Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

Αρχική Συζητήσεις Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

  • Αυτό το θέμα έχει 1,055 απαντήσεις, 1 φωνή και ενημερώθηκε τελευταία φορά 1 μήνα από τον χρήστη Γεώργιος Γοδέβενος.
  • Δημιουργός
    Θέμα
  • #13410
    weboperator
    Keymaster

      Δημόσια Διαβούλευση επί  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.

      Ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, ως αρχή σχεδιασμού της μελέτης αξιολόγησης και αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Ν. 4447/2016 (Α’ 241) και στην Κ.Υ.Α. Αριθμ. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (Β’ 1225) προσκαλεί το κοινό να διατυπώσει τις απόψεις του, μέσω της δημόσιας ανάρτησης σχολίων έως και τις 24 Ιουνίου 2026.

      ΕΧΠ ΑΠΕ (αρχεία)

      Οι απαραίτητες πληροφορίες και τα σχετικά αρχεία, είναι διαθέσιμες στον ανωτέρω σύνδεσμο.

    Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 401 έως 425 (από 1,055 συνολικά)
    • Συντάκτης
      Απαντήσεις
    • #15127
      ΕΛΕΝΑ ΜΠΟΝΤΙΛΑ

        Παρατηρήσεις επί της δημόσιας διαβούλευσης για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

        Η μετάβαση της χώρας σε ένα βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο και η ενίσχυση της παραγωγής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές αποτελούν αναγκαίο και στρατηγικό στόχο. Η επίτευξη όμως αυτού του στόχου προϋποθέτει χωροταξικό σχεδιασμό που να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τη φέρουσα ικανότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές κάθε περιοχής.

        Η περιοχή του Ασπροποτάμου και γενικότερα η Νότια Πίνδος συνιστούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς φυσικούς χώρους της χώρας. Η υψηλή βιοποικιλότητα, τα εκτεταμένα ορεινά οικοσυστήματα, τα ποτάμια και τα δασικά τοπία, οι παραδοσιακοί οικισμοί, η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία και οι δυνατότητες ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού συνθέτουν ένα ιδιαίτερα πολύτιμο φυσικό και παραγωγικό κεφάλαιο.

        Η αναγνώριση του Γεωπάρκου Μετεώρων – Πύλης ως Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO δημιουργεί νέες προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης, βασισμένες στην προστασία και ανάδειξη της γεωλογικής κληρονομιάς, του φυσικού περιβάλλοντος και των ορεινών τοπίων. Η διατήρηση του χαρακτήρα της περιοχής αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων.

        Θετική κρίνεται η κατεύθυνση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου προς αυξημένη προστασία ευαίσθητων περιοχών και αυστηρότερα κριτήρια χωροθέτησης. Ωστόσο, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το καθεστώς των μεταβατικών διατάξεων, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος περιοχές που πλέον αναγνωρίζονται ως αυξημένης περιβαλλοντικής σημασίας να συνεχίσουν να επιβαρύνονται από έργα τα οποία αδειοδοτήθηκαν ή βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης με βάση το προηγούμενο πλαίσιο.

        Η προστασία που εισάγει ένα νέο χωροταξικό καθεστώς οφείλει να εφαρμόζεται ουσιαστικά και όχι μόνο για μελλοντικές επενδύσεις. Για τον λόγο αυτό θεωρείται αναγκαίο οι νέες προβλέψεις να λαμβάνονται υπόψη και κατά την αξιολόγηση έργων που δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, ιδίως όταν αυτά χωροθετούνται σε περιοχές που πλέον χαρακτηρίζονται περιβαλλοντικά ευαίσθητες.

        Η Νότια Πίνδος δέχεται ήδη σημαντική πίεση από τον σχεδιασμό εκτεταμένων αιολικών εγκαταστάσεων σε ορεινές ζώνες. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις ίδιες τις ανεμογεννήτριες, αλλά επεκτείνονται στα συνοδά έργα οδοποιίας, στις εκσκαφές, στις τεχνικές παρεμβάσεις και στη συνολική μεταβολή της φυσιογνωμίας του τοπίου. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση τέτοιων παρεμβάσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ενεργειακή απόδοση αλλά και το συνολικό περιβαλλοντικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό τους αποτύπωμα.

        Επιπλέον, το προβλεπόμενο όριο αποκλεισμού αιολικών εγκαταστάσεων σε υψόμετρα άνω των 1.200 μέτρων δεν διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των ορεινών οικοσυστημάτων της Νότιας Πίνδου. Σημαντικά τοπία, περιοχές οικολογικής αξίας και δραστηριότητες που συνδέονται με τον ορεινό χαρακτήρα της περιοχής αναπτύσσονται και σε χαμηλότερα υψόμετρα. Για τον λόγο αυτό απαιτείται επανεξέταση και μείωση του σχετικού ορίου.

        Ανάλογη προσοχή απαιτείται και για τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα στα ποτάμια και τα ρέματα της περιοχής. Η αξιολόγησή τους δεν θα πρέπει να γίνεται μεμονωμένα, αλλά με βάση τις σωρευτικές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν στο σύνολο της λεκάνης απορροής και στη λειτουργία των υδάτινων οικοσυστημάτων.

        Προτάσεις

        • Να μην εξαιρούνται από την εφαρμογή των νέων χωροταξικών προβλέψεων έργα που βρίσκονται σε εκκρεμή στάδια αδειοδότησης όταν χωροθετούνται σε περιοχές αυξημένης περιβαλλοντικής ευαισθησίας.
        • Να επανεξεταστούν οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις ΑΠΕ στη Νότια Πίνδο με βάση τις νέες κατευθύνσεις προστασίας και τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων.
        • Να ενισχυθεί η προστασία περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, ορεινών τοπίων και περιοχών που συνδέονται με διεθνώς αναγνωρισμένους θεσμούς, όπως τα Γεωπάρκα UNESCO.
        • Να επανεξεταστεί το υψομετρικό όριο εγκατάστασης αιολικών έργων και να θεσπιστούν αυστηρότερα κριτήρια για ορεινές περιοχές υψηλής αξίας.
        • Να αξιολογούνται τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα με βάση τις συνολικές επιπτώσεις τους σε επίπεδο λεκάνης απορροής.
        • Να δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη ΑΠΕ σε ήδη επιβαρυμένες ή ανθρωπογενώς τροποποιημένες περιοχές και κοντά σε υφιστάμενες υποδομές.

        Η ενεργειακή μετάβαση και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Αντιθέτως, η μακροπρόθεσμη επιτυχία της ενεργειακής πολιτικής προϋποθέτει τον σεβασμό των περιοχών που διατηρούν υψηλή περιβαλλοντική, πολιτιστική και αναπτυξιακή αξία. Η διατήρηση του φυσικού κεφαλαίου του Ασπροποτάμου και της Νότιας Πίνδου αποτελεί επένδυση για το μέλλον των τοπικών κοινωνιών και για τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας συνολικά.

        #15158
        ΑΝΝΑ ΧΑΤΖΗΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ – ΑΝΔΡΟΣ

          H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

          Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

          της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
          Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

          στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
          Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

          Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

          https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

           

          #15167
          ΣΚΟΥΡΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ – ΑΝΔΡΟΣ

            H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

            Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

            της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
            Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

            στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
            Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

            Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

            https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

             

            #15198
            ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΧΑΤΖΗΕΥΘΥΜΙΟΥ – ΑΝΔΡΟΣ

              H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

              Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

              της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
              Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

              στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
              Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

              Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

              https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

               

              #15199
              ΕΝΤΑ ΚΩΣΤΗ – ΑΝΔΡΟΣ

                H Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

                Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετική σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το ακρωτήρι Στρόφιλα, ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς, ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου κλπ. Η αρχαιολογική κληρονομιά

                της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
                Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά

                στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
                Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Ειδικά το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού συνολικού μήκους 240 χιλιομέτρων, μέρος του οποίου έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί θεωρείται ιστορικά διατηρητέο μνημείο αλλά και σημαντική τουριστική υποδομή. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου. Δεν θα δεχτούμε την καταστροφή του νησιού μας.

                Την Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου της 14 Ιουνίου 2026 εγκρίνω και συνυπογράφω.  Ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση

                https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                 

                #15218
                ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΗΣ τ, Σπ. – ΓΑΥΡΙΟ ΑΝΔΡΟΣ

                  Συμφωνώ εγκρίνω και συνυπογράφω τον Σχολιασμό και Αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου δια της  Συμμετοχής της  ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  ΑΝΔΡΙΩΝ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ – ΕΤΑΝΕΠ

                  ΘΕΣΕΙΣ  ΣΤΟ ΥΠΟ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

                  ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΣΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

                  « ….  εις την στροφήν ενός μονοπατιού δύναται συχνά να μαγευθή από εν πέταγμα αφνίδιον σμήνους πολλών περιστερών…. » — Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός

                  Α. ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ

                  1. Εισαγωγή

                  Η Εταιρεία Ανδρίων Επιστημόνων  (ΕΤΑΝΕΠ), παρακολουθώντας διαχρονικά τα ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης, προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και διαχείρισης του δημόσιου χώρου στην Άνδρο, θεωρεί ότι η συζήτηση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο ΑΠΕ αναδεικνύει την ανάγκη ειδικής αντιμετώπισης του νησιού.

                  Η ΕΤΑΝΕΠ αναγνωρίζει την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και την σημασία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Η μετάβαση αυτή, όμως, οφείλει να σχεδιάζεται και να υλοποιείται κατά τρόπο, που να σέβεται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, να προστατεύει τους φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους και να διασφαλίζει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.

                  Η περίπτωση της Άνδρου παρουσιάζει ιδιαίτερα φυσικά, πολιτιστικά, ιστορικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αποτυπώνονται επαρκώς στο προτεινόμενο χωροταξικό πλαίσιο και δικαιολογούν την εξαίρεσή της από τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων.

                  1. Η Άνδρος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την έκτασή της

                  Το νέο χωροταξικό πλαίσιο διατηρεί ως βασικό κριτήριο διαφοροποίησης των νησιών το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η προσέγγιση αυτή είναι ανεπαρκής για την Άνδρο.

                  Η πραγματική φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν καθορίζεται μόνο από το μέγεθός του, αλλά από το σύνολο των φυσικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών χαρακτηριστικών του. Η Άνδρος δεν είναι απλώς ένα μεγάλο νησί των Κυκλάδων, είναι ένα σύνθετο και ιδιαίτερα ευαίσθητο νησιωτικό τοπίο, με χαρακτηριστικά, που δεν μπορούν να αποτιμηθούν μέσα από ένα απλό ποσοτικό κριτήριο έκτασης.

                  Η ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα και η γεωγραφική διασπορά προστατευόμενων φυσικών περιοχών, μνημείων, παραδοσιακών οικισμών, ιστορικών διαδρομών, πηγών, ρεμάτων και αγροτικών τοπίων περιορίζει ουσιαστικά τον διαθέσιμο χώρο και δημιουργεί ένα σύνθετο πλέγμα αλληλεξαρτήσεων που δεν μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από το κριτήριο των 300 τ.χλμ. Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) υιοθετεί ως βασικό κριτήριο διάκρισης των νησιών το εμβαδόν των 300 τ.χλμ.   χωρίς να περιλαμβάνει   επιστημονική ή χωροταξική τεκμηρίωση της επιλογής του συγκεκριμένου κριτηρίου.  Όμως, η έκταση ενός νησιού δεν αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική του ευαισθησία κα τις αντοχές του απέναντι σε μεγάλες χωρικές παρεμβάσεις. Το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο, οι υδάτινοι πόροι, η βιοποικιλότητα  και οι πιέσεις από υφιστάμενα ή σχεδιαζόμενα έργα αποτελούν πολύ πιο καθοριστικούς  παράγοντες για την αξιολόγησή  του.

                  1. Η Άνδρος ως σύνθετο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο

                  Η Άνδρος αποτελεί ένα σύνθετο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο, που διαμορφώθηκε μέσα από την διαχρονική αλληλεπίδραση ανθρώπου και φύσης και διατηρεί μέχρι σήμερα εξαιρετικά υψηλό βαθμό αυθεντικότητας.

                  Το ιδιαίτερο αυτό τοπίο συγκροτείται από φυσικά οικοσυστήματα, ορεινούς όγκους, πηγές και υδατορέματα, αναβαθμίδες και ξερολιθικές κατασκευές, παραδοσιακούς οικισμούς, ιστορικές μονές, εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία, καθώς και από το ιστορικό κοινόχρηστο πεζοπορικό δίκτυο, που διασχίζει το νησί και συνδέει τα επιμέρους στοιχεία του σε ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο.

                  Η αξία της Άνδρου δεν εντοπίζεται μόνο σε μεμονωμένα μνημεία ή προστατευόμενες περιοχές, αλλά πρωτίστως στην διατήρηση αυτής της ενότητας φυσικού και πολιτιστικού τοπίου. Η συνοχή αυτή αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας του νησιού, της ποιότητας ζωής των κατοίκων του και της αναπτυξιακής του προοπτικής.

                  1. Τοπίο και φέρουσα ικανότητα: κρίσιμη αντίφαση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ για την Άνδρο

                  Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που συνοδεύει το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ αναγνωρίζει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην επίδραση των σύγχρονων ανεμογεννητριών σε «ευαίσθητα τοπία μικρής κλίμακας (π.χ. νησιά)» καθώς και στη φέρουσα ικανότητά τους (ΣΜΠΕ, σελ. 1-6). Παράλληλα, θέτει ως βασικό στόχο του νέου σχεδιασμού τον καθορισμό κριτηρίων ένταξης των ΑΠΕ στο τοπίο (ΣΜΠΕ, σελ. 1-7), ενώ γίνεται ρητή αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, που κυρώθηκε με τον ν. 3827/2010.

                  Ωστόσο, στο κανονιστικό κείμενο του ΕΧΠ η έννοια της φέρουσας ικανότητας αποτυπώνεται κυρίως μέσω του άρθρου 8, το οποίο την συνδέει με το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδάφους ανά Δημοτική Ενότητα. Αντίστοιχα, το άρθρο 5 προβλέπει συγκεκριμένες περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει το ευρύτερο πολιτιστικό, αγροτικό και νησιωτικό τοπίο ως αυτοτελή παράγοντα προστασίας.

                  Επιπλέον, το ίδιο το άρθρο 5 προβλέπει ότι «τυχόν παρέκκλιση από τις περιοχές αποκλεισμού, εφ’ όσον έχει προβλεφθεί ειδικότερη επιφύλαξη, πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης». Η πρόβλεψη αυτή καταδεικνύει ότι ακόμη και στις  ορισμένες κατηγορίες περιοχών αποκλεισμού το καθεστώς προστασίας δεν είναι απόλυτο, αλλά υπό προϋποθέσεις μπορεί να επιδέχεται εξαιρέσεις.

                  Έτσι, ενώ με μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι το νέο ΕΧΠ ενσωματώνει τις αρχές της προστασίας του τοπίου και της φέρουσας ικανότητας, εντούτοις οι αρχές αυτές δεν αποτελούν  πάντοτε επαρκείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας για νησιά όπως η Άνδρος. Η φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά με όρους κάλυψης εδάφους, ούτε η προστασία του τοπίου να εξαντλείται σε έναν περιορισμένο κατάλογο θεσμοθετημένων περιοχών αποκλεισμού.

                  Για την Άνδρο το τοπίο δεν αποτελεί απλώς αισθητικό χαρακτηριστικό. Αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της πολιτιστικής της κληρονομιάς, της κοινωνικής της συνοχής και του αναπτυξιακού της προτύπου. Η προστασία του πρέπει να αφορά το ενιαίο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο του νησιού.

                  1. Η Άνδρος συγκεντρώνει εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα προστατευόμενων φυσικών περιοχών

                  Η Άνδρος διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα πλέγματα προστατευόμενων περιοχών στο Αιγαίο.

                  Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί τρεις  (3)  περιοχές του Δικτύου Natura 2000 : 1) ο Όρμος Βιταλίου και ο Κεντρικός Ορεινός Όγκος της Άνδρου, 2) η Θαλάσσια Ζώνη Άνδρου και  3) η περιοχή «Άνδρος: Κεντρικό και Νότιο Τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη»,  η οποία αποτελεί Ζώνη Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.)  κατ’ εφαρμογήν της  οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την διατήρηση των  άγριων ειδών πτηνών  και   φιλοξενεί σημαντικά προστατευόμενα είδη ορνιθοπανίδας, μεταξύ των οποίων ο Μαυροπετρίτης (Falco eleonorae), ο Πετρίτης (Falco peregrinus), ο Σπιζαετός (Aquila fasciata) και άλλα μεταναστευτικά και αναπαραγόμενα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος.

                  Παράλληλα, έχουν αναγνωρισθεί η Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά «Νήσος Άνδρος και Νησίδες», καθώς και  έξι  (6) Καταφύγια Άγριας Ζωής: (ΚΑΖ)  Όρος ΧάρακαΣτενιές – Μονή Αγίου ΝικολάουΣυνετίΚόλυμπος – ΖαγανιάριΣτενό Κορθίου και Μεγάλα Βράχια.

                  Οι προστατευόμενες αυτές περιοχές καλύπτουν τις σημαντικότερες οικολογικά ενότητες του νησιού, όπως ο Όρμος Βιταλίου και ο κεντρικός ορεινός όγκος, οι κοιλάδες Εβρουσών–Αποικίων–Στενιών, Βουρκωτής–Άχλας, Αμμόλοχου–Βαριδίου–Ζόρκου, Μονής – Όρμου Μονής και Διποταμάτων, καθώς και σημαντικά παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα. Οι περιοχές αυτές δεν λειτουργούν απομονωμένα. Αντίθετα, <b>αλληλεπικαλύπτονται πλήρως </b>και συνδέονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα ενιαίο δίκτυο προστασίας της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων του νησιού.  Ειδικότερα ο Όρμος Βιταλίου αλληλεπικαλύπτεται με  το  Κεντρικό και Νότιο τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη,  που σημαίνει ότι σχεδόν όλη η κεντρική Άνδρος, σε έκταση 74.951.465,72 μ<sup>2 </sup>προστατεύεται από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Natura 2000 για την ιδιαίτερη χλωρίδα, πανίδα, ορνιθοπανίδα και τα οικοσυστήματα που περιλαμβάνει. Στις περιοχές αυτές Natura αλληλεπικαλύπτονται επίσης η Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά  – Νήσος Άνδρος και Νησίδες και το Καταφύγιο Άγριας Ζωής – Μεγάλα Βράχια. Επίσης, μεγάλο μέρος της Θαλάσσιας Ζώνης Άνδρου αλληλεπικαλύπτεται με το Κεντρικό και Νότιο τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη, το Καταφύγιο Άγριας Ζωής – Στενό-Κορθίου (Άνδρου) και με τη Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά  – Νήσος Άνδρος και Νησίδες.

                  Συνολικά, περισσότερα από 200.000 στρέμματα από τα περίπου 380.000 στρέμματα της χερσαίας έκτασης της Άνδρου αποτελούν προστατευόμενη περιοχή, ενώ συμπεριλαμβανομένου και του θαλάσσιου τμήματος η συνολική προστατευόμενη έκταση προσεγγίζει τα 500.000 στρέμματα.

                  Η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει ότι η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή γεωγραφική ενότητα 380.000 στρεμμάτων, αλλά ως νησί με εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση και πυκνότητα προστατευόμενων φυσικών αξιών.

                  Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το ίδιο το άρθρο 5 του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) αναγνωρίζει ότι σημαντικές οικολογικές αξίες μπορεί να υφίστανται και εκτός των ορίων του Δικτύου Natura 2000, προβλέποντας ειδική  οικολογική αξιολόγηση (ΕΟΑ)  για αιολικά έργα που χωροθετούνται σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ). Η πρόβλεψη αυτή επιβεβαιώνει ότι η περιβαλλοντική αξία μιας περιοχής δεν εξαντλείται στα θεσμοθετημένα όρια προστασίας. Για την Άνδρο, όπου σημαντικές περιοχές ορνιθοπανίδας εκτείνονται πέραν των ορίων Natura 2000, η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

                  1.  Η Άνδρος συγκεντρώνει επίσης εξαιρετικά πυκνό δίκτυο πολιτιστικών και ιστορικών μνημείων

                  Επιπλέον του φυσικού της κεφαλαίου, η Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.

                  -Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί   αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετικής σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσίακαι δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:

                  • Το Ακρωτήριο Στρόφιλα[ΦΕΚ 434/Β/1994], όπου σώζονται λείψανα μίας από τις σημαντικότερες προϊστορικές εγκαταστάσεις του Αιγαίου, με εκτεταμένο οικισμό της τελικής Νεολιθικής περιόδου και μοναδικά βραχογραφήματα.
                  • Ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς  [  ΦΕΚ 305/Β/1983, ΦΕΚ32/Β/1998, ΦΕΚ 32/Β/1998  ], ένας από τους πληρέστερα διατηρημένους γεωμετρικούς οικισμούς του Αιγαίου, με θεσμοθετημένες ζώνες προστασίας, απαγόρευση δόμησης και αναοριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο.
                  • Η αρχαία Παλαιόπολη   [ ΦΕΚ399/Β’/1972, ΦΕΚ 619/Β’/1997, ΦΕΚ 74/Β’/1998, ΦΕΚ 344/Α.Α.Π./2014, ΦΕΚ 179/Δ/2020 ],σημαντικότερο αστικό κέντρο της αρχαίας Άνδρου, με εκτεταμένο χερσαίο και ενάλιο αρχαιολογικό χώρο, νεκροταφεία, παλαιοχριστιανικές βασιλικές, καταβυθισμένο αρχαίο λιμένα και ζώνες Α’ απολύτου προστασίας και Β’  αυξημένης προστασίας.
                  • Ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής  [  ΦΕΚ 290/Β’/1983, ΦΕΚ 779/Δ’/1991, ΦΕΚ 75/Δ’/2004, ΦΕΚ26/ΑΑΠ/2014],σημαντική οχυρωμένη πόλη της γεωμετρικής περιόδου, με αναδειγμένα οικιστικά κατάλοιπα, οχυρωματικό τείχος και ιερό.
                  • <b>Ο λόφος Βρυοκάστρου  στην  θέση Κατάκοιλος  </b>[ ΦΕΚ 619/Β’/1997, ΦΕΚ 1256/Β/2000], όπου διατηρούνται σημαντικά κατάλοιπα προϊστορικής κατοίκησης της τελικής Νεολιθικής και Χαλκολιθικής περιόδου καθώς και λείψανα  κτηρίων ιστορικών χρόνων. Αναφέρεται επιγραφή χαραγμένη σε βράχο με την ένδειξη «ΔΙΟΣ ΤΗΣ ΗΛΙΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ», στοιχείο που τεκμηριώνει τη σημασία του χώρου κατά την αρχαιότητα.
                  • O οικισμός του Μικρογιαλίου[ΦΕΚ 594/Β/1997]στην βορειανατολική ακτή της Άνδρου, όπου εντοπίστηκαν ίχνη ερειπίων οικισμού και πληθώρα ποικίλων κινητών ευρημάτων. Οι αντιστοιχίες με την κεραμική της Κεφάλας, αλλά και του Στρόφιλα και του Βρυοκάστρου τοποθετούν τον οικισμό του Μικρογιαλίου στην Τελική Νεολιθική περίοδο και τον συνδέουν με τον «Πολιτισμό Κεφάλας-Αττικής» (4500 – 3200 π.Χ.).

                  Σημαντικός αριθμόςεπιπλέον αρχαιολογικών χώρων και θέσεων προστατεύεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού, μεταξύ των οποίων

                  • το Ακρωτήριο Στρογγυλό[ ΦΕΚ 32/Β/1998]με το αρχαίο λατομικό πεδίο πράσινου λίθου,
                  • ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού  Πύργου Αγίου Πέτρου[ΦΕΚ 1027/Β/1991, ΦΕΚ 242/Β/18-04-1992, ΦΕΚ 990/Β/1995, ΦΕΚ 926/Β/1997]και
                  • οι γειτονικές θέσεις Χάλαρα, Μεταλλεία, Λεκάνη και Σχίσματα,
                  • η  περιοχή Φελλού [ΦΕΚ 1022/Β/1995] με το αρχαίο λατομείο στη θέση «Πελεκητή» και τον οχυρωμένο οικισμό ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων,
                  • στην θέση «Σταυρός» οι θέσεις Τροχαλιά Α΄ και Τροχαλιά Β΄ περιοχής Φελλού [ ΦΕΚ 434/Β/1994 ]με τα αρχαία λατομεία λίθου,
                  • οι ελληνιστικοί πύργοι κυκλικός Τούσκα Γαυρίου [ ΦΕΚ 434/Β/1994 ] και τετράγωνος Τοκέλι [ΦΕΚ 434/Β/1994],
                  • η περιοχή Πλάκα Καππαριάς [ΦΕΚ 594/Β/1997 ]  με εκτεταμένο οικισμό της Εποχής του Χαλκού,
                  • η περιοχή Σταυροπέδας Αγίου Γεωργίου – Παντουκίων (ΦΕΚ 43/Β/1998),
                  • ο Παλαιόπυργοςστον Πιτροφό,
                  • ο αρχαίος πύργος, πού έχει εντοπιστεί στην περιοχή Αγίου Κυπριανού,
                  • το Επάνω Κάστρο (Κάστρο Φανερωμένης ή Κάστρο της Γριάς) στην  περιοχή Κοχύλου(ΦΕΚ 51/Α.Α.Π./2017) με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία τους.
                  • Στην δυτική πλευρά της βόρειας Άνδρου, σε μία ψηλή και απόκρημνη βραχώδη χερσόνησο, είναι κτισμένο από τούς Ενετούς το κάστρο της Οστοδωσιάς ή Μακροτάνταλου, [ΦΕΚ 65 Β’ 1992],το οποίο, λόγω της στρατηγικής του θέσης, επόπτευε τον πορθμό του Καφηρέα, όπου σώζονται ο ερειπωμένος περίβολος και δύο πύργοι. Μορφολογικά και κατασκευαστικά το κάστρο του Μακροτάνταλου είναι πανομοιότυπο με το Φρούριο του Κάτω Κάστρου στην πρωτεύουσα της Άνδρου.

                  Επιπλέον αναφέρονται μεμονωμένες κηρύξεις ναών, μονών και κτισμάτων ως ιστορικών διατηρητέων κτισμάτων:

                  • Η γέφυρα «Λέοντος» στις Στενιές, ΦΕΚ 132/Β/27-3-1986.
                  • Πυργόσπιτα στην Μεσσαριά -ενδεικτικά αναφέρεται  [ΦΕΚ 1204/Β/31-12-1997].
                  • Άλλα μνημεία, ναοί και μονές της Άνδρου, βλ. ΦΕΚ 332/Α/6-8-1936, ΦΕΚ 166/Β/3-11-1947 και  ΦΕΚ 701/Β/7-11-1990.
                  • Η οικία, στην οποία γεννήθηκε ο Θεόφιλος Καΐρης, ΦΕΚ 95/Β/9-7-1947.
                  • Άλλοι ναοί της Άνδρου έχουν κηρυχθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, βλ. ΦΕΚ 415/Β/19-11-1962 και ΦΕΚ 206/Β/8-4-1981.
                  • Ο μεσαιωνικός Πύργος Μπίστη – Μουβελά στα Απατούρια, ΦΕΚ 207/Β/9-04-1981.
                  • Το παλαιό Παρθεναγωγείο της Μεσαριάς Άνδρου, ΦΕΚ 623/Β/19-11-1987.
                  • Μεταβυζαντινοί ναοί,  ΦΕΚ 810/Β/20-10-1989.   κ.α.

                  Οι ανωτέρω αρχαιολογικοί χώροι καταδεικνύουν ότι η Άνδρος διακρίνεται για τον πλούτο και τη διαχρονικότητα της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Στο νησί συνυπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι διεθνούς και εθνικής εμβέλειας, καθώς και δεκάδες προστατευόμενες αρχαιολογικές θέσεις ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία των Κυκλάδων και του Αιγαίου.   Η αρχαιολογική κληρονομιά της Άνδρου καλύπτει  σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.

                  -Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί  ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία[ΦΕΚ 65 Β’ 1992]  συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.

                  Ειδικότερα, προστατεύονται:

                  • Επτακόσιοι εβδομήντα οκτώ (778) ναοί και κτίσματα, με ζώνη προστασίας που κυμαίνεται από πενήντα έως εκατόν πενήντα (50–150) μέτρα. 
                  • Δεκαεννέα (19) κρήνες, με ζώνη προστασίας από τριάντα έως εκατόν πενήντα (30–150) μέτρα.
                  • Πέντε (5) πύργοι, με ζώνη προστασίας εκατό (100) μέτρων.
                  • Οκτώ (8) γέφυρεςμε ζώνη προστασίας πενήντα έως  εκατό (50 – 100) μέτρων. 
                  • Είκοσι (20) ταφικά μνημεία, με ζώνη προστασίας από πενήντα έως διακόσια (50–200) μέτρα. 

                  Επιπλέον, οι ιερές μονές  Αγίας Ειρήνης,  Ζωοδόχου Πηγής-Αγίας,  Παναχράντου και Αγίου Νικολάου περιβάλλονται από ζώνη προστασίας διακοσίων (200) μέτρων, ενώ το Κάστρο Φανερωμένης και το Βενετικό Κάστρο προστατεύονται με ζώνη τουλάχιστον τριακοσίων (300) μέτρων

                  Περαιτέρω,  έχουν χαρακτηρισθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία  και  σημαντικοί ναοί και μονές του νησιού  [ΦΕΚ 415/Β’/1962], μεταξύ των οποίων ο Ναός Αγίου Γεωργίου, ο Ιερός Ναός Μεγάλου Ταξιάρχου, ο Ιερός Ναός της Παλατιανής, ο Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας, οι ναοί της Γεννήσεως της Θεοτόκου, η  Ιερά  Μονή Αγίου Νικολάου και η Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου.

                  Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό  δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού.

                  Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος. Οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ιστορικά διατηρητέα μνημεία, οι 34 παραδοσιακοί οικισμοί, οι ιστορικές μονές, οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου.

                  Η ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα και η γεωγραφική διασπορά των παραπάνω στοιχείων, σε συνδυασμό με τις θεσμοθετημένες ζώνες προστασίας που τα περιβάλλουν, περιορίζουν ουσιαστικά τον διαθέσιμο χώρο και δημιουργούν ένα σύνθετο πλέγμα πολιτιστικών, ιστορικών και χωρικών αλληλεξαρτήσεων, το οποίο δεν μπορεί να αποτυπωθεί επαρκώς μέσω ενός απλού ποσοτικού κριτηρίου έκτασης.

                  Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση των επιπτώσεων του σχεδίου στο περιβάλλον οφείλει να περιλαμβάνει την πολιτιστική κληρονομιά, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς, το τοπίο και τις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων αυτών (ΣΜΠΕ ΕΧΠ-ΑΠΕ, Κεφ. 1.1, σελ. 1-3). Παράλληλα, η ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την ανάγκη επανεξέτασης των κανόνων ένταξης στο τοπίο και των επιδράσεων των εγκαταστάσεων σε ευαίσθητα τοπία μικρής κλίμακας και ειδικές περιοχές όπως τα νησιά  (ΣΜΠΕ ΕΧΠ-ΑΠΕ, Κεφ. 1.2, σελ. 1-6 έως 1-7). Ωστόσο, στο κανονιστικό κείμενο του ΕΧΠ η προστασία οργανώνεται κυρίως γύρω από θεσμοθετημένες κατηγορίες μνημείων και αρχαιολογικών ζωνών, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για το ευρύτερο <b>πολιτιστικό τοπίο της Άνδρου.   

                  1. Περιοχές προστασίας της φύσης -τοπίου και κορυφογραμμών   παραδοσιακοί οικισμοί

                  Με το Π.Δ. για την Ζ.Ο.Ε. Άνδρου [ π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011]  έχουν καθοριστεί δώδεκα (12) συγκεκριμένες περιοχές  προστασίας της φύσης  (όπως ο Ζόργκος, τα  Άχλα, τα Πίσω Γυαλιά, το Βαρίδι, τα Γαυριονήσια κ.α.)  [άρθρο 1  π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ], στις οποίες απαγορεύεται ρητά  κάθε δόμηση και εγκατάσταση.  Στις περιοχές αυτές δεν επιτρέπεται καμμία αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, όπως εκσκαφές ή εκχερσώσεις, γεγονός που αποκλείει την χωροθέτηση έργων Α.Π.Ε. [άρθρο 3].

                  Η Άνδρος διαθέτει επίσης  κανόνες για την διατήρηση του αναγλύφου  της (Τοπίου και Κορυφογραμμών):

                  Κορυφογραμμές: Απαγορεύεται η τοποθέτηση κτισμάτων ή εγκαταστάσεων που παραμορφώνουν ή εξέχουν  από την κορυφογραμμή (υδροκρίτες ) και τα διάσεμα , όπως αυτά φαίνονται από κύριους δρόμους, οικισμούς ή από την θάλασσα  [αρθρο 4 παρ. 8 &9 π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ].

                  Κλίσεις εδάφους: Απαγορεύεται γενικά η δόμηση σε τμήματα γηπέδων με κλίση μεγαλύτερη του 40 %, περιορίζοντας τις διαθέσιμες θέσεις για μεγάλα ενεργειακά έργα [αρθρο 13  π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ].

                  Παραδοσιακοί οικισμοί

                  Επιπλέον, στην Άνδρο έχουν χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακοί τριάντα τέσσερις (34) οικισμοί επί συνόλου ογδόντα επτά (87) οικισμών του νησιού [ΦΕΚ 504 Δ’ /1988 ].   Ο χαρακτηρισμός τους ως παραδοσιακών αποσκοπεί στη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα και της ιστορικής φυσιογνωμίας τους, στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του πολιτιστικού τοπίου της Άνδρου.

                  1. Το ιστορικό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο της Άνδρου αποτελεί στοιχείο ιδιαίτερης προστασίας

                  Η Άνδρος διαθέτει ένα μοναδικό ιστορικό δίκτυο διαδρομών που διασχίζει ολόκληρο το νησί και συνδέει οικισμούς, μνημεία, αγροτικά τοπία, πηγές και περιοχές φυσικού ενδιαφέροντος. Σημειωτέον ότι πρόκειται για ειδική κατηγορία παλαιών παραδοσιακών οδών, οι οποίες  έχουν καταστεί κοινόχρηστες  με την αμνημονεύτου χρό νου αρχαιότητα (vetustas).  Το  εν λόγω  παλαιό παραδοσιακό κοινόχρηστο  δημοτικό  οδικό δίκτυο  του νησιού δεν αποτελεί απλώς πεζοπορική υποδομή ή τουριστικό προϊόν. Αποτελεί  μέρος του οικοσυστήματος  των περιοχών του δικτύου Natura 2000  και  στοιχείο της ιστορικής, κοινωνικής και χωρικής συγκρότησης του νησιού. Τμήμα  αυτού  (34 παλαιές  διαδρομές, συνολικού μήκους 240  km )   έχει  σηματοδοτηθεί  και  χαρτογραφηθεί  από  το  Ερευνητικό  Κέντρο  Άνδρου  στα  πλαίσια  του  εγχειρήματος  Andros Routes.   Ενδεικτικά η προστασία ολόκληρου του υφιστάμενου παλαιού οδικού δικτύου (σηματοδοτημένου και μη)  προβλεπεται,  μεταξύ άλλων από το π.δ. περί Καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) [ ΦΕΚ 291 τ. ΑΑΠΘ/ 4-11-2011]   που ισχύει στην εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχή της ν. Άνδρου και των νησίδων Γαυριονήσια (Ν. Κυκλάδων), με το οποίο, μεταξύ άλλων, προστατεύονται οι παραδοσιακές οδοί διασύνδεσης των περιοχών του νησιού, και ειδικότερα στο άρθρο 4 παρ. 19 ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπεται η εκτέλεση έργων μετατροπής των παραδοσιακών οδών διασύνδεσης των περιοχών των νησιών (καλντερίμια) σε οδούς εξυπηρέτησης τροχοφόρων. <i>Οδοί που ακολουθούν υπάρχουσες χαράξεις παραδοσιακής αγροτικής διατηρούν την γεωμετρική ιδιοτυπία – μορφολογική εμφάνιση με υποχρεωτική αποκατάσταση ξερολιθιών που τις περιβάλλουν στις αναγκαίες διαπλατύνσεις ή νέες διανοίξεις</i>».      Η ανωτέρω ρύθμιση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς εφαρμόζεται στο μεγαλύτερο μέρος της εδαφικής επικράτειας της Άνδρου και καταδεικνύει ότι η ίδια η Διοίκηση έχει ήδη αναγνωρίσει, με το ισχύον Π.Δ. της  Ζ.Ο.Ε. Άνδρου, το παραδοσιακό  κοινόχρηστο  δημοτικό  οδικό δίκτυο  ως στοιχείο χρήζον ειδικής προστασίας, απαγορεύοντας μάλιστα τη μετατροπή του σε οδικό δίκτυο εξυπηρέτησης τροχοφόρων.

                  Περαιτέρω, με την  υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/Δ/ΛΑΠ/Γ/1458/54588 υπουργική απόφαση   έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημείαχρήζοντα ειδικής κρατικής προστασίας, τα  εξής  λιθόκτιστα πεζοδρόμια και τα μονοπάτια του νησιού,  ήτοι:

                  α. Χώρα – Υψηλού – Μεσαθούρι – Λάμυρα – Μένητες – Μεσαριά – Μονή Παναχράντου

                  β.  Έξω Βουνί- Μέσα Βουνί- Παλαιόκαστρο – Γιαννισαίο – Λαρδιά – Ρωγό – Όρμος Κορθίου   και

                  γ. Συνετίον – Κοχύλου – Όρμος Κορθίου με την αιτιολογία   ότι « Τα λιθόκτιστα αυτά πεζοδρόμια αποτελούν σημαντικά δείγματα των παραδοσιακών αυτών ειδικών κατασκευών, αποτελούν μέσο επικοινωνίας μεταξύ των οικισμών και είναι συνυφασμένα με την ζωή και ανάπτυξη της περιοχής».

                  Συνεπώς,  η  διατήρησή  τους δεν αφορά μόνο την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τη διαφύλαξη του ίδιου του ιστορικού τοπίου της Άνδρου. Οποιαδήποτε αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας του νησιού οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη και την προστασία αυτού του δικτύου, καθώς και τις επιπτώσεις που προκαλούν τα συνοδά έργα μεγάλης κλίμακας στις περιοχές όπου αυτό αναπτύσσεται.

                  Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, ενώ η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει τη σημασία του τοπίου, της πολιτιστικής κληρονομιάς, του τουρισμού, της φέρουσας ικανότητας και των ευαίσθητων νησιωτικών τοπίων, δεν περιλαμβάνει ειδική αναφορά στα ιστορικά δίκτυα διαδρομών και στο κοινόχρηστο οδικό δίκτυο. Στην περίπτωση της Άνδρου, η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης. 

                  1. Η Άνδρος ως  ιδιαίτερη υδρολογική ενότητα των Κυκλάδων

                  Σε αντίθεση με την εικόνα που συχνά επικρατεί για τα Κυκλαδονήσια, η Άνδρος διαθέτει σημαντικό υδατικό πλούτο. Το νησί χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό πηγών,  μόνιμων και εποχικών υδατορροών, σημαντικά ρέματα, υγροτοπικά οικοσυστήματα και σύνθετες λεκάνες απορροής. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με τη βιοποικιλότητα, τη γεωργική δραστηριότητα, τις παραδοσιακές χρήσεις γης και τη συνολική οικολογική λειτουργία του νησιού. Παρά ταύτα, ούτε το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ ούτε η ΣΜΠΕ φαίνεται να αντιμετωπίζουν την υδρολογική ιδιαιτερότητα των νησιωτικών οικοσυστημάτων ως αυτοτελές χωροταξικό κριτήριο αξιολόγησης και διαφοροποίησης των περιοχών υποδοχής αιολικών εγκαταστάσεων. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Άνδρου, της οποίας η φυσιογνωμία διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία και τη λειτουργία των υδάτινων οικοσυστημάτων της.

                  Συνεπώς, η υδρολογική ιδιαιτερότητα της Άνδρου αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το νησί και απαιτεί ειδική μεταχείριση στον χωροταξικό σχεδιασμό.

                  1. Το τοπίο της Άνδρου αποτελεί αναπτυξιακό κεφάλαιο

                  Τα τελευταία χρόνια η Άνδρος έχει επενδύσει σε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, που στηρίζεται στην ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος, στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στον πεζοπορικό και φυσιολατρικό τουρισμό, στον πολιτιστικό τουρισμό και στην ποιότητα του τοπίου.

                  Η οικονομική αξία που παράγεται από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πραγματική. Το τοπίο της Άνδρου δεν αποτελεί απλώς αισθητικό αγαθό. Αποτελεί αναπτυξιακό πόρο που δημιουργεί εισόδημα, θέσεις εργασίας και προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης για το νησί.

                  Η προστασία του, επομένως, δεν συνιστά εμπόδιο στην ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση της μελλοντικής ανάπτυξης.

