγκαίοι εκσκαφαί. Εις περίπτωσιν κεκλιμένου εδάφους επιτρέπεται η διαμόρφωσις του οικοπέδου δΓ αναλημματικών τοίχων ή πρανών μεγίστου ύψους ενός και ημίσεως (1,50) μέτρου, από του φυσικού εδάφους”. Αντιθέτως, η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει ότι ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ, ως απλή γνωμοδότηση, εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 4495/2017, ενώ από τα στοιχεία του φακέλου επί της υποβληθείσας ενδικοφανούς προσφυγής του ενώπιον του ΚΕΣΑ, τα οποία συγκροτούν την έννοια της αιτιολογίας της γνωμοδότησης του τελευταίου, προκύπτει σαφώς, ειδικώς και επαρκώς ότι το επίμαχο Φ/Π αφ’ ενός δεν προκαλεί οπτική όχληση ως προς τα σημεία ενδιαφέροντος γύρωθεν ή πλησιόθεν αυτού και αφ’ ετέρου εντάσσεται αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής και το τοπίο του Πηλίου. Συναφώς προβάλλει ότι η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού πάρκου (Φ/Π) δεν απαγορεύεται στην περιοχή του Πηλίου, με βάση τη νομοθεσία (την από 1976 ΥΑ περί χαρακτηρισμού ως περιοχής ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και το από 11-6-1980 ΠΔ περί χαρακτηρισμού οικισμών ως παραδοσιακών), ούτε αποκλείεται από το Ε.Π.Χ.Σ. & Α.Α. (ΕΙΔΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ) για τις ΑΠΕ. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η εγκατάσταση του επίμαχου Φ/Π έχει ολοκληρωθεί και αυτό έχει συνδεθεί με το δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, συντρέχει δε υπέρτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη συνέχιση της λειτουργίας του, ο οποίος συνίσταται στο ότι οι ΑΠΕ συνιστούν πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον.

                                                                                         Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη ότι το αρμόδιο ΚΕΣΑ κατά την εξέταση της ένστασης της παρεμβαίνουσας επί της αρνητικής γνωμοδότησης του Α Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων (για την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, για τους αναφερόμενους στην γνωμοδότησή του λόγους) έκανε δεκτή την ένσταση και γνωμοδότησε θετικά, με την αιτιολογία ότι έλαβε υπόψη, όπως αναφέρεται επ’ αυτής, «τον φάκελο του θέματος και την παρουσίαση του ….. μηχανικού» (ήτοι του μηχανικού που συνέταξε την τεχνική έκθεση για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση), χωρίς να εξειδικεύσει τους λόγους για τους οποίους ενέκρινε την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού πάρκου, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη το ειδικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει την περιοχή του Πηλίου, κατά τα εκτιθέμενα στην 4^ σκέψη (την από 1976 ΥΑ περί χαρακτηρισμού ως περιοχής ιδιαίτερου φυσικού κάλους και το από 11-6-1980 ΠΔ περί χαρακτηρισμού οικισμών ως παραδοσιακών), σε σχέση και με τους αναφερόμενους στην γνωμοδότηση του Α’ Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της ΠΕ Μαγνησίας και Σποράδων λόγους που οδήγησαν στην αρνητική γνωμοδότησή του, όπως τα στοιχεία αυτά επισημαίνονται και στην έκθεση απόψεων του καθ’ ου Δήμου, ανάγονται δε στη μη συμβατότητα της εγκατάστασης με τα μορφολογικά στοιχεία της περιοχής. Ενόψει αυτών, η γνωμοδότηση του ΚΕΣΑ παρίσταται πλημμελώς αιτιολογημένη, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κ.Δ.Διαδικασίας. Η δε προσβαλλόμενη ΕΕΔΜΚ, ως ερειδόμενη στην ανωτέρω γνωμοδότηση, η οποία συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσής της – δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην 3η σκέψη, συνιστά σύμφωνη γνώμη, η οποία προηγείται της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικής άδειας και αποτελεί προϋπόθεση και δικαιολογητικό για την οικοδομική άδεια και όχι απλή γνώμη όπως αβάσιμα προβάλλει η παρεμβαίνουσα – καθίσταται ακυρωτέα για τον λόγο αυτό, ο οποίος βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακύρωσης και όσων προβάλλονται από την παρεμβαίνουσα επ’ αυτών.

                                                                                      Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη ΕΕΔΜΚ και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, με την έκδοση νέας γνωμοδότησης από το αρμόδιο ΚΕΣΑ, η οποία θα είναι αιτιολογημένη, υπό την έννοια ότι θα περιλαμβάνει κρίση επί των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη θεμάτων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, ενώ η παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να απαλλαγεί, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ο καθ’ ου Δήμος και η παρεμβαίνουσα από τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος (άρθρο 4 παρ. 1 περ. στ’ ν. 702/1977 και 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

                                                   

                                                  ΔΙΑΤΑΥΤΑ

                                                  Δέχεται την αίτηση ακύρωσης κατά το μέρος που αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη.

                                                  Απορρίπτει την παρέμβαση.

                                                  Ακυρώνει την 784514/31-8-2023 Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Βόλου.

                                                  Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας.

                                                  Απαλλάσσει τον καθ’ ου η αίτηση Δήμο και την παρεμβαίνουσα από τα δικαστικά έξοδα του αιτούντος.

                                                   

                                                  Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Λάρισα, στις 10 Δεκεμβρίου 2025 όπου και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 18 Δεκεμβρίου 2025.

                                                   

                                                  #15144
                                                  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού

                                                    ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
                                                    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ)

                                                     

                                                    Εισαγωγή

                                                    Η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας και η προώθηση της απανθρακοποίησης αποτελούν, σε εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, αδιαμφισβήτητη και επείγουσα αναγκαιότητα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Εντούτοις, η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να συντελείται εις βάρος του φυσικού κεφαλαίου, της βιοποικιλότητας, του τοπίου και της πολιτιστικής κληρονομιάς, που συνιστούν εξίσου κρίσιμους εθνικούς πόρους.

                                                    Στο πλαίσιο αυτό, το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) καλείται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη χωρική διάρθρωση των σταθμών παραγωγής. Οφείλει να θέσει σαφή όρια και κατευθύνσεις, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ώστε να αρθεί η σημερινή κατάσταση  ελλιπούς ρυθμιστικού ελέγχου, στην οποία αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα χωροθετούνται αποσπασματικά, προκαλώντας έντονες συγκρούσεις χρήσεων γης και αλλοίωση της φυσιογνωμίας των τοπικών κοινωνιών.

                                                    Είναι ωστόσο κρίσιμο να επισημανθεί ότι η αναθεώρηση του παρόντος ΕΧΠ συντελείται με ιδιαίτερα σοβαρή χρονική καθυστέρηση, γεγονός που το καθιστά εκ των πραγμάτων σχεδόν ανεπίκαιρο. Η παρατεταμένη αυτή ολιγωρία έχει οδηγήσει σε μια παράδοξη πραγματικότητα: οι επιδιωκόμενοι ποσοτικοί στόχοι διείσδυσης των ΑΠΕ, όπως αυτοί είχαν αποτυπωθεί στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), έχουν ήδη υπερκαλυφθεί. Την ίδια στιγμή, ένας όγκος εγκαταστάσεων που αγγίζει το πενταπλάσιο των αρχικών αυτών στόχων τελεί ήδη υπό αδειοδότηση ή έχει λάβει οριστικές εγκρίσεις. Κατά συνέπεια, λόγω της ίδιας της αρχιτεκτονικής των μεταβατικών του διατάξεων, οι ουσιαστικές ρυθμίσεις του υπό θεσμοθέτηση ΕΧΠ-ΑΠΕ κινδυνεύουν να μην τύχουν εφαρμογής στο μεγαλύτερο μέρος της επενδυτικής δραστηριότητας, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό σε μη αναστρέψιμες χωρικές αλλοιώσεις.

                                                    Η απουσία σαφών, προκαθορισμένων κανόνων χωροθέτησης εντείνει τις χωρικές αβεβαιότητες επί του πεδίου, καθώς το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από εγγενείς αντιφάσεις και συχνές, αποσπασματικές τροποποιήσεις. Αυτή η θεσμική αστάθεια, σε συνδυασμό με τη χρήση ανεπίκαιρων κριτηρίων, παρεμποδίζει δομικά τη συγκρότηση ενός σταθερού και ορθολογικού επενδυτικού περιβάλλοντος, οδηγώντας συχνά στην αδρανοποίηση του υγιούς επενδυτικού ενδιαφέροντος. Οι διοικητικές δυσκαμψίες και η συνεπακόλουθη ανασφάλεια δικαίου οξύνουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος και συνδέονται άμεσα με τις σοβαρές ελλείψεις των χωρικών πολιτικών.

                                                    Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η απλούστευση και η επιτάχυνση των διαδικασιών αποτελούν κομβικά προαπαιτούμενα για την επίτευξη των εθνικών ενεργειακών στόχων από το 2023-2024 στο πλαίσιο του RePowerEU, η περιβαλλοντική αξιολόγηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες χαρακτηρίζεται από υπερβολικές καθυστερήσεις, οι οποίες διαρκούν μήνες ή και έτη. Οι δυσλειτουργίες αυτές αποδίδονται τόσο στον υψηλό διοικητικό φόρτο και την υποστελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών, όσο και στην τεχνική ανωριμότητα των υποβαλλόμενων μελετών, που καταδεικνύει την αδυναμία των φορέων εκμετάλλευσης να υποστηρίξουν άρτια τα προτεινόμενα έργα.

                                                    Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα κρίσιμο και στρεβλό περιβάλλον, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) παρεμβαίνει και καταθέτει τις παρούσες προτάσεις της με πνεύμα απολύτως εποικοδομητικό. Στόχος της επιστημονικής αυτής παρέμβασης είναι η ανάδειξη και η έγκαιρη θεραπεία των δομικών αδυναμιών του σχεδιασμού πριν από την οριστική θεσμοθέτησή του, διασφαλίζοντας ότι η πράσινη μετάβαση θα υλοποιηθεί με όρους χωρικής δικαιοσύνης, περιβαλλοντικής ασφάλειας και σεβασμού στην κλίμακα του ελληνικού τοπίου.

                                                     

                                                     
                                                    Θετικά στοιχεία
                                                    Η αξιολόγηση του υπό αναθεώρηση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αναδεικνύει ορισμένες θετικές κατευθύνσεις, οι οποίες δύνανται να συμβάλλουν στον εξορθολογισμό της χωρικής διάρθρωσης των ενεργειακών σταθμών, εφόσον εφαρμοστούν χωρίς παρεκκλίσεις. Τα στοιχεία αυτά, που κινούνται προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του ρυθμιστικού ρόλου του σχεδιασμού και της προστασίας του περιβάλλοντος, διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Δέσμευση υποκείμενου σχεδιασμού και ιεραρχική εναρμόνιση: Το ΕΧΠ-ΑΠΕ λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο αναφοράς για τον υποκείμενο σχεδιασμό, υποχρεώνοντας τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς και τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια να εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις του. Η ρητή επανάληψη αυτής της θεσμικής υπεροχής διαλύει τυχόν ερμηνευτικές αμφιβολίες. Ωστόσο, η κανονιστική ισχύς της διάταξης περιορίζεται από την εισαγωγή εξαιρέσεων για «στρατηγικές» ή μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες στην πράξη δύνανται να ανατρέψουν τον τοπικό αναπτυξιακό προγραμματισμό.
                                                    • Θεσμική αναγνώριση χωρικών ασυμβατοτήτων και οχλήσεων: Το Πλαίσιο αναγνωρίζει ότι οι εκτεταμένες βιομηχανικές εγκαταστάσεις ΑΠΕ (κυρίως μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά και αιολικές συστοιχίες) συνιστούν οχλούσα δραστηριότητα για άλλες κρίσιμες χρήσεις γης, όπως ο τουρισμός υψηλής ποιότητας, η γεωργία υψηλής παραγωγικότητας και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παρά ταύτα, η κατεύθυνση ότι οι εν λόγω μονάδες απλώς «πρέπει να αποφεύγονται» σε κορεσμένες ή ευαίσθητες ζώνες στερείται κανονιστικής πυκνότητας, καθώς αποφεύγεται η θέσπιση ρητών κριτηρίων αποκλεισμού τους.
                                                    • Προτεραιοποίηση υποδοχέων ανθρωπογενούς δραστηριότητας: Θετική κατεύθυνση αποτελεί η εισαγωγή κινήτρων για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ σε ήδη επιβαρυμένα ή τεχνητά περιβάλλοντα, όπως στέγες κτιρίων και τεχνητές ή κατασκευασμένες επιφάνειες, πρώην εξορυκτικές, λατομικές και λιγνιτικές ζώνες, εδάφη με υψηλό ρυπαντικό φορτίο, υποβαθμισμένες περιοχές και χώροι αποκατάστασης ΧΑΔΑ, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Άρθρου 14 της υπό διαβούλευση ΚΥΑ. Η προσέγγιση αυτή συμβάλλει στον περιορισμό της κατάληψης παρθένου εδάφους και δασικών οικοσυστημάτων.
                                                    • Εισαγωγή κριτηρίων Φέρουσας Ικανότητας: Η πρόβλεψη συγκεκριμένων προδιαγραφών για την εκτίμηση της Φέρουσας Ικανότητας των οικοσυστημάτων σε επίπεδο ΟΤΑ ή νησιωτικής ενότητας αποτελεί αναγκαίο εργαλείο σχεδιασμού. Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης ενέχει ένα μεθοδολογικό πρωθύστερο, καθώς οι άδειες εγκατάστασης συνεχίζουν να εκδίδονται σωρευτικά επί του πεδίου, προτού οι μελέτες αυτές ολοκληρωθούν.
                                                    • Θαλάσσιος Χώρος και Πλωτά Αιολικά: Ενώ αξιολογείται θετικά η θεσμοθέτηση απόλυτων ζωνών αποκλεισμού (λιβάδια Ποσειδωνίας, κλειστοί κόλποι με άνοιγμα 1.500 m, ενάλιες αρχαιότητες), επισημαίνεται ότι στα πλωτά αιολικά έργα η εξάρτηση από εκτεταμένα υποθαλάσσια δίκτυα αγκύρωσης και καλωδίωσης απαιτεί πολύ αυστηρότερους ελέγχους των σωρευτικών και μακροπρόθεσμων επιπτώσεων στο θαλάσσιο οικοσύστημα.