                  1. Ανεπαρκής  αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων στην Άνδρο

                  Η υποχρέωση αξιολόγησης των σωρευτικών επιπτώσεων δεν αποτελεί ζήτημα πολιτικής επιλογής, αλλά βασική απαίτηση της διαδικασίας Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης  (Σ.Π.Ε.), σύμφωνα με την Οδηγία 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων», η οποία  έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/28.8.2006 ΚΥΑ, όπως ισχύει, και  οποία αποσκοπεί στην εκτίμηση των συνολικών περιβαλλοντικών συνεπειών από την εφαρμογή του σχεδίου και όχι μόνο των επιπτώσεων μεμονωμένων έργων.

                  Στην περίπτωση της Άνδρου, η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις επιπτώσεις ενός νέου αιολικού σταθμού ή μιας μεμονωμένης εγκατάστασης, αλλά  προϋποθέτει τη συνεκτίμηση   των ήδη λειτουργούντων αιολικών σταθμών, των αδειοδοτημένων έργων, των εκκρεμών αιτήσεων, καθώς και των συνοδών έργων και υποδομών που συνδέονται με την ανάπτυξη των Α.Π.Ε.    Μόνο έτσι μπορεί να εκτιμηθεί  αξιόπιστα η πραγματική φέρουσα ικανότητα του νησιού και να αποφευχθεί η περαιτέρω υποβάθμιση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

                  1. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να συνδυάζεται με χωρική δικαιοσύνη

                  Η ανάγκη προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν μπορεί να οδηγεί σε άνιση κατανομή των περιβαλλοντικών βαρών. Η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμος χώρος εγκατάστασης μεγάλων ενεργειακών έργων, χωρίς ουσιαστική συνεκτίμηση των φυσικών, πολιτιστικών και κοινωνικών της χαρακτηριστικών.

                  Η επιλογή της έκτασης των 300 τ.χλμ. ως βασικού κριτηρίου διαφοροποίησης μεταξύ των νησιών, αποδεικνύεται   αυθαίρετη και  δεν αρκεί για να αποτυπώσει τη σύνθετη περιβαλλοντική, πολιτιστική και χωρική πραγματικότητα της Άνδρου. Παρά το μέγεθός της, η Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές, σημαντική πολιτιστική κληρονομιά, μοναδικό δίκτυο παραδοσιακών οδών, πλούσιο υδρολογικό σύστημα και υψηλή τοπιακή αξία, τα οποία επιβάλλουν <b>ειδική αξιολόγηση </b>καιι όχι γενική υπαγωγή σε μια κατηγορία που βασίζεται αποκλειστικά στην έκταση του νησιού.

                  Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να βασίζεται σε αρχές ισονομίας, αναλογικότητας, χωρικής ισορροπίας και σεβασμού των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής. Η προστασία των νησιωτικών τοπίων δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.

                  1. Συμπέρασμα 

                  Η μοναδική φυσική, πολιτιστική και ιστορική φυσιογνωμία της Άνδρου, καθώς και το ιδιαίτερο αναπτυξιακό της πρότυπο, δεν αποτυπώνονται επαρκώς στις ρυθμίσεις του προτεινόμενου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ.

                  Η πυκνότητα των προστατευόμενων φυσικών περιοχών, ο πλούτος της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς, το εκτεταμένο δίκτυο κοινόχρηστων δημοτικών οδών (μονοπατιών), η ιδιαίτερη σχέση του νησιού με το νερό και τις πηγές του, η σημασία του τοπίου για την τοπική οικονομία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων, καθώς και οι πιέσεις που ήδη δέχεται από υφιστάμενες ενεργειακές εγκαταστάσεις, αποτελούν παράγοντες που απαιτούν ειδική συνεκτίμηση στον χωροταξικό σχεδιασμό.

                  Δεδομένου ότι η ίδια η ΣΜΠΕ του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ [κεφ. 6, σελ. 36, πίνακας 6.4-3, Ένταξη των ΑΠΕ στο Τοπίο των ΠΧΠ ]  επισημαίνει την ανάγκη εφαρμογής ειδικών προδιαγραφών και περιβαλλοντικών περιορισμών χωροθέτησης και κλίμακας μονάδων για τη διαφύλαξη του νησιωτικού τοπίου, καθώς και ειδικών κριτηρίων χωροθέτησης και μορφολογίας των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, προκύπτει η ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης των σχετικών ρυθμίσεων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε νησιού, η φέρουσα ικανότητά του και οι σωρευτικές επιπτώσεις από την ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών.

                  Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των προβλέψεων του ΕΧΠ-ΑΠΕ για τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου που, σύμφωνα με την ίδια τη ΣΜΠΕ, χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης λόγω των φυσικών, πολιτιστικών και τοπιακών χαρακτηριστικών τους. Η εξειδίκευση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας κάθε νησιού, συνεκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων, (πλατειών θεμελίωσης των ανεμογεννητριών από οπλισμένο σκυρόδεμα, νέων οδικών δικτύων στους ιδιαίτερους σχιστολιθικούς ορεινούς όγκους της Άνδρου με τις μεγάλες κλίσεις), ειδικά κριτήρια προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού τοπίου, καθώς και αυξημένες εγγυήσεις προστασίας για παλαιά δημοτικά δίκτυα οδών ( μονοπατιών), υδάτινους πόρους, περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής αξίας και πολιτιστικά τοπία.

                  Η Άνδρος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση νησιού στο οποίο η εφαρμογή των παραπάνω αρχών είναι αναγκαία, προκειμένου η ενεργειακή μετάβαση να συμβαδίζει με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και των στοιχείων που συγκροτούν τη μοναδική ταυτότητα και τη βιώσιμη αναπτυξιακή προοπτική του νησιού.

                  Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΑΝΕΠ εκφράζει την αντίθεσή της στην εγκατάσταση νέων αιολικών σταθμών στην Άνδρο, γιατί, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν το επιτρέπουν η φέρουσα ικανότητα, η φυσιογνωμία, το τοπίο και η πολιτιστική ταυτότητα του νησιού.

                   

                  Β. ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
                  1. Γενική θέση
                   
                  Η ΕΤΑΝΕΠ αναγνωρίζει τη σημασία της ηλιακής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.  Η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, όμως, οφείλει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να διασφαλίζει την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, του τοπίου, της γεωργικής γης και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των νησιωτικών περιοχών.

                  Το ίδιο το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει ότι «η διαμορφωθείσα κατάσταση επιτάσσει τον καθορισμό επιπλέον κριτηρίων χωροθέτησης» για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, πέραν των υφιστάμενων ζωνών αποκλεισμού (ΕΧΠ–ΚΥΑ, σελ. 11). Προς την κατεύθυνση αυτή εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο εδαφικής κάλυψης από φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις ανά Περιφερειακή Ενότητα, ίσο με 1,5% της συνολικής έκτασης (άρθρο 16 παρ. 1 ΕΧΠ).

                  Οι ρυθμίσεις αυτές συνιστούν σαφή αναγνώριση ότι η σημερινή έκταση ανάπτυξης φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων δημιουργεί  την ανάγκη νέων χωροταξικών δεδομένων,  τα οποία δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά με τα εργαλεία του ισχύοντος πλαισίου του 2008.

                  Ωστόσο, το προτεινόμενο σχέδιο εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά ως προς:

                  α) την προστασία του νησιωτικού τοπίου kai παραδοσιακών οικισμών,

                  β) την αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων,

                  γ) τη διατήρηση της γεωργικής γης και των παραδοσιακών αγροτικών τοπίων,

                  δ) την προστασία του παλαιού δημοτικού οδικού δικτύου,  πολιτιστικών διαδρομών,  και πολιτιστικών τοπίων,

                  ε) τη θεσμοθέτηση ειδικών διαδικασιών αξιολόγησης της τοπιακής ένταξης φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.

                  Οι ακόλουθες παρατηρήσεις και προτάσεις αποσκοπούν στη συμπλήρωση του σχεδίου προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής προστασίας του τοπίου, του πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των νησιωτικών περιοχών.
                  2. Ανάγκη ειδικής προστασίας των Κυκλάδων και του νησιωτικού χώρου
                  Η ΣΜΠΕ αναφέρει ότι στον νησιωτικό χώρο, πλην Κρήτης και Εύβοιας, «είναι επιθυμητή η κατά προτεραιότητα χωροθέτηση μικρών εγκαταστάσεων ηλιακής ενέργειας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 33 του Ν. 4951/2022» (ΣΜΠΕ, Κεφ. 4.3.2, σελ. 4-38).

                  Προτείνεται η ανωτέρω κατεύθυνση να μετατραπεί σε υποχρεωτικό κανόνα χωροθέτησης και να προβλεφθεί ότι:

                  «  Η ανάγκη αυτή προκύπτει ιδίως για νησιά των Κυκλάδων με σύνθετα φυσικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως η Άνδρος, προκρίνεται κατά προτεραιότητα η εγκατάσταση μικρών φωτοβολταϊκών έργων που εξυπηρετούν τοπικές ενεργειακές ανάγκες, ενεργειακές κοινότητες και αυτοπαραγωγή, ενώ η εγκατάσταση μεγαλύτερης κλίμακας φωτοβολταϊκών έργων επιτρέπεται μόνο κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης της φέρουσας ικανότητας του νησιού και της μη ουσιώδους αλλοίωσης του τοπίου.»

                  Το ίδιο το υπό διαβούλευση ΕΧΠ (σελ. 11 ΕΧΠ–ΚΥΑ) αναφέρει ότι η διαμορφωθείσα κατάσταση επιτάσσει τον καθορισμό επιπλέον κριτηρίων χωροθέτησης για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις πέραν των υφιστάμενων ζωνών αποκλεισμού. Η ΣΜΠΕ καταγράφει ως νέο κανόνα χωροθέτησης το μέγιστο ποσοστό εδαφικής κάλυψης 1,5% ανά Περιφερειακή Ενότητα, ενώ παράλληλα προβλέπεται η αξιολόγηση σωρευτικών και συνεργιστικών επιπτώσεων γειτνιαζουσών εγκαταστάσεων.

                  Το άρθρο 16 παρ. 1 πρέπει να συμπληρωθεί ώστε το όριο 1,5% να μην εφαρμόζεται ως αποκλειστικό κριτήριο χωροθέτησης, αλλά να συνοδεύεται από υποχρεωτική ειδική εκτίμηση φέρουσας ικανότητας ανά νησί, με κριτήρια τοπίου, ορατότητας, σωρευτικής επιβάρυνσης, εγγύτητας σε οικισμούς, πολιτιστικές και πεζοπορικές διαδρομές, αναβαθμίδες και περιοχές ιδιαίτερης φυσιογνωμίας.

                  Η ανάγκη αυτή προκύπτει ιδίως για την Άνδρο, όπου η αξία του τοπίου συνδέεται άμεσα με το παλαιό πεζοπορικό δίκτυο,  παραδοσιακούς οικισμούς,  προστατευόμενες περιοχές, αρχαιολογικούς χώρους, περιοχές Natura,  ΖΕΠ,  αναβαθμίδες, ξερολιθιές, παραδοσιακό αγροτικό περιβάλλον, κ.α.  Ως εκ τούτου, η τήρηση μόνο του ποσοτικού ορίου του 1,5% δεν διασφαλίζει αφ’ εαυτής την προστασία των ανωτέρω ούτε την ουσιαστική εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας του νησιού.
                  3. Υποχρεωτική εξέταση σωρευτικών επιπτώσεων
                  Θετική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 16 του σχεδίου ΕΧΠ ότι στις περιπτώσεις γειτνιαζουσών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων πρέπει να εξετάζονται οι σωρευτικές και συνεργιστικές επιδράσεις τους.  Ωστόσο, η σχετική ρύθμιση παραμένει γενική και δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους δείκτες ή κριτήρια αξιολόγησης.

                  Προτείνεται να προβλεφθεί υποχρεωτική αξιολόγηση:

                  • της συνολικής έκτασης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε ακτίνα τουλάχιστον πέντε (5) χιλιομέτρων  από παραδοσιακούς οικισμούς ,
                  • της συνολικής ορατότητας των εγκαταστάσεων από οικισμούς, πολιτιστικές διαδρομές και κύριους οδικούς άξονες,
                  • της αθροιστικής επίδρασης στο τοπίο και στη γεωργική γη,
                  • της συνδυασμένης επίδρασης με λοιπές ενεργειακές υποδομές.

                  Η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει και τα αναγκαία συνοδά έργα των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, ιδίως οδούς πρόσβασης, έργα διαμόρφωσης εδάφους και δίκτυα διασύνδεσης.
                  4. Προστασία γεωργικής γης και παραδοσιακών αγροτικών τοπίων
                  Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την ανάγκη προστασίας της γης υψηλής παραγωγικότητας και της βοσκήσιμης γης.

                  Η ΕΤΑΝΕΠ προτείνει  να δοθεί σαφής προτεραιότητα των φωτοβολταϊκών:

                  • σε στέγες,
                  • σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις,
                  • σε υποβαθμισμένες εκτάσεις.

                  Αντιθέτως, πρέπει να απαγορεύεται η εγκατάσταση σε:

                  • ενεργούς γεωργικούς κάμπους,
                  • παραδοσιακά αγροτικά τοπία,
                  • συστήματα αναβαθμίδων,
                  • ιστορικά τοπία γεωργικής παραγωγής,
                  • πλησίον παραδοσιακών οικισμών,
                  • σε σημεία θέασης από οικισμούς και οδούς.
                  1. Προστασία του τοπίου ως αυτοτελούς αγαθού
                    Το τοπίο αποτελεί αυτοτελώς προστατευόμενο έννομο αγαθό κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος.

                  Η Ελλάδα έχει κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου με τον Ν. 3827/2010.

                  Η Σύμβαση επιβάλλει:

                  • την ενσωμάτωση του τοπίου στις πολιτικές χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού (άρθρο 5 στοιχ. δ΄),
                  • την αναγνώριση, αξιολόγηση και παρακολούθηση των μεταβολών του τοπίου (άρθρο 6Γ).

                  Παρά ταύτα, το προτεινόμενο ΕΧΠ δεν εισάγει επαρκείς μηχανισμούς αξιολόγησης των επιπτώσεων των φωτοβολταϊκών στο τοπίο, ιδίως στον νησιωτικό χώρο.
                  6. Ανάγκη θεσμοθέτησης Μελέτης Τοπιακής Ένταξης και υποχρεωτικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής
                  Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ αναγνωρίζει ότι η σημερινή ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με τις υφιστάμενες ζώνες αποκλεισμού.

                  Παρά ταύτα, το σχέδιο δεν προβλέπει ειδικό εργαλείο αξιολόγησης της ένταξης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στο τοπίο ούτε συμμετοχή οργάνου με αρμοδιότητα αξιολόγησης της αισθητικής και μορφολογικής ένταξης των έργων στον χώρο.

                  Το κενό αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τα νησιά των Κυκλάδων και ιδίως για την Άνδρο, όπου η αξία του τοπίου συνδέεται άμεσα με τις αναβαθμίδες, τις ξερολιθιές, τα ιστορικά μονοπάτια, τις παραδοσιακές καλλιέργειες και τις πολιτιστικές διαδρομές.

                  Υπό τα δεδομένα αυτά προτείνεται η προσθήκη ειδικής διάταξης στο άρθρο 16 σύμφωνα με την οποία:

                  α) Για κάθε φωτοβολταϊκή εγκατάσταση που χωροθετείται σε νησιωτική περιοχή να απαιτείται υποχρεωτικά Μελέτη Τοπιακής Ένταξης και Οπτικής Επίδρασης.

                  β) Η μελέτη αυτή να υποβάλλεται υποχρεωτικά στο αρμόδιο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής για γνωμοδότηση ως προς την ένταξη της εγκατάστασης στο τοπίο και τις οπτικές επιπτώσεις της.

                  Η πρόταση αυτή δεν εισάγει νέα απαγόρευση ούτε αναιρεί την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαίο μέσο για την πραγμάτωση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της προστασίας του τοπίου, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου (Ν. 3827/2010) και τους ίδιους τους στόχους του υπό διαβούλευση ΕΧΠ.  Η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής δεν υποκαθιστά τις λοιπές απαιτούμενες εγκρίσεις, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την αξιολόγηση της ένταξης του έργου στο τοπίο.
                  7. Ειδική προστασία πολιτιστικών διαδρομών, παλαιού κοινόχρηστου δημοτικού οδικού δικτύου    και πολιτιστικών τοπίων
                  Το νέο ΕΧΠ δεν περιλαμβάνει ειδική πρόβλεψη για πολιτιστικές διαδρομές και οργανωμένα δίκτυα μονοπατιών.

                  Η ΕΤΑΝΕΠ προτείνει να θεσπισθεί ειδική προστασία:

                  • παλαιού κοινόχρηστου δημοτικού οδικού δικτύου,
                    • πολιτιστικών τοπίων,
                    • περιοχών με ιδιαίτερη τουριστική και πολιτιστική αξία.

                  Στις περιοχές αυτές πρέπει να απαιτείται ειδική Μελέτη Τοπιακής Ένταξης και Οπτικής Επίδρασης, καθώς και ειδική αξιολόγηση της ορατότητας των εγκαταστάσεων.

                  Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να ληφθεί για το κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια) της Άνδρου, το οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, του τοπίου και της τουριστικής ταυτότητας του νησιού. Το δίκτυο πεζοπορικών διαδρομών Andros Routes, που αναπτύσσεται επί αυτού, θα πρέπει να προστατεύεται από επεμβάσεις που υποβαθμίζουν την εμπειρία του περιπατητή και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τοπίου.
                  8. Συμπέρασμα
                  Η ΕΤΑΝΕΠ υποστηρίζει την ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, πρέπει να στηρίζεται σε αρχές χωρικής δικαιοσύνης, προστασίας του τοπίου, διατήρησης της γεωργικής γης και σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς.
                  Για τον λόγο αυτό προτείνεται η συμπλήρωση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ με ειδικές ρυθμίσεις για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στον νησιωτικό χώρο και ιδίως στις Κυκλάδες, οι οποίες να διασφαλίζουν:

                  • προτεραιότητα σε μικρές οικογενειακές εγκαταστάσεις, αυτοπαραγωγή,
                  • ειδική αξιολόγηση φέρουσας ικανότητας ανά νησί,
                  • ουσιαστική εξέταση των σωρευτικών επιπτώσεων,
                  • αποτροπή του τεχνητού κατακερματισμού έργων,
                  • προστασία της γεωργικής γης,  των παραδοσιακών αγροτικών τοπίων και παραδοσιακών οικισμών,
                  • υποχρεωτική Μελέτη Τοπιακής Ένταξης,
                  • γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής,
                  • ειδική προστασία παλαιών δημοτικών  διαδρομών, μονοπατιών και πολιτιστικών τοπίων,
                  • αδειοδότηση μετά από έλεγχο των ανωτέρω παραμέτρων και όχι μέσω ταχείας διαδικασίας έκδοσης άδειας μικρής κλίμακας.

                  Η ενεργειακή μετάβαση της Άνδρου θα μπορούσε να βασιστεί κατά προτεραιότητα σε μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής, οικογενειακής χρήσης, ενεργειακών κοινοτήτων και λοιπών αποκεντρωμένων σχημάτων παραγωγής ενέργειας.   Ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να συμβάλλει στην ενεργειακή αυτάρκεια του νησιού, χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα το φυσικό, αγροτικό και πολιτιστικό τοπίο του, όπως άλλωστε ορίζουν οι ήδη θεσμοθετημένοι όροι Περιβαλλοντικής προστασίας του δικτύου Natura, όπου τα νησιά δεν επιφορτίζονται με την μεταφορά ενέργειας στο ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα.

                  Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να συνδυάζεται με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής των νησιών. Για τον λόγο αυτό, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να προβλέπει ειδικότερα κριτήρια χωροθέτησης και αξιολόγησης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στον νησιωτικό χώρο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες, τη φέρουσα ικανότητα και τις σωρευτικές πιέσεις που αντιμετωπίζει κάθε νησί.

                  Γ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

                  Η ΕΤΑΝΕΠ εκφράζει την αντίθεσή της στην εγκατάσταση νέων αιολικών σταθμών στην Άνδρο και υποστηρίζει κατά αποκλειστικότητα μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής, οικογενειακής χρήσης, ενεργειακές κοινότητες και λοιπές αποκεντρωμένες μορφές παραγωγής ενέργειας, που ανταποκρίνονται στις ενεργειακές ανάγκες του νησιού και της τοπικής κοινωνίας.

                  Η Άνδρος μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ενός μοντέλου ενεργειακής μετάβασης, που συνδυάζει την ενεργειακή αυτάρκεια με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, του πολιτιστικού τοπίου, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ιδιαίτερης ταυτότητας του νησιού.

                  Για τον λόγο αυτό, καλούμε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να ενσωματώσει στο νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ ειδικές προβλέψεις και ουσιαστικές εγγυήσεις προστασίας τόσο για το νησί της Άνδρου όσο και για το σύνολο των νησιών του Αιγαίου, ώστε η ανάπτυξη των ΑΠΕ να υπηρετεί  τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, χωρίς να υποβαθμίζει τους φυσικούς, πολιτιστικούς και τοπιακούς πόρους, που αποτελούν θεμέλιο της βιώσιμης ανάπτυξής τους.

                  Μέχρι την ολοκλήρωση θεσμοθέτησης των εν λόγω μέτρων προστασίας ζητούμε να μην δημιουργηθούν δεσμεύσεις υπέρ έργων ΑΠΕ σε οποιοδήποτε στάδιο αδειοδότησης.

                  Ζητούμε να μην εφαρμοστεί η προτεινόμενη στο νομοσχέδιο θωράκιση των ήδη αδειοδοτημένων έργων, καθώς αυτό θα έχει φέρει καταστροφικές επιπτώσεις στο περιβάλλον της Άνδρου σε πλήρη αντίφαση με τα προβλεπόμενα στο υπό διαβούλευση Χωροταξικό πλαίσιο.

                  Άνδρος, 10/06/2026

                  Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Ανδρίων Επιστημόνων

                  Στην μελέτη του νομοσχεδίου ΕΧΠ-ΑΠΕ και της ΣΜΠΕ και στην επεξεργασία των θέσεών μας  συνέβαλε καθοριστικά η δικηγόρος Μαρία Κυριαζή, μέλος της ΕΤΑΝΕΠ

                  #15220
                  ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΗΣ τ, Σπ. – ΓΑΥΡΙΟ ΑΝΔΡΟΣ

                    Συμφωνώ εγκρίνω και συνυπογράφω τον Σχολιασμό και Αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου της  Συμμετοχής του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, από την Πρόεδρο του Επιμελητηρίου Μαρίας Καραμανώφ Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας ε.τ., του Γεωργίου Χριστοφορίδη Δικηγόρου και Μέλος του Δ.Σ του Επιμελητηρίου, της Σοφίας Παυλάκη Δικηγόρου και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου και της Χάρις Γιαννοπούλου Πυρηνική Ιατρός

                    Συνημμένα ακολουθεί ο Σχολιασμός και η Αντίκρουση του

                    ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ  ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ  ΚΑΙ  ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

                    https://mail.google.com/mail/u/0?ui=2&ik=cd463e638c&attid=0.1&permmsgid=msg-f:1868427307832890505&th=19edfcbcb404d489&view=att&zw&disp=safe

                     

                    Μαρία Καραμανώφ

                    Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.

                    Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                    Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας  (εφεξής Νέο Πλαίσιο) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως νέα και βελτιωμένη έκδοση του ήδη ισχύοντος (εφεξής Παλαιό Πλαίσιο). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε νέο αλλά ούτε και έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον γνήσιο επιστημονικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στην ουσία αποτελεί νομιμοποίηση και παράταση των ρυθμίσεων του Παλαιού Πλαισίου, ενώ παράλληλα πάσχει τις ίδιες -και σε ορισμένες περιπτώσεις μείζονες- νομικές πλημμέλειες με αυτό.

                    Ειδικότερα,

                    Α. Μεταβατικές διατάξεις.

                    Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει Νέο Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 Παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα ήδη από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τάξει προθεσμία δύο μηνών για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, η χώρα μας ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να εγκρίνονται σωρηδόν έργα ΑΠΕ στηριζόμενα σε Ειδικό Πλαίσιο που αποδεδειγμένα δεν έχει ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Με τη θέσπιση του προτεινόμενου Νέου Πλαισίου, η παρανομία αυτή παρατείνεται επ’ αόριστον δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου Δεύτερου αυτού. Σύμφωνα με αυτές,

                    α) Οι λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος του Νέου Πλαισίου εγκαταστάσεις ΑΠΕ εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού του Νέου Πλαισίου, ακόμα δηλαδή και αν αντιβαίνουν σε αυτές.

                    β) Άδειες εγκατάστασης που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί, τροποποιούνται και ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

                    γ) Εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) συνεχίζουν να ισχύουν, να τροποποιούνται και να ανανεώνονται και τα σχετικά έργα να λαμβάνουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, μπορούν δε ακόμα και να επεκτείνονται αν το ποσοστό της επιφάνειας επέκτασης δεν υπερβαίνει το 50% της αρχικής.

                    Το ίδιο ισχύει και για τις ΑΠΕ που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) καθώς και για ΑΠΕ για τις οποίες δεν απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ακόμα και οι φάκελοι ΜΠΕ έργων ΑΠΕ που έχουν απλώς υποβληθεί και λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας μέχρι 20 Μαΐου 2026 αξιολογούνται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Παλαιού Πλαισίου.

                    Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε περιοχές όπου το Νέο Πλαίσιο φαίνεται καταρχήν να θεσπίζει απαγορευτικές διατάξεις αυστηρότερες από το Παλαιό (λ.χ. περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οικότοποι προτεραιότητας ΕΖΔ του δικτύου Natura, ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας των υδάτων κολύμβησης κλπ.), οι απαγορεύσεις αυτές θα έχουν έδαφος εφαρμογής μόνο στο απώτερο μέλλον, αφού δηλαδή θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί και υλοποιηθεί σύμφωνα με το Παλαιό Πλαίσιο όλα τα έργα που βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και στο πρώιμο στάδιο της τυπικής υποβολής φακέλου. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό ισοδυναμεί με την άποψη λ.χ. ότι αν ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην αγορά αποδειχθεί εκ των υστέρων επικίνδυνο για την υγεία, ναι μεν θα πρέπει να απαγορευτεί για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να  εξακολουθήσει  νομίμως να συνταγογραφείται μέχρις ότου εξαντληθούν τα αποθέματα των εταιρειών που το παράγουν και το εμπορεύονται, προκειμένου να προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και οι επιχειρηματικές τους προσδοκίες.

                    Όπως προκύπτει από τον επίσημο χάρτη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας έχει ήδη καταληφθεί ή πρόκειται να καταληφθεί από ΑΠΕ που βρίσκονται σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Πλαισίου, η αδειοδότηση και η υλοποίηση όλων αυτών των έργων ΑΠΕ θα προχωρήσει κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού καθεστώτος του Παλαιού Πλαισίου, είναι προφανές ότι η θέσπιση του Νέου Πλαισίου αποτελεί στην ουσία μια ευρηματική μέθοδο επ’ αόριστον παράτασης της ισχύος του Παλαιού και νομιμοποίησης των νομικών του πλημμελειών.

                     

                    Β. Ουσιώδεις πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου

                    Ο σχολιασμός και η αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Πλαισίου που στερούνται επιστημονικού υποβάθρου και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, θα απαιτούσε τη σύνταξη πονήματος αντίστοιχου μεγέθους και χρόνο ο οποίος προδήλως δεν παρέχεται, αφού η δοθείσα προς διαβούλευση χρονική προθεσμία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε μερικές μόνο αλλά θεμελιώδεις πλημμέλειες  του Πλαισίου.

                    Ανεξάρτητα από τις μεταβατικές του διατάξεις, το Νέο Πλαίσιο, εξεταζόμενο αυτό καθ’ εαυτό, επαναλαμβάνει τα ουσιώδη σφάλματα του Παλαιού διότι, μεταξύ άλλων,

                    α) δεν πληροί τις απαιτούμενες επιστημονικές προδιαγραφές του χωροταξικού σχεδιασμού στο επίπεδο εκπόνησης Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου,

                    β) δεν λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ούτε καν ασχολείται με τα κρίσιμα επιστημονικά ζητήματα σχετικά με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ, τα οποία έχουν ανακύψει και ερευνώνται από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κατά την τελευταία 15ετία.

                    1. Συμβατότητα του Νέου Πλαισίου προς τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης

                    Στο κεφάλαιο της εξέτασης των εναλλακτικών δυνατοτήτων, το Νέο Πλαίσιο αναφέρει ότι επέλεξε το σενάριο της επικαιροποίησης του Παλαιού στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, προκειμένου να λάβει υπόψη του τη διαμορφωμένη σήμερα κατάσταση (υφιστάμενες συγκεντρώσεις ΑΠΕ, περιοχές με αυξημένη ζήτηση κλπ.), και τις τυχόν επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.

                    Στην πραγματικότητα έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούν οι αρχές του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, αφού το πολυσέλιδο περιεχόμενό του εξαντλείται: α) σε μακροσκελή έκθεση των καλών του προθέσεων, β) σε εκτενή παράθεση νομικών κειμένων και εγκυκλοπαιδικών περιγραφών και γενικών πληροφοριών σε σχέση με τους υδάτινους πόρους, την κατάσταση της ατμόσφαιρας, το πολιτιστικό περιβάλλον, το ακουστικό περιβάλλον κλπ., και γ) σε ανακοίνωση των ρυθμίσεών του, οι οποίες ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες του Παλαιού, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (λ.χ. περιοχές επιτάχυνσης, μονάδες αποθήκευσης, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, θαλάσσια αιολικά κλπ.) το επιδεινώνουν.

                    Ελλείπει παντελώς το πράγματι ζητούμενο από ένα βιώσιμο ειδικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα θεσπίζεται μετά από δεκαοκταετή εφαρμογή του διαπιστωμένα πλημμελούς Παλαιού και όφειλε προεχόντως και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της πρόληψης της προφύλαξης και της αποκατάστασης: α) να αποκαταστήσει τις καταστροφές και αλλοιώσεις που επέφερε στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον το Παλαιό, β) να εμποδίσει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και γ) να προφυλάξει από τους βέβαιους και σοβαρούς, αλλά άγνωστους προς το παρόν ως προς το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους, κινδύνους για τη ζωή και την υγεία που συνεπάγονται ορισμένες νέες προβλέψεις του σχεδίου (π.χ. μπαταρίες αποθήκευσης).

                    Σε γενικές γραμμές επισημαίνεται ότι τα συμπεράσματα του Νέου Πλαισίου ως προς τη συμβατότητα των ρυθμίσεών του προς τις ανωτέρω αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης συνάγονται αυθαίρετα ως οιονεί αυταπόδεικτα, εφόσον:  α) δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα για την τρέχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος τα οποία να έχουν συλλεγεί μετά από πλήρη επιτόπια έρευνα στις επιμέρους περιοχές της χώρας,  και  β) δεν αναφέρεται η έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία με βάση την οποία η ΣΜΠΕ κατέληξε στα συμπεράσματά της σε σχέση με το μέγεθος και την ένταση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο περιβάλλον, τα οποία διατυπώνονται μονολεκτικά (πολύ πιθανό/λιγότερο πιθανό, μικρή/μέτρια/μεγάλη/μηδενική, πρωτογενής/δευτερογενής κλπ.) και συμπληρώνονται από γενικούς αφηγηματικούς πίνακες.

                    Είναι γεγονός ότι στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης και αντικείμενο των σχετικών Οδηγιών. Παράλληλα όμως, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ενσωμάτωσης του κριτηρίου της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία έχει θεσπιστεί με το Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 11 της ΣΛΕΕ), η χωροθέτηση και λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ θεωρείται εξ ορισμού ως δραστηριότητα που προκαλεί σοβαρότατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία εκτίμησης ως προς τις επιπτώσεις της σε καθένα από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                    Εξάλλου είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση, όπως προσδιορίζεται επίσημα από τον ΟΗΕ (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος της UNEP), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει τρεις βασικές διαστάσεις: την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση, οι οποίες είναι αλληλένδετες, αλληλοτροφοδοτούμενες και σε άμεση σχέση με την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Τα εννέα πλανητικά όρια, δηλαδή οι πλανητικοί περιορισμοί που εξασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση και ευημερία του ανθρώπου, δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή αλλά περιλαμβάνουν και την ακεραιότητα της βιόσφαιρας, τη γενετική και λειτουργική βιοποικιλότητα, τις γεωχημικές ροές που αφορούν τον κύκλο του αζώτου και του φωσφόρου, την αλλαγή χρήσεων γης, την οξίνιση των ωκεανών, το ατμοσφαιρικό φορτίο αερολυμάτων, την καταστροφή της στιβάδας του όζοντος, τη χρήση γλυκού νερού και τη χημική ρύπανση. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεπεράσει τα έξι από τα όρια αυτά, στη δε Ελλάδα τα επτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατανάλωση επιφανειακού και υπόγειου γλυκού νερού, οι αλλαγές στη χρήση γης και το οικολογικό αποτύπωμα. Παρά ταύτα, τόσο οι συζητήσεις όσο και τα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της συνολικής και πολυδιάστατης περιβαλλοντικής κρίσης μέτρα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ εξίσου σημαντικές πτυχές και ιδίως εκείνες που επηρεάζονται σοβαρά από την εγκατάσταση των ΑΠΕ, δηλαδή η απώλεια βιοποικιλότητας, ο κατακερματισμός των οικοτόπων, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση ελεύθερου εδάφους και η διατάραξη της ροής των υπόγειων και υπέργειων υδάτων υποβαθμίζονται συστηματικά.

                    Σύμφωνα με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία και τεκμηριωμένες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες προκαλεί η παραγωγή, μεταφορά, εγκατάσταση, λειτουργία και απεγκατάσταση των ΑΠΕ κάθε είδους, και ιδίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (δάση, βιοποικιλότητα, ελεύθερη γη, μικροκλίμα, γεωργική και κτηνοτροφική γη, ροή των υδάτων κ.λπ.) είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται αρνητικά. Εξάλλου, η συμβολή των ΑΠΕ στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού ότι αντισταθμίζει τα οφέλη από την αντίστοιχη φυσική διαδικασία απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα που επιτελούν τα δάση και τα θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί απορροφητήρες των αερίων του θερμοκηπίου.  Στη χώρα μας όμως αυτά ακριβώς τα στοιχεία πλήττονται σοβαρά και η λειτουργία τους εξουδετερώνεται από την αθρόα εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών σε δάση και αναδασωτέα, ήδη δε, όπως προβλέπει πλέον το Νέο Πλαίσιο, και στον παράκτιο θαλάσσιο χώρο.

                    Πέρα από τα δάση και τις θαλάσσιες ποσειδωνίες, η αντικατάσταση της βλάστησης και του εδάφους από αδιαπέραστες επιφάνειες που σχετίζονται με τα αιολικά πάρκα μειώνει τη δέσμευση άνθρακα και αυξάνει τις εκπομπές άνθρακα μέσω της απώλειας βιομάζας και της αύξησης της διάβρωσης του εδάφους. Όπως αναφέρει, λ.χ., μελέτη που αφορά τη Σκωτία, η εγκατάσταση 3.848 ανεμογεννητριών οδήγησε σε επιπρόσθετες εκπομπές 4,9 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ακριβώς λόγω της αλλαγής των χρήσεων γης και της μη εδαφικής αποθήκευσης. Το ανωτέρω παράδειγμα αναφέρεται εδώ ενδεικτικά για να επισημανθεί ότι πολλά ανάλογα ζητήματα τίθενται επιτακτικά στη διεθνή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, να έχει λάβει θέση απέναντι στα ζητήματα αυτά, είτε τα δέχεται είτε τα απορρίπτει, και να έχει δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις προκειμένου να προσδώσει στις ρυθμίσεις του το αναγκαίο επιστημονικό κύρος.

                    Το προτεινόμενο Νέο Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αποτελεί τη βασική απόφαση του Ελληνικού κράτους όσον αφορά την επιθυμητή ένταση της βιομηχανικής αυτής δραστηριότητας και την ορθολογική κατανομή της στην ελληνική επικράτεια. Οι ρυθμίσεις του συνιστούν το αναγκαίο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθεί, στο επόμενο στάδιο, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Οφείλει, ως εκ τούτου, να ενσωματώνει το κριτήριο της συνολικής προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας (άρθρο 24 του Συντάγματος) και να λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν προκύψει τα χρόνια που μεσολάβησαν από την έγκριση του Παλαιού όσον αφορά τις διαπιστωθείσες κατά το διάστημα αυτό σοβαρές επιπτώσεις των ΑΠΕ σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.

                    1. Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                    Η Ελλάδα έχει ήδη εκπληρώσει τις ενωσιακές της υποχρεώσεις ως προς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, η δε παραγόμενη τη στιγμή αυτή ανανεώσιμη ενέργεια είναι πλεονάζουσα και συχνά αδυνατεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα π.χ. με στοιχεία που περιλαμβάνει Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το σύνολο της ισχύος των ΑΠΕ που λειτουργούν (άδεια λειτουργίας) ή είναι σε φάση κατασκευής (άδεια εγκατάστασης) είναι 6,82 GW, έχοντας επιτύχει κατά 77% τον στόχο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το 2030 (8,9 GW). Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο, με τις αιτήσεις για άδεια παραγωγής να φτάνουν τα 33,16 GW. Αθροιστικά, μαζί με τους Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) που λειτουργούν ή έχουν άδεια εγκατάστασης, η ισχύς τους είναι τριπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 και διπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2050. Αν υπολογιστούν όλες οι αιτήσεις μαζί (42,25 GW), η ισχύς θα ξεπεράσει τρεις φορές το στόχο του ΕΣΕΚ για τους ΑΣΠΗΕ το έτος 2050.

                    Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Η απάντηση είναι αναγκαία κατά μείζονα λόγο διότι, όπως έχει ήδη λεχθεί επίσημα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά στην αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου με την πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτες χώρες. Είναι εξάλλου τουλάχιστον αντιφατικό και οξύμωρο να εντείνεται η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και η αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού πλούτου και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με το πρόσχημα της απελευθέρωσης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ την ίδια στιγμή εγκρίνεται και υλοποιείται εθνική πολιτική εντατικών εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στα πολύτιμα οικοσυστήματα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το νέο Πλαίσιο όφειλε να δώσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, δεδομένου ιδίως ότι η Ελλάδα, η επίδραση της οποίας στην κλιματική αλλαγή του πλανήτη είναι κάτι λιγότερο από αμελητέα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα hotspot βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.

                    1. Η φέρουσα ικανότητα της χώρας αντέχει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ ?

                    Το Νέο Πλαίσιο, όπως ακριβώς και το Παλαιό, δεν πληροί τις επιστημονικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Αντικείμενο κάθε χωρικού σχεδίου στο επίπεδο Ειδικού Πλαισίου για τη χωροθέτηση μιας βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, είναι η τεκμηριωμένη επιστημονική διακρίβωση της φέρουσας ικανότητας κάθε συγκεκριμένου οικοσυστήματος της χώρας να υποστηρίξει τη δραστηριότητα αυτή, χωρίς να υποβαθμίζεται η ισορροπία των στοιχείων του και η ικανότητά του να την αποκαθιστά με φυσικές διεργασίες στο διηνεκές. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας προδήλως δεν είναι η γεωγραφική διάκριση της χώρας σε ηπειρωτική, νησιωτική και θαλάσσια ούτε η διοικητική διάκριση σε Περιφέρειες, πολλώ μάλλον σε ΟΤΑ και δημοτικές ενότητες αυτών. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας είναι το κάθε οικοσύστημα, τα όρια του οποίου δεν προσδιορίζονται κατά τη βούληση του μελετητή, αλλά είναι αντικειμενικά και καθορίζονται με βάση τα φυσικά του χαρακτηριστικά (λεκάνη απορροής, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα κ.λπ.).

                    Η οριοθέτηση ενός οικοσυστήματος αποτελεί στην ουσία την επιστημονική διαπίστωση ενός αντικειμενικού πραγματικού γεγονότος, ότι δηλαδή τα στοιχεία του αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα, μια ξεχωριστή οντότητα, η οποία λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε ως εκ τούτου, αφενός μεν, να περιλαμβάνει τεκμηριωμένη καταγραφή των οικοσυστημάτων της ελληνικής επικράτειας και, αφετέρου,  να υπολογίζει το μέγεθος των αλλοιώσεων και καταστροφών που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους, προκειμένου να αποδείξει, στηριζόμενο σε έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία, τη βασική του θέση, ότι δηλαδή το κάθε ένα από τα οικοσυστήματα αυτά έχει την ικανότητα να αντέξει την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς να υποβαθμιστεί.