                                                    Κατηγοριοποίηση με βάση τον βαθμό κορεσμού και τις υποδομές
                                                    Η εξέταση των προβλέψεων του υπό αναθεώρηση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου σχετικά με τις υποδομές και τη διαχείριση του χώρου αναδεικνύει κρίσιμα μεθοδολογικά προβλήματα και ρυθμιστικές ασάφειες, οι οποίες διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Ελλιπής αποτύπωση του πραγματικού κορεσμού: Στις «Περιοχές Ελέγχου/Κορεσμού» ο υπολογισμός του φόρτου γίνεται αποκλειστικά με βάση τους σταθμούς που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία. Απουσιάζει από τη χωρική εξίσωση ο αριθμός και η δυναμικότητα των σταθμών που έχουν λάβει Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης ή Βεβαιώσεις Παραγωγού. Αυτό αλλοιώνει την πραγματική εικόνα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται περιοχές θεωρητικά ελεύθερες για νέες αδειοδοτήσεις, με κίνδυνο την υπερφόρτωση των τοπικών υποδομών δικτύου, έως και περιβαλλοντική υποβάθμιση.
                                                    • Η δημοτική ενότητα ως λανθασμένη χωρική μονάδα: Το ΕΧΠ-ΑΠΕ επιλέγει ως μονάδα μέτρησης του κορεσμού τη δημοτική ενότητα. Για τα νησιά (πλην Κρήτης και Εύβοιας), η προσέγγιση αυτή είναι παραπλανητική. Κάθε νησί αποτελεί ενιαία, κλειστή γεωγραφική και οπτική ενότητα με αδιαίρετη τοπιακή ταυτότητα. Οι πιέσεις από τις ΑΠΕ (διανοίξεις δρόμων, υποσταθμοί, οπτική ρύπανση) επηρεάζουν το σύνολο του νησιωτικού χώρου. Το Πλαίσιο ώφειλε να ορίσει το νησί ως ενιαία χωρική μονάδα ελέγχου και όχι να επιτρέπει την υπερσυγκέντρωση έργων σε μία μόνο δημοτική ενότητα αυτού.
                                                    • Πλασματικές «Περιοχές Αποκλεισμού»: Η εντύπωση ότι στις Περιοχές Αποκλεισμού απαγορεύεται κάθε εγκατάσταση ανατρέπεται από τις ίδιες τις διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν «κατά παρέκκλιση» μικρά ή «στρατηγικά» έργα, καθώς και συνοδά έργα δικτύου (δρόμοι πρόσβασης, γραμμές μεταφοράς). Στις επιβαρυμένες περιοχές, η κατεύθυνση θα έπρεπε να είναι η πλήρης και αυστηρή αναστολή νέων αδειοδοτήσεων και η παροχή κινήτρων για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (repowering) των υφιστάμενων παλαιών σταθμών, χωρίς επέκταση της καταλαμβανόμενης εδαφικής έκτασης. Ειδικότερα, το Πλαίσιο ορίζει ρητά (Άρθρο 5, παρ. 1, τελευταίο εδάφιο) ότι «τυχόν παρέκκλιση από τις περιοχές αποκλεισμού… πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης». Η διατύπωση αυτή μετατρέπει τον αποκλεισμό από απόλυτο κανόνα σε μαχητό τεκμήριο, αναθέτοντας ουσιαστικά την τελική κρίση στη διακριτική ευχέρεια της αδειοδοτούσας αρχής κατά την έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την κατάργηση της δυνατότητας παρέκκλισης για τα συνοδά έργα εντός των περιοχών απόλυτου αποκλεισμού (περιβαλλοντικά και πολιτιστικά ευαίσθητων). Παράλληλα η  ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση σαφούς κανονιστικού πλαισίου για το repowering, το οποίο θα απαγορεύει την επέκταση του αποτυπώματος στο έδαφος, θα υποβάλλει κάθε αύξηση ύψους σε αξιολόγηση οπτικής και τοπιακής επίπτωσης, και θα εντάσσει τη νέα ισχύ στον υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας.

                                                    <h2>Ανεπάρκεια Περιβαλλοντικών Δεδομένων και Θεσμοθέτηση Μηχανισμών Παρακολούθησης</h2>
                                                    Ο σχεδιασμός και η λήψη στρατηγικών αποφάσεων στην Ελλάδα πραγματοποιούνται σε καθεστώς επιστημονικής αβεβαιότητας, εξαιτίας ελλιπών, παρωχημένων ή μη επικαιροποιημένων περιβαλλοντικών και γεωχωρικών δεδομένων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι καθυστερήσεις στην πλήρη κύρωση των δασικών χαρτών και η απουσία λεπτομερούς χαρτογράφησης των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας. Η απουσία αξιόπιστης βάσης αναφοράς περιορίζει δραματικά την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων μέτρων μετριασμού.

                                                    Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω ελλειμμάτων, οι αναγκαίοι άξονες παρέμβασης διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Ενίσχυση και διαλειτουργικότητα των υφιστάμενων μηχανισμών παρακολούθησης: Προτείνεται η διαλειτουργικότητα των υφιστάμενων βάσεων (ΡΑΑΕΥ, ΟΦΥΠΕΚΑ, Κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, βάσεις του ΥΠΠΟ) και η θεσμοθέτηση ανεξάρτητου επιστημονικού συμβουλευτικού οργάνου -με συμμετοχή επιστημονικών φορέων και της κοινωνίας των πολιτών- για την αξιολόγηση των δεικτών παρακολούθησης, ώστε να διασφαλίζεται ο ανεξάρτητος επιστημονικός έλεγχος χωρίς τη δημιουργία νέας γραφειοκρατικής δομής.
                                                    • Θέσπιση Μετρήσιμων Δεικτών Παρακολούθησης: Είναι αναγκαία η ενσωμάτωση στα ΕΧΠ αυστηρών, ποσοτικών δεικτών παρακολούθησης, οι οποίοι θα λειτουργούν ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.
                                                    • Ρήτρα Υποχρεωτικής Αναθεώρησης Αδειών: Προτείνεται η θεσμοθέτηση κανονιστικής διάταξης που θα επιβάλλει την υποχρεωτική ανάκληση ή τροποποίηση των αδειών λειτουργίας έργων, στην περίπτωση που οι δείκτες παρακολούθησης καταδείξουν υπέρβαση των προκαθορισμένων και θεσμοθετημένων ορίων περιβαλλοντικής όχλησης.
                                                    • Ενσωμάτωση των μέτρων της ΣΜΠΕ στο δεσμευτικό κείμενο της ΚΥΑ: Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων προτείνει σειρά ουσιωδών μέτρων που δεν αποτυπώνονται στο κανονιστικό κείμενο της απόφασης – μεταξύ άλλων, την υποχρεωτική υπογειοποίηση καλωδίων σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας, την ελάχιστη απόσταση 150 μ. μεταξύ γειτονικών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, τη διάθεση του 10% του πολυγώνου εγκατάστασης εντός Natura για ενίσχυση της βιοποικιλότητας, την υδραυλική μελέτη για περίοδο επαναφοράς 50 ετών, τα αντιανακλαστικά επιστρώματα στα φωτοβολταϊκά, τα συστήματα ανίχνευσης πτηνών σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας, καθώς και την αναλογική προσαρμογή των αποστάσεων ένταξης στο τοπίο ανάλογα με το ύψος των ανεμογεννητριών. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τα μέτρα αυτά να ενσωματωθούν ρητά και δεσμευτικά στο κείμενο της ΚΥΑ και να μην παραμείνουν απλές κατευθύνσεις της μελέτης, ώστε να καθίστανται υποχρεωτικά κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση.

                                                     

                                                     

                                                    Αξιολόγηση των Κριτηρίων Χωροθέτησης Χερσαίων και Θαλάσσιων Αιολικών Εγκαταστάσεων
                                                    Η χωρική οργάνωση των αιολικών πάρκων, αν και αποτελεί το πιο αναπτυγμένο ρυθμιστικό πεδίο, συγκεντρώνει τις περισσότερες ασάφειες και αμφιλεγόμενες διατάξεις. Η τυποποίηση του χώρου σε Περιοχές Καταλληλότητας και Περιοχές Επιτάχυνσης βάσει του αιολικού δυναμικού εισάγει μεθοδολογικές στρεβλώσεις που υποτάσσουν την οικολογική ισορροπία στην τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα.

                                                    Οι βασικοί άξονες προβληματισμού σχετικά με τα κριτήρια αυτά διαρθρώνονται ως εξής:

                                                     

                                                      • Ασαφές καθεστώς των Περιοχών Επιτάχυνσης (Acceleration Areas): Το Πλαίσιο εισάγει την έννοια των Περιοχών Επιτάχυνσης ως υποσύνολο των Περιοχών Καταλληλότητας, σε εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 (RED III) και το άρθρο 9 του ν. 5299/2026, στις οποίες προβλέπεται απλοποιημένη και συντομευμένη περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ωστόσο, παραμένει ασαφές: (α) με ποια κριτήρια και διαδικασία προσδιορίζονται γεωγραφικά οι περιοχές αυτές, (β) εάν διενεργείται γι’ αυτές διακριτή Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, όπως απαιτεί η Οδηγία, ή εάν αυτή υποκαθίσταται από τη συνολική ΣΜΠΕ του Πλαισίου, και (γ) με ποιον τρόπο διασφαλίζεται ότι η επιτάχυνση δεν αποβαίνει εις βάρος της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και του τοπίου, για τα οποία το άρθρο 16 της RED III επιβάλλει την εφαρμογή μέτρων μετριασμού κατά την περιβαλλοντική εκτίμηση. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη ρητή αποσαφήνιση των ανωτέρω και τη διασφάλιση ότι καμία Περιοχή Επιτάχυνσης δεν επικαλύπτει περιοχές περιβαλλοντικής ή πολιτιστικής ευαισθησίας.
                                                      • Διοικητικός και όχι ουσιαστικός καθορισμός της Φέρουσας Ικανότητας: Ο ορισμός της φέρουσας ικανότητας με αυστηρούς όρους εδαφικής κάλυψης (μέγιστο 8% της έκτασης ανά Δημοτική Ενότητα για τις πρώην Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας, 5% για τις πρώην Περιοχές Αιολικής Καταλληλότητας, 4% για τις Δημοτικές Ενότητες Μονεμβασιάς, Αραχόβης, Καρπενησίου και Καρύστου, καθώς και 4% για το σύνολο της νησιωτικής χώρας) κρίνεται ως υπέρμετρα μηχανιστικός. Η αποκλειστική εξάρτηση από αμιγώς διοικητικά όρια (Δ.Ε.) αγνοεί επιδεκτικά τις φυσικές γεωμορφολογικές, τοπιακές και οικολογικές ενότητες, όπως οι οροσειρές ή οι λεκάνες απορροής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τεχνητών και υπέρμετρων τοπικών συγκεντρώσεων ανεμογεννητριών στα όρια γειτονικών δήμων, ακυρώνοντας την έννοια της χωρικής ισορροπίας. Επιπροσθέτως, καθώς τα χερσαία αιολικά πάρκα στην Ελλάδα αναπτύσσονται κατά κανόνα στις κορυφογραμμές, δηλαδή σε ένα γραμμικό και όχι επιφανειακό χαρακτηριστικό του χώρου, τα οριζόντια ποσοστά εδαφικής κάλυψης (8%, 5%, 4%) ανά Δημοτική Ενότητα στερούνται ουσιαστικού περιεχομένου: δεν προστατεύουν το ίδιο το γεωμορφολογικό στοιχείο το οποίο, στην πράξη, υφίσταται την κύρια αλλοίωση. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την αντικατάσταση του κριτηρίου επιφανειακής κάλυψης από κριτήριο μήκους κορυφογραμμής ανά Δημοτική Ενότητα, με αναφορά στις κορυφογραμμές που εντοπίζονται σε περιοχές αυξημένων κλίσεων (ενδεικτικά, κορυφογραμμές με βάση τα διαγράμματα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού κλίμακας 1:5.000, οι οποίες σε ζώνη 500 μ. εκατέρωθεν παρουσιάζουν κλίσεις εδάφους μεγαλύτερες του 35% σύμφωνα με τα δεδομένα της Κτηματολόγιο Α.Ε., ή βάσει ισοδύναμων μεθοδολογιών).
                                                      • Άνιση προστασία οικιστικών χρήσεων ως προς τις ελάχιστες αποστάσεις: Σύμφωνα με την Ενότητα Δ («Οικιστικές δραστηριότητες») του Πίνακα Α1 του Παραρτήματος ΙΙ, η ελάχιστη απόσταση εγκατάστασης αιολικών μονάδων ορίζεται στα 1.000 μ. για πόλεις και οικισμούς με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων (ή κάτω των 2.000 εφόσον χαρακτηρίζονται ως δυναμικοί, τουριστικοί ή αξιόλογοι), αλλά μόλις στα 500 μ. για τους «λοιπούς οικισμούς και λοιπές πολεοδομημένες περιοχές με οικιστική χρήση». Η διάκριση αυτή εισάγει αδικαιολόγητη ανισότητα στην προστασία της κατοικίας, η οποία υφίσταται με ισοδύναμη ένταση τις οπτικές, ηχητικές και τοπιακές οχλήσεις των αιολικών εγκαταστάσεων ανεξαρτήτως του μεγέθους ή του χαρακτήρα του οικισμού. Η εξίσωση των ελάχιστων αποστάσεων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα τοπιακής προστασίας, αλλά και δημόσιας υγείας, καθώς οι επιπτώσεις του χαμηλόσυχνου θορύβου και της σκίασης στους κατοίκους είναι ανεξάρτητες από το πληθυσμιακό μέγεθος του οικισμού.
                                                      • Μηχανισμός παράκαμψης των ορίων κάλυψης: Το Πλαίσιο προβλέπει ότι, με συμφωνία των οικείων ΟΤΑ Α’ βαθμού και μέσω Περιφερειακού Χωροταξικού ή πολεοδομικού σχεδιασμού Α’ επιπέδου, τα μέγιστα ποσοστά κάλυψης δύνανται να αυξηθούν έως 30% για τις πρώην Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας και έως 50% για τις πρώην Περιοχές Αιολικής Καταλληλότητας, ενώ επιτρέπεται και χωροθέτηση σε όμορη Δημοτική Ενότητα μη χαρακτηρισμένη ως Περιοχή Καταλληλότητας έως 15% της συνολικής ισχύος. Πρόκειται για μηχανισμό που επιτρέπει την υπέρβαση των βασικών ορίων φέρουσας ικανότητας χωρίς να συνοδεύεται από διακριτή στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων της προσαύξησης. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί είτε την απάλειψη της δυνατότητας αυτής είτε την υπαγωγή κάθε προσαύξησης σε υποχρεωτική στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση.
                                                      • Η Υποταγή των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) στο Αιολικό Δυναμικό: Αν και οι ΖΕΠ της ορνιθοπανίδας ορίζονται καταρχήν ως περιοχές αποκλεισμού, εισάγεται μια άκρως αμφιλεγόμενη παρέκκλιση: επιτρέπεται η εγκατάσταση αιολικών σταθμών εντός τους εάν το προβλέπει η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) και ταυτόχρονα το αιολικό δυναμικό υπερβαίνει τα 7,5 m/s. Η ρύθμιση αυτή εγείρει σοβαρές αντιρρήσεις από πλευράς οικολογικής ακεραιότητας, καθώς αντιμετωπίζει τον κίνδυνο απώλειας της βιοποικιλότητας ως «ανεκτό» και υποτάσσει την οικολογική ευαισθησία στο κριτήριο της οικονομικής αποδοτικότητας του έργου.
                                                      • Γεωμετρική Αντικειμενικοποίηση του Τοπίου: Είναι ενδεικτικό ότι η ίδια η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αξιολογεί την επίπτωση στο Τοπίο ως μέτρια αρνητική (−2) – τη μεγαλύτερη αρνητική εκτίμηση μεταξύ όλων των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Παρά τη ρητή αυτή παραδοχή της αρμόδιας αρχής, οι θεσμικές δικλίδες προστασίας του τοπίου παραμένουν ελλιπείς και κατά βάση μετατίθενται στο επίπεδο της κατά περίπτωση περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Η προσέγγιση της οπτικής όχλησης μέσω ενός περίπλοκου γεωμετρικού μοντέλου (τρεις ομόκεντρες ζώνες Α, Β, Γ γύρω από Σημεία Ιδιαίτερου Ενδιαφέροντος, με συντελεστές βαρύτητας και έλεγχο γωνιακής επικάλυψης του ορίζοντα στις 120 ή 180 μοίρες) συνιστά μια θεωρητικά άρτια αλλά πρακτικά μη ή δυσχερώς εφαρμόσιμη καινοτομία. Η πολυπλοκότητα αυτή ενέχει σοβαρό κίνδυνο εργαλειοποίησης και χειραγώγησης των οπτικών μοντέλων από τις αδειοδοτούσες αρχές και τους μελετητές.

                                                     

                                                    Χωρικές Πιέσεις, Θεσμική Υστέρηση και Διαχείριση των Προστατευόμενων Περιοχών
                                                    Η χωρική οργάνωση των Προστατευόμενων Περιοχών (ΠΠ) της χώρας αναδεικνύει μια βαθιά παθογένεια, η οποία εντοπίζεται στη δυσαναλογία μεταξύ της θεωρητικής θεσμικής προστασίας και της ελλιπούς επιχειρησιακής διαχείρισης των ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τις ρυθμιστικές προβλέψεις για τις δασικές και αγροτικές εκτάσεις, διαμορφώνει ένα σύνθετο πλέγμα χωρικών πιέσεων και κανονιστικών εξειδικεύσεων που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.