                    Η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος προφανώς δεν ερευνάται μόνο σε σχέση με την εξεταζόμενη κάθε φορά ανθρώπινη δραστηριότητα που προτίθεται να εγκατασταθεί εκεί (λ.χ. ΑΠΕ, τουρισμός, βιομηχανία, εξορύξεις, υδατοκαλλιέργειες κ.λπ.). Αντίθετα, όλες οι υπάρχουσες ήδη δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες για το μέλλον, πρέπει να συνεκτιμώνται συνδυαστικά, αθροιστικά και σε βάθος χρόνου, προκειμένου να εξακριβωθεί το μέτρο της πρόσθετης επιβάρυνσης που είναι ικανό να δεχτεί το συγκεκριμένο οικοσύστημα, έτσι ώστε η ισορροπία των στοιχείων του να μην κλονίζεται και να δύναται να αποκατασταθεί με φυσικές διαδικασίες. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια τα οικοσυστήματα έχουν δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επίθεση από σειρά εντατικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος να υποδεχθεί εγκατάσταση ΑΠΕ ενδέχεται να είναι και μηδενική. Παρά ταύτα το Νέο Πλαίσιο χαρακτηρίζει ολόκληρη τη χώρα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ, στην περίπτωση δε των περιοχών επιτάχυνσης χωρίς καν περιβαλλοντική αδειοδότηση.

                    Το Νέο Πλαίσιο θεσπίζεται σε μία κρίσιμη για το περιβάλλον στιγμή, κατά την οποία η εντατική εξάπλωση των ΑΠΕ, ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, σε ολόκληρη την επικράτεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ορεινή, πεδινή, τώρα πλέον και στο θαλάσσιο χώρο, έχει ήδη υποβαθμίσει σοβαρά τα οικοσυστήματα, δασικά και μη, καθώς και τη βιοποικιλότητα, έχει διαταράξει τα υπόγεια και υπέργεια ύδατα, έχει τροποποιήσει το μικροκλίμα, έχει εκτοπίσει την πρωτογενή παραγωγή και αλλοιώσει δραματικά το τοπίο. Ενδεικτικά επισημαίνεται π.χ.  ότι, όσον αφορά το κρίσιμο για την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη πρόβλημα της σφράγισης του ελεύθερου εδάφους, σύμφωνα με Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2023), στην Ελλάδα η δέσμευση γης, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής γης από την κατασκευή αιολικών πάρκων, είναι σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεδομένου ότι το μέγεθος των ανεμογεννητριών έχει σήμερα αυξηθεί εκθετικά με ύψος άνω των 200 μέτρων, η μεταφορά τους μέσα από δύσβατες και δυσπρόσιτες ορεινές και δασικές περιοχές απαιτεί την κατασκευή εκτεταμένου νέου οδικού δικτύου το οποίο σφραγίζει μεγάλες εκτάσεις ελεύθερου εδάφους, ιδίως σε δάση και ορεινούς όγκους.

                    Πέρα από τις συνέπειες της απεριόριστης εγκατάστασης ΑΠΕ, το περιβάλλον της χώρας έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σοβαρά από πλήθος άλλων δραστηριοτήτων με σοβαρές επιπτώσεις, όπως η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι εξορύξεις κλπ., οι οποίες όμως πρέπει να συνεκτιμώνται πριν αποφασισθεί η περαιτέρω αύξηση της έντασης των ΑΠΕ.

                    Πάρα ταύτα και κατά παράβαση όλων των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Νέο Πλαίσιο επαναλαμβάνει σε σχέση με τη φέρουσα ικανότητα την ίδια αδόκιμη και αντιεπιστημονική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει και το Παλαιό.  Ως εκ τούτου, αντί να διακρίνει τη χώρα σε οικοσυστήματα και να εκτιμήσει μετά από επιστημονική μελέτη σύμφωνα με έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία τη φέρουσα ικανότητα ενός εκάστου εξ αυτών (είχε άλλωστε στη διάθεσή του δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να το πράξει), χαρακτήρισε με τρόπο οριζόντιο ολόκληρη τη χώρα, πλην γενικών εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ. Η διάκριση της επικράτειας σε τρεις βασικές κατηγορίες (ηπειρωτική χώρα, νησιωτική χώρα και θαλάσσιος χώρος), για τις οποίες άλλωστε προβλέπονται οι ίδιες περίπου προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ΑΠΕ, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μία από τις περιοχές αυτές περιλαμβάνει πλήθος εντελώς διαφορετικών οικοσυστημάτων, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από άποψη φέρουσας ικανότητας, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όσο και λόγω των καταστροφών και επιβαρύνσεων που έχει ήδη υποστεί.

                    Προκειμένου να στηρίξει τις επιλογές του, το Νέο Πλαίσιο διαστρεβλώνει πλήρως την επιστημονική έννοια της φέρουσας ικανότητας, την οποία προσδιορίζει με βάση το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής και την υπολογίζει με πλαίσιο αναφοράς όχι το οικοσύστημα αλλά το εντελώς απρόσφορο κριτήριο της διοικητικής διαίρεσης της χώρας σε ΟΤΑ, και μάλιστα σε δημοτικές ενότητες αυτών.

                    Η εδαφική έκταση ενός ΟΤΑ προδήλως δεν έχει καμία σχέση ούτε συμπίπτει με τα όρια των οικοσυστημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, τα οποία μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα και καθένα από τα οποία μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση ως προς τη φέρουσα ικανότητά του. Και όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το νέο Πλαίσιο διαπράττει το θεμελιώδες επιστημονικό, αλλά και κατά κοινή λογική αδιανόητο, σφάλμα να υπολογίζει τη φέρουσα ικανότητα με κριτήριο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του εδάφους σε επίπεδο ΟΤΑ και μάλιστα όχι στο σύνολό του Δήμου αλλά σε κάθε δημοτική ενότητα αυτού. Με τα δεδομένα αυτά είναι ανάξιο οποιουδήποτε επιστημονικού σχολιασμού το πρόσθετο γεγονός ότι τα ανεκτά όρια της επιβάρυνσης καθορίζονται από το Νέο Πλαίσιο με τρόπο οριζόντιο για όλους τους ΟΤΑ της χώρας και δη αριθμητικά, με συγκεκριμένα, άγνωστης έμπνευσης και τεκμηρίωσης, νούμερα (π.χ.  8% της έκτασης της δημοτικής ενότητας για περιοχές αιολικής προτεραιότητας, 5% για περιοχές αιολικής καταλληλότητας και, προφανώς κατ’ επιείκεια, 4% για τη Μονεμβασιά, την Αράχωβα, την Κάρυστο και το Καρπενήσι). Τα ποσοστά αυτά δύνανται μάλιστα να αυξηθούν μέχρι 50% αν συμφωνεί το εντελώς αναρμόδιο για το θέμα αυτό Δημοτικό Συμβούλιο!

                     

                    1. Ειδικότερες Πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου (ενδεικτικά)

                    Εξαιρέσεις

                    Η μέθοδος της θέσπισης γενικών εξαιρέσεων για περιοχές που εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες (υγρότοποι Ramsar, αρχαιολογικοί χώροι κλπ.), είναι εντελώς απρόσφορη και ανεπαρκής. Ούτως η άλλως, οι εξαιρέσεις αναφέρονται μόνο σε περιοχές με ήδη θεσμοθετημένο καθεστώς προστασίας, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες σε σχέση με τις περιοχές τις οποίες το κράτος, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προστατευτέα χαρακτηριστικά, έχει παραλείψει επίμονα και συστηματικά να υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας (οικότοποι, τοπία κ.λπ.). Παράλληλα, ακόμα και για τις περιοχές αποκλεισμού, προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης τους από την εξαίρεση, (π.χ. αποκλείεται μεν η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ. εκτός αν εξυπηρετούνται δημόσιες υποδομές (π.χ. αφαλάτωση) η κρίνονται αναγκαίες για την ασφάλεια του συστήματος).

                    Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη γενικών εξαιρέσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική παράλειψη του Νέου Πλαισίου να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής της χώρας ούτε δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.

                    Τοπίο

                    Ως βασικό κριτήριο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο τοπίο λαμβάνεται ο οπτικός ορίζοντας του παρατηρητή, η δε προστασία εξαντλείται στη θέσπιση αυθαίρετα υπολογιζόμενων ελάχιστων αποστάσεων των ΑΠΕ από θεσμοθετημένα σημεία θεωρούμενα ως ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (6 χλμ. από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, 0,8 χλμ. από πυρήνες εθνικών δρυμών και μνημείων της φύσης, 2 χλμ. από οικισμούς, 6 χλμ. από θεσμοθετημένους παραδοσιακούς οικισμούς κλπ.)

                    Είναι προφανές ότι το Νέο Πλαίσιο παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με την οικεία επιστήμη, το τοπίο είναι μέγεθος προσδιοριζόμενο αντικειμενικά με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ( γεωμορφολογία, όγκοι, βλάστηση, χρώματα κλπ.) Η προστασία επιβάλλεται ως προς κάθε συγκεκριμένο τοπίο, εξεταζόμενο αυτό καθεαυτό, και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη τυχόν παρατηρητή. Άλλωστε η επιβαλλόμενη από τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασία του τοπίου και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς προδήλως δεν περιορίζεται μόνο στα τοπία που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το Νέο Πλαίσιο.

                    Είναι αυτονόητο ότι η προστασία των τοπίων δεν διασφαλίζεται μόνο με τη θέσπιση ελάχιστης απόστασης των ΑΠΕ από αυτά, η οποία στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και οριζόντιο,  χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη των ελληνικών τοπίων τόσο κατά κατηγορία (ορεινά, νησιωτικά, δασικά κλπ.), όσο και ανά περιοχή, ώστε να θεσπιστούν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για το καθένα από αυτά.

                    Ο περιορισμός της προστασίας μόνο σε τοπία που διαθέτουν νομικό χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι εντελώς απρόσφορος και ανεπαρκής. Ελάχιστα μόνο από τα πολυάριθμα αξιόλογα και ποικιλόμορφα τοπία της χώρας έχουν τύχει του προσήκοντος χαρακτηρισμού ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους λόγω της γνωστής παράλειψης της Πολιτείας να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς τούτο.

                    Προστασία των νησιών

                    Η διάκριση των νησιών ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ με βάση το εμβαδόν τους, άνω ή κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι απολύτως αδόκιμη σε σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένου νησιού να υποδεχθεί ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται από το εμβαδόν του, αλλά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα τοπικά οικοσυστήματα, το τοπίο, την πολιτιστική του φυσιογνωμία κ.λπ.

                    Αποκατάσταση

                    Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, (ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών), και της διαχείρισης των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του σύντομου χρόνου ζωής τους, το Νέο Πλαίσιο αποφεύγει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Υιοθετώντας τη μυστηριώδη διατύπωση «Επιχειρείται η διαπραγμάτευση των όρων κυρίως μέσα από τη διάγνωση της σημαντικότητάς τους στη φάση αδειοδότησης» ουσιαστικά αντιπαρέρχεται το μείζον αυτό πρόβλημα και το μεταθέτει σε εκείνο ακριβώς το επίπεδο όπου δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί, δηλαδή της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αναθέτει στην ευχέρεια της αδειοδοτικής αρχής να ζητήσει από τον εκάστοτε  επιχειρηματία να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό Ρυθμιστικό Πλαίσιο ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων, (λ.χ.  εγγυητικής επιστολής) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

                    Πλην όμως η έγκαιρη παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων είναι απολύτως αναγκαία. Όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή πρακτική, κατά κανόνα ο υπεύθυνος για την αποκατάσταση φορέας του έργου ΑΠΕ είτε δεν υφίσταται ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο είτε, πάντως, επικαλείται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις μεγάλες δαπάνες των εργασιών αποξήλωσης, μεταφοράς και διαχείρισης των αποβλήτων. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται κανονιστικό πλαίσιο το οποίο να ρυθμίζει τα ανωτέρω ζητήματα ούτε προβλέπονται κατάλληλοι χώροι για την εναπόθεση και διαχείριση των παροπλισμένων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Δεν έχει χωροθετηθεί καμία εγκατάσταση υποδοχής των αποβλήτων ούτε υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ικανός να ανακυκλώσει τα ανακυκλώσιμα τμήματα αυτών, ενώ το κόστος μεταφοράς στο εξωτερικό είναι τεράστιο. Προκειμένου, π.χ. περί των ανεμογεννητριών, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια ότι οι παροπλισμένες ανεμογεννήτριες εγκαταλείπονται ήδη επιτόπου ή σε άτυπες αποθέσεις, δημιουργώντας πρόσθετα σοβαρότατα προβλήματα στις αντίστοιχες περιοχές. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι για τις τεράστιες υπόγειες βάσεις στήριξης των ανεμογεννητριών δεν υπάρχει ούτε νομική υποχρέωση αλλά ούτε και αντικειμενική δυνατότητα απομάκρυνσής τους από το υπέδαφος, γεγονός που έχει ολέθριες συνέπειες για τα υπόγεια ύδατα, το μικροκλίμα και την όλη λειτουργία του οικοσυστήματος στο οποίο αυτές έχουν εγκατασταθεί.

                    Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης

                    Η επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο άσβεστων πυρκαγιών, αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών αλλά και πικρή εμπειρία αρκετών κρατών. Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Νέο Πλαίσιο ουδέν διαλαμβάνει. Προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές, οι λεγόμενες   μπαταρίες αποθήκευσης, μπορούν να εγκαθίστανται οπουδήποτε, ακόμα και σε επαφή με οικισμούς, με μόνο περιορισμό την τήρηση της ελάχιστης απόστασης των 500 μέτρων από ορισμένες περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς ή δίκτυα τεχνικών υποδομών.

                     

                    Ενδεικτική Βιβλιογραφία

                    «European Landscape Convention», Council of Europe (CoE), Florence, 2000

                    CETS 176 – Draft European Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol

                    Council of Europe Landscape Convention as amended by the 2016 Protocol (Council of Europe Treaty Series No. 176) (2022)

                    3827/2010 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου» (ΦΕΚ Α’30/2010)

                    Council of Europe (2011). Landscape and Wind Turbines, Report, 6th Council of Europe Conference on the European Landscape Convention, Strasbourg, 3-4 May 2011 (21 March 2011, CEP-CDPATEP, 11E)

                    Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (EE L 206 της 22.7.1992)

                    Καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-849/19) για πλημμελή προστασία της βιοποικιλότητoς και μη θέσπιση των στόχων και μέτρων διατήρησης των φυσικών οικοτόπων (μη συμμόρφωση με την Oδηγία 92/43/ΕΟΚ)

                    Αιτιολογημένη γνώμη (INFR(2014)4073) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα, για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura σε σχέση με τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων

                    «Κύρωση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ)» (ΦΕΚ Β’4893/19.12.2024)

                    «Ειδική Έκθεση για τις ΑΠΕ και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» (“Renewable Energy Sources and Climate Change Mitigation”), Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change, IPCC), 2012

                    «Climate Change 2021 – The Physical Science Basis», Sixth Assessment Report of the Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), 2021

                    https://www.ipcc.ch/report/ar6/wg1/downloads/report/IPCC_AR6_WGI_SPM_final.pdf

                    «What is the Triple Planetary Crisis?» United Nations Framework Convention on Climate Change (UNFCCC), 2022

                    https://unfccc.int/news/what-is-the-triple-planetary-crisis

                    «A planet that sustains everyone, everywhere», Inger Andersen, Briefing to Permanent Missions to the United Nations, 21 March 2023

                    https://www.unep.org/news-and-stories/speech/planet-sustains-everyone-everywhere

                    «Towards UNEA-6: Multilateral solutions to triple planetary crisis», Sixth session of the United Nations Environment Assembly (UNEA-6), United Nations Environment Programme (UNEP), Nairobi, Kenya, 26 February – 1 March 2024

                    https://www.unep.org/news-and-stories/speech/towards-unea-6-multilateral-solutions-triple-planetary-crisis

                    «Outcomes of UNEA-6»

                    https://www.unep.org/environmentassembly/unea6/outcomes

                    https://docs.un.org/en/UNEP/EA.6/RES.13

                    «Tackling the “triple environmental crisis” and building forward from the COVID-19 pandemic», World Health Organization (WHO), 7 July 2023

                    https://www.who.int/poland/multi-media/details/tackling-the–triple-environmental-crisis–and-building-forward-from-the-covid-19-pandemic

                    «Summary for Policymakers of the Global Assessment Report on Biodiversity and Ecosystem Services of the Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services», Intergovernmental Science-Policy Platform on Biodiversity and Ecosystem Services (IPBES), 2019

                    https://www.un.org/sustainabledevelopment/blog/2019/05/nature-decline-unprecedented-report/

                    «Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας – οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής», Μουσείο Γουλανδρή – Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων, 2011

                    «Το Κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας», Α. Λεγάκης, Π. Μαραγκού, Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία (2009)

                    «Decommissioning of Onshore Wind Turbines», WIND EUROPE, 2020

                    https://windeurope.org/intelligence-platform/product/decommissioning-of-onshore-wind-turbines/

                    Torres, J. F. & Petrakopoulou, F. «A Closer Look at the Environmental Impact of Solar and Wind Energy», Global Challenges, Vol: 6, 2200016 (2022)

                    Jones, N. F., Pejchar, L. & Kiesecker, J. M. «The Energy Footprint: How Oil, Natural Gas, and Wind Energy Affect Land for Biodiversity and the Flow of Ecosystem Services», BioScience, Vol: 65, 290–301 (2015)

                    Marques, A. T. et al. «Wind turbines cause functional habitat loss for migratory soaring birds», Journal of Animal Ecology, Vol: 89, 93–103 (2020)

                    Kati, V. et al. «The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps», Journal of Environmental Management, Volume 348, 119340 (15 December 2023)

                    Kati, V., Kassara, C., Vrontisi, Z. & Moustakas, A. «The biodiversity-wind energy-land use nexus in a global biodiversity hotspot», Science of The Total Environment, Volume 768, 144471 (10 May 2021)

                    Κατή, Β., Κασσάρα, Χ., Παπαϊωάννου, Χ., «Αδιατάρακτες Φυσικές Περιοχές (ΑΦΠ) της Ελλάδας και Βιώσιμη Ανάπτυξη», Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Researchgate, 2022

                    https://www.researchgate.net/publication/361173582_Adiataraktes_Physikes_Perioches_APHP_tes_Elladas_kai_Biosime_Anaptyxe

                    Figueiredo, E., Partalidou, M., Koutsou, S. (2020). «‘No Choice’ or ‘A Choice’? – An Exploratory Analysis of ‘Back to the Countryside’ Motivations and Adaptation Strategies in Times of Crisis in Greece and Portugal». In: Döner, F., Figueiredo, E., Rivera, M. (eds) Crisis and Post-Crisis in Rural Territories. Springer, Cham, p. 119–139

                    Gkoltsiou, A., Athanasiadou, E., & Paraskevopoulou, A.T. (2021). «Agricultural Heritage Landscapes of Greece: Three Case Studies and Strategic Steps towards Their Acknowledgement, Conservation and Management». Sustainability 13, 5955.

                    Hadjimichalis, C, Melissourgos, Y, Moungolia, A., Girti, D., Faka, A. (2012). «Improving and focusing research on Greek landscapes: the Greekscapes programme». In T. Papayannis, P. Howard (eds.) Reclaiming the Greek landscape, Med-INA, Athens, p. 233-244

                    Pavlis Evangelos, «Large-scale wind energy farm development and its impacts on the landscape: a review of the Greek case», Department of Agricultural Economics and Rural Development, Agricultural University of Athens, Greece, Journal of Landscape Ecology (2025), Vol: 18 / No. 3

                     

                    ———————————————————-

                     Γεώργιος Χριστοφορίδης

                    Δικηγόρος, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου

                    του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                     

                    Ο χρόνος διαβούλευσης που παρέχεται για τον συγκεκριμένο χωροταξικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου είναι απολύτως ανεπαρκής, αναγκάζοντάς μας να εστιάσουμε στα κυριότερα ζητήματα που τίθενται.

                    Κατ΄αρχάς, το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας αισθάνεται την ανάγκη:

                    -να επαναλάβει ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μοναδικές ιδιαιτερότητες, ενώ αποτελεί αμελητέο ρυπαντή σε πλανητικό επίπεδο,

                    -να στηλιτεύσει το κοινοτικό δίκαιο για τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, το οποίο επιβάλλει τις ίδιες υποχρεώσεις σε ρυπαίνοντες και μη ρυπαίνοντες,

                    -να τονίσει το μάταιον-ατελέσφορον της ευρωπαϊκής «πράσινης μετάβασης», καθώς τα επιβαλλόμενα ποσοστά ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ υπολογίζονται επί της τελικής ακαθάριστης κατανάλωσης ενέργειας, η οποία όμως αυξάνεται διαρκώς και είναι βέβαιον ότι θα αυξηθεί εκθετικά εξ αιτίας των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και των λεγόμενων Data Centers,

                    -να υπενθυμίσει ότι η Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή δεν ανάγει την εκμετάλλευση ΑΠΕ σε πανάκεια, αλλά αντιθέτως προβλέπει ως αναγκαία μία πολύπλευρη δράση της ανθρωπότητας σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και ενδυνάμωσης όλων των καταβοθρών των αερίων του θερμοκηπίου,

                    -να επισημάνει ότι εκτός από το κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος υπάρχει εν ισχύι το άρθρο 24 παρ.1 του Συντάγματος.

                     

                    1. «Δέουσα εκτίμηση» που παραβιάζει τις Οδηγίες 2001/42/ΕΚ, 92/43/ΕΟΚ & 2009/147/ΕΚ.

                    α) Η ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση χωροταξικού σχεδίου δεν αναφέρει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών Νατούρα 2000 της χώρας, που ενδέχεται να επηρεασθούν σημαντικά από την εφαρμογή του. Σημειώνεται ότι η παράλειψη αυτή εντοπίσθηκε στην αποσταλείσα το 2014 προειδοποιητική επιστολή της Commission, ως λόγος παραβίασης της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ από το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                    β) Η ΣΜΠΕ δεν προβαίνει, ως ώφειλε, στον εντοπισμό και στην αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων του Σχεδίου στις περιοχές Νατούρα 2000, εντός ή πλησίον των οποίων έχουν ήδη εγκατασταθεί ή έχουν αδειοδοτηθεί πολυάριθμες αιολικές εγκαταστάσεις με βάση το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008.

                    γ) Στην ΣΜΠΕ γίνεται αναφορά στους στόχους διατήρησης των ειδών που έχουν τεθεί σε εθνικό επίπεδο και όχι στους εξειδικευμένους για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000.  Το ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει καταστήσει σαφές (υπόθεση C-66/23), ότι οι στόχοι διατήρησης ενός προστατευόμενου τόπου αποτελούν υποχρεωτικό σημείο αναφοράς για τις δέουσες εκτιμήσεις.

                    Τονίζεται, ότι οι υπουργικές αποφάσεις 24776/985 & 50146/1786 του 2023, οι οποίες υποτίθεται ότι καθορίζουν στόχους διατήρησης για καθεμία περιοχή του δικτύου Νατούρα 2000, δεν συνιστούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, διότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ειδών των προστατευομένων περιοχών δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα.

                    δ) Η ΣΜΠΕ εκπονήθηκε δίχως να έχουν θεσμοθετηθεί τα σχέδια διαχείρισης και τα μέτρα διατήρησης των περιοχών του δικτύου Νατούρα 2000.

                    Με τις ανωτέρω κεφαλαιώδεις παραλείψεις/πλημμέλειες, το συμπέρασμα της ΣΜΠΕ  ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο «δεν αναμένεται να επηρεάσει την ακεραιότητα του δικτύου Natura 2000» εμφανίζεται απολύτως αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο, το ίδιο δε ισχύει και για την συνεπακόλουθη παράλειψη διερεύνησης εναλλακτικών λύσεων και πρότασης για τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων.

                    Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας καταγγέλλει το σκανδαλώδες γεγονός ότι από τις εκατοντάδες αδειοδοτήσεων αιολικών πάρκων εντός ΖΕΠ της χώρας, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση αξιολόγησης σημαντικών επιπτώσεων και λήψης αντισταθμιστικών μέτρων, εκτιμά δε βασίμως ότι το νέο χωροταξικό σχέδιο για τα συστήματα εκμετάλλευσης των ΑΠΕ θα επιφέρει τη χαριστική βολή στη ήδη κλονισθείσα «συνοχή» του ελληνικού τμήματος του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Νατούρα 2000.

                    Συνοψίζοντας, η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση χωροταξικό σχέδιο παραβιάζει πολλαπλώς το αναφερθέν κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος.

                     

                    1. ΜΥΗΕ. Ένας θανάσιμος υδρολογικός κίνδυνος και μία αχρείαστη θυσία.

                    α) Τα λεγόμενα Μικρά Υδροηλεκτρικά ΄Έργα επιβάλλεται να εξαιρεθούν εντελώς από το «κάδρο» της ηλεκτροπαραγωγής, πρώτον διότι στην Ελλάδα, ενόψει των συνεπειών της απορρύθμισης του κλίματος, το νερό δεν πρέπει να θεωρείται ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και, δεύτερον, διότι ενώ έχουν αμελητέα προσφορά στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλούν δυσαναλόγως μεγαλύτερες περιβαλλοντικές βλάβες.

                    Ο αείμνηστος καθηγητής υδρογεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γεώργιος Στουρνάρας, σε σχετική μελέτη του για τα ΜΥΗΕ (2022), επεσήμανε ότι η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα των ΜΥΗΕ δεν μπορούν να αξιολογηθούν ανεξάρτητα από το διαρκώς επιδεινούμενο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Λαμβάνοντας δε υπόψιν παράγοντες όπως η αύξηση της εξάτμισης, η αύξηση της υδατικής κατανάλωσης, η αύξηση των αρδεύσεων και η παράταση της αρδευτικής περιόδου κ.ά. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η σκοπιμότητα κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στην Ελλάδα καθίσταται προβληματική δεδομένου ότι το κλίμα της Ελλάδας, ως Μεσογειακό, χαρακτηρίζεται από ξηρή περίοδο του υδρολογικού έτους, η οποία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται από πρακτικά μηδενικές βροχοπτώσεις και υψηλές θερμοκρασίες».

                    Πέραν όμως των επιστημονικών μελετών, η βιωματική εμπειρία των τελευταίων 15 ετών διδάσκει ότι εκτός από τις βροχοπτώσεις, έχουν μειωθεί δραματικά οι χιονοπτώσεις και χιονοστρώσεις, παράγοντες με καίρια σημασία για την υδρολογική υγεία επιφανειακών τε και υπογείων υδάτων.

                    Η ΣΜΠΕ και το υπό διαβούλευση σχέδιο δεν λαμβάνουν υπόψιν τις ανωτέρω συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος στα υδατικά συστήματα της Χώρας. Αντιθέτως, παραπέμπουν και διατηρούν τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008, ενώ για τα ζητήματα της φέρουσας ικανότητας των υδατορευμάτων, της δυνατότητας εγκατάστασης επαλλήλων ΜΥΗΕ στο ίδιο υδατόρευμα κλπ. παραπέμπουν στην ΥΑ 196978/2011, δηλαδή σε νομοθετήματα που θεσπίσθηκαν σε χρόνο, κατά τον οποίον οι συνέπειες της απορρύθμισης του κλίματος δεν ήταν καν ορατές.

                    β) Τα ορεινά υδατορεύματα της χώρας, συνιστούν τα «αιμοφόρα αγγεία» των ποταμών της, είναι κιβωτοί βιοποικιλότητας, συνθέτουν απείρου κάλλους φυσικά τοπία και συντηρούν σπάνια και πολύτιμη δασική βλάστηση.

                    Η κατασκευή και λειτουργία ΜΥΗΕ προκαλεί καταστροφικές επιπτώσεις σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω χαρακτηριστικά/ιδιότητες των υδατορευμάτων, ενώ η συγκέντρωσή τους στην ίδια λεκάνη ή υπολεκάνη απορροής θέτει σε κίνδυνο τη φέρουσα ικανότητα των υδατικών συστημάτων.

                    Σημειώνεται συναφώς, ότι ακόμη και η ΣΜΠΕ εκτιμά τις επιπτώσεις των ΜΥΗΕ ως αρνητικές μεγάλης έντασης, μόνιμες και μακροχρόνιες.

                     

                    1. Τοπίο. Το «Βατερλώ» του σχεδίου και της ΣΜΠΕ.

                     Οι χωροτάκτες εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, με οποιοδήποτε αντικείμενο σχεδιασμού, οφείλουν να εκκινούν λαμβάνοντας υπόψιν τις μοναδικές ιδιαιτερότητες της χώρας, οι οποίες συνίστανται, κατ΄αρχήν, στην αφάνταστη ποικιλομορφία τοπίων με μικρή φιλική προς τον άνθρωπο κλίμακα.

                    Πρώτη γενική παρατήρηση: οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες με τα θηριώδη μεγέθη και τα φωτοβολταϊκά πάρκα που εκτείνονται σε χιλιάδες στρέμματα, αποτελούν τεχνικά συστήματα εκμετάλλευσης ΑΠΕ, απολύτως ασύμβατα με την ανωτέρω ιδιάζουσα φυσιογνωμία του εθνικού χώρου.

                    Η έννοια του τοπίου και τα χαρακτηριστικά του, η γεωμορφολογία, οι γραμμές, τα χρώματα, οι σκιές, οι όγκοι, οι οικολογικές λειτουργίες, οι φυσικές οσμές, η φυσική σιωπή ή οι φυσικοί ή ανθρωπογενείς ήχοι κ.λπ. είναι στοιχεία και μεγέθη αντικειμενικά, τα οποία εξετάζονται επιστημονικά και αξιολογούνται ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προτιμήσεις οποιουδήποτε παρατηρητή.

                    Εξ άλλου, στην περί τοπίου ευρωπαϊκή σύμβαση, ως τοπίο ορίζεται μία περιοχή, όπως γίνεται αντιληπτή από ανθρώπους [με όλες τις αισθήσεις] του οποίου ο χαρακτήρας είναι το αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης των φυσικών και/η ανθρώπινων παραγόντων, ενώ στο προοίμιό της διακηρύσσεται/αναγνωρίζεται, ότι το τοπίο συμβάλλει στη διαμόρφωση της τοπικής κουλτούρας και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ποιότητας ζωής των ανθρώπων οπουδήποτε.

                    Με βάση τα ανωτέρω, όλες οι εκτιμήσεις και αξιολογήσεις της ΣΜΠΕ για τις επιπτώσεις των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ στα τοπία, με αποκλειστικό κριτήριο τη θέαση/ορατότητά τους, είτε από «σημεία ενδιαφέροντος», είτε από σημεία αδιάφορα, όπως και η παραδοχή της ΣΜΠΕ ότι «οι επιπτώσεις στο τοπίο ενέχουν σημαντικό βαθμό υποκειμενικότητας», είναι εξόχως αντιεπιστημονικές και ευρίσκονται σε προφανή αντίθεση με τον ορισμό του τοπίου, αλλά και με το πνεύμα και τον σκοπό της ευρωπαϊκής Σύμβασης για το τοπίο. Τα ανωτέρω ισχύουν mutatis mutandis για τις διατάξεις και τα παραρτήματα του υπό διαβούλευση σχεδίου, που εξαρτούν τις μεν επιπτώσεις των συστημάτων ΑΠΕ στο τοπίο από την «οπτική παρεμβολή τους», τον δε ορισμό των αποστάσεών τους από γειτνιάζουσες χρήσεις γης, από τη θέασή τους.

                    Εν κατακλείδι η ΣΜΠΕ δεν εντοπίζει και δεν αξιολογεί την απολύτως αντικειμενική επίπτωση των τεχνικών συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ και ιδίως των αιολικών εγκαταστάσεων, συνιστάμενη στη βιομηχανοποίηση των φυσικών τοπίων στα οποία εγκαθίστανται.

                     

                    1. Ζητήματα αποκατάστασης. Η απόλυτη σιωπή της Διοίκησης.

                     Σε ό,τι αφορά τα ακανθώδη ζητήματα που προκύπτουν από την παρέλευση της διάρκειας ζωής των συστημάτων εκμετάλλευσης ΑΠΕ, το υπό διαβούλευση Σχέδιο εξαντλείται σε ευχολόγια, όπως ακριβώς και το προηγούμενο του 2008.

                    Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει, ειδικώς για τις ανεμογεννήτριες, ότι δεν είναι οι γνωστοί ξύλινοι στύλοι της ΔΕΗ. Μετά από δύο-τρείς δεκαετίες το ελληνικό κράτος θα κληθεί να αντιμετωπίσει το τεράστιας κλίμακας πρόβλημα της τύχης/διαχείρισης χιλιάδων από αυτούς τους μεταλλικούς γίγαντες.

                    Εξ άλλου, είναι σφόδρα πιθανόν, ότι οι ιδιωτικοί φορείς των αιολικών έργων (και λοιπών έργων ΑΠΕ), υποκείμενοι στους κινδύνους της αγοράς, θα αδυνατούν εξ αντικειμένου να εκπληρώσουν τις περί αποκατάστασης υποχρεώσεις τους.

                    Όπως προκύπτει από τη ΣΜΠΕ και από το υπό διαβούλευση σχέδιο, η ελληνική Πολιτεία, αντί να ρυθμίσει τα ανωτέρω ζητήματα, μεταθέτει την αντιμετώπισή τους στο άδηλο μέλλον, επαφιέμενη μάλιστα στις διαθέσεις της αγοράς.

                    Τονίζεται συναφώς ότι η κεντρική Διοίκηση παραλείπει πεισματικά να κάνει χρήση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 130 παρ.1 ν. 4685/2020, προκειμένου να  καθορίσει τα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας που επιφέρουν κατά το τέλος του κύκλου ζωής τους οι σταθμοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, να εξειδικεύσει τις σχετικές υποχρεώσεις και να διασφαλίσει την τήρησή τους.

                    Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, καθίσταται ορατός ο κίνδυνος να απομείνει η χώρα με μία πανθορούμενη σκουριασμένη μεταβιομηχανική προίκα.

                     

                    1. Η χωροταξική εντροπία των προβλεπομένων «μέγιστων ποσοστών κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις». Το ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ του 2008 ζει και βασιλεύει.

                     Σε ό,τι αφορά τα αποκαλούμενα «ειδικά κριτήρια χωροθέτησης» αιολικών εγκαταστάσεων στην ηπειρωτική και στη νησιωτική χώρα, το υπό διαβούλευση Σχέδιο επαναφέρει τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας -η βιομηχανική τραγωδία της Νότιας Εύβοιας ανέδειξε τις συνέπειες ενός τέτοιου χαρακτηρισμού- και τις εξόχως αντιεπιστημονικές διατάξεις του χωροταξικού σχεδιασμού του 2008 για τις ΑΠΕ, οι οποίες, όπως ήδη απεδείχθη, έχουν ως αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωση αιολικών πάρκων στα πλέον άθικτα φυσικά τοπία της χώρας.

                    Αυτή τη φορά όμως, τα μέγιστα ποσοστά κάλυψης εδάφους υπολογίζονται σε επίπεδο Δημοτικών Ενοτήτων (και όχι πρωτοβάθμιων ΟΤΑ), προφανώς για να αντισταθμισθούν οι απώλειες «επενδύσεων» λόγω των νέων προβλεπομένων περιορισμών χωροθέτησης.

                    Όλες οι σχετικές ρυθμίσεις αντίκεινται στην επιστήμη της χωροταξίας αλλά και στην κοινή λογική για τους ακόλουθους λόγους :

                    Η δημοτική ενότητα (όπως και ο πρωτοβάθμιος ΟΤΑ) είναι απολύτως απρόσφορη βάση για εξεύρεση του επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδαφών, αφενός διότι αποτελεί διοικητική διαίρεση προσδιοριζόμενη με κριτήρια εντελώς άσχετα με το φυσικό περιβάλλον, αφετέρου διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν όμοιες μεταξύ τους δημοτικές ενότητες. Η Ελλάδα δεν είναι Ολλανδία !

                    Ο τρόπος εξάπλωσης βαρειάς βιομηχανίας, όπως η αιολική (και κάθε άλλης δραστηριότητας) στον εθνικό χώρο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τα οικοσυστήματα του και όχι τις διοικητικές διαιρέσεις του.

                    Εν πάση περιπτώσει, η εξεύρεση του εκάστοτε επιθυμητού ποσοστού κάλυψης εδάφους για οποιαδήποτε δραστηριότητα, με βάση υπολογισμού ολόκληρη την επιφάνεια συγκεκριμένου χώρου, αποτελεί «εκκωφαντικό» μαθηματικό σφάλμα.

                    Τα ποσοστά κάλυψης εδάφους από αιολικές εγκαταστάσεις πρέπει να υπολογίζονται στην επιφάνεια της Δ.Ε. εκείνην, η οποία απομένει μετά την επιβαλλόμενη αφαίρεση όλων των περιοχών, στις οποίες η εγκατάσταση ανεμογεννητριών είναι αδύνατη για λόγους αντικειμενικούς (π.χ. οικιστικό δίκτυο), τεχνικο-οικονομικούς, περιβαλλοντικούς κλπ.

                    Τέλος, η δυνατότητα αύξησης των ποσοστών κάλυψης εδάφους που παρέχεται σε όργανα αρμόδια για τον περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό και τον υποκείμενο πολεοδομικό σχεδιασμό είναι μη νόμιμη, διότι κατ΄ουσίαν συνιστά τροποποίηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου.

                    Ο ν. 4447/2016 όμως, προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για την εκπόνηση και έγκριση των Ειδικών Πλαισίων, η οποία πρέπει να ακολουθείται και για την τροποποίησή τους, ενώ απονέμει αρμοδιότητα έγκρισης/τροποποίησής τους στον υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας και τους κατά περίπτωση αρμοδίους υπουργούς και όχι σε άλλα όργανα.

                     

                    1. Διπλάσια μεγέθη Α/Γ – ίδιες αποστάσεις από γειτνιάζουσες χρήσεις γης κλπ.

                    Οι συντάκτες της ΣΜΠΕ και η Διοίκηση με το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ, φαίνεται να μην έχουν συνειδητοποιήσει, ότι καλούνται να διατάξουν στο χώρο ανεμογεννήτριες με μεγέθη διπλάσια εκείνων, που είχε υπόψιν του ο χωροτάκτης του 2008. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το παράδοξον να διατηρούνται οι ίδιες αποστάσεις του ΕΠΧΣΑ-ΑΠΕ 2008 από περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, από παραδοσιακούς και μη οικισμούς, από στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, από Μονές κ.ο.κ.

                     

                    1. Θαλάσσια αιολικά. Το Αιγαίο δεν είναι Βόρεια Θάλασσα.

                    Όπως ακριβώς συνέβη με τις χερσαίες αιολικές εγκαταστάσεις, οι οποίες προωθήθηκαν, δίχως να υπάρχει επαρκής γνώση των επιπτώσεών τους στα οικοσυστήματα και στο ανθρωπογενές περιβάλλον, έτσι συμβαίνει και με τα θαλάσσια αιολικά, για τις επιπτώσεις των οποίων στα θαλάσσια οικοσυστήματα  υπάρχει ελλιπέστατη επιστημονική γνώση.

                    Το Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας οφείλει να υπενθυμίσει ότι το Αιγαίο με τα νησιά του και το αθέσφατο πολιτιστικό του φορτίο, αποτελεί ίσως το πιο γοητευτικό μικροαρχιπέλαγος του πλανήτη. Η παράδοσή του στη σύγχρονη θηριώδη αιολική βιομηχανία συνιστά ένα ακόμη περιβαλλοντικό έγκλημα.

                    Εάν το τίμημα της «πράσινης μετάβασης» της Ελλάδας είναι η θυσία του εθνικού φυσικού κεφαλαίου και η απώλεια των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων, τότε δεν χρειάζεται να εισέλθουμε στη συζήτηση για τα οφέλη της.

                    ———————————————————-

                     Σοφία Παυλάκη

                    Δικηγόρος, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου

                    του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας

                     

                    ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΧΠ ΑΠΕ

                    Τo προτεινόμενο σχέδιο Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) έχει συνταχθεί επί τη βάσει εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τη Χωροταξία, τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων.

                    Αναμένεται να γενικεύσει τη δυνατότητα εγκατάστασης έργων ΑΠΕ στο σύνολο του ελλαδικού χώρου πλήττοντας ακόμα περισσότερο προστατευόμενες περιοχές με οικοτόπους προτεραιότητας και σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη, παρ’ όλο που η Ελληνική πολιτεία, κατά παράβαση της Συνταγματικής υποχρέωσής της και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν έχει έως και σήμερα καθορίσει για τις περιοχές αυτές στόχους διατήρησης, γεγονός που καθιστά ανέφικτη και τη δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα έργα ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν και με νέο πλαίσιο δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.

                    Το υπό σχολιασμό ΕΧΠ ΑΠΕ δημιουργεί ανεπίτρεπτα Χωροταξικό σχεδιασμό δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων, κατά παράβαση κάθε αρχής της επιστήμης της Χωροταξίας, η δε εφαρμογή του θα προκαλέσει ένα θεσμικό και διοικητικό χάος, αφού έργα που θα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή θα τελούν υπό αδειοδότηση κατά τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου, θα εξακολουθούν να διέπονται από το «παλαιό» ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, το οποίο όμως καταργείται ν από τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου! Επομένως, η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ΑΠΕ θα εξακολουθούν να αδειοδοτούνται, να κατασκευάζονται και να λειτουργούν χωρίς να υπάρχει πλέον για αυτά ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αφού το μεν παλαιό ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 θα έχει πλέον καταργηθεί, το δε νέο ΕΧΠ ΑΠΕ δεν θα εφαρμόζεται σε αυτά τα έργα.

                    Το νέο πλαίσιο επιτρέπει απαράδεκτα την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών μονάδων σε αναδασωτέες εκτάσεις, η οποία αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 117 παρ. 3) και απαγορεύεται από τη Δασική νομοθεσία (άρθ. 53 ν. 998/79), ενώ επίσης αντισυνταγματικά (άρθ. 24) επιτρέπει τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ (2008).

                    Επισημαίνεται ότι για το σύνολο των ως άνω αντισυνταγματικών, μη νόμιμων επιλογών του νέου πλαισίου που θα επηρεάσουν δραματικά πολύτιμα οικοσυστήματα και ευρύτερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, δεν παρέχεται από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση πλαισίου ουδεμία  αιτιολόγηση ούτε επαρκής και κατάλληλη τεκμηρίωση και πρόσφορη ενημέρωση του πολίτη. Προκειμένου μάλιστα να μπορέσει ο πολίτης να διαπιστώσει το σύνολο των ως άνω πλημμελών και αυθαίρετων ρυθμίσεων του νέου πλαισίου ανάμεσα σε ένα πλήθος τεχνικών στοιχείων και πληροφοριών, θα πρέπει μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης, να αντιπαραβάλει και να εξετάσει συγκριτικά, λέξη προς λέξη, το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο με το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 έχοντας ο ίδιος και απόλυτα διαυγή εποπτεία ολόκληρου του νομικού και θεσμικού πλαισίου που διέπει τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ στη χώρα μας, κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.

                    Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι μόνο με τη Συνταγματική τάξη και την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά και με τους κανόνες που θέτει η καλή νομοθέτηση και η χρηστή διοίκηση σε μία ευνομούμενη κοινωνία, προσβάλλοντας θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του κράτους δικαίου, της βιώσιμης χωροταξίας και ανάπτυξης, της περιβαλλοντικής προστασίας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.

                    Ενόψει των ανωτέρω ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ ως μη νόμιμο, απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητούμε την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους:

                     

                    1. Σχεδιασμός σε περιοχέςNatura χωρίς στόχους διατήρησης

                    Το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει το ισχύον ΕΔΠ ΑΠΕ (απόφ. 49828/2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008), αναμένεται να υποβαθμίσει τα ήδη σοβαρά πληττόμενα ορεινά, υδάτινα και δασικά οικοσυστήματα της χώρας και να αλλοιώσει οριστικά και μη αναστρέψιμα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό και αγροτικό τοπίο της Ελλάδας, με συνακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην οικονομία, που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα παραγωγής καθώς και στην ήπιας μορφής ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα και τουρισμό.

                     

                    Σημαντικό μέρος του προωθούμενου χωροταξικού σχεδιασμού αφορά την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά, επιτρέποντας την αθρόα χωροθέτηση εγκαταστάσεων ΑΠΕ ακόμα και εντός αυστηρά προστατευόμενων οικοτόπων με επιπτώσεις ολέθριες για οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και απειλούμενα είδη. Και όλα αυτά, παρά την έλλειψη στόχων διατήρησης και χωρίς η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ να διασφαλίζει ότι από τα έργα που θα αδειοδοτηθούν βάσει των διατάξεών του δεν θα προκληθούν μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και καταστροφή του περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, σε πλήρη αντίθεση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. (ΔΕΕ) και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η δημόσια διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται κατά το Σύνταγμα.

                    Αποσιωπά πλήρως το υπό εξέταση σχέδιο ότι η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το ΔΕΕ για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) του Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους στόχους διατήρησης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023, που θεώρησε μη νόμιμη τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε προστατευόμενες περιοχές λόγω έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και της δέουσας εκτίμησής τους. Με δύο ωστόσο αποφάσεις του (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023, 3118/2023) το ΥΠΕΝ επιχείρησε να καθορίσει στόχους διατήρησης των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και των ΣΠΠ της χώρας, μολονότι για το σύνολο των προστατευομένων ειδών στους πίνακές τους αναφέρεται η ένδειξη «Ανεπαρκή δεδομένα», ενώ σειρά σημαντικών οικοτόπων έχουν παραλειφθεί πλήρως από τις ως άνω αποφάσεις.

                    Σε αντίθεση με τις επιταγές του δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί έως και σήμερα να παραλείπει τη θεσμοθέτηση στόχων διατήρησης για το σύνολο των οικοτόπων της επιδεικνύοντας αδιαφορία και απαξίωση για το φυσικό περιβάλλον και για τον πλούτο της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων που ενσωματώνουν τα προστατευόμενα οικοσυστήματα των περιοχών Natura, έχοντας μεταθέσει τον καθορισμό στόχων διατήρησης στον εκάστοτε ιδιώτη εργολάβο – επενδυτή στο πλαίσιο των μελετών που προσκομίζει προς αδειοδότηση έργων ΑΠΕ.

                     

                    Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται έως σήμερα νομίμως θεσμοθετημένοι στόχοι διατήρησης για το σύνολο των περιοχών Natura και των ΣΠΠ της χώρας, γεγονός που καθιστά αδύνατη όχι μόνο την παροχή πλήρους διασφάλισης ότι το νέο πλαίσιο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της χώρας και στους προστατευόμενους οικοτόπους της, αλλά καθιστά μη νόμιμο και οποιονδήποτε περαιτέρω σχεδιασμό, επί τη βάσει του οποίου θα δρομολογηθούν στο μέλλον κάθε είδους επεμβάσεις με επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των προστατευόμενων περιοχών για την εγκατάσταση και τη λειτουργία έργων ΑΠΕ.

                    Ειδικά σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (ΣΠΠ), σύμφωνα με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ, ακόμα και αν τα συγκεκριμένα έργα κρίνονται επιβεβλημένα από «μείζον εθνικό συμφέρον», γεγονός που έχει αγνοηθεί πλήρως από το υπό εξέταση σχέδιο, το οποίο μη νομίμως επιτρέπει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ εντός των ΣΠΠ και καθίσταται και για τον λόγο αυτόν απορριπτέο στο σύνολό του.

                    Εφόσον επομένως για το σύνολο των ΤΚΣ και των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας μας δεν υφίστανται στόχοι διατήρησης ούτε δύναται να συναχθεί πλήρης διασφάλιση ότι τα χωροθετούμενα βάσει του νέου πλαισίου έργα δεν θα τους βλάψουν, το υπό κρίση σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και ανεπαρκές.

                     

                    1. Αντίθεση στα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια

                     Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας έχουν ως κύριο στόχο τους τη διατήρηση της βιοποικιλότητας μέσω της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών των περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους. Για την υλοποίηση του πρωταρχικής σημασίας αυτού σκοπού, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί ότι θα υιοθετούν αποκλειστικά Στρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο των αναγκαίων και μόνο χρήσεων γης, ώστε να δημιουργούνται ελάχιστες έως καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. Το εξεταζόμενο ωστόσο πλαίσιο παρίσταται απολύτως ασύμβατο με τις διατάξεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων γενικεύοντας την άνευ όρων παράδοση της ελληνικής επικράτειας στον βωμό της μονοδιάστατης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ, ενώ έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τις ήδη ακολουθούμενες πολιτικές, δυνάμει του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και με σειρά υπό εξέλιξη σχεδίων και προγραμμάτων που εκπονούνται από τις Περιφέρειες της χώρας.

                     

                    1. Επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ

                     Η ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ αναλίσκεται στην καταγραφή ενός πλήθους γενικών και ασύνδετων με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό πληροφοριών, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις διατάξεις του ως δήθεν ευεργετικές για το περιβάλλον, χωρίς ωστόσο να αναφέρει μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε περιοχής, από την εφαρμογή των οποίων μπορεί τεκμηριωμένα να επιτευχθεί η επικαλούμενη θετική για το περιβάλλον και την κοινωνία χωροθέτηση των προβλεπόμενων έργων. Αντιθέτως, το υπό εξέταση έργο αναμένεται να επιφέρει επαχθείς, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών Natura της χώρας, οι οποίες όχι μόνον αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν συστηματικά από τη ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση πλαισίου, αλλά είναι και πρακτικά αδύνατον να προσδιοριστούν με ασφάλεια και πληρότητα ως προς την πραγματική έκταση και τις συνέπειές τους, εξ αιτίας της έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης για το σύνολο των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών που περιλαμβάνονται στην ελληνική επικράτεια.

                    Το εξεταζόμενο πλαίσιο ουδόλως απαντά και στο κρίσιμο ερώτημα: Ποια η νομιμότητα και η αναγκαιότητα της εγκατάστασης και νέων έργων ΑΠΕ δυνάμει του νέου χωροταξικού πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κάθε λογής ήδη εγκατεστημένων μονάδων ΑΠΕ που λειτουργούν ή αναμένεται να λειτουργήσουν ανά τη χώρα, ενόψει μάλιστα και του υπερκορεσμού του εθνικού δικτύου σε ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ, δυνάμει του οποίου η Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση»; Η δε ΣΜΠΕ του προτεινόμενου πλαισίου μη νομίμως αρκείται στο γενικόλογο αφήγημα για τα οφέλη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη της χώρας, η οποία ωστόσο έχει πλέον υπερκαλυφθεί και θα έπρεπε να είχε εκλείψει η ανάγκη χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ ως κριτήριο από την επίσημα υιοθετούμενη ενεργειακή πολιτική.

                     

                    1. Χωροταξικός σχεδιασμός δύο ταχυτήτων

                    Με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια εισάγονται στην έννομη τάξη διατάξεις για τη ρύθμιση κατά τρόπο ενιαίο, σαφή και μακροπρόθεσμο ενός τομέα ή κλάδου παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο. Είναι επομένως μη νόμιμες διατάξεις σε νομοθέτημα χωροταξικού σχεδιασμού εθνικής εμβέλειας, όπως το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, που καθιερώνουν αποσπασματικά διαφορετικό χωροταξικό καθεστώς «πολλαπλών ταχυτήτων» για το ίδιο  αντικείμενο, όπως εν προκειμένω οι διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ.

                    Συγκεκριμένα το υπό διαβούλευση ΕΧΠ:

                    – Εξαιρεί ολόκληρες κατηγορίες έργων ΑΠΕ ενώ είναι το βασικό νομοθέτημα που ρυθμίζει τον σχεδιασμό τους (άρθ. 3).

                    – Απαγορεύει μόνο νέες αιολικές εγκαταστάσεις εντός του ΡΣΑ και ΡΣΘ, ενώ θα εξακολουθούν να θεωρούνται νόμιμες όσες έχουν αδειοδοτηθεί με το ισχύον πλαίσιο του 2008 (άρθ. 7).

                    – Εξαιρεί από την εφαρμογή του το σύνολο των ήδη αδειοδοτημένων και των υπό αδειοδότηση έργων ΑΠΕ, δηλαδή τη συντριπτική πλειονότητα των υφισταμένων ή υπό υλοποίηση ενεργειακών έργων (άρθ. δεύτερο)

                    Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ μη νομίμως εισηγείται ακόμα και διατάξεις που εξαρτούν τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ από γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια, αφού προβλέπει δυνατότητα χωροθέτησης ΑΠΕ εντός ΖΕΠ αν αυτό επιτρέπεται από την εγκεκριμένη ΕΠΜ, παρόλο που δεν έχουν εγκριθεί στο σύνολό τους οι ΕΠΜ τη χώρας ούτε και τα προεδρικά διατάγματα για τα οποία οι ΕΠΜ προορίζονται. Προκύπτει επομένως ότι συντάχθηκε κατά τρόπο απαξιωτικό για το περιβάλλον και για τον θεσμό της χωροταξίας, με προχειρότητα, έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικής βούλησης για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα επιλύσει τα υφιστάμενα τεράστια προβλήματα που έχει αναδείξει στην πράξη η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, τα οποία όχι μόνο δεν επιλύονται με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ, αλλά παρατείνονται και επιδεινώνονται.

                     

                    1. Φέρουσα ικανότητα

                    Από το υπό διαβούλευση πλαίσιο έχουν εξαιρεθεί μεγάλες κατηγορίες έργων ΑΠΕ, όπως οι αντλησιοταμιεύσεις αλλά και το σύνολο των έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή αναμένεται να αδειοδοτηθούν με το ισχύον καθεστώς (ΕΧΠ ΑΠΕ 2008), χωρίς νόμιμη αιτιολογία. Το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ επαναλαμβάνει τις αδυναμίες και τις αστοχίες του ήδη ισχύοντος πλαισίου, για τις οποίες το τελευταίο έχει επικριθεί από τον επιστημονικό κόσμο της χώρας και την κοινωνία των πολιτών.

                    Το προτεινόμενο ΕΧΠ χαρακτηρίζει απαράδεκτα όλες τις περιοχές της χώρας ως κατ’ αρχήν κατάλληλες για υποδοχή έργων ΑΠΕ. Προβληματική παρίσταται και η απόδοση στο πλαίσιό του της έννοιας της «φέρουσας ικανότητας» των οικοσυστημάτων για την υποδοχή κάθε είδους έργων ΑΠΕ, αφού ο καθορισμός της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είχε συντελεστεί εκ των προτέρων και στο πλαίσιο ξεχωριστού νομοθετήματος βάσει επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης ερμηνείας και απόδοσής του. Αντιθέτως με τον τρόπο που αποδίδεται η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στο πλαίσιο του υπό διαβούλευση ΕΧΠ κλονίζεται ως προς την επιστημονική της αξιοπιστία και γεννά εύλογα την υπόνοια ότι είναι προσαρμοσμένη εκ των προτέρων στους στόχους του ευρύτερου υπό μελέτη σχεδιασμού, τους οποίους υπηρετεί στο σύνολό τους.

                    Παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα των 18 ετών που μεσολάβησαν από τη θέση σε ισχύ του ισχύοντος ΕΧΠ, το νέο πλαίσιο δεν κατάφερε να αναδείξει τον κανονιστικό νομοθέτη σοφότερο ούτε ικανότερο να ενσωματώσει στο προτεινόμενο ΕΧΠ την εμπειρία που έχει σωρευθεί, όλα αυτά τα χρόνια, από την καταιγιστική χωροθέτηση έργων ΑΠΕ σε κάθε γωνιά της χώρας, η οποία έχει ολέθριες επιπτώσεις σε μοναδικά οικοσυστήματα, δάση, υδάτινους πόρους, νησιά και ακτές και ακυρώνει τη φέρουσα ικανότητά τους.

                     

                    1. Συνεργιστικές επιπτώσεις έργων

                    Επίσης παραλείπει να αναφέρει το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ οτιδήποτε σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον, στην υγεία, στην κοινωνία και στην ασφάλεια, αφού αυτά παρουσιάζονται από τις διατάξεις του ως δήθεν μηδενικού ή αμελητέου περιβαλλοντικού αποτυπώματος, πλην αποσιωπάται πλήρως ότι σε ολόκληρο το φάσμα του κύκλου της ζωής των έργων ΑΠΕ, ήτοι για την παραγωγή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την απεγκατάστασή τους, σημαντική συμβολή έχει η ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα, ενώ προκαλείται περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή και από την τύχη τους ως αποβλήτων. Επομένως η «πράσινη ενέργεια» των ΑΠΕ δεν είναι και τόσο «πράσινη», κάτι που οι μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου αγνοούν ή και σκοπίμως αποσιωπούν πλήρως.

                    Στηρίζει επομένως και το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ τη γενίκευση της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ  στη χώρα επικαλούμενο – όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ- την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, η οποία ωστόσο είναι το αποτέλεσμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και όχι η αιτία της.

                    Από δε την εξαίρεση σημαντικής μερίδας έργων ΑΠΕ από το πεδίο εφαρμογής του υπό κρίση ΕΧΠ αναμένεται να προκληθεί αδειοδοτικό χάος, αφού με άλλο καθεστώς θα κρίνονται οι εξαιρούμενες εγκαταστάσεις και με άλλο εκείνες που καλύπτονται από τις διατάξεις του προτεινόμενου ΕΧΠ, με αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσων αφορά και τις συνεργιστικές επιπτώσεις των υπό αδειοδότηση έργων στο μέλλον, αφού δεν θα καλύπτονται πλέον από ενιαίο καθεστώς ούτε θα μπορούν να ισχύσουν κοινά κριτήρια για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ορισμένη περιοχή.

                     

                    1. Αοριστία και αναποτελεσματικότητα

                    Αρκούμενες σε γενικόλογους αφορισμούς και ευχολόγια του τύπου ότι: «το περιβάλλον θα πρέπει να αποκαθίσταται δεόντως» οι διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ουδεμία σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη διαλαμβάνουν σχετικά με τις συνέπειες των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον τόσο κατά το στάδιο κατασκευής και λειτουργίας τους όσο και κατά το στάδιο της αποκατάστασής του. Είναι δε άνευ λόγου η συζήτηση για «αποκατάσταση», όταν μετά από τη μακρόχρονη λειτουργία των έργων ΑΠΕ, τα οικοσυστήματα θα έχουν πλέον αλλοιωθεί οριστικά, το υποβαθμισμένο περιβάλλον δεν θα θυμίζει πια σε τίποτα το αρχικό φυσικό κάλλος, αλλά και η ίδια η εταιρεία/επενδυτής ενδεχομένως θα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, προκειμένου να αποκαταστήσει το περιβάλλον.

                    Καθορίζονται περαιτέρω ατεκμηρίωτα στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-40, παρ. 4.4, σελ. 4-63, πίνακας 4.6-1) και στο σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου σχεδίου και οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας για την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, για τις οποίες δεν αναφέρεται με ποια κριτήρια και επί τη βάσει ποιων επιστημονικών μελετών και δεδομένων αποφασίστηκε η καταλληλότητα ή ο αποκλεισμός τους για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε αυτές.

                    Επίσης εσφαλμένα προβαίνει η ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων από περιοχές «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (πίνακας 4.4-1 παρ. Β, σελ. 4-44 ΣΜΠΕ), ενώ για τις επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν ακόμα και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές, θα πρέπει προηγουμένως να τηρηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τις προστατευόμενες περιοχές, εντός των οποίων τα εν λόγω έργα χωροθετούνται, σύμφωνα με την  περιβαλλοντική νομοθεσία.

                     

                    1. Οδοποιία

                    Σύμφωνα άλλωστε με το άρθρο 5 παρ. 1 της υπό διαβούλευση σχεδίου ΚΥΑ, η μη επέκταση της ήδη υφιστάμενης οδοποιίας παρουσιάζεται ως ευεργεσία για τον τόπο, ενώ αποσιωπάται μεθοδευμένα ότι η ήδη υφισταμένη οδοποιία δημιουργήθηκε για να περάσουν μέσα από τα δάση και τα βουνά της περιοχής τα αιολικά μεγαθήρια. Επίσης αναφέρεται στο σχέδιο ΚΥΑ (άρθ. 5) ότι η εκχέρσωση της βλάστησης, ιδίως θάμνων και δένδρων, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις τις οικείας Δασικής Υπηρεσίας που μετατρέπονται σε δικαιολογία κάθε καταστροφής, αντί η υπηρεσία να υπερασπίζεται ουσιαστικά τα δάση σύμφωνα με το θεμελιώδες θεσμικό καθήκον της. Ορίζεται επιπλέον ότι η εσωτερική οδοποιία πρέπει να είναι χωμάτινη με επίστρωση χαλικιού, χωρίς διόλου να αναφέρεται στις μελέτες του ΕΧΠ πώς αιτιολογείται, με οικολογικά κριτήρια, η επίστρωση με χαλίκι των κορυφών των βουνών και των δασών ούτε ποια θέση έχουν οι τόνοι από χαλίκι μέσα σε προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα.

                     

                    1. Έργα ΑΠΕ σε αναδασωτέες εκτάσεις

                    Με το άρθρο 5 παρ. 4 του υπό διαβούλευση πλαισίου επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, η οποία παραβιάζει τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 και καταδικάζει σε αφανισμό τον δασικό πλούτο της χώρας. Εντελώς υποκριτικά και άστοχα υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να «λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης», αφού στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων δεν υφίσταται καν δασική βλάστηση, προκειμένου να περιοριστεί η βλάβη της, η οποία έχει ήδη επέλθει.

                     Το υπό διαβούλευση σχέδιο επιτρέπει και τη χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις κατά παράβαση του Συντάγματος και της δασικής νομοθεσίας (άρθ. 53 ν. 998/1979) που την απαγορεύουν.

                     

                    1. Εγκαταστάσεις ΑΣΠΗΕ εντός ΤΚΣ

                     Με τις διατάξεις του άρθρου 5 του σχεδίου ΚΥΑ παρέχεται στο εξής η δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 (άρθ. 6).

                     

                    1. Γενίκευση των ΜΥΗΕ

                    Απαράδεκτη και σκανδαλώδης κρίνεται και η γενίκευση με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ της κατασκευής και λειτουργίας ΜΥΗΕ στο σύνολο της επικράτειας, που θα παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και εκτρέπονται ποτάμια για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα. Ο προωθούμενος ως άνω σχεδιασμός δυνάμει του υπό διαβούλευση ΕΧΠ έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα που προβλέπει την άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους με ορίζοντα το 2030, της οποίας οι επιταγές έχουν πλήρως αγνοηθεί από το υπό εξέταση σχέδιο ΕΧΠ.

                    Το εξεταζόμενο πλαίσιο υιοθετεί εντελώς αόριστες έννοιες για τον υπολογισμό καθοριστικής σημασίας όρων και παραμέτρων της εγκατάστασης ΜΥΗΕ σε εκτάσεις της χώρας, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως ή και αντιφατικά κατά την εφαρμογή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12 του σχεδίου ΚΥΑ, σχετικά με τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπονται έργα οδοποιίας η κατασκευή των οποίων απαιτεί ουσιώδη μεταβολή στην παραποτάμια βλάστηση και σε γεωλογικούς σχηματισμούς», χωρίς να προσδιορίζεται από τη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ πώς καθορίζεται η έννοια της «ουσιώδους μεταβολής», προκειμένου να υπολογιστεί με τη δέουσα ακρίβεια και ασφάλεια το ζήτημα των επιπτώσεων ενός ΜΥΗΕ στα παραποτάμια οικοσυστήματα και στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής εγκατάστασής του.

                     

                    1. Εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου της κλιματικής αλλαγής

                    Η ΣΜΠΕ του ΕΧΠ ΑΠΕ ουδεμία πρόβλεψη περιέχει όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεών του σε οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες του άνθρακα (Κανονισμός 2021/1119), ενώ επίσης μη νομίμως αγνοείται πλήρως από τη ΣΜΠΕ και από το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου και ο Κανονισμός (ΕΕ) 841/2018 (LULUCF), ο οποίος έθεσε τη δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής, μέσω της βιώσιμης διαχείρισης των υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων.

                    Απολύτως ατεκμηρίωτα το υπό εξέταση ΕΧΠ (παρ. 3.2.4.4) αναφέρει ότι βασικός στόχος του προωθούμενου Σχεδιασμού είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», ενώ αγνοεί προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους από αέρια του θερμοκηπίου είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, σε κάθε δε περίπτωση έχουν προ πολλού υπερκαλυφθεί από την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ στη χώρα όλοι οι στόχοι του ΕΣΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ στη χώρα μας.

                    Είναι δε ενδεικτικό της αστοχίας, των αδυναμιών και της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ότι μολονότι αυτό προορίζεται να αποτελέσει το κατεξοχήν νομοθέτημα για τη χωροθέτηση έργων με «πράσινο πρόσημο» που, όπως το ίδιο επικαλείται, στοχεύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ουδόλως εξηγείται με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα και με τις επικαλούμενες στοχεύσεις του. Καθίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ απορριπτέο στο σύνολό του.

                     

                    1. Εσφαλμένη και αντιεπιστημονική αντίληψη του Τοπίου

                     Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του σχεδίου ΚΥΑ του προτεινόμενου ΕΧΠ, κύριο κριτήριο ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο Τοπίο αποτελεί η «οπτική παρεμβολή» τους από τα σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο το σημείο και ακτίνα που διαφοροποιείται αναλόγως της σημασίας και της ποιότητας του σημείου «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος» και της κατηγορία χώρου, όπου ανήκει.

                     

                    Είναι πράγματι απογοητευτική η διαπίστωση ότι και το νέο πλαίσιο υιοθετεί τις επιλογές του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ, που έχουν σφοδρά επικριθεί για την αντιεπιστημονική,  αντιπεριβαλλοντική και ξεπερασμένη εφαρμογή του κριτηρίου της «οπτικής» και μόνον επαφής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ με τα προστατευόμενα τοπία και στοιχεία της φύσης, κατά την αδειοδότηση αιολικών έργων.

                    Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Επίκ. Καθηγητής Τμ. Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών Ευ. Παυλής, «Το τοπίο δεν είναι μόνο μια εικόνα/αναπαράσταση ενός τόπου, ένα σκηνικό θέασης και ένα θέμα αισθητικής υποκειμενικής άποψης του παρατηρητή … αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημολογία, βάσει της οποίας έχει σχεδιαστεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (ν. 3827/2010), οι διαστάσεις του είναι ευρύτερες, η δε υποβάθμιση του τοπίου θα έχει άμεση επίδραση και στον Άνθρωπο. Το τοπίο είναι ο δυναμικός, αισθητηριακά βιωμένος και κοινωνικά κατασκευασμένος χώρος … Η κοινωνική αποδοχή του σχεδίου δεν έχει διασφαλιστεί. Μέχρι στιγμής, πληθώρα συλλογικών φορέων συμμετέχουν και υποβάλλουν σχόλια κατά της πραγματοποίησης του έργου, από κοινού με εκατοντάδες πολίτες. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο δίνει ωστόσο μεγάλη βάση στη συμμετοχή του ευρύτερο κοινού (άρθρο 6) αναγνωρίζοντας ότι το τοπίο είναι καθοριστικό στοιχείο για την ατομική και κοινωνική ευημερία και ότι η προστασία, η διαχείριση και ο σχεδιασμός του συνεπάγονται δικαιώματα και ευθύνες για τον καθένα (προοίμιο όπως Σύμβασης). Σε κάποιες περιπτώσεις, η επιθυμία του κοινού να διατηρήσει το τοπίο δεν έχει να κάνει τόσο με την αισθητική, αλλά με την αντίληψη ότι το τοπίο εμπεριέχει μια σειρά από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αξίες που απαιτούν πολλά χρόνια για να οικοδομηθούν και τη συναίσθηση ότι πρέπει να διαφυλαχτούν οι ποιότητες του τοπίου, όπως είναι ο χαρακτήρας, η ταυτότητα και η κληρονομιά».

                    Συνεπώς, η έννοια του τοπίου δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς και νομίμως από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, οι δε αναφορές της στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο είναι επιφανειακές χωρίς να διεισδύουν στην ουσία. Για όλους επομένως τους ως άνω λόγους που αφορούν τόσο την παράβαση διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία του τοπίου όσο και την παράλειψη της ενσωμάτωσης στη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ των βασικών κανόνων και αρχών που προσδιορίζουν την έννοια και τη θεώρηση του τοπίου στις σύγχρονη αντίληψή του από το δίκαιο, την επιστήμη και την τεχνική, η υπό εξέταση ΣΜΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί.

                     

                    1. Βασικές παραλείψεις της ΣΜΠΕ

                    Η διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης του προτεινόμενου σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ προβλέπεται από την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον που εγκρίνονται από ορισμένη δημόσια αρχή. Σε περίπτωση υλοποίησης σχεδίων σε περιοχές που αποτελούν προστατευόμενους οικοτόπους απαιτείται Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) από την οδηγία 42/2001 και να έχει προηγουμένως καθορισθεί η δέουσα εκτίμηση των στόχων διατήρησής τους που θέτει η οδηγία για τους οικοτόπους, η οποία μάλιστα απαιτεί όχι απλώς πρόβλεψη αλλά πλήρη διασφάλιση ότι ο εκπονούμενος σχεδιασμός δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

                    Επομένως η ύπαρξη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και η δυνατότητα πλήρους διασφάλισης ότι τα επιτρεπόμενα έργα ΑΠΕ δυνάμει του υπό διαβούλευση πλαισίου δεν θα έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), συνιστά βασική προϋπόθεση ορθής και εμπεριστατωμένης σύνταξης της ΣΜΠΕ του σχεδίου, η δε έλλειψή της, όπως εν προκειμένω, καθιστά τη ΣΜΠΕ μη νόμιμη στο σύνολό της και απορριπτέα.

                     

                    1. Δημόσια διαβούλευση

                    Σύμφωνα με την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του, εντός πρόσφορου χρονικού πλαισίου. Οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου, πριν την έγκρισή του.

                    Είναι δεδομένο ότι ουδόλως τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης, κυρίως όσον αφορά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου που δόθηκε στο κοινό για την υποβολή τεκμηριωμένων σχολίων και αντιρρήσεων για το σχέδιο ΚΥΑ και τη ΣΜΠΕ που το συνοδεύει. Κρίνεται δε απολύτως απρόσφορος και περιορισμένος ο χρόνος που παρέχεται, κατά τον οποίο το προτεινόμενο ΕΧΠ θα παραμείνει στη δημόσια διαβούλευση, ενόψει της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των τεχνικών και λοιπών στοιχείων που το συνοδεύουν και θα πρέπει να μελετηθούν, προκειμένου ο πολίτης να μπορέσει να διαμορφώσει με πληρότητα και ασφάλεια την άποψή του για το εξεταζόμενο ΕΧΠ και να διατυπώσει εμπεριστατωμένα σχόλια για αυτό.

                     

                    1. Ομολογία κακής νομοθέτησης

                    Με τη θεώρηση των περιοχών με υψόμετρο άνω των 1.200 μ. αλλά και των οικοτόπων προτεραιότητας των ΕΖΔ, των ΖΕΠ και των Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους ως περιοχών που δεν είναι στο εξής κατάλληλες για την υποδοχή αιολικών εγκαταστάσεων καθώς και με τη θεώρηση όχι μόνο των δασών αλλά και των δασικών εκτάσεων ως περιοχών όπου απαγορεύεται στο εξής η χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων, το υπό εξέταση σχέδιο ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ αποτελεί μία κραυγαλέα και αδιανόητη για κράτος δικαίου δημόσια παραδοχή ότι η επίσημη πολιτική για τις ΑΠΕ όλων των κυβερνήσεων που ηγήθηκαν του τόπου έως και σήμερα υπήρξε εσφαλμένη, ανεπιτυχής και αρνητική -αν όχι και καταστροφική- για τη χώρα, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.

                    Ουσιαστικά, με την απαγόρευση στο εξής της χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε βουνά πάνω 1.200 μ., ΖΕΠ, ΕΖΔ και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αλλά και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις, όλες οι ηγεσίες του ΥΠΕΝ και ο μηχανισμός της δασικής και περιβαλλοντικής διοίκησης της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένος απέναντι σε ένα μεγάλο αναπάντητο «γιατί;» που αφορά το πάκτωμα με τόνους από μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα των βουνών μας, την κάλυψη ατελείωτων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου με φωτοβολταϊκά και τη μεθοδευμένη απώλεια τεράστιου φυσικού κεφαλαίου πολύτιμων, προστατευόμενων οικοτόπων με όλη τους τη βιοποικιλότητα, τα τοπία, τα πλάσματα της χλωρίδας και της πανίδας και τους φυσικούς τους πόρους, που ό,τι και να κάνουμε δεν θα γυρίσουν πίσω ούτε δύνανται σε πολλές περιπτώσεις να αποκατασταθούν.

                    Καταθέτοντας το υπό εξέταση σχέδιο ΚΥΑ στη δημόσια διαβούλευση, η ελληνική πολιτεία μόλις ομολόγησε απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και στην ιστορία, ότι μέχρι σήμερα κακώς έπραττε καθολικά σε βάρος της φύσης, η οποία κατά τη νομοθεσία μας λογίζεται και ως «εθνικό κεφάλαιο» (άρθ. 2 ν. 998/1979), το οποίο θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί με τη δέουσα ευθύνη και τον σεβασμό που της επιβάλλει η συνταγματική υποχρέωση να διαφυλάττει την οικολογική ισορροπία και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα.

                    Απέναντι σε αυτή την τραγική ως προς το συμβολισμό και τις συνέπειές της παραδοχή, εγείρονται αναμφίβολα και σε νομικό επίπεδο μείζονος σημασίας ζητήματα κρατικής ευθύνης για την περιβαλλοντική ζημία που επήλθε στο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας από την μακρόχρονη, συστηματική και παρατεταμένη εφαρμογή πολιτικών, νομοθεσίας και αποφάσεων που οδήγησαν μοναδικά οικοσυστήματα και τον φυσικό πλούτο ευρύτατων περιοχών της χώρας σε ραγδαία υποβάθμιση, οικολογική βλάβη και καταστροφή.

                    Στο πλαίσιο της θεώρησης αυτής, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ακόμα και μαζικών προσφυγών στη δικαιοσύνη και σε κάθε αρμόδιο θεσμικό φορέα από ενεργούς πολίτες, σωματεία, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποκατάσταση κάθε είδους περιβαλλοντικής βλάβης που έχει επέλθει σε οικοσυστήματα και στοιχεία της φύσης συνεπεία της εφαρμογής -ομολογουμένως- αντιπεριβαλλοντικών νομοθετημάτων επί μακρώ και της πλημμελούς ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, επί τη βάσει και της εμβληματικής προς τούτο νομολογίας του ΔΕΚ που έχει κρίνει  ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς ή πλημμελούς μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιό του.

                     

                    Συμπέρασμα

                    Για όλους επομένως τους λόγους που αναλύθηκαν ως άνω, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ που το συνοδεύει κρίνονται μη νόμιμα, επιστημονικώς ατεκμηρίωτα και αντισυνταγματικά και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

                    ———————————————————-

                    Χάρις Γιαννοπούλου

                    Πυρηνική ιατρός

                     

                    Θόρυβος αιολικών εγκαταστάσεων και ανάγκη ειδικού κανονιστικού πλαισίου

                     

                    Ο θόρυβος από τις αιολικές εγκαταστάσεις αποτελεί διεθνώς το σημαντικότερο ζήτημα δημόσιας υγείας που σχετίζεται με τη λειτουργία τους. Η διεθνής βιβλιογραφία, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και η εμπειρία πολλών χωρών καταδεικνύουν ότι η προστασία των κατοίκων από τις επιπτώσεις του θορύβου απαιτεί ειδική και προσεκτική αντιμετώπιση.

                    Ωστόσο, στο προτεινόμενο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ, το θέμα του θορύβου αντιμετωπίζεται εξαιρετικά περιορισμένα. Η μοναδική ουσιαστική πρόβλεψη αφορά την εξασφάλιση επιπέδου θορύβου μικρότερου των 45 dB στις μεμονωμένες κατοικίες και στα όρια των οικιστικών δραστηριοτήτων, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                    Το ίδιο το κείμενο της ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι «ειδικότερα όρια θορύβου σχετικά με αιολικές εγκαταστάσεις δεν τίθενται από την κείμενη νομοθεσία», παραπέμποντας στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

                    Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζει τον περιβαλλοντικό θόρυβο ως σημαντικό παράγοντα δημόσιας υγείας και έχει εκδώσει ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες για την προστασία των πληθυσμών από τις επιπτώσεις του θορύβου, συμπεριλαμβανομένου του θορύβου των ανεμογεννητριών. Παράλληλα, οι οδηγίες του ΠΟΥ για τον νυχτερινό θόρυβο θεωρούν ότι επίπεδο Lnight,outside 40 dB αποτελεί τον επιθυμητό στόχο για την προστασία της υγείας, ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, ενώ τα 55 dB προτείνονται ως όρο συναγερμού.

                    Η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι οι συχνότερα αναφερόμενες επιπτώσεις από την έκθεση στον θόρυβο των ανεμογεννητριών αφορούν την έντονη ενόχληση (annoyance), τη διαταραχή του ύπνου, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και τα συμπτώματα ψυχολογικής επιβάρυνσης. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι σοβαρότερα ενοχλούμενοι κάτοικοι αναφέρουν ότι τα προβλήματα εμφανίζονται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας και στον χώρο του υπνοδωματίου, ενώ η επίμονη ενόχληση έχει συσχετισθεί με αυξημένο στρες και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

                    Η έντονη ενόχληση (high annoyance) από τον θόρυβο δεν αποτελεί απλώς ένα υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας, αλλά αναγνωρίζεται διεθνώς ως δυσμενής επίπτωση στην υγεία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και πλήθος επιδημιολογικών μελετών, η επίμονη ενόχληση συνδέεται με χρόνιο στρες, διαταραχές ύπνου, μείωση της ποιότητας ζωής και πιθανώς με μακροχρόνιες καρδιομεταβολικές επιπτώσεις. Οι διαταραχές ύπνου και η ενόχληση αποτελούν τους κυριότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο περιβαλλοντικός θόρυβος επιδρά στην ψυχική και σωματική υγεία.

                    Αν και δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένου «συνδρόμου ανεμογεννητριών», η συσχέτιση μεταξύ θορύβου ανεμογεννητριών, ενόχλησης και διαταραχών ύπνου αναγνωρίζεται ευρέως. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του ζητήματος διεθνώς βασίζεται όχι στην απόδειξη συγκεκριμένης παθολογίας, αλλά βασίζεται κυρίως στην πρόληψη των επιπτώσεων στην υγεία και στην ποιότητα ζωής.

                    Επιπλέον, ο θόρυβος των ανεμογεννητριών παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλες πηγές περιβαλλοντικού θορύβου, όπως η σημαντική παρουσία χαμηλών συχνοτήτων, η μεταβαλλόμενη ένταση και το φαινόμενο διαμόρφωσης πλάτους (amplitude modulation), στοιχεία που δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από την απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου στάθμης θορύβου. Το ζήτημα αυτό έχει επισημανθεί και από ειδικούς επιστήμονες της ακουστικής στη χώρα μας, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανάγκη αξιολόγησης του περιεχομένου συχνοτήτων και της ορθής μεθοδολογίας μέτρησης του θορύβου.

                    Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία του ύπνου, καθώς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι για συνεχή νυχτερινό θόρυβο στο εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας τα επίπεδα δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 dB(A), ενώ ως στόχος για τη νυχτερινή έκθεση στον εξωτερικό χώρο προτείνεται επίπεδο 40 dB Lnight,outside. Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ περιορίζεται στην απλή αναφορά ενός γενικού ορίου 45 dB, χωρίς ειδική μέριμνα για τη νυχτερινή προστασία και την ποιότητα του ύπνου, παρά το γεγονός ότι οι διαταραχές ύπνου αποτελούν μία από τις πλέον τεκμηριωμένες επιπτώσεις της έκθεσης στον θόρυβο των ανεμογεννητριών. Η προστασία του ύπνου δεν αποτελεί απλώς ζήτημα άνεσης ή ευεξίας, αλλά βασική προϋπόθεση διασφάλισης της δημόσιας υγείας.

                    Κατά συνέπεια, η απλή αναφορά σε όριο 45 dB δεν επαρκεί για την ολοκληρωμένη προστασία της ανθρώπινης υγείας. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο οφείλει να περιλαμβάνει ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, με πρόβλεψη για τη νυχτερινή προστασία, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου χαμηλών συχνοτήτων, τη συνεχή παρακολούθηση των πραγματικών επιπέδων θορύβου μετά την εγκατάσταση και αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύπτουν για τους κατοίκους.

                    Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει αυστηρότερα όρια ή ειδικές ρυθμίσεις για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων. Ενδεικτικά, στη Φινλανδία εφαρμόζεται όριο 40 dB, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Γερμανίας προβλέπονται ακόμη χαμηλότερα επίπεδα για καθαρά οικιστικές ζώνες. Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει ότι η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν εξαντλείται στη θέσπιση ενός ενιαίου γενικού ορίου, αλλά απαιτεί ειδικές ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θορύβου των ανεμογεννητριών.

                    Οι σύγχρονες ανεμογεννήτριες μεγάλου ύψους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες στις οποίες βασίστηκε μεγάλο μέρος της παλαιότερης βιβλιογραφίας και των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνεχή επανεκτίμηση των διαθέσιμων δεδομένων. Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στους υποήχους (<20 Hz), για τους οποίους αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια έντονη επιστημονική συζήτηση. Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε και στην ειδική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 24 Μαρτίου 2026, με αντικείμενο τις πιθανές επιπτώσεις των χαμηλών συχνοτήτων και των υποήχων από τις σύγχρονες ανεμογεννήτριες. Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων, πρόσφατες εργασίες έχουν αναφέρει συσχετίσεις όχι μόνο σε επιδημιολογικές και παρατηρησιακές μελέτες, αλλά και ευρήματα από πειραματικές μελέτες σε κυτταρικό επίπεδο και σε ανθρώπινο καρδιακό ιστό. Τα ευρήματα αυτά είναι ακόμη πρώιμα και απαιτούν περαιτέρω επιβεβαίωση, ωστόσο αναδεικνύουν ότι η σχετική επιστημονική συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεδομένου ότι ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η πλήρης απουσία αναφοράς στους υποήχους και στις χαμηλές συχνότητες δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού, βασισμένου στην αρχή της προφύλαξης.