                                                    1. Παθογένειες και Πιέσεις στις Προστατευόμενες Περιοχές
                                                    • Καθυστερήσεις στα Διαχειριστικά Εργαλεία και Θεσμική Υστέρηση: Η διαχρονική υστέρηση στη θεσμοθέτηση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) και των Σχεδίων Διαχείρισης του δικτύου Natura 2000 εμποδίζει τον σαφή καθορισμό ορίων και επιτρεπόμενων χρήσεων γης, εκθέτοντας τις περιοχές σε αυξανόμενες χωρικές πιέσεις. Όπως αναγνωρίζεται και από τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η μετάβαση στο νέο σύστημα ζωνοποίησης (ΖΑΠΦ, ΖΠΦ, ΖΔΟΕ, ΖΒΔΦΠ) και η συνολική εκτίμηση επιπτώσεων παραμένουν μετέωρες, ελλείψει των σχετικών Προεδρικών Διαταγμάτων. Σύμφωνα με τη Δέουσα Εκτίμηση, ενώ το 40% της χερσαίας έκτασης εκτιμάται ότι αφορά αυστηρές ζώνες αποκλεισμού (ΖΑΠΦ, ΖΠΦ), το υπόλοιπο 60% (ΖΔΟΕ, ΖΒΔΦΠ) διέπεται από όρους που εκκρεμούν έως την έκδοση των διαχειριστικών πράξεων. Συνεπώς, το Πλαίσιο τίθεται σε ισχύ ενώ το κανονιστικό υπόβαθρο προστασίας για το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών Natura 2000 παραμένει ανενεργό.
                                                    • Απουσία χωρικής προστασίας για τα «Πολιτιστικά Τοπία» (Cultural Landscapes) και τους εκτεταμένους αρχαιολογικούς χώρους: Το Πλαίσιο προσεγγίζει την προστασία των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς με όρους σημειακών αποστάσεων ασφαλείας (π.χ. 500 μ.). Η πρακτική αυτή ακυρώνει τη διεθνώς θεσμοθετημένη έννοια του «Πολιτιστικού Τοπίου», το οποίο αφορά ευρείες, ενιαίες χωρικές ενότητες. Ενδεικτικά, η πρόσφατη εγγραφή του Ζαγορίου (UNESCO, 2023) αφορά ένα εκτεταμένο τοπίο με συγκεκριμένα θεσμοθετημένα όρια (πυρήνας και ζώνη προστασίας), η ακεραιότητα του οποίου δεν δύναται να προστατευθεί με σημειακές ακτίνες αποκλεισμού. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την ενσωμάτωση διακριτής κατηγορίας στο Πλαίσιο, η οποία θα επιβάλλει καθεστώς Ζώνης Αποκλεισμού στο σύνολο των επίσημα θεσμοθετημένων ορίων των εγγεγραμμένων (και υπό ένταξη) Πολιτιστικών Τοπίων, καθώς και των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων εκτεταμένης χωρικής αναφοράς, οι οποίοι δεν δύνανται να προστατευθούν επαρκώς με τις σημειακές αποστάσεις του Παραρτήματος ΙΙ, διασφαλίζοντας την εναρμόνιση του ΕΧΠ ΑΠΕ με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
                                                    • Ενεργειακές και Τουριστικές Πιέσεις: Η χωροθέτηση σταθμών ΑΠΕ (κυρίως αιολικών) εντός ή πλησίον των ορίων των ΠΠ εγκυμονεί κινδύνους μόνιμης απώλειας ενδιαιτημάτων, εκτοπισμού ειδών και θνησιμότητας της ορνιθοπανίδας, ιδίως στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Παράλληλα, η τουριστική εντατικοποίηση ασκεί δυσανάλογη πίεση στους φυσικούς πόρους. Για την ανάσχεση των επιπτώσεων αυτών, απαιτείται η αυστηρή τήρηση των ζωνών αποκλεισμού (ΖΑΠΦ, ΖΠΦ, πυρήνες Εθνικών Δρυμών, οικότοποι προτεραιότητας, Υγρότοποι Ramsar) και η ανάπτυξη ήπιων μορφών εναλλακτικού τουρισμού σε απόλυτη συνάρτηση με τη Φέρουσα Ικανότητα και τη διαχείριση των ροών των επισκεπτών.
                                                    • Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (ΘΠΠ) και Ασυμβατότητες: Οι ΘΠΠ αντιμετωπίζουν έντονες ασυμβατότητες με τις υδατοκαλλιέργειες, τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, τη ναυσιπλοΐα και την εξόρυξη αδρανών υλικών, οι οποίες προκαλούν υποθαλάσσια ηχορύπανση και γεωμορφολογική υποβάθμιση κρίσιμων ενδιαιτημάτων (π.χ. λιβάδια Ποσειδωνίας). Ζητούμενο αποτελεί ο αυστηρός χωρικός διαχωρισμός και η άμεση εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης.
                                                    1. Ειδικό Καθεστώς Προστασίας Ευαίσθητων και Δασικών Οικοσυστημάτων
                                                    • Οικολογική Θωράκιση των Μικρών Νησιωτικών Υγροτόπων: Οι Μικροί Νησιωτικοί Υγρότοποι (όπως αυτοί κατηγοριοποιούνται στο ΠΔ 12-6-2012) αποτελούν εξαιρετικά κρίσιμους, αλλά συχνά παραγνωρισμένους πυρήνες βιοποικιλότητας. Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητά τους δεν είναι ενταγμένη στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας Natura 2000, η οικολογική τους αξία είναι ανεκτίμητη: λειτουργούν ως φυσικοί ρυθμιστές του τοπικού υδρολογικού ισοζυγίου σε περιβάλλοντα που δέχονται έντονη ξηροθερμική πίεση και αποτελούν απαραίτητους ενδιάμεσους σταθμούς για τα μεταναστευτικά ρεύματα της ορνιθοπανίδας. Λόγω της υψηλής οικολογικής τους τρωτότητας, οι μικροί αυτοί υγρότοποι πρέπει να θεσμοθετηθούν ως οριζόντιες και απόλυτες ζώνες αποκλεισμού για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ, συνοδών υποδομών και οποιασδήποτε άλλης οχλούσας δραστηριότητας. Η αυστηρή προστασία τους αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτροπή της διάσπασης της οικολογικής συνδεσιμότητας του νησιωτικού χώρου.
                                                    • Οριζόντιοι Κανόνες και Εξειδίκευση Χωροθέτησης σε Δασικές Εκτάσεις: Η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων επιβάλλει μια αυστηρή, τεχνολογικά διαφοροποιημένη προσέγγιση αναφορικά με τη δυνατότητα εγκατάστασης σταθμών παραγωγής ενέργειας. Ως οριζόντιος και απαραβίαστος κανόνας, αποκλείεται καθολικά η χωροθέτηση οποιασδήποτε μορφής ΑΠΕ εντός των πυρήνων των εθνικών δρυμών, των κηρυγμένων μνημείων της φύσης και των αισθητικών δασών της επικράτειας. Για τις υπόλοιπες δασικές εκτάσεις, το κανονιστικό πλαίσιο εξειδικεύεται ανά πηγή ενέργειας:
                                                      • Ηλιακή Ενέργεια (Φωτοβολταϊκά και Ηλιοθερμικά): Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις αποτελούν οριζόντιες ζώνες απόλυτου αποκλεισμού. Η εγκατάσταση ηλιακών σταθμών σε αυτά απαγορεύεται χωρίς καμία παρέκκλιση.
                                                      • Βιομάζα, Βιοαέριο, Βιορρευστά και Γεωθερμία: Βάσει των σχετικών διατάξεων, οι δασικές εκτάσεις συνιστούν ρητή ζώνη αποκλεισμού για τη χωροθέτηση των συγκεκριμένων μονάδων.
                                                      • Αποθήκευση Ενέργειας: Η εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης επιτρέπεται αποκλειστικά υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις της δασικής νομοθεσίας και των προβλέψεων των οικείων Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ).
                                                      • Αιολική Ενέργεια: Αντιθέτως, η χωροθέτηση αιολικών σταθμών επιτρέπεται καταρχήν εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, υπαγόμενη στις περιοριστικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (Ν. 998/1979 και Ν. 1734/1987). Για την έκδοση της έγκρισης επέμβασης, απαιτείται η λήψη τεκμηριωμένης μέριμνας για την ελαχιστοποίηση της προσβολής της δασικής βλάστησης. Τα συνοδά έργα οφείλουν να ακολουθούν αυστηρές προδιαγραφές, όπως η υποχρεωτική υπογειοποίηση των δικτύων μεταφοράς μέσης τάσης και η κατά προτεραιότητα αξιοποίηση του υφιστάμενου οδικού δικτύου για την αποτροπή νέων διανοίξεων.
                                                    1. Προστασία Εδαφικών Πόρων
                                                    • Διασφάλιση της Αγροτικής Γης: Η διασφάλιση των εδαφικών πόρων και η αποτροπή της αλλαγής χρήσης της Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ) προς ασύμβατες δραστηριότητες αποτελεί θεμελιώδη προτεραιότητα για τη διατήρηση του πρωτογενούς τομέα.

                                                    ΑΠΕ και Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός
                                                    Στον θαλάσσιο και παράκτιο χώρο της χώρας, οι επικαλύψεις και οι συγκρούσεις χρήσεων εντείνονται με γεωμετρική πρόοδο. Η βασικότερη αιτία αυτής της στρέβλωσης εντοπίζεται στη δομική απουσία ενός εγκεκριμένου και ολοκληρωμένου Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού (ΘΧΣ). Ως εκ τούτου, το κράτος καλείται σήμερα να ρυθμίσει εκ των υστερών και αποσπασματικά τις σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στα υπεράκτια αιολικά πάρκα, τις υδατοκαλλιέργειες, την επαγγελματική και μέση αλιεία, τη ναυσιπλοΐα, τον τουρισμό και τις Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (ΘΠΠ). Σημειώνεται ότι σε άλλα μεσογειακά κράτη με αντίστοιχα ζητήματα (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία) έχουν θεσπιστεί αυστηρότεροι όροι χωροθέτησης υπεράκτιων αιολικών σε σχέση με την προστασία του παράκτιου τοπίου και των ευαίσθητων θαλάσσιων οικοσυστημάτων, με αποστάσεις από την ακτογραμμή που υπερβαίνουν τα 5-10 χλμ. σε περιοχές υψηλής τουριστικής και πολιτιστικής αξίας.

                                                    Για την ορθολογική διαχείριση του θαλάσσιου και παράκτιου περιβάλλοντος, η ΕΛΛΕΤ προτείνει την αυστηρή εφαρμογή των αξόνων παρέμβασης διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης: Ζητείται η αυστηρή και απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης στα θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα. Αυτό μεταφράζεται στην πλήρη και ρητή απαγόρευση χωροθέτησης υπεράκτιων ενεργειακών ή βιομηχανικών μονάδων, καθώς και των συνοδών υποδομών καλωδίωσης, άνωθεν προστατευόμενων σχηματισμών (όπως τα λιβάδια Ποσειδωνίας) και εναλίων αρχαιοτήτων.
                                                    • Άνιση προστασία των λειμώνων θαλάσσιας φανερόγαμης: Το Πλαίσιο απαγορεύει ρητά τη χωροθέτηση θαλάσσιων πλωτών φωτοβολταϊκών πάνω από ή σε επαφή με λειμώνες Posidonia oceanica, χωρίς όμως να παρέχει αντίστοιχη ρητή προστασία στους λειμώνες των ειδών Cymodocea nodosa και Zostera marina / Zostera noltii, για τους οποίους απλώς παραπέμπει αορίστως στην εθνική και ενωσιακή νομοθεσία και στην Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση. Δεδομένου ότι και τα τρία είδη αποτελούν κρίσιμους οικοτόπους με υψηλή οικολογική αξία και ρόλο στη δέσμευση άνθρακα, η ΕΛΛΕΤ ζητεί την επέκταση του ρητού αποκλεισμού σε όλους τους λειμώνες θαλάσσιας φανερόγαμης, τόσο για τα θαλάσσια πλωτά φωτοβολταϊκά όσο και για τα έργα έδρασης των υπεράκτιων αιολικών εγκαταστάσεων.
                                                    • Ανεπαρκής προστασία του θαλάσσιου τοπίου και ανάγκη Μελέτης Οπτικής Επιρροής Θαλάσσιου Τοπίου (Seascape Visual Impact Assessment): Το ένα ναυτικό μίλι (1.852 μ.) που ορίζει ο Πίνακας Α2 του Παραρτήματος ΙΙ ως ελάχιστη απόσταση θαλάσσιων αιολικών από την ακτογραμμή είναι εξαιρετικά μικρό, καθώς οι ανεμογεννήτριες κυριαρχούν στον οπτικό ορίζοντα του παράκτιου παρατηρητή και αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του θαλάσσιου τοπίου. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την αύξησή του στα τρία ναυτικά μίλια (περ. 5,5 χλμ.) ως απόλυτο κατώτατο όριο και, παράλληλα, τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής Μελέτης Οπτικής Επιρροής Θαλάσσιου Τοπίου για ΥΑΠ και ΘΠΦΣ, η οποία θα κλιμακώνει δυναμικά την απόσταση ασφαλείας ανάλογα με το ύψος των εγκαταστάσεων – υποχρεωτική κατ’ ελάχιστον για τις παράκτιες Δημοτικές Ενότητες Κατηγοριών Α και Β του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου Τουρισμού. Σημειώνεται επιπλέον ότι η διεθνής βιβλιογραφία τεκμηριώνει και δευτερογενείς επιδράσεις στις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις παρακείμενων ακτών (Pan et al., 2020), ιδιαίτερης σημασίας για τον ελληνικό νησιωτικό χώρο με χαρακτηριστικά λειψυδρίας.
                                                    • Θεσμική Σύσταση «Γαλάζιου Φόρουμ» (Φόρουμ Θαλάσσιας Συμφιλίωσης ή Blue Forum): Προτείνεται η δημιουργία ενός μόνιμου θεσμικού οργάνου για την ουσιαστική, επιστημονικά τεκμηριωμένη συμφιλίωση των ανταγωνιστικών χρήσεων, με αποκλειστικό γνώμονα την οικολογική αντοχή και βιωσιμότητα των θαλασσών.
                                                    • Προστασία της Ακτογραμμής και Οριζόντιος Αποκλεισμός στις Ακτές Κολύμβησης: Η γεωμορφολογική ζώνη εκατέρωθεν της ακτογραμμής απαιτεί αυστηρή χωροταξική ρύθμιση για την αποτροπή οπτικών και περιβαλλοντικών συγκρούσεων με το τουριστικό προϊόν και τα ευπαθή παράκτια οικοσυστήματα. Στο πλαίσιο αυτό, όλες οι ακτές που είναι ενταγμένες στο επίσημο πρόγραμμα παρακολούθησης της ποιότητας των υδάτων του ΥΠΕΝ συνιστούν απόλυτες ζώνες αποκλεισμού. Στις περιοχές αυτές απαγορεύεται ρητά η εγκατάσταση οποιασδήποτε τεχνολογίας ΑΠΕ (Αιολικά, Φ/Β, ΜΥΗΕ, Βιομάζα, Γεωθερμία, Αποθήκευση), καθώς και των συνοδών τους έργων. Επισημαίνεται ότι το ΕΧΠ-ΑΠΕ ήδη εντάσσει τις ακτές κολύμβησης στις περιοχές αποκλεισμού (Άρθρο 5 περ. 15 για τα αιολικά, Άρθρο 15 περ. 9 για τα φωτοβολταϊκά, Άρθρο 24 περ. 11 για την αποθήκευση), ωστόσο η προστασία περιορίζεται αποκλειστικά στις ακτές του προγράμματος παρακολούθησης του ΥΠΕΝ και δεν συνοδεύεται από ενιαία ζώνη προστασίας ούτε από αποκλεισμό της παρέκκλισης για συνοδά έργα. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την άρση και των τριών αυτών περιορισμών.

                                                      
                                                    Ενεργειακή Ασφάλεια, Κριτήρια Αποκλεισμού ΑΠΕ και Προστασία του Νησιωτικού Αναγλύφου
                                                    Η επίτευξη ενεργειακής επάρκειας στα μη διασυνδεδεμένα νησιά αποτελεί κρίσιμη παράμετρο βιωσιμότητας, η οποία όμως έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη μικρή κλίμακα του νησιωτικού τοπίου και την ευαισθησία των τοπικών οικοσυστημάτων. Η χωροθέτηση μεγάλων αιολικών σταθμών υποβαθμίζει αισθητικά το ανάγλυφο, μειώνοντας την οπτική απορροφητικότητα του χώρου, και προκαλεί ασυμβατότητες με την τουριστική δραστηριότητα.

                                                    Ο ευαίσθητος νησιωτικός χώρος δεν μπορεί να αποτελεί μια ομοιογενή βιομηχανική ζώνη υποδοχής έργων, αγνοώντας τις κλίμακές του. Οι αναγκαίοι άξονες παρέμβασης και η δομική κριτική στις νομοθετικές ελλείψεις διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Θεσμική αδυναμία προστασίας των μικρών νησιωτικών μεγεθών: Ο νομοθέτης παραλείπει να εισάγει ένα σαφές γεωγραφικό φίλτρο προστασίας για τα μικρά και μεσαία νησιά, επιτρέποντας την άσκηση δυσανάλογων χωρικών πιέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται όλα τα νησιά που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία να αποτελούν απόλυτες ζώνες αποκλεισμού για βιομηχανικές αιολικές εγκαταστάσεις, με αποκλειστική εξαίρεση τα έργα που εξυπηρετούν ζωτικές δημόσιες υποδομές (όπως οι μονάδες αφαλάτωσης) ή την άμεση ασφάλεια του τοπικού συστήματος. Η αρχή της θέσπισης χωρικού φίλτρου είναι ορθή, χρήζει όμως ενίσχυσης με σαφή επιστημονική τεκμηρίωση του ορίου των 300 τ.χλμ., με αναφορά σε γεωμορφολογικά, οικολογικά και οπτικά κριτήρια, ώστε να μην εκτίθεται η διάταξη σε νομικές αμφισβητήσεις.
                                                    • Έλλειψη στρατηγικής για την ενεργειακή αυτονομία μικρής κλίμακας: Αντί της μονομερούς προώθησης μεγάλων αιολικών πάρκων που αλλοιώνουν το ανάγλυφο, το κανονιστικό πλαίσιο οφείλει να επιβάλλει τη Στροφή σε Υβριδικά Συστήματα και Αποθήκευση. Προκρίνεται η συστηματική προτεραιοποίηση υβριδικών ενεργειακών συστημάτων που ενσωματώνουν μονάδες αποθήκευσης ενέργειας, καθώς και η ανάπτυξη Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (ΜΥΗΕ), όπου το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες.
                                                    • Απουσία κριτηρίων οπτικής και χωρικής συμβατότητας: Η νομοθετική προσέγγιση αποτυγχάνει να εξειδικεύσει τη χωρική κλίμακα των έργων, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης με το τουριστικό προϊόν. Απαιτείται η Χωροθέτηση Φωτοβολταϊκών και Υπεράκτιων ΑΠΕ Χαμηλής Όχλησης, πράγμα που σημαίνει ότι η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών πρέπει να είναι αυστηρά μικρής κλίμακας, ενώ τα υπεράκτια (θαλάσσια) αιολικά έργα οφείλουν να χωροθετούνται με γνώμονα τη δυναμική μεθοδολογία Μελέτης Οπτικής Επιρροής Θαλάσσιου Τοπίου (Seascape Visual Impact Assessment) που εισηγείται η παρούσα παρέμβαση, ώστε να διασφαλίζεται ουσιαστική -και όχι αόριστα ποσοτική- συμβατότητα με την τουριστική και τοπιακή ταυτότητα του νησιωτικού χώρου.
                                                    • Παράλειψη καθορισμού οροφής (ανώτατο όριο) στην αδειοδότηση: Ο νομοθέτης αφήνει το πεδίο ανοιχτό σε μια δυνητικά απεριόριστη σώρευση ισχύος, η οποία ενέχει τον κίνδυνο δυσανάλογης ενεργειακής επιβάρυνσης των νησιών εις βάρος του περιβάλλοντός τους. Για την ανατροπή αυτής της στρέβλωσης, είναι απαραίτητη η Θέσπιση Ανώτατου Ορίου Ισχύος με τον καθορισμό ενός δεσμευτικού, μέγιστου ορίου συνολικής παραγωγικής ισχύος ανά νησί, το οποίο θα υπολογίζεται αποκλειστικά βάσει των πραγματικών του αναγκών και της χωρικής του αντοχής.

                                                     

                                                    Ειδικές Κανονιστικές Προβλέψεις για τα Διασυνδεδεμένα Νησιά
                                                    Αν και η υποθαλάσσια ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα αίρει τους βασικούς τεχνικούς περιορισμούς έγχυσης ενέργειας, η ανάγκη προστασίας της νησιωτικής φυσιογνωμίας επιβάλλει τη διατήρηση σαφών χωρικών ορίων.

                                                    Η προσέγγιση του νομοθέτη στο συγκεκριμένο πεδίο χαρακτηρίζεται από μια έντονη αντίφαση: ενώ αναγνωρίζει θεωρητικά την ανάγκη προστασίας του νησιωτικού χώρου, εισάγει ρυθμίσεις που μετατρέπουν τη διασύνδεση σε όχημα απεριόριστης βιομηχανοποίησης του τοπίου, στερούμενος ουσιαστικής γεωγραφικής και οικολογικής τεκμηρίωσης. Οι επιμέρους κανόνες και η ενσωματωμένη δομική κριτική τους διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Μηχανιστική προσέγγιση της Φέρουσας Ικανότητας Κάλυψης Εδάφους: Στον νησιωτικό χώρο, το ΕΧΠ-ΑΠΕ ορίζει ως μέγιστο ποσοστό κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις το 4% ανά Δημοτική Ενότητα (Άρθρο 6), ομοιόμορφα και ανεξαρτήτως της κατάστασης διασύνδεσης του νησιού. Η επιλογή της Δημοτικής Ενότητας ως μονάδας ελέγχου είναι, για τον νησιωτικό χώρο, δομικά εσφαλμένη: όταν ένα νησί αποτελείται από περισσότερες Δημοτικές Ενότητες, το όριο του 4% ανά Δημοτική Ενότητα επιτρέπει την υπερσυγκέντρωση έργων σε μία εξ αυτών, με επιπτώσεις (διανοίξεις οδών, υποσταθμοί, οπτική αλλοίωση) που διαχέονται στο σύνολο της νησιωτικής ενότητας. Αντιστρόφως, όταν ένα μικρό νησί ταυτίζεται με μία Δημοτική Ενότητα, ακόμη και το 4% κάλυψης δύναται να είναι οπτικά και τοπιακά καταστροφικό για το σύνολο της φυσιογνωμίας του. Το κριτήριο αγνοεί τις φυσικές γεωμορφολογικές και οπτικές ενότητες (κορυφογραμμές, ορατότητα από τη θάλασσα και τις ακτές), που για τον νησιωτικό χώρο είναι καθοριστικές. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι το ζήτημα της μέγιστης εγχεόμενης ισχύος ανά νησί ρυθμίζεται από το πλαίσιο διαχείρισης του δικτύου (ΡΑΑΕΥ/ΔΕΔΔΗΕ) και όχι από το ΕΧΠ· επισημαίνεται η ανάγκη συντονισμού των δύο πλαισίων, ώστε η χωρική φέρουσα ικανότητα να μην υπονομεύεται από τη ρυθμιστική λογική του δικτύου.
                                                    • Αποσύνδεση και έλλειψη τεκμηρίωσης στον Γεωγραφικό Αποκλεισμό Μικρών Νησίδων: Ανεξάρτητα από την κατάσταση διασύνδεσής τους, όλα τα νησιά με συνολική έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων αποτελούν ζώνες αποκλεισμού για αιολικές εγκαταστάσεις, με μοναδική εξαίρεση μικρά έργα που τροφοδοτούν ζωτικές δημόσιες υποδομές (όπως οι μονάδες αφαλάτωσης) ή απαιτούνται για την ασφάλεια του τοπικού συστήματος. Αν και η προστασία των μικρών νησιωτικών εδαφών είναι επιβεβλημένη, ο νομοθέτης δεν συνοδεύει το όριο των 300 τ.χλμ. με επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη ρητή αιτιολόγηση του ορίου με βάση γεωμορφολογικά, οικολογικά και τοπιακά κριτήρια, ώστε η διάταξη να αποκτήσει αδιαμφισβήτητη νομική θεμελίωση.
                                                    • Θεσμική ασάφεια στην Προτεραιοποίηση Μικρών Φωτοβολταϊκών: Στο σύνολο του νησιωτικού χώρου -με μοναδική εξαίρεση την Κρήτη και την Εύβοια, οι οποίες λόγω κλίμακας εξομοιώνονται χωροταξικά με τον ηπειρωτικό κορμό- τίθεται ως απόλυτη κανονιστική προτεραιότητα η χωροθέτηση αποκλειστικά μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη στερείται στοιχειώδους επιχειρησιακής σαφήνειας, καθώς ο νομοθέτης αποφεύγει συστηματικά να προσδιορίσει με ακρίβεια τι συνιστά «μικρή κλίμακα» (είτε σε όρους ονομαστικής ισχύος είτε σε όρους κατάληψης εδάφους). Η παράλειψη αυτή δημιουργεί ένα μείζον ρυθμιστικό κενό. Στην πράξη, επιτρέπει την πλήρη καταστρατήγηση του πνεύματος του νόμου μέσω του τεχνητού κατακερματισμού μεγάλων έργων σε πολλά μικρότερα (salami slicing), ακυρώνοντας εν τέλει οποιαδήποτε προστασία της νησιωτικής φυσιογνωμίας από την ανεξέλεγκτη διάχυση φωτοβολταϊκών σταθμών.

                                                     
                                                    Κριτική των Κανόνων Ένταξης και των Κινδύνων Χωροθέτησης των Φωτοβολταϊκών Σταθμών
                                                    Ο σχεδιασμός των φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών σταθμών δεν βασίζεται σε ζώνες καταλληλότητας, αλλά στρέφεται αποκλειστικά στους κανόνες ένταξης. Η προσέγγιση αυτή εμφανίζει σημαντικά ελλείμματα προστασίας του χώρου, καθώς ο νομοθέτης εγκλωβίζεται σε οριζόντιους ποσοτικούς δείκτες και εξαιρέσεις, στερούμενος ουσιαστικής χωροταξικής διορατικότητας:

                                                    • Αδρή και Ανεπαρκής Προσέγγιση της Φέρουσας Ικανότητας: Η θεσμοθέτηση ανώτατου ορίου εδαφικής κάλυψης στο 1,5% της συνολικής έκτασης ανά Περιφερειακή Ενότητα (Π.Ε.) κρίνεται ως αδρή και ανεπαρκής. Η επιλογή του νομοθέτη να υπολογίζει το πλαφόν στο σύνολο της Π.Ε. επιτρέπει την ακραία χωρική συγκέντρωση χιλιάδων στρεμμάτων φωτοβολταϊκών πάνελ σε μία και μόνο πεδινή ή αγροτική υποπεριοχή, αρκεί να μην υπερβαίνεται το πλαφόν στο σύνολό της. Η λογιστική αυτή διαχείριση του χώρου αγνοεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες και οδηγεί σε δραματική αλλοίωση του τοπίου, καθώς και στον σταδιακό εκτοπισμό της πρωτογενούς παραγωγής από περιοχές που δέχονται το σύνολο της επενδυτικής πίεσης.
                                                    • Θεσμικά «Παράθυρα» και Κίνδυνος Καταστρατήγησης στη Γεωργική Γη: Η καταρχήν απαγόρευση χωροθέτησης σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ) παρακάμπτεται μέσω των εξαιρέσεων που εισάγονται για τα αγροφωτοβολταϊκά (Agri-PV), τα οποία απαλλάσσονται επιπλέον από τους περιορισμούς θέασης και τις ελάχιστες αποστάσεις από οικισμούς. Ελλείψει αυστηρών, μετρήσιμων και θεσμοθετημένων προδιαγραφών που να διασφαλίζουν την αδιάλειπτη αγροτική παραγωγικότητα, η ρύθμιση αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο να λειτουργήσουν τα Agri-PV ως μέσο καταστρατήγησης των προστατευτικών απαγορεύσεων στη γεωργική γη, επιτρέποντας τη βιομηχανοποίηση παραγωγικών εδαφών υπό το πρόσχημα της διπλής χρήσης.
                                                    • Ασαφής εξαίρεση του Δικτύου Natura 2000 για τα φωτοβολταϊκά: Ενώ το σύνολο του Δικτύου Natura 2000 ορίζεται ως ζώνη αποκλεισμού για τα φωτοβολταϊκά (Άρθρο 15, παρ. 1, περ. 2), εισάγεται εξαίρεση για «τεχνητές και κατασκευασμένες επιφάνειες σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Οδηγίας 2023/2413 και ιδιαιτέρως τροποποιημένα υδατικά σώματα». Οι έννοιες αυτές δεν αποσαφηνίζονται, αφήνοντας ευρύτατο περιθώριο ερμηνείας ως προς το τι συνιστά «τεχνητή ή κατασκευασμένη επιφάνεια» εντός προστατευόμενης περιοχής (π.χ. εγκαταλελειμμένες αγροτικές υποδομές, παλαιές διαμορφώσεις). Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τον σαφή ορισμό των εξαιρούμενων κατηγοριών, ώστε να αποκλειστεί η καταχρηστική επέκταση της εξαίρεσης εντός του Δικτύου Natura 2000.
                                                    • Ρυθμιστικό Έλλειμμα στις Υποδομές Υψηλής Οπτικής Όχλησης: Αν και η υποχρεωτική εκπόνηση «Μελέτης Ορατότητας» σε ακτίνα 1.500 μέτρων από μνημεία κρίνεται ορθή, το υπό διαβούλευση ΕΧΠ αποτυγχάνει να ρυθμίσει ειδικά τους ηλιοθερμικούς σταθμούς. Ο νομοθέτης παραγνωρίζει ότι οι υποδομές αυτές, λόγω των υψηλών πύργων συγκέντρωσης, προκαλούν εντονότατη λάμψη και οπτική όχληση. Η ιδιαιτερότητα αυτή επέβαλλε τη θεσμοθέτηση αυστηρών απαγορευτικών κριτηρίων χωροθέτησης και όχι απλών περιορισμών απόστασης από οικισμούς.

                                                    Ένα από τα κυριότερα σημεία τριβής εντοπίζεται στη δυνατότητα εγκατάστασης σταθμών (πρωτίστως φωτοβολταϊκών, αλλά και λοιπών μορφών) σε αγροτική γη, και ειδικότερα σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ). Η σύγκρουση αυτή επιτείνεται από την έλλειψη ενός σαφούς και ενιαίου θεσμικού πλαισίου για τον έγκαιρο χαρακτηρισμό της εν λόγω γης. Παράλληλα, διαπιστώνεται σοβαρό έλλειμμα επιχειρησιακής σαφήνειας στα κριτήρια του σχεδιασμού, το οποίο εκδηλώνεται ως ασάφεια στον ακριβή προσδιορισμό των ζωνών αποκλεισμού και των ελάχιστων απαιτούμενων αποστάσεων από άλλες ανταγωνιστικές χρήσεις και δημόσιες υποδομές.

                                                    Η προσέγγιση του νομοθέτη στο συγκεκριμένο πεδίο αναδεικνύει μια στενά λογιστική αντίληψη, η οποία αποτυγχάνει να προστατεύσει τον πρωτογενή τομέα και το τοπίο, δημιουργώντας παράλληλα σοβαρές θεσμικές παθογένειες. Οι άξονες του προβλήματος και η δομική κριτική τους διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Θεσμικό πρωθύστερο και απουσία ενιαίου χαρακτηρισμού της ΓΓΥΠ: Ο νομοθέτης επιχειρεί να ρυθμίσει τη χωροθέτηση σταθμών ΑΠΕ σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας χωρίς να έχει μεριμνήσει για το αυτονόητο: την ύπαρξη ενός σαφούς, ενιαίου και εκ των προτέρων ολοκληρωμένου θεσμικού μηχανισμού χαρακτηρισμού αυτών των εκτάσεων. Αυτή η δομική παράλειψη μετατρέπει την προστασία της αγροτικής γης σε μια θεωρητική διακήρυξη, καθώς η έλλειψη χαρτογραφημένων δεδομένων επιτρέπει την κατά περίπτωση ερμηνεία και ανοίγει τον δρόμο για την αποσπασματική απώλεια πολύτιμων εδαφικών πόρων.
                                                    • Επιχειρησιακό έλλειμμα και ασάφεια στις ζώνες αποκλεισμού: Η απουσία καθαρών και μετρήσιμων κριτηρίων ως προς τις ελάχιστες αποστάσεις από ανταγωνιστικές χρήσεις και δημόσιες υποδομές αποκαλύπτει την αδυναμία του σχεδιασμού να λειτουργήσει προληπτικά. Αντί να θεσπιστούν απαραβίαστα, οριζόντια γεωγραφικά όρια που θα απέτρεπαν τις χωρικές συγκρούσεις στο πεδίο, οι ασάφειες του κανονιστικού πλαισίου συντηρούν μια κατάσταση μόνιμης τριβής μεταξύ της ενεργειακής παραγωγής, της γεωργίας και των υποδομών, υπονομεύοντας την ασφάλεια δικαίου.