                    Η επιστημονική συζήτηση σχετικά με ορισμένες πτυχές του θορύβου των ανεμογεννητριών, ιδίως όσον αφορά τις χαμηλές συχνότητες και ορισμένους πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς, παραμένει ανοικτή. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να δημοσιεύονται νέες εργασίες ακόμη και μέσα στο 2026 καταδεικνύει ότι η επιστημονική συζήτηση όχι μόνο δεν έχει λήξει, αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Δεδομένου ότι το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο προορίζεται να ισχύσει για πολλά χρόνια, η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτή την εξελισσόμενη επιστημονική συζήτηση δεν συνάδει με την ανάγκη ενός σύγχρονου και προνοητικού σχεδιασμού. Παράλληλα, υπάρχουν και μελέτες που δεν διαπιστώνουν άμεσες επιπτώσεις πέραν της ενόχλησης και των διαταραχών ύπνου. Ωστόσο, η απουσία πλήρους επιστημονικής συναίνεσης δεν αναιρεί την ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων, ιδιαίτερα όταν οι επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, στον ύπνο και στην ψυχική ευεξία έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς.

                    Αρχή της προφύλαξης

                    Η έλλειψη πλήρους επιστημονικής συναίνεσης ως προς όλους τους μηχανισμούς μέσω των οποίων ο θόρυβος των ανεμογεννητριών ενδέχεται να επηρεάζει την υγεία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αδράνειας ή αποδυνάμωσης των μέτρων προστασίας. Αντίθετα, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού περιβαλλοντικού δικαίου και κατοχυρώνεται στο άρθρο 191 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν υπάρχουν εύλογες επιστημονικές ενδείξεις για πιθανούς κινδύνους στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον, η απουσία πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας δεν δικαιολογεί την αναβολή λήψης κατάλληλων προληπτικών μέτρων.

                    Η αρχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του θορύβου των αιολικών εγκαταστάσεων. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικές διαφωνίες ως προς ορισμένες ειδικότερες επιπτώσεις, υπάρχει ευρεία συμφωνία ότι ο θόρυβος των ανεμογεννητριών συνδέεται με αυξημένη ενόχληση, διαταραχές ύπνου και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Οι επιπτώσεις αυτές, ακόμη και όταν δεν συνιστούν άμεση οργανική βλάβη, αποτελούν ζητήματα δημόσιας υγείας, τα οποία οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον χωροταξικό σχεδιασμό.

                    Κατά συνέπεια, η προστασία της υγείας των κατοίκων δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή θέσπιση ενός γενικού ορίου θορύβου 45 dB. Ένα σύγχρονο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ οφείλει να ενσωματώνει την αρχή της προφύλαξης και να προβλέπει ειδικό και επικαιροποιημένο κανονιστικό πλαίσιο για τον θόρυβο των αιολικών εγκαταστάσεων, βασισμένο στη διεθνή επιστημονική γνώση, στις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και στην υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει αποτελεσματικά την υγεία, τον ύπνο και την ποιότητα ζωής των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης και τις επιταγές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

                     

                    Ενδεικτική βιβλιογραφία

                    Abbasi M, Monazzam MR, Akbarzadeh A, Zakerian SA, Ebrahimi MH. Impact of wind turbine sound on general health, sleep disturbance and annoyance of workers: a pilot study in Manjil wind farm, Iran. Health and Quality of Life Outcomes. 2015;13:225.

                    Bakker RH, Pedersen E, van den Berg GP, Stewart RE, Lok W, Bouma J. Impact of wind turbine sound on annoyance, self-reported sleep disturbance and psychological distress. Science of the Total Environment. 2012;425:42-51.

                    Dastan M, Dyminski Parente Ribeiro E, Bellut-Staeck U, Zhou J, Lehmann C. Infrasound and Human Health: Mechanisms, Effects, and Applications. Applied Sciences. 2026;16(3):1553.

                    Ellenbogen JM, Kellam CB, Hankard M. Noise-induced sleep disruption from wind turbines: scientific updates and acoustical standards. Sleep. 2024;47:zsad286.

                    Grocott K, Mansour A, Shiels E, Bentley R, Mason K. Mental health effects of exposure to environmental noise at home: A systematic review of potential mediating pathways, 2025.

                    Health Canada. Wind Turbine Noise and Health Study: Summary of Results. Ottawa: Health Canada; 2014.

                    Michaud DS, Feder K, Keith SE, Voicescu SA, Marro L, Than J, et al. Effects of wind turbine noise on self-reported and objective measures of sleep. Sleep. 2016;39(1):97-109.

                    Müller FJ, Leschinger V, Hübner G, Pohl J. Understanding subjective and situational factors of wind turbine noise annoyance. Energy Policy. 2023;173:113361.

                    Onakpoya IJ, O’Sullivan J, Thompson MJ, Heneghan CJ. The effect of wind turbine noise on sleep and quality of life: a systematic review and meta-analysis of observational studies. Environment International. 2015;82:1-9.

                    Pawlaczyk-Łuszczyńska M, Zaborowski K, Dudarewicz A, Zamojska-Daniszewska M, Waszkowska M. Response to Noise Emitted by Wind Farms in People Living in Nearby Areas. International Journal of Environmental Research and Public Health. 2018;15:1575.

                    Radun J, Maula H, Saarinen P, Keränen J, Alakoivu R, Hongisto V. Health effects of wind turbine noise and road traffic noise on people living near wind turbines . Renewable and Sustainable Energy Reviews. 2022;157:112040.

                    Smith MG, Cordoza M, Basner M. Environmental Noise and Effects on Sleep: An Update to the WHO Systematic Review and Meta-Analysis. Environmental Health Perspectives.

                    2022;130(7):76001.

                    Staniek A, Miterska M. Analysis of Noise Generated by Wind Turbines with Reference to Other Low Frequency Noise Sources and Their Possible Impact on Human Health. International Journal of Occupational Medicine and Environmental Health. 2025.

                    Teneler AA, Hassoy H. Health effects of wind turbines: a review of the literature between 2010–2020. International Journal of Environmental Health Research. 2023;33(2):143-157.

                     

                    van Kamp I, van den Berg F. Health effects related to wind turbine sound, including low- frequency sound and infrasound. Acoustics Australia. 2018;46:31-57.

                    Verheijen E, Jabben J, Schreurs E, Smith KB. Impact of wind turbine noise in The Netherlands. Noise and Health. 2011;13(55):459-463.

                    World Health Organization. Night Noise Guidelines for Europe. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2009.

                    World Health Organization. Environmental Noise Guidelines for the European Region. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe; 2018.

                    #15224
                    Ομοσπονδία Οικολογικών Οργανώσεων Κορινθιακού Κόλπου «Η ΑΛΚΥΩΝ»

                      ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΛΚΥΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ Α.Π.Ε.
                      ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥΣ
                      Σήμερα, όλοι μας έχουμε  τις γνώσεις και την εμπειρία  ανάπτυξης  των ΑΠΕ  και τον αντικατοπτρισμό τους  στην οικονομία και την βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων  στην χώρα μας.

                      Τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την  μονομερή  ανάπτυξη των μορφών ενέργειας απορρίπτοντας αυτές  που στηρίζονται και στις υπόλοιπες  πλουτοπαραγωγικές πηγές του κράτους μας ( Λιγνίτης κλπ ).

                      Οι ΑΠΕ  ως νέα μορφή ενέργειας αντί να διαχυθεί η παραγωγή της σε όλη την κοινωνία των ΠΟΛΙΤΩΝ- να γίνουν παραγωγοί και καταναλωτές  οι ΠΟΛΙΤΕΣ – με τους νόμους των κυβερνήσεων των τελευταίων 20 ετών έγινε αντικείμενο επενδυτικό μόνο για

                      μια ολιγαρχία οικονομικών  παραγόντων στο εσωτερικό και πολυεθνικών  εταιρειών.

                      Αντί η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ να συμβάλει καθοριστικά στην ανταγωνιστικό τητα  του πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας μας, έγινε η θηλιά που πνίγει κάθε  παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα.

                      Τα νοικοκυριά  δεινοπαθούν να ανταπεξέλθουν στο κόστος της ενέργειας όπως τιμολογείται από τα ντόπια ολιγοπώλια και πολυεθνικές.

                      Και γεννάται το ερώτημα. Η ενέργεια στην Ελλάδα ως  κοινωνικό αγαθό γιατί έχει γίνει ο δυνάστης της κοινωνίας;

                      Πως έχει συμβάλλει ο χωροταξικός σχεδιασμός των ΑΠΕ  σε αυτό;

                      Αν συνεχίσουμε να επενδύουμε σ΄αυτές με τις ίδιες πολιτικές και με μερικά ¨φτιασιδώματα που βγάζουν μάτι ¨ τα επόμενα χρόνια, θα καταστρέψουμε για πάντα ότι αποτελεί την ραχοκοκαλιά αυτού του έθνους. Την φυσική και πολιτιστική κληρονομιά του. Δηλαδή  όλα αυτά που μας επέτρεψαν να έχουμε ιστορία σε βάθος πολλών χιλιάδων ετών. Δεν είναι πολύ οι ΛΑΟΙ που έχουν καταφέρει να επιβιώσουν σε τόσο μεγάλο βάθος της ανθρώπινης ιστορίας.

                      Εμείς θα επιτρέψουμε σε μια σύγχρονη ολιγαρχία οικονομικών παραγόντων να υπονομεύουν  το μέλλον μας;

                       ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ – ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

                      Την άμεση  αναστολή κάθε δραστηριότητας σχετικά με την κατασκευή και αδειοδότηση  ΑΠΕ βιομηχανικής κλίμακας. Κυρίως  αιολικά και φωτοβολταϊκά .

                      Η πρόταση του ΥΠΕΝ στο νομοσχέδιο για εξαίρεση από την αδειοδότηση με βάσει το νέο προτεινόμενο χωροταξικό  των μελετών που έχουν ¨ φάκελο πλήρη ¨ στερείται κάθε επιστημονικής βάσης και αποδέχεται σκοπιμότητες εξυπηρέτησης  δια της πλαγίας οδού αυτών των ολίγων και χειμαζόντων  με την διοίκηση του κράτους των γνωστών  οικονομικών παραγόντων.

                      – Προτείνουμε – ζητάμε ο νέος  χωροταξικός  σχεδιασμός για τις ΑΠΕ να ισχύει για όλες τις μελέτες  επενδύσεων  ανεξάρτητα σε ποιο βαθμό ωρίμανσης βρίσκονται. Το νέο χωροταξικό των ΑΠΕ να ισχύει για όσες επιχειρήσεις που δεν έχουν λάβει ΑΕΠΟ ως 20/5/2026.

                      Ημέρα κατάθεσής του σε δημόσια διαβούλευση.

                      – Οι κορυφογραμμές γύρωθεν του Κορινθιακού Κόλπου έχουν γεμίσει αιολικά  τεραστίων γεωγραφικά και παραγωγικά διαστάσεων. Η καταστροφή είναι ολική. Μια απέραντη εκτατικά ανεπτυγμένη βιομηχανία με τραγικές συνέπειες στα οικοσυστήματα .

                      Δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψιν στον σχεδιασμό και την κατασκευή τους οι θετικές πρακτικές άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.

                      Η χώρα μας παράγει ενέργεια από ΑΠΕ  πολύ περισσότερο από τις ανάγκες  της οικονομίας. Εχει περάσει κατά πολύ τις διεθνείς δεσμεύσεις μας στην ενεργειακό μίγμα.

                      Υπάρχει ένα απόθεμα χρημάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε. διόλου ευκαταφρόνητο για τα επόμενα χρόνια για επενδύσεις σε ΑΠΕ.

                      Ζητάμε το 50% των κονδυλίων της Ε.Ε. που δικαιούται ακόμη η Ελλάδα  για ΑΠΕ, με κατάθεση υπομνήματος της Ελληνικής Κυβέρνησης, να γίνει μεταφορά τους στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας μας.

                      Υπάρχει η ανάγκη σήμερα κιόλας να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών με διατροφή από εγχώριας παραγωγής προϊόντα τόσο γεωργικά και κτηνοτροφικά όσο και μεταποίησης αυτών.

                      Οι λαοί που δεν παράγουν προϊόντα γεωργίας, κτηνοτροφίας και βιομηχανίας είναι καταδικασμένοι να χαθούν από την ανθρώπινη ιστορία.

                      1. i) Σε πρώτη προτεραιότητα να προωθηθεί η εγκατάσταση Φ/Β σε οικιακό επίπεδο, σε όλη την επικράτεια (στέγες, ταράτσες κ.λπ.), όπου δεν επηρεάζεται  πιθανή προστατευόμενη αρχιτεκτονική της περιοχής. Ομοίως και σε κάθε άλλη δομημένη επιφάνεια  εργοστάσια, σχολεία, Δημόσιες υπηρεσίες, κλπ ).  Επίσης σε αγροτικές περιοχές που έχουν εγκαταλειφτεί λόγω μη γονιμότητας του εδάφους. Αφορά την πρώτη επίσημη Ελληνική Εθνική πολιτική για τις ΑΠΕ στην Ελλάδα. Ξεκίνησε επίσημα το 2007 με πρωτόγνωρα μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία σε κάθε ΜΜΕ. Τα αρχικά προσφερόμενα μεγέθη, με κίνητρα όμοια με αυτά που δίνονται σήμερα στις πολυεθνικές  για τα γιγάντια αιολικά πάρκα και φωτοβολταϊκά , υπερκαλύφτηκε από το ενδιαφέρον των πολιτών <u>αλλά χωρίς καμία επίσημη δικαιολογία</u> η διαδικασία πάγωσε και  εγκαταλείφτηκε για να επανέλθει η Ελληνική Κυβέρνηση μετά από λίγα χρόνια με την «πολιτική» που ισχύει σήμερα.

                      Θα έχουμε  λειτουργία  πολλών  επιχειρήσεων  τόσο στο στάδιο της εγκατάστασης όσο και στις επισκευές – συντηρήσεις-  επεκτάσεις αυτών. Θα απασχολούνται χιλιάδες εργαζόμενοι.

                      1. ii) Σε δεύτερη προτεραιότητα να καθοριστούν οι όροι και προϋποθέσεις και να προωθηθεί η εγκατάσταση και μικρών ανεμογεννητριών οικιακής κλίμακας επίσης στις δομημένες περιοχές.

                      iii) Σε τρίτη προτεραιότητα να τεθούν οι μικρές αιολικές μονάδες εκτός πόλεων στις μεγάλες γεωργικές περιοχές (όπου έχει ήδη τροποποιηθεί η γη και το οικοσύστημα από την αρχική φυσική μορφή του) με την προϋπόθεση ότι οι μονάδες αυτές δεν θα υποβαθμίζουν το τοπίο των κομβικών περιοχών και των μεταξύ τους αξόνων μεταφοράς, στις τουριστικές και εν δυνάμει τουριστικές περιοχές οποιασδήποτε μορφής τουρισμού. Να εφαρμοστούν οι διεθνών προβλεπόμενοι όροι για ΑΠΕ σε τουριστικές περιοχές.

                       Με την πιο πάνω κατεύθυνση, ο κάθε πολίτης θα μπορεί να λειτουργήσει ως καταναλωτής και παραγωγός ταυτόχρονα, πουλώντας το πλεόνασμα της παραγωγής στο Εθνικό δίκτυο.

                      Με την επιλογή αυτή ενδεικτικά:

                      α) Αποφεύγονται  οι περισσότερες  αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον από την  αλλοίωση του μαγνητικού πεδίου, τους υπόηχους κλπ και οι επιπτώσεις τους στην πανίδα –χλωρίδα, τα μεταναστευτικά ρεύματα κ.λπ.. Αυτά έχουν ήδη προκληθεί και αποτελούν πραγματικότητα στο αστικό περιβάλλον.

                      β) Βελτιώνεται η ενεργειακή απόδοση ως ΑΠΕ αφού μηδενίζονται οι απώλειες ενέργειας λόγω μεταφοράς σε μακρινές περιοχές όταν υπάρχει υπερπαραγωγή.

                      γ) Στηρίζεται οικονομικά απευθείας ο Έλληνας πολίτης.

                      δ) Τα επιχειρηματικά οικονομικά κέρδη θα αφορούν μικρομεσαία Ελληνικά νοικοκυριά, δηλαδή παραμένουν και διατίθενται εξολοκλήρου εντός της Ελληνικής οικονομίας με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ, σε αντίθεση με σήμερα που αφορούν στην τάξη του 90%  τα μερίδια των πολυεθνικών που φεύγουν από την χώρα μας στο εξωτερικό, με όλες τις αρνητικές για την εθνική οικονομία συνέπειες.

                      – Τέλος οι επενδύσεις σε ΒΑΠΕ. Εγκατάσταση μόνο μικρές μονάδες αιολικής ενέργειας  ως 10MW και φωτοβολταϊκά ως 30MW.

                      Αιολικά ως υψόμετρο 800 μέτρων.

                      Φωτοβολταϊκά πέρα από τους δομημένους χώρους μόνο σε απαξιωμένη παραγωγικά γη.

                      Πλωτά αιολικά με την μέγιστη δυναμικότητα ως προηγουμένως αναφέρθηκε και μόνο σε ανοικτή θάλασσα. Η Γαλλία εγκατέστησε το πρώτο πιλοτικό πλωτό αιολικό πάρκο ανοικτά της Μασσαλίας  και σε απόσταση 18 μιλίων από τις ακτές της.

                      Μικρά υδροηλεκτρικά. Σε όλες τις περιοχές του Κορινθιακού Κόλπου που λειτουργούν τέτοιες μονάδες δεν υπάρχει σε ροή οικολογική παροχή στη ζώνη εκτροπής των υδάτων. Δηλαδή από την υδρομάστευση ως την μονάδα παραγωγής ενέργειας. Οι συνέπειες είναι ήδη τραγικές για τα οικοσυστήματα αυτών των περιοχών. Εξαφάνιση πολλών ειδών πανίδας και χλωρίδας και δραστική μείωση των υπόγειων υδροφορέων.

                      Αλλαγή χωροταξίας σε  αυτά. Υδροηλεκτρικά μόνο για δυναμικότητες άνω των 10MW στα πλαίσια του περιφερειακού σχεδιασμού.  Μήκος εκτροπής  των υδάτων όχι πάνω από 1ΚΜ.

                      Το συνολικό μήκος της εκτροπής των υδάτων ανά ποτάμιο σύστημα, για παραγωγή ενέργειας, δεν θα ξεπερνά το 15% του συνολικού μήκους του ποταμού.

                      Απαγόρευση λειτουργίας υδροηλεκτρικών σε πεδινές εκτάσεις και στα πρανή αυτών λόγω του ότι επηρεάζουν άμεσα τους υπόγειους υδροφορείς.

                      Στο ειδικό χωροταξικό των ΑΠΕ να θέτονται οι γενικές κατευθύνσεις και στα περιφερειακά χωροταξικά το που και τι θα εγκατασταθεί ανά περιοχή.

                      Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις των περιφερειακών Συμβουλίων  να είναι αποφασιστική για την εγκατάσταση νέων μονάδων.

                      –  Σε κάθε φάκελο νέας επένδυσης ανεξαρτήτων μεγέθους να υπάρχει και ξεχωριστό κεφάλαιο όπου θα  αναφέρονται  οι συνθήκες σώρευσης  διαφόρων δραστηριοτήτων  όπως  βιομηχανική, εξορυκτική, ιχθυοκαλλιέργειες κλπ στην ευρύτερη περιοχή.

                      <u>Περιοχές αποκλεισμού εγκαταστάσεων ΑΠΕ εκτός αυτών στους δομημένους χώρους</u>.

                      Βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε προοπτική τουριστικής ανάπτυξης είναι το κατάλληλο ΤΟΠΙΟ μέσα και γύρω από αυτές τις περιοχές. Εάν το Τοπίο θεωρηθεί  «βιομηχανικό» όπως χαρακτηρίζουν επίσημα όλες οι επιστήμες και η κοινή λογική το τοπίο αιολικών πάρκων, Φ/Β κλπ μεγάλου μεγέθους,  αποκλείεται  κάθε μορφής τουριστική ανάπτυξη. Ευνόητο, λοιπόν είναι ότι, μαζί με την προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, θα πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής τα αιολικά πάρκα (μηδενικών θέσεων εργασίας) μέσα και γύρω από περιοχές και σε απόσταση που υποβαθμίζουν  το τοπίο, ήτοι:

                      α) Παραλιακές περιοχές  κάθε είδους και θέσης. Στις δυτικές χώρες της Ε.Ε. κάθε παραλιακό μέτωπο με δυνατότητα τουριστικής ανάπτυξης προστατεύεται αυστηρά ως πολύτιμος αναπτυξιακός πόρος.

                      β) Περιοχές όπου το τοπίο προστατεύεται ήδη για άλλους λόγους (φυσικής – πολιτιστικής κληρονομιάς). Να εφαρμοστούν οι διεθνείς επιστημονικοί κανόνες προστασία τέτοιων τοπίων.

                      γ) Περιοχές γύρω από μνημεία  παγκόσμιας Πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Η ίδια η UNESCO έχει θεσπίσει όρους και κανόνες για αυτή την προστασία. Να γίνουν σεβαστές.

                      4) Ο οριστικός εξαρχής αποκλεισμός εγκατάστασης αιολικών πάρκων και φωτοβολταϊκών  σε όλες τις ζώνες προστασίας των περιοχών NATURA 2000  εξαιτίας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και διότι η ιδιαιτερότητα αυτών των οικοσυστημάτων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην δημιουργία   θέσεων εργασίας στην βάση ελεγχόμενης επισκεψιμότητας στην θέση των μηδενικών θέσεων που   προσφέρουν τα αιολικά ή Φ/Β πάρκα.

                      <u>10  σημαντικά σημεία  στην διαβούλευση του νέου Χωροταξικού των ΑΠΕ</u>

                      1. <u>Μεταβατικές διατάξεις </u>

                      Επιτρέπεται η αδειοδότηση με το προγενέστερο Χωροταξικό του 2008, για έργα με φακέλους ΜΠΕ που είχαν υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες και είχαν λάβει «τυπική πληρότητα» έως 20 Μαΐου 2026, ημέρα δημοσιοποίησης και έναρξης διαβούλευσης του νέου Χωροταξικού.

                      Η διάταξη αφορά πολύ μεγάλο αριθμό έργων που έχουν αναρτηθεί στο Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο (ΗΠΜ) και βρίσκονται σε διαδικασία διαβούλευσης, πολλά από αυτά στάσιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα (χρόνια), με αρνητικές ουσιώδεις γνωμοδοτήσεις (ΟΦΥΠΕΚΑ, Βιοποικιλότητα, Δασικές Υπηρεσίες, κτλ), για τα οποία η Διοίκηση δεν έχει εκδώσει αρνητικές ή θετικές αποφάσεις για την περιβαλλοντική τους αδειοδότηση. Για όλα αυτά θα ισχύουν οι πρότερες διατάξεις !

                      Αναφορικά με την ασφάλεια δικαίου στην οποία γίνεται επίκληση, κανένα από τα αναφερόμενα ως εξαιρούμενα έργα δεν είχε ΑΕΠΟ στις 20 Μαΐου 2026, οπότε δεν υπάρχει κάποια διοικητική πράξη σε ισχύ που ανατρέπεται. Υπάρχει μόνο μια εκκρεμής αδειοδοτική διαδικασία, η «τυπική πληρότητα» του φακέλου ΜΠΕ και η ανοιχτή διαβούλευση, από την ποία δεν προκύπτει κανένα κεκτημένο δικαίωμα σε ΑΕΠΟ με τις προγενέστερες διατάξεις.

                      <u>Η μεταβατική διάταξη θα πρέπει να ισχύσει για τα έργα που είχαν σε ισχύ ΑΕΠΟ κατά την ημέρα δημοσιοποίησης και έναρξης διαβούλευσης του νέου Χωροταξικού, δηλ. έως 20.5.2026.</u>

                      1. <u>Μεταβατικές διατάξεις </u>

                      Επιτρέπεται η εγκατάσταση/κατασκευή  νέων έργων που διαθέτουν ΑΕΠΟ, ΠΠΔ ή απαλλαγή, που είχαν εκδοθεί με το προγενέστερο Χωροταξικό του 2008. Προβλέπεται και επέκτασή τους σε ποσοστό μεταβολής της επιφάνειας έως  50%.

                      Για όλα αυτά τα έργα διατηρείται σε ισχύ το παλιό καθεστώς, το οποίο οδήγησε στην άναρχη εγκατάσταση ΑΠΕ και ειδικά σε προστατευόμενες περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας. Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει νέο Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Χωροταξικού για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των  οικοτόπων. Οι μεταβατικές διατάξεις διατηρούν σε ισχύ τα αδειοδοτημένα έργα σε περιοχές Natura υπό το παλιό καθεστώς, ενώ κρίσιμα εργαλεία προστασίας, όπως οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ), τα Π.Δ. των Προστατευόμενων Περιοχών και ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί.

                      <u>Η μεταβατική διάταξη δεν πρέπει να προβλέπει καμία επέκταση σε περιοχές που το νέο Χωροταξικό απαγορεύει, και κύρια, δεν πρέπει να ισχύσει για τα έργα που βρίσκονται σε περιοχές </u><u>Natura</u><u> και δεν έχουν κατασκευαστεί έως σήμερα.  Για τα έργα αυτά πρέπει να ισχύσει περιβαλλοντικός επανέλεγχος/αδειοδότηση με βάση τα δεδομένα του νέου Χωροταξικού, των ΕΠΜ και των Π.Δ. των Προστατευόμενων Περιοχών. Η ασφάλεια δικαίου θα πρέπει να αφορά την προστατευόμενη περιοχή σε αυτή την περίπτωση. </u>

                      1. <u>Μεταβατικές διατάξεις </u>

                      Δεν προβλέπεται κάτι ειδικότερο για έργα που έχουν εγκατασταθεί/λειτουργούν, πέραν της δυνατότητας τροποποίησης, ανανέωσης  και επέκτασής τους (σε ποσοστό μεταβολής της επιφάνειας έως  50%) με το παλιό καθεστώς του προγενέστερου Χωροταξικού του 2008.

                      Επισημαίνεται επιπλέον ότι  η αντικατάσταση παλαιών ανεμογεννητριών (π.χ. ύψους 80-100μ.) με νέες  (ύψους 180-200μ. και άνω), ενώ μεταβάλλει ριζικά την  οικολογική όχληση ενός έργου, δεν αντιμετωπίζεται ως νέο έργο. Αντίθετα, ορίζεται ότι οι νομίμως λειτουργούσες εγκαταστάσεις διατηρούνται εν ισχύ ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων  του νέου χωροταξικού, διαδικασία μέσα από την οποία μπορεί ουσιαστικά να εφαρμοστεί  το repowering  χωρίς εφαρμογή των νέων κριτηρίων χωροθέτησης, αποστάσεων και τοπίου.

                      <u>Πρέπει να προβλεφτεί μεταβατική διάταξη που να εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από τα υφιστάμενα/λειτουργούντα έργα ΑΠΕ, που με το νέο Χωροταξικό απαγορεύονται, κύρια αυτά που βρίσκονται σε περιοχές </u><u>Natura</u><u>, και εφόσον οι επιπτώσεις είναι σημαντικές να τίθενται υποχρεωτικά νέοι όροι για την ελαχιστοποίηση τους, και όπου αυτό δεν είναι δυνατόν να προωθείται κατά προτεραιότητα η μετεγκατάστασή τους.</u>

                      1. <u>Επιτρέπονται τα αιολικά εντός περιοχών </u><u>Natura</u>

                      (α) Στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) για τα πουλιά θεσμοθετεί την εξαίρεση για την εγκατάσταση αιολικών,  λόγω σχετικής πρόβλεψης στις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) και υψηλού αιολικού δυναμικού (>7,5 m/s).

                      (β) Στις Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ) για τους οικότοπους και τα είδη (χλωρίδα, πανίδα) επιτρέπει οριζόντια την εγκατάσταση αιολικών, με μόνη εξαίρεση τους οικότοπους προτέραιότητας (που αποτελούν ελάχιστο ποσοστό επί της έκτασης των περιοχών Natura).

                      Η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση έχει τρεις αλληλένδετες διαστάσεις, την κλιματική αλλαγή, την απώλεια βιοποικιλότητας  και την  ρύπανση. Η αξιολόγηση του νέου Χωροταξικού επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ υποβαθμίζει συστηματικά την απώλεια βιοποικιλότητας, τον κατακερματισμό οικοτόπων, την αλλαγή χρήσεων γης και τη σφράγιση ελεύθερου εδάφους που προκαλούν οι ίδιες οι εγκαταστάσεις των ΑΠΕ.

                      <u>Η εγκατάσταση αιολικών πρέπει να απαγορευτεί οριζόντια και χωρίς εξαιρέσεις στις περιοχές </u><u>Natura</u><u>, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν για την διαφύλαξη της  πολύτιμης βιοποικιλότητας της χώρας. </u>

                      1. <u>Οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας τεχνολογίας αντλησιοταμίευσης</u><u> δεν υπάγονται στις διατάξεις του νέου Χωροταξικού ΑΠΕ.</u>

                      Η αντλησιοταμίευση εξαιρείται από το νέο Χωροταξικό, αν και τα έργα αυτά αποτελούν μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις που προκαλούν σημαντικές γεωμορφολογικές αλλοιώσεις σε ευαίσθητα υδάτινα και ορεινά οικοσυστήματα. Δεν τίθενται ζώνες αποκλεισμού, όρια και συσχέτιση με προστατευόμενες περιοχές φυσικού, πολιτιστικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Η ανεξέλεγκτη εγκατάστασή τους οδηγεί σε μία «νέα γενιά» άναρχα αδειοδοτημένων έργων με πολύ σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, χωρίς ειδικά κριτήρια, όρους και προϋποθέσεις.

                      <u>Για τα έργα αντλησιοταμίευσης απαιτείται η θέσπιση κανόνων, ζωνών αποκλεισμού και κριτηρίων, τα οποία θα πρέπει να θεσπιστούν με το παρόν νέο Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, που δεν τεκμηριώνει τον λόγο εξαίρεσής τους</u>.

                      1. <u>Τα Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα (ΜΥΗΕ</u><u>) προωθούνται οριζόντια με τις διατάξεις του νέου Χωροταξικού ΑΠΕ.</u>

                      Τα ΜΥΗΕ προκαλούν κατακερματισμό των ποτάμιων οικοσυστημάτων, αλλοιώνουν τη φυσική ροή των υδάτων, στερεύουν ολόκληρα τμήματα ρεμάτων, καταστρέφουν την παρόχθια βλάστηση προκαλώντας διαβρώσεις, αλλοιώνουν τα ενδιαιτήματα της ιχθυοπανίδας και προκαλούν την θνησιμότητά της. Η εντατική ανάπτυξη ΜΥΗΕ, που συνεχίζεται και με το νέο Χωροταξικό, έρχεται σε αντίθεση με τη Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, που προβλέπει ότι απαιτείται να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων και των φυσικών λειτουργιών των ποταμών. Η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων γλυκών υδάτων θα πρέπει να περιλαμβάνει προσπάθειες για την αποκατάσταση της φυσικής συνδεσιμότητας των ποταμών, καθώς και των παρόχθιων και πλημμυρικών περιοχών τους, μεταξύ άλλων μέσω της άρσης των τεχνητών φραγμών προκειμένου να υποστηριχθεί η επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης για ποταμούς, λίμνες και αλλουβιακούς οικοτόπους και είδη που ζουν στους εν λόγω οικοτόπους τα οποία προστατεύονται από τις οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ, όπως επίσης και να υποστηριχθεί η επίτευξη ενός από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, δηλαδή της αποκατάστασης τουλάχιστον 25 000 χλμ. ποταμών ελεύθερης ροής.

                      <u>Για τα ΜΥΗΕ απαιτείται η θέσπιση αυστηρών κανόνων στο νέο Χωροταξικό ΑΠΕ, πρέπει να αποκλειστούν οριζόντια από όλες τις προστατευόμενες περιοχές </u><u>Natura, τις περιοχές αναπαραγωγής ειδών και τα πηγαία ύδατα.</u>

                      1. <u>Για τα Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα (ΜΥΗΕ)</u><u> δεν καθορίζεται με επιστημονικά κριτήρια η οικολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου Χωροταξικού ΑΠΕ.</u>

                      Για την οικολογική παροχή, το ισχύον Χωροταξικό όριζε απλό αριθμητικό τύπο, ρητά ως προσωρινή λύση, «μέχρι να καθορισθούν τα κριτήρια της ελάχιστης απαιτούμενης οικολογικής παροχής ανά λεκάνη απορροής» κατά το Ν. 3199/2003. Με το νέο Χωροταξικό, για τα ΜΥΗΕ προβλέπεται ο υπολογισμός της ελάχιστης οικολογικής παροχής να γίνεται με μέθοδο που προβλέπεται στα ΣΔΛΑΠ των ΥΔ της χώρας, χωρίς όμως τα ΣΔΛΑΠ να περιλαμβάνουν συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη μέθοδο υπολογισμού.

                      <u>Για τα ΜΥΗΕ απαιτείται η θέσπιση συγκεκριμένης, επιστημονικά τεκμηριωμένης μεθοδολογίας υπολογισμού της ελάχιστης οικολογικής παροχής, αντί της  παραπομπής στα ΣΔΛΑΠ χωρίς προσδιορισμένη μέθοδο.</u>

                      1. <u>Για τα αιολικά στον θαλάσσιο χώρο</u><u> καθώς και τις αποστάσεις τους από την ακτή.</u>

                      Εγκρίνεται η χωροθέτηση σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της χώρας (με την εξαίρεση ζωνών αποκλεισμού), με την απουσία θεσμοθετημένου θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, που θα αξιολογήσει τις σωρευτικές επιπτώσεις και από τις άλλες χρήσεις -όπως ναυσιπλοΐα, τουρισμός, ιχθυοκαλλιέργειες, αλιεία- στα μεταναστευτικά πτηνά, στα θαλασσοπούλια, στα κητώδη, στα αλιευτικά πεδία, στον τουρισμό και στις παράκτιες κοινότητες.

                      Η ελάχιστη απόσταση από την ακτογραμμή που υιοθετεί το νέο Χωροταξικό, μόλις 1 ναυτικό μίλι (περίπου 1.850 μ.) είναι δραματικά μικρότερη από τις αποστάσεις που εφαρμόζονται διεθνώς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της βιβλιογραφίας, ο παγκόσμιος μέσος όρος απόστασης υπεράκτιων αιολικών πάρκων από την ακτή το 2020 ήταν περίπου 18,8 χλμ., με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο στα 23,3 χλμ.

                      <u>Για τα αιολικά στον θαλάσσιο χώρο να μην προχωρήσει ο σχεδιασμός/εγκατάσταση χωρίς την ολοκλήρωση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού. Η ελάχιστη απόσταση από την ακτή να εναρμονιστεί τουλάχιστον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.</u>

                      1. <u>Για τα πλωτά φωτοβολταϊκά στον θαλάσσιο χώρο</u><u>.</u>

                      Εγκρίνεται η χωροθέτηση σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της χώρας (με την εξαίρεση ζωνών αποκλεισμού), χωρίς να εξαιρούνται όμως οι θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές Natura και χωρίς να απαιτείται η τήρηση ελάχιστης απόστασης εγκατάστασης από τα λιβάδια Ποσειδωνίας (απαγορεύονται μόνο πάνω από ή σε επαφή με λειμώνες του είδους Posidonia oceanica), αν και αυτά αποτελούν οικότοπους προτεραιότητας αυστηρής προστασίας (για τους χερσαίους οικότοπους προτεραιότητας απαιτείται ελάχιστη απόσταση 500μ. από την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών ).

                      <u>Για τα φωτοβολταϊκά στον θαλάσσιο χώρο να μην επιτρέπεται η εγκατάσταση σε θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές </u><u>Natura. Η ελάχιστη απόσταση από τους οικότοπους προτεραιότητας, λειμώνες του είδους Posidonia oceanica, να είναι τουλάχιστον 500μ.</u>

                      1. <u>Για την αποκατάσταση των περιοχών μετά την παύση λειτουργίας των εγκαταστάσεων ΑΠΕ.</u>

                      Για την απομάκρυνση των εγκαταστάσεων ΑΠΕ και την διαχείριση των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του χρόνου ζωής τους, το νέο Χωροταξικό  δεν λαμβάνει οποιοδήποτε δεσμευτικό μέτρο.

                      Σύμφωνα με το νέο Χωροταξικό, οι κάτοχοι αδειών λειτουργίας εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και σταθμών αποθήκευσης υποχρεούνται, μετά από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο παύση λειτουργίας της εγκατάστασης, να αποκαθιστούν, με δικές τους δαπάνες και σύμφωνα με τους εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, τους σχετικούς χώρους, μεριμνώντας ιδίως για την αποξήλωση και ασφαλή απομάκρυνση των εγκαταστάσεων, την αποκατάσταση της αυτόχθονης βλάστησης και την εν γένει επαναφορά των πραγμάτων, κατά το δυνατόν, στην πρότερη κατάσταση.

                      Ανατίθεται στην αδειοδοτική αρχή να ζητήσει από τον φορέα του έργου να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο «κατά το δυνατόν» αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό θεσμοθετημένο πλαίσιο, ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων (λ.χ. με εγγυητική επιστολή) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

                      <u>Με το νέο χωροταξικό θα πρέπει να καθοριστεί ένα σαφές πλαίσιο δεσμεύσεων όσον αφορά την αποκατάσταση των περιοχών μετά το τέλος ζωής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ και να εξασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων, μέσω σαφούς νομοθετικής πρόβλεψης και αποτελεσματικών σχετικών εγγυήσεων.</u>
                      <p style=”text-align: center;”>              ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΥ ΚΟΛΠΟΥ ¨Η ΑΛΚΥΩΝ ¨</p>
                      <p style=”text-align: center;”>ΑΙΓΙΟ    23/06/2026</p>
                      <p style=”text-align: center;”>ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ</p>

                      #15222
                      Χρήστος Τελειώνης

                        Με το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτεται η ανάγκη να τεθούν σαφή, οριζόντια και πραγματικά δεσμευτικά όρια στη χωροθέτηση ενεργειακών έργων και σε ορεινές, δασικές, παραποτάμιες, προστατευόμενες και γενικά ευαίσθητες περιοχές.

                        Είναι ορθή η κατεύθυνση να αποκλείονται τα αιολικά έργα από υψόμετρο 1.200 μέτρων και άνω. Το όριο αυτό αναγνωρίζει ότι οι ορεινές κορυφογραμμές, οι αλπικές και υποαλπικές ζώνες, οι περιοχές υψηλού αισθητικού κάλλους και οι ζώνες με δυσχερή πρόσβαση δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλός διαθέσιμος χώρος εγκατάστασης βιομηχανικών ενεργειακών υποδομών. Ωστόσο, η ρύθμιση δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στα αιολικά. Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύσει για όλα τα ενεργειακά έργα ΑΠΕ και για όλες τις συνοδές τους υποδομές: αιολικά, μικρά υδροηλεκτρικά, έργα οδοποιίας, δίκτυα, υποσταθμούς, υδροληψίες, αγωγούς προσαγωγής, θαλάμους φόρτισης, εκσκαφές, επιχώσεις και κάθε τεχνική παρέμβαση που αλλοιώνει το ορεινό τοπίο, τα ρέματα, τα ποτάμια ή τη φυσική συνέχεια του χώρου.

                        Δεν αρκεί να απαγορευθούν μόνο νέες αιτήσεις μετά την έγκριση του χωροταξικού. Η απαγόρευση πρέπει να καταλαμβάνει και έργα με «ώριμο φάκελο» και έργα που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης έργα που έχουν ήδη λάβει ΑΕΠΟ και έργα που ήδη έχει αρχίσει η κατασκευή τους.

                        Διαφορετικά, το νέο χωροταξικό θα αυτοαναιρεθεί πριν καν εφαρμοστεί, αφήνοντας ανοιχτό παράθυρο για την υλοποίηση έργων που ακριβώς το ίδιο το νέο πλαίσιο αναγνωρίζει ότι δεν είναι πλέον χωροταξικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά αποδεκτά. Δεν μπορεί ένα έργο να θεωρείται ασύμβατο για το μέλλον, αλλά να παραμένει επιτρεπτό μόνο επειδή πρόλαβε να αποκτήσει διοικητική ωριμότητα με βάση παλαιότερους και ανεπαρκείς κανόνες.

                        Η ίδια λογική πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως και στα υδροηλεκτρικά έργα. Τα μικρά υδροηλεκτρικά δεν είναι αμελητέες παρεμβάσεις. Σε ορεινές λεκάνες και ευαίσθητα υδατορέματα προκαλούν υδροληψίες, εκτροπές, μείωση φυσικής παροχής, κατακερματισμό της κοίτης, τεχνικά εμπόδια στην ελεύθερη ροή, διάνοιξη δρόμων, εκσκαφές, αγωγούς και συνοδά έργα με σωρευτικές επιπτώσεις. Επομένως, όταν το χωροταξικό αποκλείει τα αιολικά πάνω από τα 1.200 μέτρα, πρέπει με την ίδια σαφήνεια να αποκλείει και τα υδροηλεκτρικά, ιδίως σε ορεινά ποτάμια και ρέματα υψηλής φυσικής αξίας. Η προστασία του ορεινού χώρου δεν μπορεί να αφορά μόνο τον αέρα και τις κορυφογραμμές, αλλά να αφήνει εκτεθειμένα τα νερά, τις χαράδρες, τα ρέματα και τα παρόχθια οικοσυστήματα.