                                                    Μείζον ρυθμιστικό κενό και άναρχη διάχυση έργων μικρής ισχύος: Αποτελεί σοβαρό θεσμικό κενό το γεγονός ότι ο νομοθέτης εξαιρεί πλήρως τα έργα μικρότερης ισχύος από τις δεσμεύσεις και τις κατευθύνσεις του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ-ΑΠΕ). Η παράλειψη θέσπισης ειδικών προβλέψεων και περιορισμών για αυτή την κατηγορία έργων δημιουργεί ένα σοβαρό «παράθυρο» άναρχης ανάπτυξης. Μεμονωμένα, κάθε μικρό έργο μπορεί να εμφανίζεται ως χαμηλής όχλησης, ωστόσο η σωρευτική τους διάχυση στον αγροτικό χώρο προκαλεί μια μη αναστρέψιμη, αποσπασματική υποβάθμιση του τοπίου και των φυσικών πόρων, ακυρώνοντας στην πράξη οποιαδήποτε στρατηγική συνολικού χωροταξικού ελέγχου.

                                                     

                                                    <h2>Αξιολόγηση των Μεταβατικών Διατάξεων</h2>
                                                    Οι μεταβατικές διατάξεις αποτελούν τον ρυθμιστικό πυλώνα που γεφυρώνει τα προγενέστερα με τα νέα κανονιστικά πλαίσια, διασφαλίζοντας την ασφάλεια δικαίου και την ομαλή ιεραρχική εναρμόνιση του σχεδιασμού. Ωστόσο, η προσέγγιση του νομοθέτη στο πεδίο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας χαρακτηρίζεται από μια έντονη αντίφαση: ενώ θεωρητικά επιδιώκει τη μετάβαση σε ένα σύγχρονο καθεστώς, εισάγει ρυθμίσεις που μετατρέπουν τη «μετάβαση» σε όχημα διαιώνισης παρωχημένων επιλογών, στερούμενος ουσιαστικής στρατηγικής διορατικότητας.

                                                    Οι ρυθμίσεις για τα υφιστάμενα έργα, τους εκκρεμείς φακέλους και τη φέρουσα ικανότητα, μαζί με τη δομική κριτική τους, ενοποιούνται ως εξής:

                                                    Αναφορικά με τα υφιστάμενα έργα και τις αδειοδοτήσεις, οι νομίμως λειτουργούσες εγκαταστάσεις και εκδοθείσες άδειες εγκατάστασης εκτελούνται και διατηρούνται σε ισχύ μέχρι τη λήξη τους. Οι ήδη εκδοθείσες ΑΕΠΟ και υπαγωγές σε ΠΠΔ παραμένουν σε ισχύ, ενώ οι τροποποιήσεις τους ακολουθούν τις προγενέστερες διατάξεις, με δύο αυστηρές εξαιρέσεις που υπάγονται υποχρεωτικά στο νέο καθεστώς: α) τη μεταφορά θέσης εγκατάστασης και β) την επέκταση των γηπέδων σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50% της αρχικής επιφάνειας. Η ρύθμιση αυτή αποκαλύπτει ένα σοβαρό έλλειμμα προστασίας, καθώς ο νομοθέτης αφήνει ένα υπερβολικά ελαστικό «παράθυρο» για επεκτάσεις έως και 50% της αρχικής έκτασης χωρίς την εφαρμογή των νέων κριτηρίων, επιτρέποντας de facto την καταστρατήγηση του νέου πλαισίου από υφιστάμενες επενδύσεις εις βάρος του περιβάλλοντος.

                                                    Στο επίπεδο των εκκρεμών φακέλων, οι φάκελοι ΜΠΕ που έχουν λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας έως την κρίσιμη ημερομηνία της 20ής Μαΐου 2026 αξιολογούνται με τις προϊσχύουσες διατάξεις· αντίθετα, οι εκκρεμείς Άδειες ή Βεβαιώσεις Παραγωγού επανελέγχονται υποχρεωτικά βάσει του νέου Πλαισίου. Η επιλογή μιας τόσο άκαμπτης ημερομηνίας-οροσήμου δημιουργεί ένα μεθοδολογικό πρωθύστερο, ασκώντας πίεση για βιαστική εξασφάλιση τυπικής πληρότητας, με αποτέλεσμα έργα με παρωχημένες περιβαλλοντικά μελέτες να «κλειδώνουν» το παλαιό, λιγότερο προστατευτικό καθεστώς, υπονομεύοντας τον σύγχρονο σχεδιασμό για τις επόμενες δεκαετίες. Επιπλέον, ούτε το Πλαίσιο ούτε η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων προβαίνουν σε σωρευτική εκτίμηση των επιπτώσεων της μεγάλης «δεξαμενής» έργων που θα αξιολογηθούν με το προϊσχύον καθεστώς λόγω της ημερομηνίας-ορόσημου. Η παράλειψη αυτή είναι κρίσιμη, καθώς η πραγματική περιβαλλοντική και τοπιακή επιβάρυνση προκύπτει αθροιστικά από το σύνολο των έργων και όχι από την κατά μόνας αξιολόγησή τους. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη διενέργεια σωρευτικής εκτίμησης επιπτώσεων τόσο για τη μεταβατική δεξαμενή έργων όσο και για τις περιπτώσεις προσαύξησης της φέρουσας ικανότητας έως 30% και 50% εντός Δημοτικών Ενοτήτων.

                                                    Τέλος, στον υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας, σε περιπτώσεις ανανέωσης ή τροποποίησης για μεταβολή ισχύος έως 10%, η τυχόν διαφορά στο ποσοστό κάλυψης προστίθεται στο υπολειπόμενο δυναμικό της Δημοτικής Ενότητας, διασφαλίζοντας ότι η μονάδα δεν προσμετράται διπλά στον κορεσμό, ενώ σε αυξήσεις άνω του 10% προσμετράται η απόλυτη διαφορά της νέας με την παλαιά φέρουσα ικανότητα. Εδώ ο νομοθέτης καταφεύγει σε μια μηχανιστική και καθαρά λογιστική διαχείριση του χώρου, αντιμετωπίζοντας τις Δημοτικές Ενότητες ως λογιστικές μονάδες καταχώρισης ισχύος, μια προσέγγιση που αγνοεί επιδεκτικά την πραγματική, σωρευτική γεωγραφική επιβάρυνση στο πεδίο, η οποία παραμένει υπαρκτή ανεξάρτητα από τα λογιστικά ισοζύγια.

                                                    Χωρική Δικαιοσύνη και Ισόρροπη Κατανομή των Ενεργειακών Βαρών
                                                    Η χωρική διάσταση της ενεργειακής δικαιοσύνης αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει ευθέως στο αντικείμενο του χωροταξικού σχεδιασμού, σε αντιδιαστολή με τους κανόνες σύστασης και λειτουργίας των ενεργειακών κοινοτήτων, οι οποίοι ρυθμίζονται από την ενεργειακή νομοθεσία (ν. 4513/2018 και ν. 5037/2023). Το Πλαίσιο, ωστόσο, παραλείπει να αντιμετωπίσει τη χωρική αυτή διάσταση, μολονότι αυτή είναι καθοριστική για τη δίκαιη υλοποίηση της πράσινης μετάβασης. Οι αναγκαίοι άξονες παρέμβασης διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Χωρική προτεραιοποίηση της διάχυτης και κοινοτικής παραγωγής: Το Πλαίσιο αναφέρει επιγραμματικά τις ενεργειακές κοινότητες στις περιοχές προτεραιότητας της ηλιακής ενέργειας (Άρθρο 14), χωρίς όμως να θεσπίζει χωρικά κίνητρα. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη διακριτή χωρική προτεραιοποίηση των έργων ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών και ΟΤΑ, καθώς και της μικρής κλίμακας παραγωγής σε ήδη δομημένα και τεχνητά περιβάλλοντα (στέγες, βιομηχανικές περιοχές, χώροι στάθμευσης), έναντι των μεγάλων εκτός σχεδίου εγκαταστάσεων.
                                                    • Ισόρροπη χωρική κατανομή των ενεργειακών βαρών: Σήμερα ορισμένες περιοχές (ενδεικτικά Βοιωτία, Καρυστία, Λακωνία, Φωκίδα, νησιωτικός χώρος) επωμίζονται δυσανάλογο μερίδιο των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, ενώ τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης δεν αναλαμβάνουν αντίστοιχη χωρική επιβάρυνση. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την ενσωμάτωση χωρικού δείκτη δίκαιης κατανομής στο σύστημα παρακολούθησης του Πλαισίου και τη θέσπιση ορίου σώρευσης σε επίπεδο Περιφέρειας ή Περιφερειακής Ενότητας, και όχι μόνο Δημοτικής Ενότητας.
                                                    • Δίκαιη μετάβαση των Ζωνών Απολιγνιτοποίησης: Το Πλαίσιο παραπέμπει σε Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια στις Ζώνες Απολιγνιτοποίησης (Περιφερειακές Ενότητες Κοζάνης και Φλώρινας, Δήμος Μεγαλόπολης), χωρίς όμως χωρικές προδιαγραφές δίκαιης μετάβασης. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί κατευθύνσεις ώστε οι ΑΠΕ στις περιοχές αυτές να εξυπηρετούν προτεραιακά τις τοπικές κοινωνίες, με χωρική προτίμηση για ενεργειακές κοινότητες, σε σύνδεση με τα εγκεκριμένα Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης.

                                                    Επιπλέον Ζητήματα που Χρήζουν Αντιμετώπισης
                                                    Πέραν των ανωτέρω ζητημάτων, η αξιολόγηση του ΕΧΠ-ΑΠΕ αναδεικνύει επιπρόσθετα θεματικά πεδία τα οποία δεν τυγχάνουν επαρκούς ρυθμιστικής κάλυψης και χρήζουν ενσωμάτωσης στο τελικό κείμενο. Οι αναγκαίοι άξονες παρέμβασης διαρθρώνονται ως εξής:

                                                    • Κλιματική Προσαρμογή και Ανθεκτικότητα Υποδομών ΑΠΕ: Το Πλαίσιο εστιάζει αποκλειστικά στις χωρικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, χωρίς ωστόσο να θέτει το ζήτημα της τρωτότητας των ίδιων των υποδομών στην κλιματική αλλαγή. Η αυξανόμενη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων (πυρκαγιές, πλημμυρικά επεισόδια, ακραίοι άνεμοι), σε συνδυασμό με τη μακροπρόθεσμη αύξηση της στάθμης της θάλασσας για τις παράκτιες και υπεράκτιες εγκαταστάσεις, καθιστά αναγκαία την ενσωμάτωση κριτηρίων κλιματικής ανθεκτικότητας στη χωροθέτηση. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής αξιολόγησης κλιματικών κινδύνων (climate risk assessment) ως προϋπόθεση για τη χωροθέτηση σταθμών ΑΠΕ, ιδίως σε παράκτιες ζώνες και δασικές εκτάσεις υψηλής πυρκαγικής επικινδυνότητας.
                                                    • Αποκατάσταση Τοπίου μετά τη Λήξη Λειτουργίας (Decommissioning): Απουσιάζει πλήρως από το Πλαίσιο η πρόβλεψη υποχρεωτικής αποξήλωσης των υποδομών και αποκατάστασης του τοπίου μετά τη λήξη της ωφέλιμης ζωής ή της άδειας λειτουργίας ενός σταθμού ΑΠΕ. Το κενό αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως κρίσιμο, δεδομένου ότι αιολικά πάρκα πρώτης γενιάς, με διάρκεια ζωής 20–25 ετών, ήδη πλησιάζουν στο τέλος λειτουργίας τους. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικών σχεδίων αποκατάστασης (σχέδια αποξήλωσης και αποκατάστασης / decommissioning plans), τη σύσταση χρηματοοικονομικών εγγυήσεων αποκατάστασης (restoration bonds) πριν από τη χορήγηση της άδειας εγκατάστασης, και τη ρητή ενσωμάτωση ρήτρας υποχρεωτικής επαναφοράς του τοπίου στην αρχική κατάσταση.
                                                    • Κοινωνική Διαβούλευση και Τοπική Αποδοχή (κοινωνική νομιμοποίηση): Ενώ το κείμενο αναφέρεται στη χωρική δικαιοσύνη, απουσιάζει η ρητή πρόβλεψη δομημένων μηχανισμών κοινωνικής διαβούλευσης σε τοπικό επίπεδο. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η κοινωνική αποδοχή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας της ενεργειακής μετάβασης. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής τοπικής διαβούλευσης πριν από τη χωροθέτηση σταθμών ΑΠΕ βιομηχανικής κλίμακας, με δεσμευτικά -και όχι απλώς γνωμοδοτικά- στοιχεία, ιδίως για τα νησιά και τις προστατευόμενες περιοχές.
                                                    • Αντισταθμιστικά Οφέλη προς τις Τοπικές Κοινωνίες: Η ενότητα για τη χωρική δικαιοσύνη παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να προτείνει συγκεκριμένους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση μηχανισμών χωρικής αντιστάθμισης, οι οποίοι θα περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον: ποσοστό επί των ακαθάριστων εσόδων του σταθμού υπέρ των τοπικών δημοτικών ταμείων, δυνατότητα υποχρεωτικής κοινοτικής συμμετοχής στην ιδιοκτησία των έργων, και πρόβλεψη μειωμένων τιμολογίων ενέργειας για τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών.
                                                    • Διασύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αποκατάστασης της Φύσης: Το Πλαίσιο δεν αναφέρεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991 για την Αποκατάσταση της Φύσης (Nature Restoration Law), ο οποίος θέτει δεσμευτικούς στόχους αποκατάστασης οικοσυστημάτων για τα κράτη μέλη. Η σχέση μεταξύ των στόχων αποκατάστασης οικοσυστημάτων και της χωροθέτησης ΑΠΕ αποτελεί κρίσιμη παράμετρο που απουσιάζει. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη ρητή ενσωμάτωση του Κανονισμού ως κριτηρίου αξιολόγησης κατά τη χωροθέτηση, ιδίως σε περιοχές που υπόκεινται σε υποχρεώσεις αποκατάστασης.
                                                    • Εξειδίκευση των Τεχνολογιών Αποθήκευσης και των Υβριδικών Συστημάτων: Η αναφορά στα υβριδικά συστήματα και την αποθήκευση ενέργειας παραμένει υπερβολικά γενική. Δεν αποσαφηνίζεται ποιες τεχνολογίες αποθήκευσης (αντλησιοταμίευση, συστοιχίες μπαταριών, υδρογόνο) προκρίνονται, με ποια χωρικά κριτήρια και ποια κίνητρα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η αντλησιοταμίευση, αν και παρουσιάζεται ως ήπια λύση, ενέχει σοβαρά χωρικά και υδρολογικά ζητήματα (κατασκευή φραγμάτων, αλλοίωση υδρολογικού ισοζυγίου) που το Πλαίσιο παραλείπει. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη θεσμοθέτηση διακριτών κριτηρίων χωροθέτησης ανά τεχνολογία αποθήκευσης.
                                                    • Προστασία του Υδρολογικού Καθεστώτος των Υδατορευμάτων κατά τη Χωροθέτηση Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (ΜΥΗΕ): Τα Άρθρα 10 έως 13 του υπό διαβούλευση Πλαισίου εισάγουν διακριτές ρυθμίσεις για τη χωροθέτηση Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων, περιλαμβάνοντας περιοχές αποκλεισμού, κανόνες χωροθέτησης και κριτήρια φέρουσας ικανότητας, με υποχρέωση ελάχιστης οικολογικής παροχής κατάντη και ειδικότερες προβλέψεις για υδατορεύματα με ιχθυοπανίδα. Παρά τη θετική αυτή κατεύθυνση, διαπιστώνονται κρίσιμα κενά τα οποία υποβαθμίζουν την προστασία του φυσικού υδρολογικού καθεστώτος, δεδομένου ότι τα υδατορεύματα συνιστούν στοιχεία υψηλής οικολογικής και τοπιακής αξίας. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί την υιοθέτηση της αρχής της αποφυγής επεμβάσεων στο φυσικό υδρολογικό καθεστώς ως γενικού ερμηνευτικού κανόνα υπεράνω των επιμέρους ρυθμίσεων, τη θεσμοθέτηση ελάχιστου ορίου ετήσιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ως αναγκαίας προϋπόθεσης αδειοδότησης ΜΥΗΕ που επεμβαίνει σε τμήμα φυσικού υδατορεύματος -ώστε το ενεργειακό όφελος να είναι ανάλογο της υδρολογικής και τοπιακής όχλησης- καθώς και την υποχρεωτική εκπόνηση ειδικής υδρογεωλογικής μελέτης κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση για την τεκμηρίωση των επιπτώσεων της εκτροπής στην τροφοδοσία των υπόγειων υδάτων.
                                                    • Ανοιχτά Γεωχωρικά Δεδομένα και Ψηφιακή Διαφάνεια: Ενώ προτείνεται η διαλειτουργικότητα των υφιστάμενων βάσεων δεδομένων, απουσιάζει η ρητή απαίτηση για ανοιχτή πρόσβαση σε γεωχωρικά δεδομένα (open data) σχετικά με τις ΑΠΕ. Η ΕΛΛΕΤ ζητεί τη δημιουργία δημόσιας πλατφόρμας Web-GIS ή την ενσωμάτωση στην υφιστάμενη της ΡΑΕΕΥ, η οποία θα περιλαμβάνει τις χαρτογραφημένες εγκαταστάσεις, τα αδειοδοτούμενα και υπό αδειοδότηση έργα, τις ζώνες αποκλεισμού, καθώς και τα δεδομένα κορεσμού ανά χωρική μονάδα. Η διαφάνεια αυτή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον δημοκρατικό έλεγχο του χωρικού σχεδιασμού.

                                                     

                                                     

                                                    Ανεξάρτητη Τεχνοοικονομική Μοντελοποίηση του Πλαισίου: Συγκλίνοντα Ευρήματα Διάγνωσης
                                                    Σύμφωνα με μελέτη του Εργαστηρίου Συστημάτων Αποφάσεων και Διοίκησης (ΕΣΑΔ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών ερευνητικών έργων ACCLIMATE και DIAMOND

                                                    Παράλληλα με την περιβαλλοντική και χωροταξική αξιολόγηση που διαρθρώνει την παρούσα παρέμβαση, λαμβάνεται υπόψη η ανεξάρτητη τεχνοοικονομική ανάλυση του υπό διαβούλευση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ-ΑΠΕ), που εκπονήθηκε από ομάδα εργασίας του Εργαστηρίου Συστημάτων Αποφάσεων και Διοίκησης (ΕΣΑΔ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών ερευνητικών έργων ACCLIMATE και DIAMOND, με αξιοποίηση του μοντέλου ενεργειακού συστήματος HERMES. Η μοντελοποίηση συγκρίνει την εξέλιξη του ελληνικού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής έως το 2050 υπό εναλλακτικά σενάρια και διαπιστώνει ότι, ενώ σε εθνικό επίπεδο το σχέδιο δεν αποτρέπει την επίτευξη των μακροπρόθεσμων κλιματικών στόχων, η σύγκρισή του με αυτά τα σενάρια αναδεικνύει σημαντικές δομικές αδυναμίες. Οι δύο προσεγγίσεις-η ανάλυση μοντελοποίησης και η χωροταξική-περιβαλλοντική της παρούσας παρέμβασης-εκκινούν από διακριτές μεθοδολογικές αφετηρίες και εστιάζουν σε διαφορετικά πεδία· αντλώντας από διαφορετικά αναλυτικά εργαλεία, εντοπίζουν ωστόσο συγκλίνοντα διαγνωστικά ευρήματα ως προς τις δομικές αδυναμίες του Πλαισίου.

                                                    (α) Επί της οριζόντιας και μηχανιστικής κανονιστικής λογικής. Η τεχνοοικονομική ανάλυση χαρακτηρίζει τη χωρική προσέγγιση του Πλαισίου ως λογική οριζόντιας υπεραπλούστευσης των χωρικών περιορισμών, η οποία εδράζεται σε τυφλά, οριζόντια κριτήρια, και συνιστά τη συγκεκριμενοποίηση των οριζόντιων περιορισμών. Σε αντίστοιχο διαγνωστικό επίπεδο, η παρούσα παρέμβαση καταλήγει αυτοτελώς σε ανάλογο συμπέρασμα, αποτιμώντας ως «υπέρμετρα μηχανιστικό» τον καθορισμό της φέρουσας ικανότητας με οριζόντια ποσοστά εδαφικής κάλυψης ανά Δημοτική Ενότητα (βλ. ενότητα Αξιολόγηση των Κριτηρίων Χωροθέτησης Χερσαίων και Θαλάσσιων Αιολικών Εγκαταστάσεων). Η παρούσα παρέμβαση εισηγείται αυτοτελώς χωρικά εξειδικευμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες προδιαγραφές-μήκος κορυφογραμμής σε περιοχές αυξημένων κλίσεων, ρητό χωρικό ορισμό Πολιτιστικών Τοπίων, Μελέτη Οπτικής Επιρροής Θαλάσσιου Τοπίου-χωρίς αυτές να ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με το περιεχόμενο που θα προσδιόριζε η τεχνοοικονομική προσέγγιση.

                                                    (β) Επί της προβλεπόμενης συγκέντρωσης φωτοβολταϊκής ανάπτυξης. Η μοντελοποίηση με το εργαλείο HERMES προβλέπει ότι, σε σύγκριση με το σενάριο αναφοράς του ΕΣΕΚ, οι διατάξεις του Πλαισίου προωθούν την υπερανάπτυξη φωτοβολταϊκών (Φ/Β) μεγάλης κλίμακας (+37%) έως το 2050. Η ποσοτική αυτή προβολή αφορά την εθνική κατανομή ισχύος και δεν συνεπάγεται αυτομάτως χωρικά συμπεράσματα· εξεταζόμενη όμως υπό το πρίσμα της χωροταξικής ανάλυσης που αναπτύσσεται στην ενότητα Κριτική των Κανόνων Ένταξης και των Κινδύνων Χωροθέτησης των Φωτοβολταϊκών Σταθμών της παρούσας παρέμβασης, εντείνει τη σημασία των ανησυχιών που εκεί διατυπώνονται-ειδικότερα της δυνητικής καταστρατήγησης της Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ) μέσω φωτοβολταϊκών πάρκων, του αδρού ορίου κάλυψης (1,5% ανά Περιφερειακή Ενότητα) και της ανεξέλεγκτης διάχυσης έργων μικρότερης ισχύος.

                                                    (γ) Επί της Δίκαιης Μετάβασης της Δυτικής Μακεδονίας. Η μοντελοποίηση εντοπίζει ότι, στη Δυτική Μακεδονία ως περιφέρεια μεταλιγνιτικής μετάβασης, οι οριζόντιοι περιορισμοί του Πλαισίου δυσχεραίνουν την οικονομική προοπτική μιας περιοχής που ήδη πλήττεται από την απολιγνιτοποίηση, οδηγώντας σε μια μονόπλευρη, λιγότερο αποδοτική ενεργειακή υποκατάσταση (κατά κανόνα μέσω Φ/Β), στερώντας από την περιοχή ένα ισορροπημένο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής που θα εξασφάλιζε διαφοροποιημένες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη ευστάθεια στο τοπικό δίκτυο. Το εμπειρικό αυτό εύρημα συνηγορεί υπέρ της θέσης που αναπτύσσεται στην παρούσα παρέμβαση στην ενότητα Χωρική Δικαιοσύνη και Ισόρροπη Κατανομή των Ενεργειακών Βαρών περί δομικού ελλείμματος χωρικής δικαιοσύνης. Προς άρση της ανισορροπίας αυτής, η παρούσα παρέμβαση εισηγείται την ενσωμάτωση χωρικού δείκτη δίκαιης κατανομής στο σύστημα παρακολούθησης του Πλαισίου, καθώς και τη θέσπιση ρητών χωρικών προδιαγραφών προτεραιοποίησης ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών και ΟΤΑ εντός των Ζωνών Απολιγνιτοποίησης.

                                                    Σε επίπεδο στρατηγικής κατεύθυνσης, η ανεξάρτητη τεχνοοικονομική μελέτη συγκλίνει με την κεντρική χωροταξική διάγνωση της παρούσας παρέμβασης ότι οι οριζόντιες διατάξεις του ΕΧΠ-ΑΠΕ χρήζουν ουσιαστικής συγκεκριμενοποίησης πριν από την οριστική θεσμοθέτησή τους.

                                                     

                                                    ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
                                                    Το νέο σχέδιο του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) εισάγεται με σημαντική χρονική υστέρηση, σε μια περίοδο όπου η μακροχρόνια έλλειψη επαρκούς ρυθμιστικού περιβάλλοντος έχει ήδη επιφέρει καθεστώς γενικευμένης χωρικής απορρύθμισης. Σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια -σε ηπειρωτικές ορεινές περιοχές, νησιωτικούς χώρους και αγροτικές πεδιάδες- ανεγείρονται ή σχεδιάζονται σταθμοί ΑΠΕ βιομηχανικής κλίμακας.

                                                    Η κανονιστική διατύπωση στο τελικό αυτό στάδιο υπολείπεται των πραγματικών προκλήσεων, καθώς το Πλαίσιο αδυνατεί να συγχρονιστεί με τις ήδη παγιωμένες χωρικές δυναμικές. Αντί να λειτουργήσει προληπτικά και στρατηγικά, το Πλαίσιο υιοθετεί μια στενά ποσοτική προσέγγιση στη διαχείριση του χώρου, μετατρέποντας τις μεταβατικές διατάξεις και τα οριζόντια ποσοστά κάλυψης σε οχήματα διαιώνισης παρωχημένων επενδυτικών επιλογών. Η πράσινη μετάβαση αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα πεδίο μεγάλων εκτός σχεδίου επενδύσεων real estate, στερούμενη ουσιαστικών ορίων και επιχειρησιακής σαφήνειας. Η βασική παραδοχή είναι σαφής: τόσο η τουριστική ανάπτυξη όσο και η διείσδυση των ΑΠΕ αποτελούν θεμιτούς στόχους, υπό την προϋπόθεση ότι υλοποιούνται με αυστηρούς χωρικούς όρους, επιστημονική τεκμηρίωση και σεβασμό στην κλίμακα του ελληνικού τοπίου.

                                                    Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) υποστηρίζει ότι το ΕΧΠ-ΑΠΕ χρήζει ουσιαστικών αναθεωρήσεων προκειμένου να ανταποκριθεί στις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και χωρικές απαιτήσεις, ενσωματώνοντας τις εξής κρίσιμες τροποποιήσεις για την ανατροπή των νομοθετικών στρεβλώσεων:

                                                    • Καθολική απαγόρευση βιομηχανικών σταθμών ΑΠΕ εντός των προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000, των Εθνικών Δρυμών, των Μικρών Νησιωτικών Υγροτόπων (κάτω των 80 στρεμμάτων) και των ζωνών προστασίας (buffer zones) αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, χωρίς τις αμφιλεγόμενες παρεκκλίσεις που εισάγει ο νομοθέτης βάσει αιολικού δυναμικού ή στρατηγικού χαρακτήρα των έργων.
                                                    • Πλήρης αποκλεισμός εγκαταστάσεων ΑΠΕ στα ακατοίκητα νησιά, τις βραχονησίδες, καθώς και οριζόντιος αποκλεισμός όλων των τεχνολογιών ΑΠΕ και των συνοδών τους έργων στις ακτές κολύμβησης – με επέκταση του αποκλεισμού πέραν όσων περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης του ΥΠΕΝ, ώστε να καλύπτονται και οι μη παρακολουθούμενες φυσικές ακτές, καθώς και πρόβλεψη ζώνης προστασίας εκατέρωθεν της ακτογραμμής και ρητού αποκλεισμού της δυνατότητας παρέκκλισης για συνοδά έργα.
                                                    • Χρήση του νησιού ως ενιαίας και ελάχιστης χωρικής ενότητας ελέγχου για τον υπολογισμό του κορεσμού και της φέρουσας ικανότητας (ιδίως για τα νησιά κάτω των 300 τ.χλμ.), ανατρέποντας τη λανθασμένη και μηχανιστική επιλογή της δημοτικής ενότητας που οδηγεί σε υπερσυγκέντρωση έργων και αλλοίωση της νησιωτικής φυσιογνωμίας.
                                                    • Συνυπολογισμός των αδειών που έχουν λάβει Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης (ΟΠΣ) και Βεβαιώσεις Παραγωγού στην εξίσωση καθορισμού του βαθμού κορεσμού μιας περιοχής, ώστε να αποτυπώνεται ο πραγματικός φόρτος και να αποφεύγεται η υπερφόρτωση των τοπικών υποδομών δικτύου.
                                                    • Αυστηρός περιορισμός της εκτός σχεδίου δόμησης ΑΠΕ (με ρητό αποκλεισμό Φ/Β σε Γεωργική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας και αυστηρές προδιαγραφές στα Agri-PV για την αποτροπή καταστρατήγησης), παράλληλα με τη θεσμοθέτηση ισχυρών κινήτρων για την εγκατάστασή τους αποκλειστικά σε ήδη δομημένα, τεχνητά ή επιβαρυμένα περιβάλλοντα.
                                                    • Προτεραιοποίηση σχημάτων διάχυτης παραγωγής (Ενεργειακές Κοινότητες πολιτών και ΟΤΑ), υβριδικών συστημάτων και μονάδων αποθήκευσης μικρής κλίμακας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια σε τοπικό επίπεδο χωρίς τη βιομηχανοποίηση του φυσικού και αγροτικού περιβάλλοντος.

                                                     

                                                    #15146
                                                    Ινστιτούτο Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ)

                                                      Γενικά σχόλια

                                                      Η γενική εντύπωση είναι ότι το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ, λειτουργεί εχθρικά στην ανάπτυξή τους στη χώρα, προβάλλοντας την προστασία και διάσωση του περιβάλλοντος από τις αιολικές και φωτοβολταϊκές εφαρμογές, σαν να πρόκειται για πυρηνικές εγκαταστάσεις. Καθιερώνει δια νόμου και διαχέει το μήνυμα πόσο βλαβερές είναι οι ΑΠΕ στο φυσικό περιβάλλον, όπου χρειάζεται προστασία.

                                                      Βασικός στόχος, όπως εκφράζεται τόσο στην ογκώδη μελέτη όσο και στην ΚΥΑ/ΕΧΠ/ΑΠΕ, είναι ο εξοστρακισμός των ΑΠΕ, ειδικότερα των αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, σε μεγάλο μέρος της χώρας, όπου και το υψηλό αιολικό δυναμικό, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Η χώρα είναι ακόμη στην αρχή της αξιοποίησης της αιολικής και ηλιακής ενέργειας που προσφέρει το ελληνικό περιβάλλον σε στεριά και θάλασσα, στις οποίες θα βασισθεί η ενεργειακή μετάβαση και προοδευτικά θα αυξάνεται η διείσδυση με μεγάλα οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη. Επομένως, οι ευρείας έκτασης αποκλεισμοί δρουν αρνητικά και δεν έχουν θέση σε μια ενεργειακή και περιβαλλοντική πολιτική.

                                                      Οι σύγχρονες ενεργειακές τεχνολογίες των αιολικών και φωτοβολταϊκών εφαρμογών είναι οι πλέον φιλικές στο περιβάλλον, προσφέροντας άφθονη ηλεκτρική ενέργεια στους καταναλωτές, νοικοκυριά και βιομηχανία, και με το χαμηλότερο κόστος. Το ΕΧΠ/ΑΠΕ, χωρίς να εκτιμά τις επιπτώσεις, θέτει πολλούς φραγμούς στην ανάπτυξή τους με αιτιολογία την προστασία του περιβάλλοντος, περιορίζοντας την διείσδυσή τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται προβληματική η επίτευξη των στόχων για το 2030 και εν συνεχεία το 2050 αλλά και με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις με το υψηλότερο κόστος ηλεκτροπαραγωγής που θα καλύπτουν τα ορυκτά καύσιμα, με υψηλές εκπομπές και με όλες τις αρνητικές περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες.