                        Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα χωροταξικό που απλώς νομιμοποιεί εκ των υστέρων σωρευμένες αιτήσεις και ώριμες αδειοδοτήσεις. Χρειάζεται ένα χωροταξικό που διορθώνει την προηγούμενη άναρχη πίεση, θέτει πραγματικά όρια και αποτρέπει την περαιτέρω κατάληψη των πιο ευαίσθητων φυσικών περιοχών. Η ενεργειακή μετάβαση δεν εξυπηρετείται με την εξάντληση κάθε βουνού και κάθε ποταμού, αλλά με ορθή χωρική επιλογή, δίκτυα, αποθήκευση, εξοικονόμηση, ενεργειακή αποδοτικότητα, αυτοπαραγωγή, αξιοποίηση στεγών και τεχνητών επιφανειών.

                        Η πρόοδος της χώρας στις ΑΠΕ είναι ήδη σημαντική. Επομένως, δεν υφίσταται λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί νέες ή ήδη ώριμες βιομηχανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις σε περιοχές μεγάλης οικολογικής, υδρολογικής, γεωλογικής και αισθητικής αξίας.

                        Το νέο χωροταξικό πρέπει να προβλέπει ρητά ότι οι περιοχές άνω των 1.200 μέτρων αποκλείονται όχι μόνο από αιολικά έργα, αλλά από κάθε νέο ενεργειακό έργο ΑΠΕ που συνεπάγεται βαριά τεχνική επέμβαση στον ορεινό χώρο. Η απαγόρευση πρέπει να ισχύει ανεξάρτητα από το στάδιο αδειοδότησης, δηλαδή και για έργα με ώριμο φάκελο, για έργα με περιβαλλοντικούς όρους, για έργα που διαθέτουν ΑΕΠΟ και έργα που έχει αρχίσει η κατασκευή τους.

                        Αν προβλεφθούν μεταβατικές εξαιρέσεις υπέρ έργων με ώριμο φάκελο ή ΑΕΠΟ, το αποτέλεσμα θα είναι να συνεχιστεί ακριβώς η πίεση που το νέο χωροταξικό υποτίθεται ότι επιχειρεί να σταματήσει. Οι διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν με βάση παλαιότερο πλαίσιο δεν πρέπει να υπερισχύουν της νέας χωροταξικής κρίσης, ιδίως όταν πρόκειται για περιοχές υψηλής ευαισθησίας. Το χωροταξικό πρέπει να έχει άμεση κανονιστική εφαρμογή και να μην επιτρέπει την υλοποίηση έργων που πλέον κρίνονται ασύμβατα με τη φέρουσα ικανότητα του χώρου.

                        Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα για περιοχές όπως ο Ασπροπόταμος και όλη την ορεινή περιοχή του Νομού Τρικάλων, που αποτελούν τμήμα του Γεωπάρκου Μετεώρων-Πύλης της UNESCO περιλαμβάνει περιοχές Natura 2000, ορεινά ποτάμια, δασικά οικοσυστήματα, τοπία υψηλής φυσικής αξίας και σημαντική βιοποικιλότητα. Η αναφορά στον Ασπροπόταμο δεν γίνεται ως τοπική εξαίρεση, αλλά ως χαρακτηριστικό παράδειγμα περιοχής όπου η εγκατάσταση αιολικών ή υδροηλεκτρικών έργων θα ήταν αντίθετη με τη λογική του ίδιου του χωροταξικού σχεδιασμού. Σε τέτοιες περιοχές η ζημία δεν περιορίζεται στο κύριο έργο. Περιλαμβάνει δρόμους, εκσκαφές, δίκτυα, υδροληψίες, τεχνικά έργα, κατακερματισμό τοπίου, αλλοίωση υδατορεμάτων και υποβάθμιση της συνολικής ταυτότητας του χώρου.

                        Ειδικά για τα υδροηλεκτρικά, το νέο χωροταξικό πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική για την αποκατάσταση της φυσικής συνδεσιμότητας των ποταμών και την απελευθέρωση της ροής τους. Δεν είναι συνεπές η Ευρωπαϊκή Ένωση να θέτει στόχους αποκατάστασης ελεύθερων ποταμών και απομάκρυνσης περιττών φραγμών, ενώ ταυτόχρονα η Ελλάδα να ανοίγει νέο κύκλο μικρών υδροηλεκτρικών σε ορεινά ρέματα και προστατευόμενες περιοχές. Η κατεύθυνση πρέπει να είναι λιγότερα τεχνητά εμπόδια στα ποτάμια, όχι περισσότερα.

                        Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην υποβάθμιση των τελευταίων ακέραιων ορεινών και ποτάμιων οικοσυστημάτων της χώρας. Ένα σύγχρονο χωροταξικό για την ενέργεια πρέπει να προστατεύει αποτελεσματικά τα βουνά, τα ποτάμια, τα δάση, τα γεωπάρκα, τις περιοχές Natura 2000 και τα τοπία υψηλής φυσικής αξίας, κατευθύνοντας την ανάπτυξη ΑΠΕ εκεί όπου το περιβαλλοντικό κόστος είναι πραγματικά χαμηλό και η κοινωνική αποδοχή ουσιαστική.

                         

                        <hr data-start=”7474″ data-end=”7477″ />

                        #15226
                        ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΣΚΥΡΟΥ

                          ΣΧΟΛΙΑ  ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΣΚΥΡΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

                          Η παρούσα παρέμβαση κατατίθεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και εκφράζει τη θέση μου ως Δημάρχου Σκύρου, ενός νησιού που επί δεκαετίες βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη χωροθέτηση μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων.

                          Η Σκύρος δεν είναι απλώς ένα ακόμη νησί του Αιγαίου.

                          Είναι ένας τόπος με μοναδική περιβαλλοντική αξία, εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές Natura 2000, Ζώνες Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα, σημαντικούς μεταναστευτικούς διαδρόμους πτηνών, παραδοσιακά τοπία, ιστορικούς οικισμούς, ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα και οικονομία που βασίζεται στην ισορροπία μεταξύ τουρισμού, κτηνοτροφίας, αλιείας και φυσικού περιβάλλοντος.

                          Για τον λόγο αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό ότι το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει για πρώτη φορά την ανάγκη ειδικής προστασίας των μικρών νησιών και προβλέπει τον αποκλεισμό εγκατάστασης αιολικών σταθμών σε κατοικημένα νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

                          Η πρόβλεψη αυτή συνιστά μια ουσιαστική παραδοχή:

                          Ότι τα μικρά νησιά διαθέτουν περιορισμένη φέρουσα ικανότητα.

                          Ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απεριόριστοι χώροι εγκατάστασης βιομηχανικών ενεργειακών έργων.

                          Ότι οι κορυφογραμμές, τα φυσικά τοπία, οι παραλίες, οι μεταναστευτικοί διάδρομοι των πτηνών, η παραδοσιακή κτηνοτροφία, η αλιεία, η τουριστική οικονομία και η ίδια η ταυτότητα των νησιών δεν αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους ενός επενδυτικού σχεδιασμού.

                          Η συγκεκριμένη πρόβλεψη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

                          Ωστόσο, κατά την άποψή μου, αποδυναμώνεται ουσιωδώς από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.

                          Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βασική μου παρατήρηση.

                          Εφόσον το ίδιο το Κράτος αναγνωρίζει ότι τα μικρά νησιά κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων διαθέτουν ιδιαίτερα περιορισμένη φέρουσα ικανότητα και χρήζουν ειδικής προστασίας, τότε η προστασία αυτή οφείλει να είναι πλήρης, καθολική και χωρίς εξαιρέσεις.

                          Διαφορετικά η απαγόρευση μετατρέπεται σε διακήρυξη προθέσεων χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα.

                          Η πρώτη και σημαντικότερη παρατήρηση αφορά τις μεταβατικές διατάξεις που εξαιρούν έργα τα οποία διαθέτουν ήδη περιβαλλοντική αδειοδότηση ή έχουν υποβάλει πλήρη φάκελο αδειοδότησης.

                          Η λογική αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό ζήτημα συνέπειας.

                          Αν σήμερα η Πολιτεία θεωρεί ότι τα μικρά νησιά πρέπει να προστατευθούν, τότε η προστασία αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από το εάν μία διοικητική διαδικασία ξεκίνησε πριν ή μετά από μία συγκεκριμένη ημερομηνία.

                          Το φυσικό περιβάλλον δεν αλλάζει επειδή ένας φάκελος κατατέθηκε νωρίτερα.

                          Η φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν μεταβάλλεται επειδή εκδόθηκε μία διοικητική πράξη.

                          Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι δεν πρέπει να προβλέπεται καμία εξαίρεση για έργα με ΑΕΠΟ, για έργα που βρίσκονται σε ώριμο στάδιο αδειοδότησης ή για έργα που έχουν υποβάλει πλήρη φάκελο.

                          Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την πρόβλεψη περί εξαιρέσεων σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας με υψηλό αιολικό δυναμικό.

                          Η συγκεκριμένη λογική είναι, κατά την άποψή μου, προβληματική.

                          Η ύπαρξη υψηλού αιολικού δυναμικού δεν μειώνει την περιβαλλοντική αξία μιας περιοχής. Αντιθέτως, στις περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας η ύπαρξη ισχυρών ανέμων δεν μπορεί να λειτουργεί ως επιχείρημα χαλάρωσης των περιορισμών.

                          Η βιοποικιλότητα και η προστασία των ειδών δεν μπορεί να τίθενται σε δεύτερη μοίρα έναντι της ενεργειακής εκμετάλλευσης.

                          Η τρίτη παρατήρηση αφορά την εξαίρεση για λόγους «ασφάλειας του συστήματος».

                          Πρόκειται για μία εξαιρετικά γενική και αόριστη έννοια.

                          Μία τέτοια διατύπωση μπορεί να αποτελέσει στο μέλλον εργαλείο παράκαμψης της ίδιας της προστασίας που το χωροταξικό επιδιώκει να θεσπίσει.

                          Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση πρέπει να απαλειφθεί ή να περιοριστεί αυστηρά σε απολύτως εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν σχετίζονται με την ανάπτυξη νέων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

                          Εξίσου σημαντικό είναι ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στα ανταποδοτικά οφέλη. Η προστασία του τοπίου, της βιοποικιλότητας, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της νησιωτικής φυσιογνωμίας δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής διαπραγμάτευσης.

                          Καμία οικονομική παροχή δεν μπορεί να αποκαταστήσει την απώλεια ενός φυσικού κεφαλαίου που δημιουργήθηκε μέσα σε χιλιάδες χρόνια. Καμία χρηματοδότηση δεν μπορεί να αναδημιουργήσει ένα αλλοιωμένο τοπίο ή έναν χαμένο μεταναστευτικό διάδρομο πτηνών.

                          Η συζήτηση επομένως πρέπει να μετατοπιστεί από τα ανταποδοτικά στην ενεργειακή δημοκρατία.

                          Η Σκύρος δεν ζητά να παραμείνει ενεργειακά εξαρτημένη.

                          Ζητά ακριβώς το αντίθετο. Ζητά να δοθεί η δυνατότητα στους μικρούς νησιωτικούς Δήμους να παράγουν οι ίδιοι την ενέργεια που χρειάζονται.

                          Ζητά ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για δημοτικές ενεργειακές κοινότητες. Ζητά εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό. Ζητά τη δυνατότητα ενεργειακής κάλυψης των αντλιοστασίων ύδρευσης, των εγκαταστάσεων αποχέτευσης, των μονάδων αφαλάτωσης, των σχολείων, των δημοτικών κτιρίων και των λοιπών δημοτικών υποδομών. Ζητά εργαλεία στήριξης της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και των ευάλωτων νοικοκυριών μέσω τοπικής αυτοπαραγωγής.

                          Με άλλα λόγια, ζητά ενεργειακή αυτονομία και όχι ενεργειακή εξάρτηση.

                          Η χώρα μπορεί να χρειάζεται Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

                          Αλλά χρειάζεται και τοπία.

                          Χρειάζεται και βιοποικιλότητα.

                          Χρειάζεται και νησιά που να εξακολουθούν να είναι αναγνωρίσιμα ως τόποι και όχι ως βιομηχανικά πεδία εγκατάστασης ενεργειακών υποδομών.

                          Η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη.

                          Αποτελεί προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης.

                          Η προστασία των μικρών νησιών δεν είναι τοπικό αίτημα.

                          Είναι εθνική υποχρέωση.

                          Για τον λόγο αυτό ζητώ:

                          • τη διατήρηση της απαγόρευσης εγκατάστασης αιολικών σταθμών στα νησιά κάτω των 300 τ.χλμ.,
                          • την κατάργηση όλων των εξαιρέσεων από την απαγόρευση αυτή,
                          • την κατάργηση των μεταβατικών διατάξεων για έργα με ΑΕΠΟ ή ώριμη αδειοδότηση,
                          • την κατάργηση των εξαιρέσεων για Ζώνες Ειδικής Προστασίας υψηλού αιολικού δυναμικού,
                          • την κατάργηση των εξαιρέσεων λόγω «ασφάλειας του συστήματος»,
                          • τη θεσμοθέτηση ειδικού πλαισίου ενεργειακής δημοκρατίας και ενεργειακής αυτονομίας για τους μικρούς νησιωτικούς Δήμους.

                          Η τεχνολογία εξελίσσεται.

                          Το τοπίο όμως, όταν χαθεί, δεν επιστρέφει.

                          #15221
                          ΣΕΠΟΧ | ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΩΝ & ΧΩΡΟΤΑΚΤΩΝ

                             ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ του ΣΕΠΟΧ για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ)

                            Το σχέδιο ΚΥΑ για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΕΧΠ-ΑΠΕ) που έχει τεθεί σε διαβούλευση από το ΥΠΕΝ, έρχεται να αναθεωρήσει το πρώτο ΕΧΠ-ΑΠΕ που είχε θεσμοθετηθεί το 2008.

                            Ο ΣΕΠΟΧ τοποθετείται καταρχήν υπέρ της προώθησης της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, στο πλαίσιο των σχετικών πολιτικών σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, συντασσόμενος υπέρ των διεθνών και ευρωπαϊκών επιδιώξεων για τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, τη διείσδυση των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας, για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα και την κλιματική ουδετερότητα. Υποστηρίζει, επιπλέον, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι στόχοι για ενεργειακή ασφάλεια και αξιοπιστία. Η ενεργειακή μετάβαση προς το νέο μοντέλο χρειάζεται, βέβαια, να προχωρήσει με δίκαιο τρόπο για τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες.

                            Η γενική εκτίμηση του ΣΕΠΟΧ είναι ότι παρά τη φιλική προς το περιβάλλον ρητορική του, το σχέδιο ΚΥΑ υιοθετεί μια μονοδιάστατη προσέγγιση που προτεραιοποιεί τις μεγάλης κλίμακας βιομηχανικές ΑΠΕ, ενώ, ταυτόχρονα είναι σε αρκετά σημεία του παραπλανητικό, καθώς οι προβλέψεις του υπολείπονται επαρκούς τεκμηρίωσης, κρύβουν παγίδες, ή αφήνουν «παράθυρα» για να συνεχιστούν υφιστάμενες προβληματικές πολιτικές. Έρχεται, μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου έχουν ήδη παγιωθεί τετελεσμένα μέσω της εφαρμογής των υφιστάμενων πολιτικών, τα οποία  διευρύνονται περαιτέρω με τις μεταβατικές διατάξεις του εν λόγω σχεδίου ΚΥΑ.

                            Γενικές παρατηρήσεις

                            Ο ΣΕΠΟΧ θεωρεί ότι το ΕΧΠ-ΑΠΕ, ως τομεακό εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού θα όφειλε, κατά πρώτον, να εκπορεύεται από έναν εθνικού επιπέδου ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό (τόσο για τον χερσαίο όσο και για τον θαλάσσιο χώρο), η απουσία του οποίου γίνεται για μια ακόμη φορά αισθητή. Κατά δεύτερον, θα όφειλε να συνομιλεί με τα άλλα ειδικά χωροταξικά πλαίσια, κυρίως για τη Βιομηχανία και Εφοδιαστική. Η παράλληλη προώθηση σχεδιασμών, που είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητοι μεταξύ τους, και χωρίς να υπάρχει επί της ουσίας εθνικού επιπέδου σχεδιασμός, επιβεβαιώνει, ξανά, τον ελλειμματικό συντονισμό στο σύστημα του χωρικού σχεδιασμού. Το έλλειμμα αυτό καθίσταται εντονότερο αν λάβουμε υπόψη ότι ο τοπικός πολεοδομικός σχεδιασμός βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο εκπόνησης. Κατά τρίτον, ο τομεακός σχεδιασμός για της ΑΠΕ θα όφειλε να συναρτάται ουσιαστικά με έναν συνολικό ενεργειακό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου που να συμπεριλάμβανε τις ΑΠΕ και να έδινε προτεραιότητα στην εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση της ζήτησης, την ορθή διαχείριση της ενέργειας και την παραγωγή και χρήση της σε διαφορετικές χωρικές κλίμακες.

                            Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί η ανομοιογενής προσέγγιση που επιφυλάσσει το σχέδιο ΕΧΠ για τις διαφορετικές μορφές ΑΠΕ. Υπάρχουν πολύ ειδικές και δεσμευτικές προβλέψεις για τις αιολικές εγκαταστάσεις, και μάλιστα για αυτές που αφορούν περισσότερο τον χερσαίο χώρο παρά τον θαλάσσιο, ενώ οι υπόλοιπες ΑΠΕ αντιμετωπίζονται πιο αφαιρετικά.

                            Πάγια θέση του ΣΕΠΟΧ είναι ότι τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια είναι εθνικά κατευθυντήρια σχέδια χωρικής ανάπτυξης μιας τομεακής πολιτικής. Θα όφειλαν να παρέχουν, αν και όπου χρειάζεται, γενικές κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα, ενώ προτεραιότητα θα όφειλε να δίνεται στον ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό περιφερειακού και τοπικού επιπέδου, προκειμένου να εξειδικεύσει τις κατευθύνσεις με κανονιστικές διατάξεις.

                            Ελλείμματα τεκμηρίωσης και στόχευσης

                            Το ΕΧΠ-ΑΠΕ θα έπρεπε να στηρίζεται σε συστηματική τεκμηρίωση ως προς βασικά μεγέθη ενεργειακής παραγωγής και κατανάλωσης, ενεργειακών αναγκών και παραγόμενης ενέργειας, τόσο από ΑΠΕ όσο και από άλλες πηγές.

                            Χωρίς τεκμηρίωση παραμένει και η αξιολόγηση των επιπτώσεων του ισχύοντος ΕΧΠ-ΑΠΕ κατά τις σχεδόν δύο δεκαετίες της εφαρμογής του. Δεν φαίνεται να έχει αξιολογηθεί το αποτύπωμά του στον χώρο και το περιβάλλον αλλά και στην ίδια την ανάπτυξη των ΑΠΕ.

                            Αυτές οι ελλείψεις στην τεκμηρίωση αφήνουν μετέωρο το ερώτημα των στόχων που επιχειρεί το ΕΧΠ-ΑΠΕ να εξυπηρετήσει και την αιτιολόγηση των προβλεπόμενων κατευθύνσεων και κανονιστικών διατάξεων. Με δεδομένη τόσο την ήδη αξιοσημείωτα ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα, που φαίνεται ότι «πιάνει τους στόχους», όσο και τις τεράστιου όγκου και έκτασης «κρατήσεις παραγωγής» (όπως αποτυπώνονται στον γεωπληροφοριακό χάρτη της ΡΑΑΕΥ), δεν γίνεται κατανοητό ποιοι είναι οι στόχοι, πόση ενέργεια παράγουμε ως χώρα, αν χρειάζεται να παράγουμε παραπάνω, ή ποιος, πού και πώς θα χρησιμοποιήσει την ενέργεια αυτή. Τα ερωτήματα αυτά γίνονται ακόμα πιο επιτακτικά αν λάβουμε υπόψη παραμέτρους όπως οι επιπλέον «ανάγκες» για ηλεκτρική ενέργεια που θα προκύψουν από την επιδιωκόμενη από το ΕΧΠ-Τ εντατική τουριστική ανάπτυξη, ή και από την τεράστια ζήτηση για ενέργεια των επιθυμητών από την πολιτεία data centres, κ.ο.κ.

                            Τα προαναφερόμενα ζητήματα είναι εύλογο να έχουν απασχολήσει την ίδια την μελέτη του προτεινόμενου ΕΧΠ-ΑΠΕ, ωστόσο η μη δημοσιοποίησή της καθιστά ιδιαίτερα προβληματική την τεκμηρίωση των επιλογών, στις οποίες προβαίνει το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ. Επιβεβαιώνεται έτσι για ακόμα μία φορά η ιδιαιτέρως προβληματική συμπερίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού στη διαδικασία του χωρικού σχεδιασμού, η οποία διενεργείται στο τέλος του σχεδιασμού και αφού σημαντικές αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, ενώ ακόμα και σε αυτό το τελευταίο στάδιο δεν έχει προηγηθεί η παροχή της κατάλληλης τεκμηρίωσης.

                            Κατηγοριοποίηση εθνικού χώρου

                            Η ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ αναγνωρίζει περιοχές καταλληλότητας, περιοχές προτεραιότητας και περιοχές επιτάχυνσης για εγκατάσταση μορφών ΑΠΕ. Η Στερεά Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένης της Εύβοιας) και η Πελοπόννησος (στις οποίες βρίσκεται σήμερα ο κύριος όγκος των αιολικών εγκαταστάσεων) συνεχίζουν να αναλαμβάνουν το μεγάλος βάρος της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ μαζί με τη Θράκη και τα μεγάλα νησιά.

                            Βασικά κριτήρια για τις περιοχές καταλληλότητας είναι το αιολικό δυναμικό και το επενδυτικό ενδιαφέρον που συνδέεται με τις δυνατότητες διασύνδεσης και τη χωροταξία των δικτύων ενέργειας. Η λογική αυτή οδηγεί σε μια άνιση χωρική συγκέντρωση και επιβαρύνει ιδιαίτερα ορισμένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των ήδη επιβαρυμένων. Αντίθετα, θα χρειαζόταν να μειωθούν οι σωρευτικές επιπτώσεις που δυνητικά προκαλεί η συγκέντρωση πολλών αιολικών πάρκων και λοιπών ΑΠΕ σε μια περιοχή.

                            Σημαντικές μεθοδολογικές απορίες δημιουργούνται από το ότι, για παράδειγμα:

                            • αποκλείονται πολλές περιοχές από την παραγωγή αιολικής ενέργειας, σχεδόν το 60/% του εθνικού χώρου, και
                            • περιοχές που χαρακτηρίζονταν ως αιολικής καταλληλότητας στο ισχύον ΕΧΠ-ΑΠΕ, πλέον προτείνονται ως περιοχές αποκλεισμού.

                            Ο ΣΕΠΟΧ θεωρεί ότι η κατηγοριοποίηση του εθνικού χώρου θα όφειλε να προσεγγίζεται όχι στο επίπεδο της Δημοτικής Ενότητας αλλά σε ευρύτερες γεωγραφικές/διοικητικές ενότητες –τουλάχιστον για τον ηπειρωτικό χώρο–, συνδεόμενη με τις Περιφέρειες και τον χωροταξικό σχεδιασμό περιφερειακού επιπέδου, σε μια κατεύθυνση κατά το δυνατόν ισόρροπης κατανομής και συνεισφοράς στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ.

                            Αντ’ αυτού η ποσοστικοποίηση των εκτάσεων των Δημοτικών Ενοτήτων περιορίζει και περιπλέκει την εγκατάσταση ΑΠΕ στο τοπικό επίπεδο. Το Σχέδιο ΚΥΑ συνεχίζει και επεκτείνει τη λογική των οριζόντιων κανονιστικών διατάξεων για ποσοστά κατάληψης γης από ΑΠΕ (ιδίως για τις ανεμογεννήτριες), που είχε εισαγάγει το ισχύον ΕΧΠ. Αναφέρονται ως κανόνες χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων το 4% της έκτασης ανά ΔΕ στον νησιωτικό χώρο (άρ. 8) και το 8% στον ηπειρωτικό χώρο (άρ. 6). Και ως  κανόνες χωροθέτησης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων το 1.5% ανά Περιφερειακή Ενότητα (άρ. 16). Η επιμονή σε οριζόντιες κανονιστικές διατάξεις οδηγεί σε μια σειρά από απορίες και ασάφειες ως προς την εφαρμογή του πλαισίου. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το κενό που εντοπίζεται στην πρόβλεψη για αιολικές εγκαταστάσεις σε όμορη Δ.Ε. του ίδιου ή άλλου Δήμου που δεν χαρακτηρίζεται ως περιοχή καταλληλότητας (άρ. 6), στο βαθμό που δεν είναι κατανοητό με τι ποσοστό κάλυψης εδάφους θα γίνει αυτό για τις «μη κατάλληλες» περιοχές.

                            Ιδιαίτερα σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι το σχέδιο ΚΥΑ εμπεριέχει μια σειρά από παρεκκλίσεις που καταστρατηγούν τις κανονιστικές διατάξεις που το ίδιο θέτει, ανοίγοντας πολύ μεγάλα «παράθυρα». Αναφέρουμε ενδεικτικά τις προβλέψεις για τον υποκείμενο πολεοδομικό σχεδιασμό που επιτρέπουν για τις αιολικές εγκαταστάσεις παρεκκλίσεις από το ΕΧΠ-ΑΠΕ με:

                            • δυνατότητες αύξησης των ποσοστών κάλυψης κατά 30% ή και 50% ! ανά ΟΤΑ (άρ. 6), και
                            • τον εν δυνάμει τριπλασιασμό (!) των ποσοστών κάλυψης ανά ΟΤΑ (άρ. 28).[1]

                            Τέλος, σημειώνεται ότι το σχέδιο ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ ασχολείται κατά βάση με τον χερσαίο χώρο. Παρά κάποιες γενικές προβλέψεις για τις υπεράκτιες ΑΠΕ, ο θαλάσσιος χώρος δεν εμφανίζεται στον χάρτη ή στις κατευθύνσεις ανάπτυξης. Υπενθυμίζεται ότι η Στρατηγική για τον Υπεράκτιο Χώρο δεν προσφέρει επί της ουσίας ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του θαλάσσιου χώρου, ενώ ο η ανάπτυξη του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, ως του πλέον ενδεδειγμένου εργαλείου, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Μάλιστα αντί για θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ο σχεδιασμός για υπεράκτια αιολικά γίνεται μέσω ενός διακριτού τομεακού εργαλείου (Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων), το οποίο είναι «άγνωστο» στο σύστημα χωρικού σχεδιασμού, ενώ παράλληλα δεν έχει υπάρξει ουδεμία συνέχεια από τη φάση της διαβούλευσης, η οποία είχε λάβει χώρα τον Νοέμβριο του 2023.

                            Δεσμευτικότητα ΕΧΠ-ΑΠΕ

                            Για μια ακόμη φορά ο τομεακός σχεδιασμός έρχεται να υπονομεύσει περαιτέρω τον ολοκληρωμένο χωρικό σχεδιασμό περιφερειακού και τοπικού επιπέδου. Οι προβλέψεις για δεσμευτικότητα του ΕΧΠ-ΑΠΕ που αναγκάζουν σε αναθεώρηση και αναδιατυπώσεις ρυθμίσεων όλα τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΖΟΕ, ΤΠΣ (άρ. 28) είναι προφανές ότι κινούνται αντίθετα στο ζητούμενο του ολοκληρωμένου σχεδιασμού του χώρου.

                            Η θέση του ΣΕΠΟΧ είναι ότι υπέρ της βαρύτητας του σχεδιασμού περιφερειακού και τοπικού επιπέδου έναντι των τομεακών προσεγγίσεων. Στο επίπεδο του ολοκληρωμένου σχεδιασμού μπορούν να προσεγγιστούν συγκρούσεις χρήσεων γης, να εκτιμηθούν οι αλληλεπιδράσεις τους στον χώρο, να επιδιωχθεί ισόρροπη ανάπτυξη και ναι εξειδικευθούν όλες οι κατευθύνσεις.

                             Μεταβατικές διατάξεις και τετελεσμένα

                            Τονίζεται ότι μια από τις μεγαλύτερες «παγίδες» του σχεδίου ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ αφορά τις μεταβατικές του διατάξεις. Γίνεται εμφανές ότι η διατύπωση περί «ανοιχτής διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης» με ορόσημο τον Μάιο 2026 μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα προβληματική, και εξίσου προβληματική είναι η προτεινόμενη δυνατότητα ανανέωσης και τροποποίησης περιβαλλοντικών αδειών σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ισχύοντος ΕΧΠ για έργα που ήδη υφίστανται ή που έχουν ολοκληρώσει την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Μάλιστα στις δυνατότητες αυτές περιλαμβάνεται και η επέκταση αδειοδοτημένων εγκαταστάσεων έως και κατά 50%! Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει  τον μεγάλο κίνδυνο δημιουργίας τετελεσμένων και θεωρεί ότι η προοπτική αυτή υπονομεύει σε πολύ μεγάλο βαθμό το ΕΧΠ-ΑΠΕ, καθιστώντας το εργαλείο χωρίς μεγάλες ή ουσιαστικές δυνατότητες παρέμβασης, καθώς εκατοντάδες έργα θα αδειοδοτηθούν με βάση το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο, ακόμα και έργα που παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα χωροθέτησης και περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

                            Προστατευόμενες Περιοχές Natura 2000 και Τοπίο 

                            Το σχέδιο ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ απαγορεύει τις ΑΠΕ σε περιοχές που έτσι κι αλλιώς απαγορεύονται από την κείμενη νομοθεσία, χωρίς να προσθέτει επιπλέον περιορισμούς που να αφορούν την προστασία των Προστατευόμενων Περιοχών του δικτύου Natura. Οι αιολικές εγκαταστάσεις απαγορεύονται  στους οικότοπους προτεραιότητας, στους υγροτόπους Ραμσάρ, στις περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης στους πυρήνες των Εθνικών Δρυμών, στις ΖΕΠ (αλλά με εξαιρέσεις, στις ΠΑΔ, στα ΤΙΦΚ και σε άλλες περιοχές στις οποίες εκ του νόμου ήδη απαγορεύονται. Αντίστοιχες περιοχές απαγορεύσεων προτείνονται και για τις εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας.

                            Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΕΠΟΧ θεωρεί ότι το σύνολο των ΑΠΕ θα έπρεπε να απαγορεύονται και στα Προστατευόμενα Τοπία και Φυσικούς Σχηματισμούς, που εμπίπτουν στις Προστατευόμενες Περιοχές (σύμφωνα με τον ν. 1650/1986) και επιπλέον το ΥΠΕΝ έχει κηρύξει τα τελευταία χρόνια αρκετές περιοχές ως Προστατευόμενα Τοπία, θέτοντας όρους και περιορισμούς στην κατεύθυνση της διατήρησης του Τοπίου. Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει ότι η πρόβλεψη αποκλεισμού αιολικών εγκαταστάσεων από τις ΖΕΠ (άρ. 5) δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα. Το σχέδιο του ΕΧΠ- ΑΠΕ εμφανίζεται να θέτει περιορισμούς, ενώ στην πραγματικότητα απλώς επικυρώνει μια ήδη ειλημμένη χωροθέτηση.

                            Επιπλέον, θα όφειλε το ΕΧΠ-ΑΠΕ να είναι πιο τολμηρό στην κατεύθυνση προστασίας της Γεωργικής Γης Υψηλής Παραγωγικότητας (ΓΓΥΠ), αναγνωρίζοντας ότι είναι ένας εν ανεπαρκεία και αναντικατάστατος φυσικός πόρος, και λαμβάνοντας υπόψη την κατά τόπους μαζική αλλαγή χρήσης της γεωργικής γης και αλλοίωση του αγροτικού και φυσικού περιβάλλοντος, ειδικότερα ως προς την χωροθέτηση των Φωτοβολταϊκών Πάρκων.

                            Όσον αφορά το Τοπίο, σημειώνεται ότι η τοπιακή προστασία είναι θέμα πιο σύνθετο και διαδικασία πιο ευρεία από τους κανόνες θέασης και οπτικής. Το ΕΧΠ θα όφειλε να αποφεύγει τις εξαντλητικές οριζόντιες κανονιστικές διατάξεις και η αντιμετώπιση του τοπίου να προσαρμόζεται στις τοπικές συνθήκες μέσω του σχεδιασμού. Εδώ υπάρχουν τουλάχιστον τρία θέματα που είναι ιδιαίτερα κρίσιμα:

                            • Η ανανέωση και αντικατάσταση έργων ΑΠΕ που προσεγγίζουν το όριο του κύκλου ζωής τους. Με μια λογική ορθολογικής και οικονομικής διαχείρισης γης και υποδομών, θα όφειλαν να προτεραιοποιουνται περιοχές που έχουν ήδη υποστεί παρεμβάσεις (οδικό δίκτυο, δίκτυο υποδομών, συγκεντρώσεις παραγωγικών δραστηριοτήτων, κ.λπ.) και να προκρίνεται η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος στον ίδιο χώρο.
                            • Το χωρικό αποτύπωμα της μεταφοράς της ενέργειας που παράγεται και οι επιπτώσεις των δικτύων μεταφοράς στο περιβάλλον και το τοπίο.
                            • Η προβληματική διατήρηση των κριτηρίων/δεικτών των επιμέρους μεθοδολογικών εργαλείων (αποστάσεις, πυκνότητες, μελέτη τοπίου κ.λπ.) του ισχύοντος Ειδικού Πλαισίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην αιολική ενέργεια, στον βαθμό που έχει στο μεταξύ αλλάξει η κλίμακα των νέων υποδομών και τα μεγέθη των τυπικών ανεμογεννητριών έχουν έκτοτε σχεδόν διπλασιαστεί.

                            Αστικός χώρος και τουριστικές περιοχές

                            Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να αναφέρεται σε όλα τα χωρικά επίπεδα και διαφορετικές χρήσεις ενέργειας. Το σχέδιο ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ αναφέρεται κυρίως στις μεγάλες βιομηχανικές ΑΠΕ στον εξωαστικό χώρο και τις αποκλείει τόσο από περιοχές που έχουν κύριο προορισμό τον τουρισμό (σύμφωνα με ΕΧΠ-Τ), όσο και τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Όμως, δεν υπάρχει αναφορά στην ενέργεια που (μπορεί να) παράγεται στα αστικά κέντρα και τις αστικοποιημένες περιοχές. Δεν υπάρχουν περιορισμοί αλλά ούτε και σχετικές κατευθύνσεις.

                            Ωστόσο, ο ΣΕΠΟΧ θεωρεί ότι χρειάζονται αστικές στρατηγικές κλιματικής ουδετερότητας που να συμπεριλαμβάνουν την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και στις οποίες θα πρέπει να προσανατολιστούν οι πόλεις. Θα ήταν σκόπιμο το ΕΧΠ-ΑΠΕ να δίνει κατευθύνσεις και προτάσεις μέτρων για την εγκατάσταση ΑΠΕ σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων δηλαδή ΟΤΑ και να παροτρυνθούν οι ΟΤΑ να είναι ενεργειακά αυτόνομοι. Επισημαίνονται επιθυμητές λύσεις όπως τα φωτοβολταϊκά και οι ανεμογεννήτριες σε επίπεδο κτιρίου, Οικοδομικού Τετραγώνου ή γειτονιάς, σε κατοικίες αλλά και σε χώρους στάθμευσης, δημόσια ακίνητα, βιομηχανικά, εμπορικά, τουριστικά ακίνητα κ.λπ., και τα πολλαπλά οφέλη των τοπικών κοινωνιών που είναι οι μειώσεις λογαριασμών ρεύματος από την αυτοκατανάλωση, τοπικά έσοδα, θέσεις εργασίας και θετικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο.

                            Κλίμακα της ανάπτυξης ΑΠΕ και ενεργειακή δημοκρατία

                            Το Σχέδιο ΚΥΑ του ΕΧΠ-ΑΠΕ υιοθετεί μια μονοδιάστατη προσέγγιση που εστιάζεται στα μεγάλης κλίμακας έργα ΑΠΕ (όπως εκτεταμένα αιολικά ή φωτοβολταϊκά πάρκα). Αυτό, δηλαδή, που ονομάζεται και ως ΒΑΠΕ, δηλαδή Βιομηχανικές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ηλεκτροπαραγωγής, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς της παραγωγής ΑΠΕ ανήκει σε μεγάλο βαθμό σε λίγες μεγάλες εταιρείες (εθνικές ή ξένες).

                            Ωστόσο, η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να αναφέρεται σε διαφορετικές κλίμακες επενδεδυμένου κεφαλαίου. Στο πλαίσιο μιας επιθυμητής «ενεργειακής δημοκρατίας», ο σχεδιασμός ΑΠΕ θα όφειλε τουλάχιστον να εμπεριέχει και κατ’ ουσίαν να ενισχύει και να υποστηρίζει και μικρότερα σχήματα ηλεκτροπαραγωγής (όπως οι ενεργειακές κοινότητες). Έχει ιδιαίτερη σημασία η τοπικοποίηση της παραγωγής ενέργειας προς όφελος των τοπικών κοινοτήτων.

                            Ο ΣΕΠΟΧ θεωρεί ότι οι ΑΠΕ είναι αναγκαίες και επιθυμητές για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Ωστόσο, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι η επιτάχυνση ανάπτυξης των ΑΠΕ είναι πολύ πιθανό να δημιουργεί νέες πιέσεις στο τοπικό επίπεδο. Τόσο λόγων των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της απανθρακοποίησης στις τοπικές κοινωνίες όσο και λόγων των περιβαλλοντικών και τοπιακών επιπτώσεων των νέων υποδομών ΑΠΕ. Είναι κρίσιμο η επιτάχυνση αυτή να μην παρασύρεται από το επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά να προχωρά με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την προστασία του περιβάλλοντος και του τοπίου με δίκαιο τρόπο και με δημοκρατική κατεύθυνση που να επιδιώκει τη διεύρυνση της αποδοχής των ΑΠΕ από τις τοπικές κοινωνίες μέσω συνεργειών.

                            24 Ιουνίου 2026

                            [1] Εδώ η διατύπωση φαίνεται να είναι λάθος: «Ειδικά για τις αιολικές εγκαταστάσεις, οι περιοχές του ΟΤΑ στις οποίες επιτρέπεται η χωροθέτησή τους από τα ως άνω σχέδια, δεν μπορεί να είναι μικρότερη σε έκταση από το τριπλάσιο αυτής που με το παρόν ΕΧΠ καθορίζεται ως μέγιστο ποσοστό κατάληψης εδάφους για τον συγκεκριμένο ΟΤΑ». (σελ. 45)

                            #15223
                            ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΕΞΩΡΑΙΣΤΙΚΟΣ ΦΙΛΟΔΑΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΑΝΔΡΙΩΝ ΡΑΧΩΝ ΙΚΑΡΙΑΣ΄΄Η ΔΟΛΙΧΗ΄΄

                              ΠΡΟΣ: Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γενική Γραμματεία Χωρικού Σχεδιασμού & Αστικού Περιβάλλοντος Διεύθυνση Χωροταξικού Σχεδιασμού

                              ΘΕΜΑ: Παρεμβάσεις, Ενστάσεις και Καταγγελία Σφαλμάτων επί του σχεδίου ΚΥΑ και της ΣΜΠΕ του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ – Η περίπτωση της νήσου Ικαρίας.

                              Αξιότιμοι κύριοι/ες,

                              Στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης επί του σχεδίου ΚΥΑ και της ΣΜΠΕ για το ΕΧΠ-ΑΠΕ, ασκώ τις κάτωθι ενστάσεις και παρατηρήσεις, επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός μου, κατ’ εφαρμογή του Συντάγματος (Άρθρο 24) και της Σύμβασης του Άαρχους (Ν. 3422/2005).

                              Το υπόμνημα αφορά την περίπτωση της νήσου Ικαρίας (Ανατολικής και Δυτικής), καθώς και οριζόντιες εθνικές αστοχίες και δομική ακυρότητα λόγω:

                              • Έλλειψηςτεκμηρίωσηςτηςσκοπιμότητας.
                              • Αυθαίρετης χωροθέτησης Σταθμών Αποθήκευσης (BatteryCenters), Γραμμών Μεταφοράς, Συνοδών Έργων, Υβριδικών Σταθμών Αντλησιοταμίευσης και Ψηφιακών Υποδομών (DataCenters).
                              • Κίνδυνος μη αναστρέψιμης υποβάθμισης της βιοποικιλότητας και αποδόμησης της οικολογικής ακεραιότητας.
                              • Υποβάθμισης της αγροτικής παραγωγής και οικονομικής απαξίωσης της ακίνητης περιουσίας.
                              • Απόκρυψης των επιπτώσεων χημικής ρύπανσης (Δισφαινόλη Α, Βαρέα Μέταλλα, PFAS).
                              • Αντιφάσεων των επίσημων Χαρτών Δέουσας Εκτίμησης για τη σωρευτική επιβάρυνση και παραβίασης της Σύμβασης του Άαρχους.