                                                      Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ΕΧΠ/ΑΠΕ είναι οι υπερρυθμίσεις, με λεπτομέρειες που δεν οδηγούν πάντοτε σε βέλτιστες λύσεις αλλά μπορούν να αυξάνουν το κόστος. Βεβαίως, είναι αναγκαία η κατάλληλη χωροθέτηση του μεγάλου όγκου των εφαρμογών ΑΠΕ που θα ακολουθήσουν για την ενεργειακή μετάβαση και προτείνεται η επανεξέταση του ΕΧΠ/ΑΠΕ και άρση των πρόσθετων περιβαλλοντικών περιορισμών, στέλνοντας το «σωστό μήνυμα» στην κοινωνία και την επιχειρηματική κοινότητα.

                                                      Η αναθεώρηση του ΕΧΠ/ΑΠΕ αποτελεί αναμφίβολα αναγκαία θεσμική παρέμβαση, δεδομένου ότι το ισχύον πλαίσιο του 2008 δεν ανταποκρίνεται πλέον στις τεχνολογικές εξελίξεις, στους στόχους του ΕΣΕΚ 2024-2050, στις απαιτήσεις της ενεργειακής ασφάλειας και στις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής.

                                                      Ωστόσο, το προτεινόμενο σχέδιο εισάγει σημαντικό αριθμό οριζόντιων αποκλεισμών, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις δεν φαίνεται να τεκμηριώνονται επαρκώς επιστημονικά, ούτε να πληρούν πλήρως την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο.

                                                      Ειδικά σχόλια

                                                      1. Υψομετρικός αποκλεισμός άνω των 1.200 μ.

                                                      Η σημαντικότερη ένσταση αφορά στον οριζόντιο αποκλεισμό εγκατάστασης αιολικών σταθμών σε περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μ.

                                                      Δεν προκύπτει από τη ΣΜΠΕ ή από συνοδευτική τεχνική μελέτη:

                                                      • ποια οικολογικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούν το υψόμετρο των 1.200 μ.,
                                                      • γιατί επελέγη το συγκεκριμένο όριο και όχι τα 1.000 μ., 1.500 μ. ή άλλη τιμή,
                                                      • ποια επιστημονικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι άνω των 1.200 μ. παρατηρούνται συστηματικά σημαντικότερες επιπτώσεις.

                                                      Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από:

                                                      • έντονη ορεινότητα,
                                                      • μεγάλες κλιματικές διαφοροποιήσεις,
                                                      • διαφορετικές βιογεωγραφικές ζώνες.

                                                      Σημαντικό μέρος του καλύτερου αιολικού δυναμικού της χώρας βρίσκεται σε ορεινές περιοχές. Ο αποκλεισμός μπορεί να στερήσει από το σύστημα πρόσβαση σε θέσεις υψηλού συντελεστή φορτίου (>35%-40%).

                                                       

                                                      Πρόταση

                                                      Αντικατάσταση του οριζόντιου αποκλεισμού με: “Ειδική αξιολόγηση για έργα εγκαθιστάμενα άνω των 1.200 μ.” Ή “Επιτρεπτότητα κατόπιν τεκμηρίωσης μη σημαντικών επιπτώσεων.”

                                                      1. Κριτήριο αιολικού δυναμικού 4 m/s

                                                      Το κριτήριο χαρακτηρίζεται αρκετά προβληματικό. Το μέσο αιολικό δυναμικό μιας δημοτικής ενότητας δεν αποτελεί τεχνικά αξιόπιστο δείκτη. Μία δημοτική ενότητα μπορεί να παρουσιάζει:

                                                      • μέσο όρο 3,8 m/s
                                                      • κορυφογραμμές με 7–8 m/s.

                                                      Η χρήση διοικητικών ορίων στερείται φυσικής σημασίας. Η βιομηχανική πρακτική βασίζεται σε:

                                                      • Μετρήσεις από ιστό
                                                      • Τεχνολογία τηλεπισκόπησης που χρησιμοποιεί παλμούς λέιζερ για να μετρήσει αποστάσεις και κινήσεις.
                                                      • Υπολογιστικά μοντέλα Ρευστοδυναμικής
                                                      • Μικροχωροθέτηση.

                                                      Πρόταση

                                                      Να αντικατασταθεί από αξιολόγηση σημειακού αιολικού δυναμικού ή δεδομένα 10ετούς ανεμολογικής τεκμηρίωσης.

                                                      1. Χρήση αιολικού χάρτη ΡΑΑΕΥ

                                                      Παρουσιάζονται σοβαρές αδυναμίες. Δεν είναι σαφές:

                                                      • πότε ανανεώθηκε,
                                                      • ποια μοντέλα χρησιμοποιήθηκαν,
                                                      • ποια ανάλυση διαθέτει.

                                                      Θα πρέπει να ζητηθεί επικαιροποίηση ανά πενταετία.

                                                      1. Επάρκεια ΣΜΠΕ

                                                      Από τη μελέτη προκύπτει κυρίως περιγραφή οικοσυστημάτων. Δεν προκύπτει πάντοτε αιτιώδης σχέση μεταξύ:

                                                      • περιβαλλοντικής πληροφορίας
                                                      • χωρικού αποκλεισμού.

                                                       

                                                      Ειδική παρατήρηση

                                                      Απουσιάζει Cost-Benefit ανάλυση. Δεν αξιολογούνται:

                                                      • απώλειες παραγωγής,
                                                      • αυξημένες περικοπές,
                                                      • ανάγκες αποθήκευσης,
                                                      • επιπτώσεις στις τιμές ηλεκτρισμού.
                                                      1. Σύνθεση ομάδας ΣΜΠΕ

                                                      Κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση με:

                                                      • ανεμολόγους,
                                                      • ειδικούς συστημάτων μεταφοράς,
                                                      • ειδικούς αγοράς ηλεκτρισμού,
                                                      • μηχανικούς ΑΠΕ,
                                                      • ειδικούς ενεργειακής οικονομίας.

                                                      RED III

                                                      Η RED III επιδιώκει:

                                                      • Ζώνες επιτάχυνσης,
                                                      • Συντομότερη αδειοδοτική διαδικασία,
                                                      • Προβλεψιμότητα.

                                                      Το ΕΧΠ εισάγει:

                                                      • νέους αποκλεισμούς,
                                                      • πολλαπλά φίλτρα.

                                                      Αυτό δημιουργεί πιθανή ασυμβατότητα.

                                                      Πρόταση

                                                      Να δημιουργηθούν: Περιοχές Επιτάχυνσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας με προτεραιότητα αδειοδότησης.

                                                      Μεταβατικές διατάξεις

                                                      Το σχέδιο παρέχει προστασία μόνο σε έργα με πλήρεις φακέλους. Ωστόσο υπάρχουν επενδύσεις με:

                                                      • Βεβαίωση Παραγωγού,
                                                      • Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα,
                                                      • μετρήσεις,
                                                      • γη,
                                                      • συμβάσεις,
                                                      • εκατομμύρια ευρώ δαπανών.

                                                      Πρόταση

                                                      Να εξαιρεθούν έργα με:

                                                      • Βεβαίωση Παραγωγού,
                                                      • Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων,
                                                      • Προσφορά Σύνδεσης,
                                                      • Ώριμα έργα repowering.

                                                      Repowering

                                                      Το σχέδιο δεν αντιμετωπίζει επαρκώς το repowering. Η Ευρώπη το θεωρεί προτεραιότητα. Μία νέα Α/Γ 7 MW μπορεί να αντικαταστήσει 3-4 παλαιές.

                                                      Μειώνεται:

                                                      • αριθμός πυλώνων,
                                                      • δρόμοι,
                                                      • οπτική όχληση.

                                                      Πρέπει να υπάρχει ειδικό κεφάλαιο.

                                                      Αρχαιολογία – Απόσταση

                                                      Η διάταξη παρουσιάζει ασάφεια. Δεν προσδιορίζεται:

                                                      • ποια μνημεία αφορά,
                                                      • εάν αφορά οπτική επαφή,
                                                      • πώς εφαρμόζεται σε συστοιχίες.

                                                      Στις Φ/Β εφαρμογές τίθεται ένας περιορισμός όταν γειτνιάζουν με αρχαιολογικούς χώρους, κλπ, ώστε να μην είναι αυτά ορατά στους επισκέπτες. Θα ήταν σκόπιμο, εναλλακτικά, να τίθεται η απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο, πχ. 200 ή 300 μ.

                                                      Προτείνεται Landscape Impact Assessment.

                                                      Μικρές ανεμογεννήτριες

                                                      Οι Α/Γ <60 kW έχουν διαφορετική περιβαλλοντική επίπτωση. Προτείνεται ιδιαίτερη κατηγορία και Fast Track διαδικασίες.

                                                      Αποθήκευση

                                                      Θετικό ότι εισάγεται. Ωστόσο λείπουν:

                                                      • Πρότυπα Πυρασφάλειας
                                                      • Εθνικός Οργανισμός Πυροπροστασίας
                                                      • Πρότυπο Δοκιμών Θερμικής Διαφυγής για Συστήματα Μπαταριών
                                                      • Σχέδιο Ανακύκλωσης
                                                      • Ψηφιακό Διαβατήριο Μπαταρίας
                                                      • Ελάχιστες Αποστάσεις Ασφαλείας

                                                      Φωτοβολταϊκά – όριο 1,5%

                                                      Το όριο ενδέχεται να είναι υπερβολικά περιοριστικό και δεν λαμβάνει υπόψη:

                                                      • αγροτική ποιότητα,
                                                      • υποβαθμισμένες εκτάσεις,
                                                      • πρώην λατομεία,
                                                      • βιομηχανικές ζώνες.

                                                      Θα ήταν προτιμότερη μια περισσότερο δυναμική αξιολόγηση.

                                                      Νησιά κάτω των 300 τ. χλμ.

                                                      Ο αποκλεισμός εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός. Αντιβαίνει εν μέρει σε θέματα:

                                                      • ενεργειακής αυτονομίας,
                                                      • απολιγνιτοποίησης νησιών.

                                                      Τα νησιά που διασυνδέονται με το εθνικό διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα θα πρέπει να αναπτύξουν τις δικές τους ΑΠΕ (αιολικά και φωτοβολταϊκά) με αποθήκευση που θα λειτουργούν παράλληλα με την διασύνδεση, με τις αρχές και τεχνικές των Microgrids. Αυτό εξασφαλίζει πιο αξιόπιστη ηλεκτροδότηση, αποφεύγοντας το “black-out” σε περίπτωση βλάβης στην διασύνδεση. Το ίδιο ισχύει και για τα μεγαλύτερα νησιά που διασυνδέονται με το σύστημα και πάλι με ΑΠΕ και αποθήκευση και τις αρχές και τεχνικές των Microgrids, αλλά και άλλων τεχνικών αξιόπιστης διαχείρισης (πχ load shedding).

                                                      Ένας αριθμός μικρών νησιών με αυτόνομα ηλεκτρικά συστήματα με πετρέλαιο, από το Καστελλόριζο στα Ανατολικά μέχρι τους Οθωνούς στα Δυτικά, δεν πρόκειται να διασυνδεθούν με το εθνικό σύστημα. Αυτά αποτελούν μια άλλη ξεχωριστή περιοχή εφαρμογών ΑΠΕ, όπου στο ΕΧΠ/ΑΠΕ υπάρχει αποκλεισμός και θα παραμείνουν στο πετρέλαιο. Η διείσδυση των ΑΠΕ εδώ μπορεί να φθάσει και πάνω από το 90% σε ετήσια βάση, καλύπτοντας και φορτία για μονάδες αφαλάτωσης, υποκαθιστώντας το ακριβό πετρέλαιο και μειώνοντας δραστικά τις εκπομπές.

                                                      Οι βραχονησίδες και τα ακατοίκητα νησιά προσφέρονται πολύ ευνοϊκά για αιολικές και Φ/Β εφαρμογές, όπου προτείνεται η άρση του αποκλεισμού τους.

                                                      Προτείνεται να υπάρξει μια Case-by-case assessment.

                                                      Πρόσθετες παρατηρήσεις που απουσιάζουν από το σχέδιο

                                                      Θα μπορούσαν να προστεθούν:

                                                      Εκτίμηση Σωρευτικών Επιπτώσεων και όχι μόνο έργο ανά έργο.

                                                      GIS δημόσια πλατφόρμα με:

                                                      • διαθέσιμες εκτάσεις,
                                                      • κορεσμένα δίκτυα,
                                                      • περιοχές αποκλεισμού.

                                                      Περιοδική αναθεώρηση ΕΧΠ κάθε 5 έτη.

                                                      Ειδικό κεφάλαιο Offshore Wind με σαφείς κατευθύνσεις.

                                                      Παρατήρηση επί της δυνατότητας συνδυασμού αιολικών εγκαταστάσεων με συστήματα δασοπροστασίας και πολιτικής προστασίας

                                                      Προτείνεται η συμπλήρωση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου ΑΠΕ με ειδική πρόβλεψη που να αναγνωρίζει τη δυνατότητα συνδυασμένης ανάπτυξης αιολικών σταθμών με υποδομές δασοπροστασίας, πρόληψης και έγκαιρης αντιμετώπισης δασικών πυρκαγιών, ιδίως στις ορεινές περιοχές της χώρας.

                                                      Η Ελλάδα αποτελεί μία από τις πλέον ευάλωτες ευρωπαϊκές χώρες ως προς τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών, εξαιτίας των κλιματικών μεταβολών, των παρατεταμένων ξηρών περιόδων, των ισχυρών ανέμων και της εκτεταμένης δασικής εγκατάλειψης σε ορεινές περιοχές. Τα τελευταία έτη καταγράφεται σημαντική αύξηση της έντασης και της συχνότητας των μεγάλων πυρκαγιών, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ανάπτυξης νέων εργαλείων πρόληψης και επιτήρησης. Υπό το πρίσμα αυτό, οι υποδομές αιολικών πάρκων δύνανται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τον μηχανισμό πολιτικής προστασίας και να προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες δασοπροστασίας, όπως:

                                                      1. Συνεχής μετεωρολογική παρακολούθηση υψηλής ανάλυσης

                                                      Οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες διαθέτουν συστήματα μέτρησης:

                                                      • ταχύτητας ανέμου,
                                                      • διεύθυνσης ανέμου,
                                                      • θερμοκρασίας,
                                                      • υγρασίας,
                                                      • ατμοσφαιρικής πίεσης.

                                                      Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται σε πραγματικό χρόνο και μπορούν να τροφοδοτούν εθνικά ή περιφερειακά συστήματα πρόγνωσης κινδύνου πυρκαγιάς. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν στις ορεινές περιοχές, όπου σήμερα παρατηρείται έλλειψη πυκνού δικτύου μετεωρολογικών σταθμών.

                                                      1. Ανάπτυξη συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης για πρόβλεψη συμπεριφοράς πυρκαγιών

                                                      Προτείνεται η ενσωμάτωση υποχρέωσης εγκατάστασης ή δυνατότητας ανάπτυξης:

                                                      • Βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη ανέμου με Τεχνητή Νοημοσύνη,
                                                      • Συστήματα Πρόβλεψης Εξάπλωσης Πυρκαγιάς,
                                                      • Μοντέλα Μηχανικής Μάθησης,
                                                      • Συστήματα ψηφιακών διδύμων (Digital Twin Forest Systems).

                                                      Τα μοντέλα αυτά μπορούν να προβλέπουν:

                                                      • μεταβολές έντασης ανέμου,
                                                      • πιθανή κατεύθυνση εξάπλωσης πυρκαγιάς,
                                                      • χρονικά παράθυρα επικινδυνότητας.