                              Με το παρόν υπόμνημα καταθέτω αναλυτικές και τεκμηριωμένες ενστάσεις επί του υπό διαβούλευση Σχεδίου Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) και της συνοδεύουσας Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για το ΕΧΠ-ΑΠΕ. Η παρούσα παρέμβαση αναδεικνύει σοβαρές χαρτογραφικές παραλείψεις, θεσμικές αντιφάσεις, δομικά επιστημονικά κενά και, πρωτίστως, την πλήρη απουσία επιστημονικής, νομικής και κοινωνικοοικονομικής τεκμηρίωσης.

                              Επιπροσθέτως, επισημαίνω ότι το υπό διαβούλευση σχέδιο παρουσιάζει έντονη αοριστία των διατάξεων, η οποία, λόγω της έλλειψης ρητών περιοριστικών όρων, αφήνει ευρύτατα περιθώρια αυθαίρετης ερμηνείας. Η κανονιστική αυτή αοριστία λειτουργεί ως «κερκόπορτα» που δύναται να επιτρέψει την άναρχη εγκατάσταση ανεμογεννητριών και βιομηχανικών υποδομών ακόμη και σε περιοχές υψηλής οικολογικής ευαισθησίας, παρακάμπτοντας στην πράξη τις όποιες τυπικές προβλέψεις προστασίας.

                              Καθώς οι προτεινόμενες ρυθμίσεις στερούνται ουσιαστικής δημόσιας συμμετοχής και απειλούν άμεσα τη βιοποικιλότητα, την υδρολογική ακεραιότητα, την επισιτιστική ασφάλεια, την ιδιωτική περιουσία και τη δημόσια ασφάλεια (λόγω χημικών, βιομηχανικών, πυροθερμικών και πλημμυρικών κινδύνων), τόσο στην Ικαρία όσο και στην ελληνική επικράτεια συνολικά, αιτούμαι την άμεση απόσυρση του υπό διαβούλευση πλαισίου και της ΣΜΠΕ και ουσιαστική επαναδιατύπωση,ώστε να ενσωματωθούν στο σύνολό τους οι παρατηρήσεις και προτάσεις που αναλύονται κατωτέρω.

                               

                               

                              Περιεχόμενα:

                              ΜΕΡΟΣ Α: ΤΟΠΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ (ΝΗΣΟΣ ΙΚΑΡΙΑ)

                              1. Απόλυτος Οριζόντιος Αποκλεισμός της Ικαρίας ως Νησιού κάτω των 300 τ.χλμ.
                              2. Οικολογικές Πιέσεις και Προστατευόμενες Περιοχές (Natura 2000) – Καταγγελία Σφάλματος στον Χάρτη 3
                              3. Υδρολογική Ισορροπία, Μικροκλίμα και Ανεπάρκεια Αποστάσεων Ασφαλείας.
                              4. Αυθαίρετος ΠεριορισμόςτουΧάρτη 1
                              5. Κοινωνικοοικονομική Ταυτότητα, Εναλλακτικός Τουρισμός, Πολιτιστική Κληρονομιά και η ανάγκη προστασίας της Δυτικής Ικαρίας – Πλήρης Απαξίωση στον Χάρτη 4
                              6. Ομολογία Σωρευτικής Επιβάρυνσης στην Ανατολική Ικαρία (Εικόνα 2-1, Έλεγχος Δέουσας Εκτίμησης)
                              7. Η Γεωγραφική Αλληλουχία Ανατολικής και Δυτικής Ικαρίας βάσει της Δέουσας Εκτίμησης

                              ΜΕΡΟΣ Β: ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΔΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΧΠ-ΑΠΕ  

                              1. Δομικό Έλλειμμα Στρατηγικής Σκοπιμότητας: Ατεκμηρίωτη «Ενεργειακή Ανάγκη» των ΒΑΠΕ και Ανατροπή του Ισοζυγίου Κόστους-Οφέλους
                              2. Καταστρεπτικά Συνοδά Έργα: Δρόμοι Διάνοιξης, Γραμμές Μεταφοράς και Υποσταθμοί Υψηλής Τάσης
                              3. Υβριδικά Πάρκα (Αντλησιοταμίευση) και Υδρογεννήτριες: Η Βιομηχανοποίηση των Ρεμάτων και η Απαξίωση των Υδάτινων Οικοσυστημάτων
                              4. Πλήρης Αποσιώπηση των Επιπτώσεων Χημικής Ρύπανσης και Τοξικότητας Αιολικών Σταθμών: Η Απειλή της Δισφαινόλης Α (BPA) και των Μικροπλαστικών
                              5. Έλλειψη Τεκμηρίωσης Αναγκαιότητας & Περιβαλλοντικοί Κίνδυνοι Βιομηχανικών Φωτοβολταϊκών Πάρκων
                              6. Δομική Έκπτωση Επιστημονικής Τεκμηρίωσης για τους Υδατικούς Πόρους της Χώρας
                              7. Αναχρονιστικό Υψομετρικό Όριο, Τεχνολογική Παράκαμψη και Πλήρης Αγνόηση των Ορνιθολογικών Μεταναστευτικών Δεδομένων
                              8. Πλήρης Απουσία Οριζόντιων Κριτηρίων για τη «Φέρουσα Ικανότητα»
                              9. Αναγκαιότητα Προστασίας της Πρωτογενούς Παραγωγής από την Ανάπτυξη Βιομηχανικών Υποδομών
                              10. Οικονομική Απαξίωση, Κοινωνικές Επιπτώσεις και η Αναγκαιότητα του Ενεργειακού Εκδημοκρατισμού
                              11. Δομική Αλλοίωση Χλωρίδας και Πανίδας: Οικοσυστημική Κατάρρευση και Κατακερματισμός Ενδιαιτημάτων
                              12. Αδιαφορία για την Αλλοίωση των Τοπικών Μικροκλιμάτων
                              13. Στρατηγική Παράλειψη των DataCenters και των Συνδυαστικών Έργων (TwinTransition)
                              14. Αυθαίρετη Χωροθέτηση Σταθμών Αποθήκευσης με Μπαταρίες (BatteryCenters – BESS)
                              15. Έλλειψη Εθνικής Εκτίμησης Σωρευτικών και Συνεργιστικών Επιπτώσεων σε Επίπεδο Επικράτειας

                              ΜΕΡΟΣ Γ: ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

                              1. Ρητή Παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου και της Νομολογίας του ΔΕΕ (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ)
                              2. Σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία REDIII (Οδηγία 2023/2413 για τις ΑΠΕ)
                              3. Παραβίαση της Διεθνούς Σύμβασης του Μπερν (Για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής)
                              4. Δομική Αντίφαση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (NatureRestorationLaw)

                              ΜΕΡΟΣ Δ: ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΓΕΝΙΚΑ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΣΤΗ ΣΜΠΕ

                              1. Πλήρης Απουσία Πλαισίου για την Ανακύκλωση και Αποξήλωση (Decommissioning)
                              2. Θεσμικό Χάος και Ασυμβατότητα με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ)
                              3. Διαδικαστικές Ελλείψεις, Σύμβαση του Άαρχους και Αίτημα Θεσμοθέτησης Διαφάνειας

                              ΜΕΡΟΣ Ε: ΣΥΝΟΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ

                              1. Απόλυτος Οριζόντιος Αποκλεισμός της Ικαρίας ως Νησιού κάτω των 300 τ.χλμ (Βλ. Μέρος Α, Άρθρο 1).
                              2. Οικολογικές Πιέσεις και Προστατευόμενες Περιοχές (Natura 2000) – Καταγγελία Σφάλματος στον Χάρτη 3 Άμεση διόρθωση του Χάρτη 3.
                              3. Υδρολογική Ισορροπία, Μικροκλίμα και Ανεπάρκεια Αποστάσεων Ασφαλείας.
                              4. Αυθαίρετος Περιορισμός του Χάρτη 1.
                              5. Κοινωνικοοικονομική Ταυτότητα, Εναλλακτικός Τουρισμός, Πολιτιστική Κληρονομιά και η ανάγκη προστασίας της Δυτικής Ικαρίας – Πλήρης Απαξίωση στον Χάρτη 4.
                              6. Ομολογία Σωρευτικής Επιβάρυνσης στην Ανατολική Ικαρία (Εικόνα 2-1, Έλεγχος Δέουσας Εκτίμησης).
                              7. Η Γεωγραφική Αλληλουχία Ανατολικής και Δυτικής Ικαρίας βάσει της Δέουσας Εκτίμησης.
                              8. Δομικό Έλλειμμα Στρατηγικής Σκοπιμότητας: Ατεκμηρίωτη «Ενεργειακή Ανάγκη» των ΒΑΠΕ και Ανατροπή του Ισοζυγίου Κόστους-Οφέλους.
                              9. Καταστρεπτικά Συνοδά Έργα: Δρόμοι Διάνοιξης, Γραμμές Μεταφοράς και Υποσταθμοί Υψηλής Τάσης
                              10. Υβριδικά Πάρκα (Αντλησιοταμίευση) και Υδρογεννήτριες.
                              11. Πλήρης Αποσιώπηση των Επιπτώσεων Χημικής Ρύπανσης και Τοξικότητας Αιολικών Σταθμών.
                              12. Έλλειψη Τεκμηρίωσης Αναγκαιότητας & Περιβαλλοντικοί Κίνδυνοι Βιομηχανικών Φωτοβολταϊκών Πάρκων. Καθολική απαγόρευσηχωροθέτησης.
                              13. Δομική Έκπτωση Επιστημονικής Τεκμηρίωσης για τους Υδατικούς Πόρους της Χώρας.
                              14. Αναχρονιστικό Υψομετρικό Όριο, Τεχνολογική Παράκαμψη και Πλήρης Αγνόηση των Ορνιθολογικών Μεταναστευτικών Δεδομένων.
                              15. Πλήρης Απουσία Οριζόντιων Κριτηρίων για τη «Φέρουσα Ικανότητα».
                              16. Αναγκαιότητα Προστασίας της Πρωτογενούς Παραγωγής από την Ανάπτυξη Βιομηχανικών Υποδομών.
                              17. Οικονομική Απαξίωση, Κοινωνικές Επιπτώσεις και η Αναγκαιότητα του Ενεργειακού Εκδημοκρατισμού Καθεστώς “APriori” Εξαίρεσης.
                              18. Δομική Αλλοίωση Χλωρίδας και Πανίδας.
                              19. Αδιαφορία για την Αλλοίωση των Τοπικών Μικροκλιμάτων.
                              20. Στρατηγική Παράλειψη των DataCenters και των Συνδυαστικών Έργων (TwinTransition).
                              21. Αυθαίρετη Χωροθέτηση Σταθμών Αποθήκευσης με Μπαταρίες (BatteryCenters – BESS):
                              22. Έλλειψη Εθνικής Εκτίμησης Σωρευτικών και Συνεργιστικών Επιπτώσεων σε Επίπεδο Επικράτειας.
                              23. Ρητή Παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου και της Νομολογίας του ΔΕΕ (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ).
                              24. Σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία REDIII (Οδηγία 2023/2413 για τις ΑΠΕ).
                              25. Παραβίαση της Διεθνούς Σύμβασης του Μπερν (Για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής).
                              26. Δομική Αντίφαση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (NatureRestorationLaw).
                              27. Πλήρης Απουσία Πλαισίου για την Ανακύκλωση και Αποξήλωση (Decommissioning).
                              28. Θεσμικό Χάος και Ασυμβατότητα με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ).
                              29. Διαδικαστικές Ελλείψεις, Σύμβαση του Άαρχους και Αίτημα Θεσμοθέτησης Διαφάνειας.

                              ΜΕΡΟΣ ΣΤ : ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟ ΠΟΡΙΣΜΑ

                              ΜΕΡΟΣ Ζ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ

                               

                               
                              <h2>ΜΕΡΟΣ Α: ΤΟΠΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ (ΝΗΣΟΣ ΙΚΑΡΙΑ)</h2>
                              <h3>1. Απόλυτος Οριζόντιος Αποκλεισμός της Ικαρίας ως Νησιού κάτω των 300 τ.χλμ.</h3>
                              Στο Κεφάλαιο Η’, Άρθρο 19 («Περιοχές αποκλεισμού»), παράγραφος 1, περίπτωση (ι) του υπό διαβούλευση Σχεδίου ΚΥΑ, ορίζεται ρητά ο αποκλεισμός χωροθέτησης εγκαταστάσεων ΑΠΕ σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ

                              • Τεκμηρίωση: Η νήσος Ικαρία έχει συνολική έκταση 255,3 τ.χλμ., γεγονός που την κατατάσσει αυτοδίκαια και οριζόντια στις περιοχές απόλυτου αποκλεισμού του Άρθρου 19.
                              • Απαίτηση: Ζητείται η άμεση επανεξέταση όλων των υφιστάμενων και εκκρεμών αδειοδοτήσεων έργων ΑΠΕ στην Ικαρία υπό το φως του προβλεπόμενου καθεστώτος αποκλεισμού του άρθρου 19. Εφόσον διαπιστωθεί ότι οι σχετικές άδειες βρίσκονται σε πρόωρο αδειοδοτικό στάδιο ή δεν έχουν λάβει την έγκριση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή εκδόθηκαν ή προωθήθηκαν χωρίς επαρκή αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας, των σωρευτικών επιπτώσεων ή των περιβαλλοντικών ή χωροταξικών περιορισμών της περιοχής, ζητείται η ανάκληση, ακύρωση ή παύση της αδειοδοτικής διαδικασίας, κατά περίπτωση.

                              <h3>2. Οικολογικές Πιέσεις και Προστατευόμενες Περιοχές (Natura 2000) – Καταγγελία Σφάλματος στον Χάρτη 3</h3>
                              Το Σχέδιο ΚΥΑ στο Άρθρο 19, par. 1(δ) ορίζει ως περιοχή αποκλεισμού τους πυρήνες των κηρυγμένων μνημείων της φύσης, τα οποία αποτυπώνονται στον Χάρτη 3 της ΣΜΠΕ.

                              • 1 Η Χαρτογραφική Παράλειψη: Στον επίσημο Χάρτη 3 της ΣΜΠΕ, το Δάσος του Ράντη ΔΕΝ είναι αποτυπωμένο ως Μνημείο της Φύσης, παρά το γεγονός ότι έχει κηρυχθεί επίσημα ως Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης με βάση την απόφαση της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου (Αρ. Πρωτ. 17988/983/21.03.2014, ΦΕΚ 93/ΑΑΠ/27.03.2014). Πρόκειται για το αρχαιότερο δρυοδάσος Αριάς (Quercusilex) στην Ελλάδα (άνω των 500 ετών), ενταγμένο παράλληλα στο δίκτυο Natura 2000.

                              2.2 Καθολική Απαγόρευση εντός Natura 2000 και Οικολογικές Πιέσεις: Η περιοχή αποτελεί κρίσιμο βιότοπο και ζωτικό πεδίο κυνηγιού για τον προστατευόμενο Σπιζαετό (Aquilafasciata), με τη Μελέτη Δέουσας Εκτίμησης να τεκμηριώνει άμεσο κίνδυνο θανάτωσης λόγω προσκρούσεων. Η εξαίρεση του Άρθρου 19, παρ. 1(στ), η οποία επιτρέπει έργα σε ζώνες Natura αν το αιολικό δυναμικό υπερβαίνει τα 7,5 m/sec, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη βιομηχανοποίηση των κορυφογραμμών. Αυτό θα προκαλέσει ανεπανόρθωτο φαινόμενο «νησιδοποίησης», αποκόπτοντας τους οικολογικούς διαδρόμους και εγκλωβίζοντας την άγρια πανίδα.

                              Ως εκ τούτου, ζητώ τη θεσμοθέτηση τεκμηρίου ασυμβατότητας για τη χωροθέτηση βιομηχανικών ΑΠΕ εντός του δικτύου Natura 2000. Λόγω της φύσης και της κλίμακας των έργων αυτών, η εγκατάστασή τους εντός προστατευόμενων περιοχών καθιστά πρακτικά ανέφικτη την τεκμηρίωση της «μη σημαντικής επίπτωσης» κατά τη διαδικασία της Δέουσας Εκτίμησης. Συνεπώς, η κατάργηση της ανωτέρω εξαίρεσης και ο χαρακτηρισμός των περιοχών Natura 2000 ως ζωνών απόλυτου αποκλεισμού για τη βιομηχανική ανάπτυξη αποτελεί τη μοναδική οδό για τη διασφάλιση της ακεραιότητας των οικοσυστημάτων, σύμφωνα με τις επιταγές της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

                              • 3 Ανεπάρκεια Χωροθέτησης για την Ορνιθοπανίδα: Δεν καθορίζονται ρητές «ζώνες ασφαλείας» (bufferzones) γύρω από τις περιοχές φωλιάσματος και τροφοληψίας ειδών προτεραιότητας και προστατευόμενων αρπακτικών, όπως ο Σπιζαετός (Aquilafasciata) και ο Μαυροπετρίτης.

                                            Τεκμηρίωση Περιοχής Καταφυγίου: Η επιβεβαιωμένη παρουσία ενεργού ζευγαριού Σπιζαετού (Aquilafasciata) στο φαράγγι του Καταφυγίου καθιστά την περιοχή αυτή υψηλής οικολογικής αξίας, απαιτώντας τον καθορισμό της ως ζώνης απόλυτης προστασίας με ρητή απαγόρευση βιομηχανικής παρέμβασης σε ακτίνα 5 χλμ.

                              Οικολογική Ακεραιότητα Ορεινού Όγκου Ικαρίας: Πέραν του Καταφυγίου, ολόκληρος ο υπόλοιπος ορεινός όγκος της Ικαρίας φιλοξενεί κρίσιμους πληθυσμούς προστατευόμενων αρπακτικών πτηνών, η παρουσία και η δράση των οποίων αποτελούν αδιαμφισβήτητους δείκτες οικολογικής ακεραιότητας. Η απουσία πρόβλεψης για την προστασία αυτών των βιότοπων καθιστά το Σχέδιο νομικά και οικολογικά ευάλωτο, καθώς η εγκατάσταση ΑΠΕ εντός αυτών επιφέρει:

                              ○ α) Άμεση θανάτωση: Μέσω πρόσκρουσης στις ανεμογεννήτριες.

                              ○ β) Οικολογική απομόνωση: Εγκατάλειψη θέσεων φωλιάσματος λόγω όχλησης.

                              ○ γ) Υποβάθμιση ενδιαιτημάτων: Κατακερματισμός περιοχών τροφοληψίας.

                              • 4 Παράλειψη των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (IBA): Το ΕΧΠ-ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ αγνοούν τις διεθνώς αναγνωρισμένες Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (IBA). Η μη ενσωμάτωση των περιοχών IBA στα χωροταξικά κριτήρια αποκλεισμού συνιστά επιστημονική αυθαιρεσία. Ζητούμε τη θεσμική θωράκιση των IBA και την εφαρμογή του ίδιου αυστηρού πλαισίου αποκλεισμού που ισχύει για τις περιοχές Natura
                              • Απαίτηση: Άμεση διόρθωση του Χάρτη 3, κατάργηση των εξαιρέσεων για τις νησιωτικές Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), θεσμοθέτηση ζώνης προστασίας 5 χλμ. στο Καταφύγι και θέσπιση καθολικού apriori αποκλεισμού των αιολικών εντός των προστατευόμενων περιοχών του νησιού καθώς και σε ολόκληρο τον ορεινό όγκο της Ικαρίας, λόγω της κρίσιμης σημασίας του για την επιβίωση προστατευόμενων ειδών αρπακτικών πτηνών.

                              <h3>3. Υδρολογική Ισορροπία, Μικροκλίμα και Ανεπάρκεια Αποστάσεων Ασφαλείας</h3>
                              Στο Παράρτημα ΙΙ, Πίνακας Β1 του Σχεδίου ΚΥΑ, ορίζεται ως ελάχιστη απόσταση εγκαταστάσεων από κηρυγμένα μνημεία φύσης τα μόνιμα 500 μέτρα.

                              • Το Τεχνικό Κενό & η Έλλειψη Τεκμηρίωσης: Το Δάσος του Ράντη αναπτύσσεται στην κεντρική οροσειρά του Αθέρα. Όπως ομολογεί το Στάδιο 1 της Μελέτης Δέουσας Εκτίμησης, οι εκτεταμένες παρεμβάσεις επιφέρουν «σημαντική μεταβολή οικολογικών λειτουργιών» και «αλλοίωση στην ποιότητα και επάρκεια των υδάτων». Το Χωροταξικό αντιμετωπίζει τις ΑΠΕ ως «μη ρυπογόνες» δραστηριότητες κατά τη λειτουργία, αγνοώντας τις καταστροφικές γεωτεχνικές επιπτώσεις της φάσης κατασκευής.
                              • Υδρολογικές Επιπτώσεις: Οι εκτεταμένες εκσκαφές και η θεμελίωση με ογκώδεις κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα εντός των καρστικών/ασβεστολιθικών σχηματισμών της περιοχής, εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για τη διατάραξη του υδρολογικού καθεστώτος. Οι εν λόγω κατασκευές ενδέχεται να λειτουργήσουν ως τεχνητά υπόγεια εμπόδια, διακόπτοντας τις φυσικές υδροφόρες οδούς. Η πιθανότητα αυτή θέτει σε άμεσο κίνδυνο την αδιάλειπτη τροφοδοσία των τοπικών πηγών, οι οποίες αποτελούν κρίσιμη πηγή υδροδότησης για τους οικισμούς. Επιπροσθέτως, η αλλοίωση του αναγλύφου και του δασικού καλύμματος ενέχει τον κίνδυνο υποβάθμισης του ευαίσθητου μικροκλίματος (υγρασία, αερισμός), το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας του δασικού οικοσυστήματος
                                Επιπροσθέτως, η ανατροπή των συνθηκών μικροκλίματος —ιδίως η πτώση της ατμοσφαιρικής υγρασίας λόγω των εκτεταμένων αποψιλώσεων και των χωματουργικών εργασιών— αυξάνει κατακόρυφα την ευφλεκτότητα της δασικής βλάστησης. Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος με μειωμένη υγρασία σε συνδυασμό με την εγκατάσταση βιομηχανικών υποδομών σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, καθιστά τη διαχείριση οποιασδήποτε πυρκαγιάς επιχειρησιακά αδύνατη, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση του Δάσους του Ράντη και τη δημόσια ασφάλεια.
                              • Απαίτηση: Τροποποίηση του Παραρτήματος ΙΙ και θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιμετρικής ζώνης αποκλεισμού (BufferZone) τουλάχιστον 5 χιλιομέτρων γύρω από το Δάσος του Ράντη και τις κύριες υδρολογικές λεκάνες για τη διασφάλιση των πολύτιμων υδάτινων πόρων του νησιού.

                              <h3>4. Αυθαίρετος Περιορισμός του Χάρτη 1</h3>
                              Ο Χάρτης 1 της ΣΜΠΕ περιορίζει τα όρια εφαρμογής των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) αυστηρά εντός των ζωνών Natura, αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα του νησιού εκτός προστατευτικού πλαισίου.

                              • Η Αντίφαση: Ένα νησιωτικό οικοσύστημα λειτουργεί ως ενιαίος οργανισμός. Η προστατευόμενη πανίδα δεν γνωρίζει διοικητικά όρια και χρησιμοποιεί τις εκτός Natura περιοχές για τροφοληψία. Αν επιτραπεί η άναρχη χωροθέτηση στο υπόλοιπο νησί, θα επέλθει άμεσος οικολογικός και χωρικός κορεσμός, ακυρώνοντας κάθε έννοια βιώσιμης διαχείρισης.
                              • Απαίτηση: Οι περιορισμοί των ΕΠΜ να εξετάζονται στο σύνολο της γεωγραφικής ενότητας του νησιού (ως ενιαία οικολογική και χωρική λεκάνη) και όχι αποσπασματικά ανά ζώνη.

                              <h3>5. Κοινωνικοοικονομική Ταυτότητα, Εναλλακτικός Τουρισμός, Πολιτιστική Κληρονομιά και η ανάγκη προστασίας της Δυτικής Ικαρίας – Πλήρης Απαξίωση στον Χάρτη 4</h3>
                              Ο Χάρτης 4 της ΣΜΠΕ (Στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς) παρουσιάζει μια απαράδεκτη εικόνα πλήρους παράλειψης των ιστορικών, αρχαιολογικών, θρησκευτικών και φυσικών μνημείων της Ικαρίας.

                              • Οι Χαρτογραφικές Παραλείψεις: Στον Χάρτη 4 ΔΕΝ έχουν αποτυπωθεί τα σημαντικότερα κηρυγμένα μνημεία και τοπόσημα του νησιού, όπως:
                                1. Το Κάστρο του Δρακάνου (και ο παρακείμενος Αρχαιολογικός Χώρος / Ιερό).
                                2. ΤοΚαψαλίνοΚάστρο.
                                3. ΤοΚάστροτουΚοσκινά.
                                4. Οι ιστορικοί και παραδοσιακοί Ιεροί Ναοί του Αγίου Ευσταθίου (Αϊ-Στάθη) και του Αγίου Ισιδώρου, οι οποίοι δεσπόζουν πάνω στην οροσειρά του Αθέρα.
                              • Η παράλειψη της Δυτικής Ικαρίας: Η μελέτη αποτυγχάνει πλήρως να αναγνωρίσει τη Δυτική Ικαρία (Ράχες, Νάς, Καρκινάγρι, Μαγγανίτης) ως μια περιοχή ύψιστου φυσικού κάλλους και παγκόσμιου ενδιαφέροντος για τον εναλλακτικό και οικολογικό τουρισμό. Η Δυτική Ικαρία διακρίνεται για το άγριο, ανέγγιχτο φυσικό ανάγλυφό της, τα μοναδικά φαράγγια (π.χ. Χάλαρη), τις παραδοσιακές αρχιτεκτονικές δομές (αντιπειρατικά σπίτια) και την παγκοσμίως αναγνωρισμένη πολιτισμική της ταυτότητα, που αποτελεί τον πυρήνα του διεθνούς brand της Ικαρίας ως «Ζώνης Μακροζωίας» (BlueZone). Οι ναοί του Αγίου Ευσταθίου και του Αγίου Ισιδώρου, πέρα από την ύψιστη θρησκευτική τους αξία, αποτελούν κεντρικούς κόμβους του δικτύου παραδοσιακών πεζοπορικών μονοπατιών.
                              • Η Ευρωπαϊκή Σύγκρουση: Η σχεδιαζόμενη μετατροπή των κορυφογραμμών και των παρθένων πλαγιών της Δυτικής Ικαρίας σε βιομηχανικό εργοτάξιο ΑΠΕ έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (GreenDeal), ειδικά στον πυλώνα της «Βιώσιμης Υπαίθρου και του Αγροτουρισμού», καθώς και με τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που λαμβάνει η χώρα για την ανάδειξη των παραδοσιακών μονοπατιών και της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Το έργο αυτό θα επιφέρει το τελειωτικό χτύπημα στην τοπική οικονομία, καταστρέφοντας το μοναδικό αναπτυξιακό μοντέλο ήπιου τουρισμού και φύσης που στηρίζει τους κατοίκους της, ενώ παράλληλα θα εκθέσει τους χώρους λατρείας σε βάναυση οπτική και ακουστική όχληση συνεπεία της λειτουργίας βιομηχανικών αιολικών εγκαταστάσεων..
                              • Απαίτηση: Άμεση απόσυρση και συμπλήρωση του Χάρτη 4 με όλα τα κηρυγμένα αρχαιολογικά, ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της Ικαρίας. Θέσπιση αυστηρών ζωνών προστασίας του τοπίου, με ειδική ρήτρα προστασίας της Δυτικής Ικαρίας ως περιοχής μηδενικής ανοχής σε βιομηχανικές επεμβάσεις ΑΠΕ.

                              <h3>6. Ομολογία Σωρευτικής Επιβάρυνσης στην Ανατολική Ικαρία (Εικόνα 2-1, Έλεγχος Δέουσας Εκτίμησης)</h3>
                              Στο συνοδευτικό αρχείο «ΕΧΠ ΑΠΕ στάδιο 1 ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ_signed», και συγκεκριμένα στην Εικόνα 2-1 («Περιοχές δράσεων Σχεδίων που ελέγχονται ως προς τις δυνητικές σωρευτικές επιπτώσεις»), οι ίδιοι οι μελετητές επισημαίνουν και κατηγοριοποιούν την Ανατολική Ικαρία ως «ανεπτυγμένη περιοχή».

                              • Η Θεσμική Αντίφαση: Η επισήμανση αυτή αποτελεί μια ξεκάθαρη, έγγραφη ομολογία των μελετητών ότι η Ανατολική Ικαρία —λόγω της υφιστάμενης συγκέντρωσης υποδομών, δικτύων, λιμενικών και οικιστικών πιέσεων— βρίσκεται ήδη σε κατάσταση έντονης ανθρωπογενούς φόρτισης. Ενώ ο εν λόγω χάρτης σχεδιάστηκε για να καταδείξει τις περιοχές όπου οι σωρευτικές επιπτώσεις νέων έργων θα αλλοιώσουν ανεπανόρθωτα το περιβάλλον, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ έρχεται σε πλήρη αντίφαση, επιτρέποντας τη χωροθέτηση νέων βιομηχανικών σταθμών ΑΠΕ και συνοδών έργων στην ίδια ακριβώς περιοχή.
                              • Νομική Ακυρότητα λόγω Παράλειψης Σωρευτικής Εκτίμησης: Επισημαίνεται ότι η παράλειψη της ΣΜΠΕ να εξετάσει τη σωρευτική επιβάρυνση (cumulativeimpact) όλων των έργων ΑΠΕ ως ενιαίο σύνολο, και όχι αποσπασματικά, αποτελεί κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) τυπική αιτία ακύρωσης Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η παράλειψη αξιολόγησης των σωρευτικών και συνεργιστικών επιδράσεων δύναται να συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια της ΣΜΠΕ, υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας και των απαιτήσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
                              • Απαίτηση: Κατ’ εφαρμογή των ίδιων των δεδομένων της Δέουσας Εκτίμησης, η Ανατολική Ικαρία πρέπει να κηρυχθεί Ζώνη Αποκλεισμού λόγω ήδη επιτευχθέντος κορεσμού και υπέρβασης της Φέρουσας Ικανότητας, απαγορεύοντας κάθε νέα προσθήκη βιομηχανικών ενεργειακών υποδομών.

                              <h3>7. Η Γεωγραφική Αλληλουχία Ανατολικής και Δυτικής Ικαρίας βάσει της Δέουσας Εκτίμησης</h3>

                              • Η Σύνδεση των Περιοχών: Η τεκμηρίωση της Ανατολικής Ικαρίας ως «ανεπτυγμένης περιοχής» με υψηλές σωρευτικές πιέσεις (βάσει της Εικόνας 2-1 της Δέουσας Εκτίμησης), αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για διαφοροποιημένη διαχείριση της Δυτικής Ικαρίας. Η Δυτική Ικαρία αποτελεί πλέον το κρίσιμο απόθεμα βιοποικιλότητας, το οποίο λειτουργεί ως εγγυητής της οικολογικής ισορροπίας ολόκληρου του νησιωτικού συνόλου.
                              • Αντίκτυπος: Η περαιτέρω χωροθέτηση βιομηχανικών εγκαταστάσεων και συνοδών έργων οδοποιίας στη Δυτική Ικαρία απομειώνει δραστικά το εναπομείναν απόθεμα φυσικού κεφαλαίου. Η συσσώρευση παρεμβάσεων σε μια περιοχή υψηλής οικολογικής αξίας οδηγεί σε υπέρβαση της Φέρουσας Ικανότητας του νησιωτικού οικοσυστήματος, καθιστώντας τη διατήρηση της οικολογικής ακεραιότητας πρακτικά ανέφικτη. Η παράλειψη αξιολόγησης του σωρευτικού χαρακτήρα των παρεμβάσεων αυτών στη ΣΜΠΕ αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια, η οποία καθιστά το προτεινόμενο σχέδιο ατελές και περιβαλλοντικά αδικαιολόγητο.
                              • Απαίτηση Θεσμικής Θωράκισης: Ως εκ τούτου, καθίσταται επιβεβλημένη η ρητή θεσμική αναγνώριση της Δυτικής Ικαρίας ως «Ζώνης Διαφύλαξης Φυσικού Κεφαλαίου». Τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα για καθολικό αποκλεισμό της από κάθε μορφή βιομηχανικής εγκατάστασης ΑΠΕ και συνοδών δικτύων, ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργία της ως οικολογικού καταφυγίου. Η ΣΜΠΕ οφείλει να ενσωματώσει τον εν λόγω περιορισμό ως οριζόντιο, δεσμευτικό όρο χωροθέτησης, αποτρέποντας την οριστική υποβάθμιση της Φέρουσας Ικανότητας του συνόλου της νήσου.

                              <h2>ΜΕΡΟΣ Β: ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΔΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΧΠ-ΑΠΕ</h2>
                              <h3>8. Δομικό Έλλειμμα Στρατηγικής Σκοπιμότητας: Ατεκμηρίωτη «Ενεργειακή Ανάγκη» των ΒΑΠΕ και Ανατροπή του Ισοζυγίου Κόστους-Οφέλους</h3>
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ και η συνοδεύουσα ΣΜΠΕ υποπίπτουν σε μια θεμελιώδη νομική και επιστημονική πλάνη: θεωρούν αξιωματικά ότι η χωροθέτηση Βιομηχανικών ΑΠΕ (ΒΑΠΕ) μεγάλης κλίμακας αποτελεί τη μοναδική λύση, χωρίς να προσκομίζουν καμία ποσοτική μελέτη σκοπιμότητας, ενεργειακού ισοζυγίου ή ανάλυσης περιβαλλοντικού κόστους-οφέλους.

                              • Υπερδιαστασιολόγηση χωρίς Ηλεκτρικό Χώρο («Φούσκα» Αδειών): Το Χωροταξικό σχεδιάζει ένα άναρχο πλεόνασμα χωρικής καταλληλότητας που οδηγεί σε υπερπαραγωγή αδειών, η οποία ξεπερνά κατά πολύ τους δεσμευτικούς στόχους του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Kλίμα (ΕΣΕΚ). Η ενέργεια από αυτές τις προτεινόμενες ΒΑΠΕ είναι αδύνατον να απορροφηθεί από το κορεσμένο εθνικό δίκτυο.
                              • Παράνομη Απουσία της «Μηδενικής Λύσης» και Εναλλακτικών Μοντέλων: Κατά σαφή παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, η μελέτη δεν εξετάζει τη «Μηδενική Λύση», ούτε αξιολογεί ηπιότερα, αποκεντρωμένα μοντέλα παραγωγής (π.χ. φωτοβολταϊκά αποκλειστικά σε στέγες, εντός βιομηχανικών ζωνών) και μέσω Ενεργειακών Κοινοτήτων των Δήμων και των πολιτών.
                              • Απαίτηση: Η έλλειψη τεκμηρίωσης της σκοπιμότητας αποτελεί ουσιώδη αδυναμία του σχεδίου και δεν επιτρέπει την πλήρη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών του. Ως εκ τούτου, ζητώ την απόσυρση του υπό διαβούλευση πλαισίου και η επανυποβολή του μετά την εκπόνηση ανεξάρτητης Μελέτης Σκοπιμότητας που θα εξετάζει το σύνολο των εναλλακτικών επιλογών.

                              <h3>9. Καταστρεπτικά Συνοδά Έργα: Δρόμοι Διάνοιξης, Γραμμές Μεταφοράς και Υποσταθμοί Υψηλής Τάσης</h3>

                              • Υποδομές Πρόσβασης και Οδικό Δίκτυο Βαριάς Όχλησης: Η ΣΜΠΕ αποτυγχάνει συστηματικά να αξιολογήσει τις σωρευτικές επιπτώσεις από τη διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών για τη μεταφορά υπερμεγεθών πτερυγίων και βαρέος εξοπλισμού. Οι εκτεταμένες αυτές διανοίξεις σε παρθένα εδάφη προκαλούν μη αναστρέψιμη διάβρωση, κατολισθητικά φαινόμενα, ολοκληρωτική καταστροφή της βλάστησης και αλλοίωση της φυσικής απορροής των λεκανών. Η παράλειψη αποτύπωσης του πλήρους οδικού δικτύου στη ΣΜΠΕ αποτελεί ουσιώδη πλημμέλεια, καθώς η οδική υποδομή συνιστά αυτοτελή περιβαλλοντική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας.
                              • Διασύνδεση και Κατακερματισμός Ενδιαιτημάτων: Το προτεινόμενο σχέδιο αποσιωπά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των Γραμμών Μεταφοράς Ενέργειας (ΓΜ). Η δημιουργία εναέριων γραμμών πάνω από δασικές και θαμνώδεις εκτάσεις επιβάλλει τη δημιουργία αποψιλωμένων «ζωνών ασφαλείας» (clearancezones), προκαλώντας τον ανεπανόρθωτο κατακερματισμό των ενδιαιτημάτων της άγριας ζωής. Η αποσπασματική εξέταση των ΓΜ εκτός του κύριου έργου στερείται επιστημονικής βάσης και αποκρύπτει το συνολικό περιβαλλοντικό κόστος.
                              • Ηλεκτρομαγνητική Επιβάρυνση (ΗΜΠ): Η λειτουργία Υποσταθμών και Γραμμών Μεταφοράς Υψηλής Τάσης σε εγγύτητα με ευαίσθητα οικοσυστήματα και οικισμούς επιφέρει μόνιμη έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία (ΗΜΠ). Η ΣΜΠΕ στερείται οποιασδήποτε μελέτης για τις επιπτώσεις των πεδίων αυτών στη δημόσια υγεία και την τοπική πανίδα (συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στον προσανατολισμό μεταναστευτικών πτηνών και επικονιαστών). Ελλείψει μελέτης εκτίμησης κινδύνου (riskassessment) για τα επίπεδα ακτινοβολίας, η αδειοδότηση των υποδομών αυτών παραβιάζει την Αρχή της Προφύλαξης.
                              • Πυροθερμικός Κίνδυνος: Οι εναέριες γραμμές μεταφοράς, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονα ανάγλυφα και ισχυρούς ανέμους, αποτελούν διαρκή εστία έναυξης δασικών πυρκαγιών (λόγω βραχυκυκλωμάτων ή αστοχιών εξοπλισμού). Η αδυναμία άμεσης επέμβασης σε δυσπρόσιτες κορυφογραμμές καθιστά τον κίνδυνο αυτό μη διαχειρίσιμο, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο το σύνολο του οικοσυστήματος.
                              • Απαίτηση – Θεσμική Θωράκιση: Κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης, ζητώ:
                              1. Την εισαγωγή ρητών περιορισμών στο ΕΧΠ με καθολική απαγόρευση διάνοιξης νέων οδικών υποδομών και εγκατάστασης εναέριων γραμμών μεταφοράς υψηλής τάσης σε προστατευόμενες ζώνες και περιοχές υψηλής οικολογικής ευαισθησίας.
                              2. Την επιβολή της υποχρεωτικής υπογειοποίησης των καλωδίων μεταφοράς κατά μήκος του υφιστάμενου οδικού δικτύου, ως μοναδική αποδεκτή μέθοδο ελαχιστοποίησης του περιβαλλοντικού, πυροθερμικού και ηλεκτρομαγνητικού κινδύνου.

                              <h3>10. Υβριδικά Πάρκα (Αντλησιοταμίευση) και Υδρογεννήτριες: Η Βιομηχανοποίηση των Ρεμάτων και η Απαξίωση των Υδάτινων Οικοσυστημάτων</h3>
                              Το υπό διαβούλευση πλαίσιο και η ΣΜΠΕ προωθούν με πρωτοφανή προχειρότητα τους Υβριδικούς Σταθμούς ΑΠΕ (συνοδές υποδομές Αντλησιοταμίευσης) και τις Υδρογεννήτριες / Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα (ΜΥΗΕ), βαφτίζοντάς τα «ήπια αποθήκευση», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για βαριές τεχνικές παρεμβάσεις στο υδρολογικό δίκτυο της χώρας.