                                                      Η πληροφορία αυτή μπορεί να διαβιβάζεται σε πραγματικό χρόνο προς:

                                                      • το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων,
                                                      • την Πυροσβεστική Υπηρεσία,
                                                      • τις Περιφέρειες,
                                                      • τους Δήμους.
                                                      1. Δίκτυα επιτήρησης με drones

                                                      Οι εγκαταστάσεις αιολικών σταθμών μπορούν να φιλοξενούν σταθμούς αυτόματης απογείωσης και φόρτισης drones. Τα drones δύνανται να πραγματοποιούν:

                                                      • θερμική επιτήρηση,
                                                      • ανίχνευση καπνού,
                                                      • επιβεβαίωση συμβάντων,
                                                      • χαρτογράφηση μετώπων.

                                                      Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί μοντέλο Wind Farm Assisted Fire Surveillance Systems.

                                                      1. Δρόμοι πρόσβασης ως υποδομές δασοπυρόσβεσης

                                                      Οι οδοί πρόσβασης που κατασκευάζονται για αιολικά πάρκα μπορούν να λειτουργούν ως:

                                                      • αντιπυρικές ζώνες,
                                                      • διάδρομοι ταχείας πρόσβασης πυροσβεστικών δυνάμεων,
                                                      • σημεία ανεφοδιασμού.

                                                      Προτείνεται να καθοριστούν τεχνικές προδιαγραφές ώστε οι νέοι δρόμοι να σχεδιάζονται εξαρχής με προδιαγραφές δασοπροστασίας.

                                                      Ενδεικτικά:

                                                      • ελάχιστο πλάτος,
                                                      • υδατοδεξαμενές,
                                                      • σημεία ελιγμών,
                                                      • χώροι προσωρινής στάθμευσης εναέριων μέσων.
                                                      1. Υποδομές πυρόσβεσης

                                                      Θα μπορούσε να προβλεφθεί εγκατάσταση:

                                                      • δεξαμενών νερού,
                                                      • υδροληψιών,
                                                      • αισθητήρων καπνού,
                                                      • θερμικών καμερών,
                                                      • αυτόνομων φωτοβολταϊκών σταθμών τροφοδοσίας εξοπλισμού επιτήρησης.

                                                      Η παραπάνω προσέγγιση εναρμονίζεται με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές αρχές για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την ανθεκτικότητα των φυσικών οικοσυστημάτων, τις πολυλειτουργικές υποδομές και την ολοκληρωμένη διαχείριση του τοπίου. Παράλληλα, μετατοπίζει τη συζήτηση από μια αποκλειστικά αμυντική προσέγγιση χωροθέτησης των ΑΠΕ σε ένα μοντέλο όπου οι ενεργειακές υποδομές μπορούν να αποτελέσουν τμήμα της εθνικής στρατηγικής πολιτικής προστασίας και ανθεκτικότητας απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

                                                      Μονάδες Βιοαερίου και Βιομάζας

                                                      Η απουσία συγκεκριμένου πλαισίου για τις μονάδες βιοαερίου και βιομάζας αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του νέου ΕΧΠ/ΑΠΕ. Από το κείμενο προκύπτει ουσιαστικά μόνο η εξής γενική αναφορά:

                                                      «Δίνονται κατευθύνσεις, προβλέπονται περιοχές αποκλεισμού και καθορίζονται κριτήρια και κανόνες χωροθέτησης για τις λοιπές τεχνολογίες (μικροί υδροηλεκτρικοί σταθμοί, σταθμοί βιομάζας/βιοαερίου/βιορρευστών, γεωθερμία, συστήματα αποθήκευσης – μπαταρίες)

                                                      Ωστόσο, δεν διαπιστώνεται καμία ουσιαστική εξειδίκευση για:

                                                      • βιοαέριο,
                                                      • βιομεθάνιο,
                                                      • αγροτικές μονάδες βιομάζας,
                                                      • βιομεθάνιο προς έγχυση στο ΕΣΦΑ,
                                                      • Παραγωγή βιοενέργειας με δέσμευση και γεωλογική αποθήκευση άνθρακα,
                                                      • αγροενεργειακές κοινότητες,
                                                      • μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης ζωικών αποβλήτων.

                                                      Παρατηρήσεις

                                                      Το προτεινόμενο ΕΧΠ/ΑΠΕ δεν φαίνεται να παρέχει επαρκή και διακριτή χωροταξική αντιμετώπιση για τις τεχνολογίες βιοαερίου, βιομάζας και βιομεθανίου, παρά το γεγονός ότι οι τεχνολογίες αυτές αποκτούν στρατηγική σημασία στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Η απουσία ειδικών κριτηρίων χωροθέτησης ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητες για επενδύσεις που:

                                                      • μειώνουν τις εκπομπές μεθανίου,
                                                      • αντιμετωπίζουν προβλήματα διαχείρισης αποβλήτων,
                                                      • συμβάλλουν στην κυκλική οικονομία,
                                                      • υποκαθιστούν εισαγόμενο φυσικό αέριο.

                                                      Απουσία ειδικής κατηγορίας βιομεθανίου

                                                      Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει υψηλούς στόχους παραγωγής βιομεθανίου. Η Ελλάδα αναμένεται να αναπτύξει σημαντικές υποδομές:

                                                      • αναβάθμισης βιοαερίου,
                                                      • έγχυσης στο δίκτυο,
                                                      • Bio-LNG,
                                                      • Bio-CNG.

                                                      Δεν υπάρχει πρόβλεψη για:

                                                      • σταθμούς upgrading,
                                                      • μονάδες συμπίεσης,
                                                      • σημεία διασύνδεσης με ΔΕΣΦΑ,
                                                      • αποθηκευτικές εγκαταστάσεις.

                                                      Αγροτική χωροθέτηση

                                                      Το σχέδιο δεν φαίνεται να προβλέπει ειδικά κίνητρα για εγκατάσταση μονάδων κοντά σε:

                                                      • κτηνοτροφικές ζώνες,
                                                      • σφαγεία,
                                                      • γαλακτοβιομηχανίες,
                                                      • πτηνοτροφικές μονάδες,
                                                      • μονάδες επεξεργασίας τροφίμων.

                                                      Θα μπορούσε να εισαχθεί ένα σχέδιο Biogas Priority Areas με βάση:

                                                      • πυκνότητα ζωικού κεφαλαίου,
                                                      • διαθέσιμη κοπριά,
                                                      • αγροτοβιομηχανικά υπολείμματα.

                                                      Κυκλική οικονομία

                                                      Οι μονάδες βιοαερίου δεν είναι απλά μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αλλά αποτελούν στην ουσία εργαλεία:

                                                      • διαχείρισης αποβλήτων,
                                                      • παραγωγής οργανικών λιπασμάτων,
                                                      • μείωσης νιτρορύπανσης,
                                                      • μείωσης CH4.

                                                      Η ΣΜΠΕ θα έπρεπε να αξιολογεί όλα τα παραπάνω οφέλη.

                                                      RED III και REPowerEU

                                                      Η Ευρώπη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο βιομεθάνιο. Το νέο ΕΧΠ δεν φαίνεται να το αποτυπώνει επαρκώς. Η χωροταξική πολιτική θα μπορούσε να ευθυγραμμιστεί με:

                                                      • REPowerEU,
                                                      • Σχέδιο Δράσης Βιομεθανίου,
                                                      • RED III.

                                                      Προτεινόμενη διάταξη

                                                      «Προτείνεται η θεσμοθέτηση ειδικών Ζωνών Προτεραιότητας Ανάπτυξης Βιοαερίου και Βιομεθανίου, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών, την εγγύτητα σε αγροκτηνοτροφικές δραστηριότητες, τη δυνατότητα έγχυσης στο σύστημα φυσικού αερίου και τη συμβολή των έργων στη διαχείριση αποβλήτων, την κυκλική οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.»

                                                      Το ΕΧΠ/ΑΠΕ θα έπρεπε να διαμορφώνει «Ενεργειακές Αγροτικές Περιοχές Κυκλικής Οικονομίας» (Agro-Energy Circular Hubs), όπου θα συνυπάρχουν:

                                                      • βιοαέριο/βιομεθάνιο,
                                                      • αγροτικά φωτοβολταϊκά,
                                                      • αποθήκευση,
                                                      • παραγωγή οργανικών λιπασμάτων,
                                                      • μικρές μονάδες υδρογόνου,
                                                      • ενεργειακές κοινότητες αγροτών.

                                                      Από το προοίμιο του ΕΧΠ/ΑΠΕ και το σύνολο των προτεινόμενων διατάξεων, προκύπτει με σαφήνεια η πρόθεση να τεθεί νέο πλαίσιο λειτουργίας των έργων ΑΠΕ που πρόκειται να υλοποιηθούν μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ/ΑΠΕ. Ειδικότερα, στο ΑΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΤΕΛΙΚΕΣ και ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) του ΕΧΠ/ΑΠΕ παρατίθενται αδειοδοτικές περιπτώσεις, οι οποίες εξαιρούνται από τους περιορισμούς που εισάγονται με τις νέες διατάξεις, πλην όμως δεν αντιμετωπίζεται με σαφήνεια η περίπτωση λειτουργούντος έργου που πρόκειται να υπαχθεί (ή να αιτηθεί την υπαγωγή του) σε καθεστώς ριζικής ανανέωσης του εξοπλισμού του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ν. 4951/2022, όπως ισχύει, μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ/ΑΠΕ.

                                                      Η εν λόγω εξαίρεση θα πρέπει να διατυπωθεί ρητά με κατάλληλη διαμόρφωση των διατάξεων του ΕΧΠ/ΑΠΕ, προκειμένου τα ήδη λειτουργούντα έργα που πλησιάζουν στο τέλος της άδειας λειτουργίας τους (και των λοιπών αδειών) να μην απωλέσουν ουσιαστικά το δικαίωμα να μεταβούν στο στάδιο ριζικής ανανέωσης του εξοπλισμού τους. Η μέριμνα αναφορικά με τις περιπτώσεις αυτές, πιστεύουμε ότι είναι αναγκαία, δεδομένου ότι συνήθως ο παραγωγός έχει εκκινήσει ήδη αρκετά χρόνια πριν τη λήξη της άδειας λειτουργίας το σχεδιασμό της μετάβασης (εξετάζοντας τη χρηματοδότηση, τις τεχνικές παραμέτρους, την παράταση της χρήσης του χώρου εγκατάστασης, κ.α.), τυχόν δε ανατροπή του ισχύοντος αδειοδοτικού καθεστώτος δύναται να εγκλωβίσει τον παραγωγό και να αποστερήσει από το δίκτυο σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικού φορτίου. Άλλωστε, από το σύνολο των διατάξεων του ΕΧΠ/ΑΠΕ συνάγεται ότι ο σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι η καθιέρωση ειδικών κανόνων εγκατάστασης/αδειοδότησης νέων έργων ΑΠΕ, διασώζοντας (ευλόγως) τα εν λειτουργία έργα, ανεξαρτήτως αδειοδοτικής φάσης.

                                                      Προς αντιμετώπιση, λοιπόν, των ανωτέρω ζητημάτων προτείνονται οι ακόλουθες παρεμβάσεις:

                                                       

                                                      «Άρθρο 3

                                                      Πεδίο εφαρμογής

                                                      1. Δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας απόφασης:

                                                      …..

                                                      5) Οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ που βρίσκονται σε λειτουργία κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσας, καθώς και οι λειτουργούντες σταθμοί που ανανεώνουν την άδεια παραγωγής/Βεβαίωση Παραγωγού/άδεια λειτουργίας μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΡΘΡΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ της παρούσας, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων αδειοδότησης στα πλαίσια ανανέωσης εξοπλισμού (repowering) των σταθμών αυτών.»

                                                       

                                                      «ΑΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

                                                      ΤΕΛΙΚΕΣ και ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

                                                      ….

                                                      1. Νομίμως λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας εγκαταστάσεις διατηρούνται εν ισχύι, ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού της παρούσας, μέχρι τη λήξη της άδειας λειτουργίας τους ή την ανανέωσή τους, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσηςτης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ν. 4951/2022, όπως ισχύει.
                                                      2. Άδειες εγκατάστασης εκτελούνται όπως εκδόθηκαν εντός του χρόνου ισχύος τους, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 19 του ν. 4951/2022. Οι τροποποιήσεις των αδειών εγκατάστασης και οι σχετικές άδειες λειτουργίας εκδίδονται ή ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.
                                                      3. Αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας συνεχίζουν να ισχύουν έως τον χρόνο λήξης τους. Τα έργα που διαθέτουν ΑΕΠΟ μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, εάν απαιτείται, και να κατασκευασθούν εντός του χρόνου ισχύος της ΑΕΠΟ. Οι ΑΕΠΟ δύνανται να τροποποιούνται ή να ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.
                                                      4. Αποφάσεις υπαγωγής σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας διατηρούνται εν ισχύι. Τα έργα που διαθέτουν ΠΠΔ μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, εάν απαιτείται, και να κατασκευασθούν. Οι ΠΠΔ δύνανται να τροποποιούνται ή ανανεώνονται, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ριζικής ανανέωσης εξοπλισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.»

                                                      Με τους περιορισμούς των  διατάξεων  των παραγράφων 1.6 και 2 του άρθρου 5 επιχειρείται η αναβάθμιση της νομικής δεσμευτικότητας των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ), προκειμένου να αποκτήσουν κανονιστική ισχύ. Πλην όμως, οι ΕΠΜ αποτελούν μελέτες επιστημονικής τεκμηρίωσης και εισήγησης στα πλαίσια έκδοσης του οικείου Προεδρικού Διατάγματος και του Σχεδίου Διαχείρισης, τα οποία (μόνον) καθορίζουν με δεσμευτικό και σαφή τρόπο τους όρους προστασίας και τις χρήσεις γης, λαμβάνοντας υπόψη και τα υπόλοιπα επίπεδα σχεδιασμού (εγκεκριμένα χωροταξικά, πολεοδομικά, ρυθμιστικά ή άλλα σχέδια χρήσεων γης), καθώς και την εκτίμηση επιπτώσεων (κλίμα, κόστος, κλπ.).

                                                      Ανακύπτει, λοιπόν, αντίφαση μεταξύ αφενός του επιδιωκόμενου σκοπού του ΕΧΠ/ΑΠΕ, ήτοι της καθιέρωσης ειδικού πλαισίου ανάπτυξης νέων έργων ΑΠΕ, μη υπαγομένων σε αυτό των ήδη λειτουργούντων έργων ανεξαρτήτως, μάλιστα, αδειοδοτικής κατάστασης και αφετέρου της επιβολής πρόσθετων περιορισμών μέσω της εφαρμογής ΕΠΜ, η οποία είναι ανεπίτρεπτη κατά τα ανωτέρω.

                                                      Για την εξομάλυνση της εν λόγω αδιέξοδης κατάστασης, υποστηρίζουμε βάσιμα ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν οι αναφορές στις ΕΠΜ, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως, στις παραγράφους 1.6 και 2 του άρθρου 5 του ΕΧΠ/ΑΠΕ, άλλως, η όποια δεσμευτική ισχύς τους δεν θα πρέπει να καταλαμβάνει τις αιολικές εγκαταστάσεις σε λειτουργία που πρόκειται να προβούν σε ριζική ανανέωση του σταθμού τους μετά την έναρξη ισχύος του ΕΧΠ/ΑΠΕ.

                                                      Κατά συνέπεια, προτείνεται η τροποποίηση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5.

                                                       

                                                      «Αρ. 5 Περιοχές Αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας

                                                      Οι ρυθμίσεις των περ. 1 έως 10 και 15, 16 της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων των αιολικών εγκαταστάσεων (δίκτυα πρόσβασης και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας), εξαιρουμένων των  εν λειτουργία αιολικών εγκαταστάσεων που προβαίνουν σε ριζική ανανέωση μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας. Τυχόν παρέκκλιση από τις περιοχές αποκλεισμού, εφ’ όσον έχει προβλεφθεί ειδικότερη επιφύλαξη, πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης. Επιπρόσθετα, δίδονται οι παρακάτω κατευθύνσεις (βαθμού δεσμευτικότητας της υποπερ. γγ της περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4447/2016):»

                                                      #15147
                                                      ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΛΩΜΗΣ – ΑΝΔΡΟΣ

                                                        Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

                                                        https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                                      Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 451 έως 475 (από 1,055 συνολικά)
                                                      • Η συζήτηση ‘Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων’ δεν δέχεται νέα θέματα και απαντήσεις.