                              • Αλλοίωση της γεωμορφολογίας των φυσικών κοιτών και διενέργεια εκτεταμένων χωματουργικών έργων μεγάλης κλίμακας: Η δημιουργία υβριδικών συστημάτων αντλησιοταμίευσης απαιτεί την κατασκευή δύο μεγάλων, τεχνητών, τσιμεντοποιημένων ταμιευτήρων (άνω και κάτω δεξαμενή) σε ορεινούς όγκους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Οι εκτεταμένες ισοπεδώσεις, οι εκβραχισμοί και οι εγκιβωτισμοί φυσικών ρεμάτων για τη διοχέτευση και ανακυκλοφορία των υδάτων αλλοιώνουν ριζικά τη γεωμορφολογία και προκαλούν μη αναστρέψιμη καταστροφή της παρόχθιας χλωρίδας (π.χ. πλατάνια, πικροδάφνες).
                              • Στραγγαλισμός των Υδροφόρων και Κίνδυνος Πλημμυρών: Η ανακοπή και η τεχνητή διαχείριση των επιφανειακών υδάτων επιφέρει την απομείωση της κατάντη παροχής, διαταράσσοντας το υδρολογικό ισοζύγιο υδροβιότοπων, πηγών και αγροτικών εκτάσεων που εξαρτώνται από τη φυσική ροή των ρεμάτων. Παράλληλα, η χωροθέτηση τεχνητών φραγμάτων και δεξαμενών σε περιβάλλοντα με έντονο ανάγλυφο και υψηλή σεισμική επικινδυνότητα εισάγει σοβαρούς κινδύνους τεχνολογικών ατυχημάτων. Η ενδεχόμενη αστοχία των υλικών ή η εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων ενέχει την απειλή πρόκλησης αιφνίδιων πλημμυρικών γεγονότων (flashfloods), οι συνέπειες των οποίων δύνανται να αποβούν καταστροφικές για τις κατάντη χρήσεις γης και τα ευαίσθητα οικοσυστήματα
                              • Απαίτηση: Θεσμοθέτηση ρητής απαγόρευσης χωροθέτησης Υβριδικών Σταθμών (Αντλησιοταμίευσης) και Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (Υδρογεννητριών) εντός φυσικών ρεμάτων, υδροκριτών και προστατευόμενων λεκανών απορροής σε όλη την ελληνική επικράτεια, με έμφαση στα ευαίσθητα νησιωτικά οικοσυστήματα. Οποιοδήποτε έργο αποθήκευσης νερού περιορίζεται αυστηρά σε ήδη υποβαθμισμένες, ανθρωπογενείς ζώνες, χωρίς αλλοίωση της φυσικής ροής των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων.

                              <h3>11. Πλήρης Αποσιώπηση των Επιπτώσεων Χημικής Ρύπανσης και Τοξικότητας Αιολικών Σταθμών: Η Απειλή της Δισφαινόλης Α (BPA) και των Μικροπλαστικών</h3>
                              Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει ένα δομικό επιστημονικό έλλειμμα, καθώς αντιμετωπίζει τις εγκαταστάσεις ΒΑΠΕ ως χημικά αδρανή υλικά, αποσιωπώντας πλήρως τους κινδύνους ρύπανσης των εδαφών και των υδάτων από τη διάβρωση και τη φθορά των δομικών τους στοιχείων.

                              • Η Χημική Απειλή (LeadingEdgeErosion): Τα πτερύγια των σύγχρονων ανεμογεννητριών είναι κατασκευασμένα από σύνθετα υλικά που περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις Δισφαινόλης Α (BisphenolA – BPA). Κατά τη λειτουργία τους, η συνεχής καταπόνηση από τα καιρικά φαινόμενα προκαλεί το φαινόμενο της «διάβρωσης των ακμών» (leadingedgeerosion), απελευθερώνοντας τόνους μικροσωματιδίων και τοξικών χημικών ενώσεων (BPA) στο άμεσο περιβάλλον.
                              • Επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία: Η Δισφαινόλη Α (BPA) αποτελεί επιστημονικά τεκμηριωμένο, ισχυρό ενδοκρινικό διαταράκτη με τάση βιοσυσσώρευσης στην τροφική αλυσίδα. Η χωροθέτηση βιομηχανικών ΑΠΕ σε κορυφογραμμές με καρστικό υπόβαθρο ενέχει σημαντικούς κινδύνους έκλυσης επικίνδυνων χημικών ενώσεων (από τη σταδιακή φθορά συνθετικών υλικών/εποξειδικών ρητινών). Δεδομένης της υδρογεωλογικής ευπάθειας του νησιού, οι ουσίες αυτές ενδέχεται να καταλήξουν στους υδροφόρους ορίζοντες μέσω της επιφανειακής απορροής, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.
                              • Απαίτηση: Κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης (άρθρο 191 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ), απαιτώ τη ριζική αναθεώρηση της ΣΜΠΕ και την υποχρεωτική ενσωμάτωση εξειδικευμένης Τοξικολογικής Μελέτης Επιπτώσεων, η οποία θα αξιολογεί τις πιθανές χημικές επιβαρύνσεις στα τοπικά υδάτινα συστήματα και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στη δημόσια υγεία.
                              • ΒιβλιογραφικήΑναφορά:

                              Microplastics Emission from Eroding Wind Turbine Blades: Preliminary Estimations of Volume Leon Mishnaevsky, Jr. * ,AntoniosTempelis , YauheniBelahurau and Nicolai Frost-Jensen Johansen

                              Leading Edge erosion and pollution from wind turbine blades – Asbjørn Solberg, Bård-EinarRimereit and Jan Erik Weinbach “THE TURBINE GROUP” JULY 2021

                               
                              <h3>12. Έλλειψη Τεκμηρίωσης Αναγκαιότητας & Περιβαλλοντικοί Κίνδυνοι Βιομηχανικών Φωτοβολταϊκών Πάρκων</h3>
                              Η ΣΜΠΕ στερείται οποιασδήποτε επιστημονικής τεκμηρίωσης σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών (Φ/Β) σταθμών βιομηχανικής κλίμακας. Το υπό διαβούλευση σχέδιο προωθεί μια άνευ ορίων βιομηχανοποίηση της υπαίθρου, χωρίς να έχει προηγηθεί ανάλυση κόστους-οφέλους για την εθνική οικονομία, την τοπική κοινωνία και το περιβάλλον, παραβιάζοντας κατάφωρα την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Άρθρο 24 του Συντάγματος της Ελλάδας.
                              Η ΣΜΠΕ αποσιωπά πλήρως το γεγονός ότι οι φωτοβολταϊκές (Φ/Β) εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους ρύπανσης των εδαφών και των υπόγειων υδάτων, τόσο κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας έκθεσής τους στα καιρικά φαινόμενα όσο και σε περιπτώσεις καταστροφής τους. Η παράλειψη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την Αρχή της Προφύλαξης (άρθρο 191 της ΣΛΕΕ), η οποία επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων όταν υπάρχουν ενδείξεις περιβαλλοντικού κινδύνου, ακόμη και αν η επιστημονική βεβαιότητα δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί.

                              1. Έλλειψη Σκοπιμότητας & Χωροταξικός Αυθορμητισμός Η ανάπτυξη Φ/Β πάρκων βιομηχανικής κλίμακας δεν αποτελεί ενεργειακή αναγκαιότητα, αλλά επιχειρηματική επιλογή που στερείται χωροταξικού σχεδιασμού. Η μετατροπή φυσικών εκτάσεων, γεωργικών και κτηνοτροφικών γαιών και δασικών οικοσυστημάτων σε βιομηχανικές ζώνες παραγωγής ρεύματος, χωρίς να έχει εξεταστεί η δυνατότητα ικανοποίησης των ενεργειακών αναγκών μέσω αποκεντρωμένης παραγωγής (στέγες, κτίρια, ανενεργά λατομεία), αποτελεί ομολογία περιβαλλοντικής αμέλειας. Η ΣΜΠΕ αποτυγχάνει να αποδείξει γιατί η καταστροφή του φυσικού κεφαλαίου είναι «αναγκαία» για την ενεργειακή μετάβαση, όταν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις με μηδενικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Επιπλέον, αγνοείται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο (Ν. 3827/2010), η οποία υποχρεώνει το κράτος να προστατεύει την αισθητική και οικολογική ακεραιότητα του τοπίου από υποβάθμιση μέσω βιομηχανικών επεμβάσεων.
                              • Η Εγγενής Επικινδυνότητα της Βιομηχανικής Κλίμακας Πέρα από την έλλειψη αναγκαιότητας, η βιομηχανική κλίμακα των Φ/Β εγκαταστάσεων εγκυμονεί μη διαχειρίσιμους κινδύνους που η ΣΜΠΕ αποσιωπά: Έκπλυση Βαρέων Μετάλλων (Leaching): Τα Φ/Β πάνελ κρυσταλλικού πυριτίου περιέχουν μόλυβδο στις κολλήσεις των κυψελών, ενώ τα πάνελ λεπτού υμενίου (Thin-Film) περιέχουν τελλουριούχο κάδμιο, μια ουσία βαριά καρκινογόνο και γενοτοξική. Σε συνθήκες φθοράς, ρηγμάτωσης από χαλαζόπτωση ή θερμικής καταπόνησης, τα τοξικά αυτά μέταλλα εκπλύνονται από το νερό της βροχής και ποτίζουν το έδαφος, παραβιάζοντας την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα (2000/60/ΕΚ) που απαιτεί την πρόληψη της ρύπανσης των υπόγειων υδάτων.
                              • Ρύπανση από PFAS και Τοξικά Πολυμερή: Η οπισθόφυλληστεγάνωση (backsheets) των φωτοβολταϊκών πλαισίων περιλαμβάνει συχνά εξειδικευμένα φθοριοπολυμερή (π.χ. PVF, PVDF), τα οποία αποτελούν πηγή ουσιών PFAS («παντοτινά χημικά»). Η σταδιακή φωτοαποικοδόμηση και φθορά των υλικών αυτών σε συνθήκες υπαίθρου ενέχει τον κίνδυνο έκλυσης σταθερών, μη διασπώμενων τοξικών ενώσεων, οι οποίες σε περιοχές με καρστικό υπόβαθρο, όπως στην Ικαρία, δύνανται να εισχωρήσουν στον υδροφόρο ορίζοντα. Παράλληλα, η χημική διάσπαση των υλικών ενθυλάκωσης (EVA) με την παραγωγή οξικού οξέος επιταχύνει τη διάβρωση των πλαισίων, αυξάνοντας την πιθανότητα ανεξέλεγκτης χημικής διαρροής στο έδαφος
                                • ΒιβλιογραφικήΑναφορά: Nain, P., Anctil, A. Do solar panels contain PFAS? MRSEnergy&Sustainability 13, 224–232 (2026).
                              • Πυροθερμικός Κίνδυνος και Τοξικό Νέφος: Σε ενδεχόμενο συμβάν πυρκαγιάς (είτε από βραχυκύκλωμα του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, είτε από εξωτερικά αίτια), η καύση των φωτοβολταϊκών πλαισίων απελευθερώνει τοξικά αέρια και αιωρούμενα σωματίδια βαρέων μετάλλων. Επιπλέον, η τήξη των υλικών δημιουργεί σταθερά χημικά κατάλοιπα στο έδαφος, ενώ τα νερά που θα χρησιμοποιηθούν για την κατάσβεση ενδέχεται να καταστούν επικίνδυνα απόβλητα λόγω της έκπλυσης των τοξικών ουσιών, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τα κατάντη οικοσυστήματα.

                              Μη Αναστρέψιμη Υποβάθμιση: Σε αντίθεση με μικρής κλίμακας εγκαταστάσεις, η βιομηχανική κλίμακα καθιστά την αποκατάσταση του εδάφους αδύνατη σε περίπτωση ατυχήματος ή διαρροής, καθώς ο όγκος των τοξικών υλικών υπερβαίνει τις δυνατότητες περισυλλογής και εξυγίανσης. Αυτό καθιστά την αδειοδότηση τέτοιων έργων ασύμβατη με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», καθώς είναι πρακτικά αδύνατο να αποκατασταθεί η οικολογική ζημία σε αρχική κατάσταση.

                              Απαίτηση: Με βάση τα παραπάνω, και δεδομένης της απουσίας τεκμηρίωσης αναγκαιότητας, απαιτώ, κάνοντας χρήση του δικαιώματος συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων που απορρέει από τη Σύμβαση του Aarhus (Ν. 3422/2005):

                              1. Καθολική απαγόρευση χωροθέτησης: Την ρητή απαγόρευση εγκατάστασης φωτοβολταϊκών πάρκων βιομηχανικής κλίμακας σε φυσικά οικοσυστήματα, δασικές εκτάσεις, γεωργικές και βοσκήσιμες γαίες και ζώνες προστασίας υδάτων.
                              2. Αλλαγή Ενεργειακού Μοντέλου: Τη δέσμευση ότι η περαιτέρω ανάπτυξη φωτοβολταϊκών θα περιορίζεται αυστηρά σε «ενεργειακά αξιοποιημένες» εκτάσεις (στέγες, βιομηχανικά κτίρια, χώροι λατομείων σε αποκατάσταση) με σκοπό την αυτοπαραγωγή και όχι την εξαγωγή ρεύματος μέσω καταστροφής του τοπίου.
                              3. Τοξικολογική Μελέτη: Την υποχρέωση διενέργειας Τοξικολογικής Μελέτης Επιπτώσεων και Μελέτης Έκπληξης (LeachingTest) για κάθε έργο που προτείνεται, με πλήρη ανάληψη της αστικής και ποινικής ευθύνης από τον επενδυτή σε περίπτωση χημικής επιβάρυνσης του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί περιβαλλοντικής ευθύνης για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (Π.Δ. 148/2009).

                              <h3>13. Δομική Έκπτωση Επιστημονικής Τεκμηρίωσης για τους Υδατικούς Πόρους της Χώρας</h3>
                              Η ΣΜΠΕ και το Σχέδιο ΚΥΑ υποπίπτουν σε ένα σοβαρό σφάλμα σχεδιασμού, καθώς αποτυγχάνουν πλήρως να ενσωματώσουν ως περιοχές απόλυτου αποκλεισμού τις ευαίσθητες λεκάνες απορροής και τις ζώνες προστασίας που έχουν οριστεί από τα επίσημα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) της χώρας (σε συμμόρφωση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα 2000/60/ΕΚ).

                              • Μηχανική υποβάθμιση υδροφόρων οριζόντων: Η έγχυση χιλιάδων τόνων σκυροδέματος σε μεγάλο βάθος για τη θεμελίωση Α/Γ και την κατασκευή υβριδικών ταμιευτήρων καταστρέφει ανεπανόρθωτα τα υπόγεια καρστικά δίκτυα.
                              • Διάβρωση και Επιφανειακή Απορροή: Η αποψίλωση της παρθένας βλάστησης μετατρέπει το νερό της βροχής σε ορμητικό επιφανειακό χείμαρρο, προκαλώντας έντονα πλημμυρικά φαινόμενα και διάβρωση στις κατάντη περιοχές.
                              • Απαίτηση: Η ΣΜΠΕ πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά. Ζητώ την υποχρεωτική εκπόνηση Υδρογεωλογικής Μελέτης Επικινδυνότητας ως προαπαιτούμενο αδειοδότησης.

                              <h3>14. Αναχρονιστικό Υψομετρικό Όριο, Τεχνολογική Παράκαμψη και Πλήρης Αγνόηση των Ορνιθολογικών Μεταναστευτικών Δεδομένων</h3>
                              Το Σχέδιο της ΚΥΑ (Άρθρο 19, παρ. 1ο) θέτει ως οριζόντιο αποκλεισμό για τις ανεμογεννήτριες το υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί σοβαρό επιστημονικό, γεωγραφικό αλλά και τεχνολογικό σφάλμα:

                              • Η Τεχνολογική Παράκαμψη της «Οροφής»: Το Χωροταξικό αγνοεί τις διαστάσεις των σύγχρονων βιομηχανικών ανεμογεννητριών (με ύψος πυλώνα άνω των 120μ. και μήκος πτερυγίων που ξεπερνά τα 75μ.). Εγκαταστάσεις που χωροθετούνται σε χαμηλότερα, επιτρεπόμενα υψόμετρα (π.χ. στα 050 ή 1.100 μέτρα), λόγω του γιγαντιαίου συνολικού τους ύψους (tipheight έως και 200μ.), εισβάλλουν με την περιστροφή των πτερυγίων τους στη ζώνη άνω των 1.200 μέτρων. Με τον τρόπο αυτό, η προστατευτική «οροφή» παρακάμπτεται πλήρως στην πράξη, και οι κορυφογραμμές βιομηχανοποιούνται πλαγίως.
                              • Απόλυτη αγνόηση των μεταναστευτικών διαδρόμων (Flyways): Τα μεταναστευτικά πουλιά κατά τις μετακινήσεις τους πάνω από το Αιγαίο και την ηπειρωτική χώρα δεν πετούν σε σταθερά μεγάλα υψόμετρα, αλλά ακολουθούν το ανάγλυφο των λόφων. Θέτοντας το όριο τυφλά στα 1.200μ., το χωροταξικό μετατρέπει τα βουνά σε οριζόντια ζώνη θανάτου για την ορνιθοπανίδα.
                              • Απαίτηση: Η υψομετρική διάταξη αποκλεισμού να επαναπροσδιοριστεί ριζικά. Ο περιορισμός πρέπει να αφορά το συνολικό ανώτατο σημείο της πτερωτής (tipheight) και όχι το υψόμετρο του ελάχιστου εδάφους θεμελίωσης. Ειδικά στον νησιωτικό χώρο, απαιτείται καθολικός αποκλεισμός στις ανώτατες κορυφογραμμές (ανεξαρτήτως υψομέτρου).

                              <h3>15. Πλήρης Απουσία Οριζόντιων Κριτηρίων για τη «Φέρουσα Ικανότητα»</h3>
                              Η ΣΜΠΕ εισάγει θεωρητικά τον όρο της Φέρουσας Ικανότητας, ωστόσο αποτυγχάνει πλήρως να τον μετατρέψει σε δεσμευτικό, ποσοτικό και χωρικό κανόνα για την ελληνική επικράτεια.

                              • Η Αστοχία: Η μελέτη εξετάζει κάθε έργο ΑΠΕ αποσπασματικά. Δεν θέτει ανώτατα εθνικά και περιφερειακά όρια σωρευτικής επιβάρυνσης (π.χ. ανά Δήμο, ανά Περιφερειακή Ενότητα), οδηγώντας σε πλήρη οπτικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό «κορεσμό».
                              • Απαίτηση: Εισαγωγή σαφών, μαθηματικών και χωρικών δεικτών Φέρουσας Ικανότητας στο Άρθρο 19 της ΚΥΑ, οι οποίοι θα θέτουν οροφή (Cap) στη συνολική ισχύ ανά γεωγραφική λεκάνη.

                              <h3>16. Αναγκαιότητα Προστασίας της Πρωτογενούς Παραγωγής από την Ανάπτυξη Βιομηχανικών Υποδομών</h3>
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής μέριμνας για τη διαφύλαξη της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριοποίησης της χώρας, επιτρέποντας την άναρχη εξάπλωση βιομηχανικών σταθμών εις βάρος της εύφορης γης.

                              • Η Αστοχία: Η αδιάκριτη χωροθέτησηφωτοβολταϊκών πάρκων επί Γης Υψηλής Παραγωγικότητας συνεπάγεται δομική αλλοίωση των χρήσεων γης, καθιστώντας την απώλεια παραγωγικών εκτάσεων οριστική και μη αναστρέψιμη. Η απώλεια βοσκοτόπων και καλλιεργήσιμων εδαφών πλήττει άμεσα την εθνική επισιτιστική επάρκεια. Επιπλέον, η καταστροφή της μελισσοκομικής χλωρίδας (όπως τα ρείκια και τα πεύκα) από τις διανοίξεις δρόμων απειλεί άμεσα τη μελισσοκομία.
                              • Απαίτηση: Ρητή τροποποίηση του Άρθρου 19 με καθολική απαγόρευση εγκατάστασης βιομηχανικών ΑΠΕ σε Γη Υψηλής Παραγωγικότητας, σε ενεργές κτηνοτροφικές ζώνες και σε προστατευόμενα μελισσοκομικά οικοσυστήματα.

                              <h3>17. Οικονομική Απαξίωση, Κοινωνικές Επιπτώσεις και η Αναγκαιότητα του Ενεργειακού Εκδημοκρατισμού</h3>
                              Η προτεινόμενη χωροθέτηση, τόσο στην Ικαρία όσο και σε εθνικό επίπεδο, αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αποτυχία του «Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ», το οποίο προτάσσει την άναρχη βιομηχανική ανάπτυξη έναντι της προστασίας του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου της χώρας.

                              • Από το Τοπικό στο Εθνικό (Θεσμικό Κενό): Η περίπτωση της Ικαρίας —με το Δάσος του Ράντη (επίσημα χαρακτηρισμένο ως Προστατευόμενο Φυσικό Μνημείο)— αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα μιας εθνικής πολιτικής που χωροθετεί βιομηχανικές εγκαταστάσεις χωρίς επαρκή ανάλυση της ευαίσθητης τοπογραφίας. Η αγνόηση της περιβαλλοντικής και πολιτιστικής κληρονομιάς σε επίπεδο επικράτειας μετατρέπει την ενεργειακή μετάβαση σε εργαλείο υποβάθμισης της χώρας.
                              • Καταπάτηση Φέρουσας Ικανότητας & Ενεργειακή Στρατηγική: Το Χωροταξικό Πλαίσιο αγνοεί τη φέρουσα ικανότητα των ελληνικών οικοσυστημάτων. Υφίσταται σημαντική έλλειψη αναλογικότητας μεταξύ των πραγματικών ενεργειακών αναγκών σε τοπικό επίπεδο και του υπερδιαστασιολογημένου σχεδιασμού των βιομηχανικών ενεργειακών υποδομών. Ο προσανατολισμός της χώρας προς τη δημιουργία ενεργειακών κόμβων με αποκλειστική εξαγωγική στόχευση, εμφανίζεται να ιεραρχείται έναντι του ορθολογικού χωροταξικού σχεδιασμού, παρακάμπτοντας τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
                              • Προστασία του Οικιστικού Ιστού & Αξία Περιουσίας: Η εγκατάσταση βιομηχανικών ανεμογεννητριών σε γειτνίαση με οικισμούς δεν υποβαθμίζει μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά επιφέρει και άμεση οικονομική ζημία μέσω της απαξίωσης της ακίνητης περιουσίας. Ο οικιστικός ιστός πρέπει να αποτελεί ζώνη απόλυτης προστασίας από κάθε οχλούσα βιομηχανική δραστηριότητα, καθώς η έκθεση σε οπτική όχληση, το φαινόμενο της σκίασης (flicker) και η μόνιμη ακουστική πίεση υποβαθμίζουν το δικαίωμα στην ηρεμία, την υγεία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων. ΒιβλιογραφικηΑναφορα:

                              Kielisch, K., 2009. Wind Turbine Impact Study: Dodge and Fond Du Lac Counties, WI. Appraisal Group One.

                              • Οπτική, Ακουστική Όχληση, Υπόηχοι& Εκτοπισμός Πανίδας (AnimalDisplacement): Η εγκατάσταση βιομηχανικών ανεμογεννητριών —ανεξαρτήτως μεγέθους— αλλοιώνει μόνιμα την αισθητική ακεραιότητα του τοπίου. Επιπλέον, έχουν διατυπωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία σημαντικές ανησυχίες για τις επιπτώσεις του θορύβου χαμηλών συχνοτήτων και των υποήχων (< 20 Hz). Λόγω της ικανότητάς τους να διαπερνούν δομικά στοιχεία, προκαλούν δυσφορία, διαταραχές ύπνου και έντονο άγχος στους κατοίκους. Παράλληλα με την ανθρώπινη όχληση, προκαλείται το φαινόμενο του εκτοπισμού της πανίδας (animaldisplacement). Η παρουσία τέτοιων βιομηχανικών υποδομών σε παρθένα οικοσυστήματα εξαναγκάζει τα προστατευόμενα είδη σε εγκατάλειψη των ενδιαιτημάτων τους λόγω της οπτικής παρουσίας, των κραδασμών και του συνεχούς θορύβου, προκαλώντας ανεπανόρθωτη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας. Η συστηματική απουσία εξειδικευμένης μελέτης για τις επιπτώσεις αυτές στις ΣΜΠΕ αποτελεί μεθοδολογικό κενό που θέτει σε αμφιβολία την επάρκεια της αξιολόγησης.                                                      ΒιβλιογραφικήΑναφορά:

                              How far are birds, bats, and terrestrial mammals displaced from onshore wind power development? – A systematic review. Anne Tolvanen, Henri Routavaara, Mika Jokikokko, Parvez Rana

                              Effects of low‑frequency noise from wind turbines on heart rate variability in healthy individuals

                              Chun‑Hsiang Chiu, Shih‑Chun Candice Lung, Nathan Chen, Jing‑ShiangHwang  & Ming‑Chien Mark Tsou

                              • Το Μέλλον είναι η Αποκεντρωμένη Παραγωγή: Η εθνική πολιτική οφείλει να στραφεί στο μοντέλο της κατανεμημένης παραγωγής. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε στέγες κατοικιών, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και χώρους στάθμευσης, επιτρέπει την παραγωγή ενέργειας ακριβώς εκεί που καταναλώνεται. Αυτό το μοντέλο ελαχιστοποιεί τις απώλειες μεταφοράς, καταργεί την ανάγκη για καταστροφή παρθένων δασών και διατηρεί το φυσικό τοπίο ανέπαφο, προστατεύοντας τον τουρισμό. Επιπρόσθετη οικονομία ρεύματος μπορεί να προκύψει και με τη ανάπτυξη έξυπνου διαφωτισμού (SmartStreetLighting) οπου τα φώτα χαμηλώνουν αυτόματα όταν δεν υπάρχει κυκλοφορία και φωτίζουν πλήρως μόλις ανιχνεύσουν όχημα ή πεζό.
                              • Απαιτήσεις (Πλαίσιο Εθνικής και Τοπικής Προστασίας):
                                • Καθεστώς “APriori” Εξαίρεσης: Θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που αποκλείει apriori και οριζόντια κάθε βιομηχανική εγκατάσταση ΑΠΕ από όλες τις περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας (Natura 2000, Προστατευόμενα Φυσικά Μνημεία όπως το Δάσος του Ράντη, Εθνικοί Δρυμοί).
                                • Ζώνες Αποκλεισμού Οικισμών: Να απαγορεύεται ρητά η εγκατάσταση βιομηχανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ σε απόσταση μικρότερη των πέντε (5) χιλιομέτρων από τα εγκεκριμένα όρια οικισμών, οικιστικών συνόλων και τουριστικών περιοχών. Ο εν λόγω περιορισμός καθίσταται αναγκαίος για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής, αποτρέποντας την οπτική και ηχητική όχληση, καθώς και την αποδεδειγμένη οικονομική απαξίωση της ακίνητης περιουσίας και του τουριστικού κεφαλαίου που προκαλείται από τέτοιου είδους βιομηχανικές παρεμβάσεις.
                                  Να απαγορεύεται η χωροθέτηση βιομηχανικών έργων ΑΠΕ σε περιοχές όπου η εγκατάσταση επιφέρει οποιαδήποτε μορφή μόνιμης μεταβολής ή αλλοίωσης του φυσικού ανάγλυφου, του οικοσυστήματος ή του τοπίου. Οποιαδήποτε παρέμβαση που προκαλεί περιβαλλοντική αλλαγή, μη αναστρέψιμη βλάβη στο φυσικό περιβάλλον ή διατάραξη της βιοποικιλότητας, θεωρείται μη συμβατή με τις αρχές της αειφορίας και δεν δύναται να λάβει έγκριση περιβαλλοντικών όρων
                                • Εστίαση στην Αυτοπαραγωγή: Θέσπιση κινήτρων για μαζική εγκατάσταση ΑΠΕ σε αστικό και οικιστικό ιστό (netmetering) ως προτεραιότητα έναντι κάθε νέας αδειοδότησης βιομηχανικού αιολικού πάρκου.
                                • Διασφάλιση Κοινωνικής Δικαιοσύνη & Δικαίωμα Βέτο: Ως απαράβατος όρος για την εξέταση οποιασδήποτε αδειοδοτικής αίτησης εγκατάστασης ΒΑΠΕ, να θεσπίστει η υποχρεωτική διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος στην περιοχή επιρροής του έργου. Η υλοποίηση του έργου τελεί υπό την απόλυτη προϋπόθεση της θετικής και δεσμευτικής γνώμης της τοπικής κοινωνίας, εκφρασμένης μέσω της κάλπης. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης ή αποχής από τη διαδικασία, το έργο απορρίπτεται οριστικά και αμετάκλητα, αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία της τοπικής βούλησης επί οποιουδήποτε επενδυτικού σχεδιασμού.

                              <h3>18. Δομική Αλλοίωση Χλωρίδας και Πανίδας: Οικοσυστημική Κατάρρευση και Κατακερματισμός Ενδιαιτημάτων</h3>
                              Η ΣΜΠΕ στερείται στρατηγικής εκτίμησης για τη βαθιά και μη αναστρέψιμη αλλοίωση της χλωρίδας και πανίδας. Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις, μέσω του εκτεταμένου κατακερματισμού των ενδιαιτημάτων και της διατάραξης της οικολογικής συνδεσιμότητας, οδηγούν το τοπικό οικοσύστημα πλησίον του κρίσιμου σημείου καμπής (tippingpoint), πέραν του οποίου τεκμαίρεται η συστημικήοικοσυστημική κατάρρευση (ecosystemcollapse), βάσει των επιστημονικών κριτηρίων της IUCN (RedListofEcosystems). Η παράλειψη αξιολόγησης αυτού του ενδεχομένου συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια της μελέτης, καθιστώντας την ανεπαρκή για τη διασφάλιση της βιοτικής ακεραιότητας της περιοχής

                              • Κατακερματισμός Ενδιαιτημάτων (HabitatFragmentation): Η μετατροπή παρθένων φυσικών οικοσυστημάτων σε βιομηχανικές ζώνες παραγωγής ενέργειας τεμαχίζει τα ενιαία οικοσυστήματα. Οι εκτεταμένες ισοπεδώσεις, οι εκβραχισμοί και οι περιφράξεις χιλιάδων στρεμμάτων στερούν από την άγρια πανίδα τους ζωτικούς χώρους μετακίνησης, αναπαραγωγής και τροφοληψίας.
                              • Απώλεια Προστατευόμενης Χλωρίδας: Η αποψίλωση της αυτοφυούς βλάστησης και των προστατευόμενων δασικών ειδών στερεί το έδαφος από το ριζικό σύστημα που το συγκρατεί, πυροδοτώντας άμεση διάβρωση του εδάφους και ερημοποίηση.
                              • Ανατροπή της Οικολογικής Ισορροπίας: Η καταστροφή των ενδιαιτημάτων των μεγάλων αρπακτικών διακόπτει βίαια τις τροφικές αλυσίδες. Η απώλεια των οικοσυστημικών υπηρεσιών (ecosystemservices) προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις που καθιστούν το οικοσύστημα ανίκανο να αυτορρυθμιστεί.
                              • Απαίτηση: Ζητώ τον απόλυτο apriori αποκλεισμό οποιουδήποτε έργου ΒΑΠΕ διότι προκαλεί κατακερματισμό σε προστατευόμενα οικοσυστήματα.

                              <h3>19. Αδιαφορία για την Αλλοίωση των Τοπικών Μικροκλιμάτων</h3>
                              Η ΣΜΠΕ αποτυγχάνει να αξιολογήσει επιστημονικά πώς η αλλαγή στη χρήση γης μεγάλης κλίμακας από τις ΑΠΕ επηρεάζει τα τοπικά μικροκλίματα.

                              • Η Αστοχία: Αιολικά: Η αποψίλωση δασικών εκτάσεων στις κορυφογραμμές αλλάζει τη δυναμική των ανέμων και μειώνει την τοπική υγρασία, οδηγώντας σε ξηρότητα και αύξηση του κινδύνου πυρκαγιάς. 2. Φωτοβολταϊκά/Υβριδικά: Η κάλυψη χιλιάδων στρεμμάτων γης με ηλιακούς συλλέκτες ή τεχνητές τσιμεντοδεξαμενές δημιουργεί το φαινόμενο της «θερμικής νησίδας», αυξάνοντας την τοπική θερμοκρασία του αέρα.
                              • Απαίτηση: Η ΣΜΠΕ να ενσωματώσει υποχρεωτικό κριτήριο αξιολόγησης της μικροκλιματικής μεταβολής.

                              <h3>20. Στρατηγική Παράλειψη των Data Centers και των Συνδυαστικών Έργων (Twin Transition)</h3>
                              Η ΣΜΠΕ υποπίπτει σε σοβαρό σφάλμα σχεδιασμού, καθώς εξετάζει τις υποδομές ΑΠΕ πλήρως αποκομμένες από τους μεγάλους σύγχρονους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, με κυριότερους τα Κέντρα Δεδομένων (DataCenters).

                              • Η Χωρική και Ενεργειακή Αλληλεξάρτηση: Η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) διεθνώς και η αδειοδότηση τέτοιων ψηφιακών υποδομών μεγάλης κλίμακας στην Ελλάδα ως Στρατηγικών Επενδύσεων ανατρέπουν πλήρως τις προβλέψεις του ΕΣΕΚ για τη ζήτηση ηλεκτρικού φορτίου. Η υπολογιστική ισχύς που απαιτείται για τις σύγχρονες ανάγκες AI καταναλώνει έως και 5 με 10 φορές περισσότερη ενέργεια ανά τετραγωνικό μέτρο σε σχέση με τα παραδοσιακά DataCenters.
                              • Συνδυαστικές Επιπτώσεις και Υδρολογικός Στραγγαλισμός: Πέρα από το ηλεκτρικό ρεύμα, τα DataCenters απαιτούν γιγαντιαίες ποσότητες νερού για την ψύξη των διακομιστών (servers) τους. Η παράλειψη της μελέτης να συνεκτιμήσει τη χωροθέτηση των DataCenters παράλληλα με τις ΑΠΕ, καθώς και τις σωρευτικές και συνεργιστικές τους επιπτώσεις στους κοινούς υδάτινους πόρους, παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2001/42/ΕΚ για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και καθιστά τη Μελέτη Φέρουσας Ικανότητας ολόκληρου του εθνικού συστήματος νομικά και επιστημονικά έκθετη.
                              • Απαίτηση: Το ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν μπορεί να εγκριθεί εάν δεν ενσωματώσει κοινές προβλέψεις και αυστηρούς περιορισμούς χωροθέτησης για τα «δίδυμα έργα» (ΑΠΕ και DataCenters), εξετάζοντας τη συνολική Φέρουσα Ικανότητα των τοπικών κοινωνιών και των φυσικών πόρων στην Επικράτεια.

                              <h3>21. Αυθαίρετη Χωροθέτηση Σταθμών Αποθήκευσης με Μπαταρίες (BatteryCenters – BESS): Υψηλός Βιομηχανικός Κίνδυνος και Αποσιώπηση Χημικών Ατυχημάτων</h3>
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ και η συνοδευτική ΣΜΠΕ αντιμετωπίζουν τους Σταθμούς Αποθήκευσης Ενέργειας (BatteryEnergyStorageSystems – BESS) ως απλές, υποστηρικτικές εγκαταστάσεις, παραλείποντας να τις εξετάσουν ως υποδομές υψηλού κινδύνου. Η χωροθέτηση τέτοιων εγκαταστάσεων σε άμεση γειτνίαση με οικισμούς, αγροτικές εκτάσεις και ευαίσθητα οικοσυστήματα, χωρίς πρόβλεψη Μελέτης Ασφαλείας, συνιστά μεθοδολογική παράλειψη που υπονομεύει τη δημόσια ασφάλεια.

                              • Η Χημική και Πυρκαγική Απειλή (ThermalRunaway): Οι σταθμοί BESS αποτελούν βιομηχανικές υποδομές με εγγενείς κινδύνους. Το φαινόμενο της «θερμικής διαφυγής» (thermalrunaway) ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης αλυσιδωτών, εκρηκτικών πυρκαγιών, η κατάσβεση των οποίων είναι ιδιαίτερα δυσχερής με τα συμβατικά μέσα, λόγω της χημικής φύσης των στοιχείων αποθήκευσης.
                              • Έκλυση Τοξικών Αερίων: Σε περίπτωση πυρκαγιάς, η απελευθέρωση στην ατμόσφαιρα επικίνδυνων ενώσεων, όπως το υδροφθόριο (HF) και το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), αποτελεί άμεση απειλή για τη δημόσια υγεία. Επιπλέον, τα κατάλοιπα της καύσης, καθώς και τα νερά πυρόσβεσης, ενδέχεται να μεταφέρουν ρυπαντικές ουσίες στο έδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα. Η ΣΜΠΕ στερείται εκτίμησης της διασποράς αυτών των ρύπων, ειδικά σε περιοχές με υδρογεωλογική ευπάθεια
                              • Παράλειψη Σεναρίων Βιομηχανικού Ατυχήματος: Η ΣΜΠΕ αποτυγχάνει να αξιολογήσει σενάρια σοβαρών ατυχημάτων, τις ζώνες επιρροής τους, καθώς και τις απαιτήσεις πολιτικής προστασίας. Ελλείψει τέτοιας ανάλυσης, η χωροθέτηση εγκαταστάσεων BESS σε κατοικημένες ή περιβαλλοντικά ευαίσθητες ζώνες παραμένει ατεκμηρίωτη.

                              Απαίτηση – Αρχή της Προφύλαξης:
                              Κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης, απαιτώ την αναθεώρηση του σχεδίου με:

                              1. Χωροταξικός Αποκλεισμός: Θέσπιση απαγορευτικών αποστάσεων από οικισμούς, πηγές υδροδότησης και οικολογικά ευαίσθητες ζώνες για κάθε εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας.
                              2. Τεχνική Τεκμηρίωση: Υποχρεωτική υποβολή Μελέτης Επικινδυνότητας (RiskAssessment) και Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης, με συγκεκριμένα σενάρια διασποράς ρύπων (υδροφθόριο) σε περίπτωση ατυχήματος.
                              3. Περιβαλλοντική Διασφάλιση: Υιοθέτηση της Αρχής της Προφύλαξης για την αποτροπή ανεπανόρθωτης ρύπανσης των υδάτων από τα νερά πυρόσβεσης.

                              <h3>22. Έλλειψη Εθνικής Εκτίμησης Σωρευτικών και Συνεργιστικών Επιπτώσεων σε Επίπεδο Επικράτειας</h3>
                              Η ΣΜΠΕ δεν προβαίνει σε ολοκληρωμένη αξιολόγηση των σωρευτικών και συνεργιστικών επιπτώσεων που προκύπτουν από τη συνδυασμένη ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών σε εθνική κλίμακα. Η αξιολόγηση περιορίζεται σε επιμέρους κατηγορίες έργων ή σε αποσπασματικές γεωγραφικές αναφορές, χωρίς να εξετάζεται η συνολική μεταβολή των χρήσεων γης, του τοπίου, της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημικών που δύναται να προκαλέσει η ταυτόχρονη ανάπτυξη πολλαπλών ενεργειακών εγκαταστάσεων και των συνοδών υποδομών τους στην ελληνική επικράτεια.

                              • χερσαίων αιολικών σταθμών,
                              • φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων,
                              • γεωθερμικοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρισμού
                              • υπεράκτιων αιολικών πάρκων,
                              • μελλοντικών έργων θαλάσσιας ενέργειας (κυματικής, παλιρροϊκής ή άλλης μορφής),
                              • σταθμών αποθήκευσηςενέργειας (BESS),
                              • έργωνηλεκτρικήςδιασύνδεσης νησιών,
                              • υποθαλάσσιων καλωδίωνμεταφοράς,
                              • νέων υποσταθμών, ΚΥΤ και δικτύων μεταφοράς,
                              • συνοδών έργων οδοποιίας και τεχνικών υποδομώ

                              Η απουσία μιας τέτοιας εθνικής εκτίμησης δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί εάν ο συνολικός σχεδιασμός οδηγεί σε υπέρβαση των ορίων φέρουσας ικανότητας επιμέρους περιφερειών, νησιωτικών συμπλεγμάτων ή ευαίσθητων οικοσυστημάτων, ούτε εάν η συσσωρευμένη κατάληψη φυσικού χώρου παραμένει συμβατή με τους στόχους προστασίας της βιοποικιλότητας, της γεωργικής γης, του τοπίου και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

                              Περαιτέρω, η ΣΜΠΕ δεν τεκμηριώνει με ποιον τρόπο οι ανωτέρω σωρευτικές επιπτώσεις κατανέμονται χωρικά μεταξύ των Περιφερειών της χώρας, ούτε αξιολογεί εάν ο σχεδιασμός οδηγεί σε δυσανάλογη συγκέντρωση ενεργειακών υποδομών σε συγκεκριμένες νησιωτικές, ορεινές ή οικολογικά ευαίσθητες περιοχές. Η παράλειψη αυτή δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της χωρικής δικαιοσύνης και της ισόρροπης κατανομής των περιβαλλοντικών βαρών σε εθνικό επίπεδο.

                              Απαίτηση:Ζητείται η συμπλήρωση της ΣΜΠΕ με αυτοτελές κεφάλαιο Εθνικής Σωρευτικής Εκτίμησης Επιπτώσεων (NationalCumulativeImpactAssessment), το οποίο θα αξιολογεί το σύνολο των υφιστάμενων, αδειοδοτημένων, υπό αδειοδότηση και προβλεπόμενων ενεργειακών υποδομών σε επίπεδο Επικράτειας και ανά γεωγραφική ενότητα, πριν από την έγκριση του ΕΧΠ-ΑΠΕ.

                               
                              <h2>ΜΕΡΟΣ Γ: ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ</h2>
                              <h3>23. Ρητή Παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου και της Νομολογίας του ΔΕΕ (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ)</h3>
                              Ρητή Παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου και της Νομολογίας του ΔΕΕ (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ) Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ μεταθέτει παράνομα την υποχρέωση της «Δέουσας Εκτίμησης Επιπτώσεων» από το στάδιο του Στρατηγικού Σχεδιασμού στο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης (ΜΠΕ) του εκάστοτε έργου. Η πρακτική αυτή βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με το Άρθρο 6(3) της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, καθώς καθιστά αδύνατη την ορθή εξέταση των συσσωρευτικών επιπτώσεων στο σύνολο του οικοσυστήματος, υποβαθμίζοντας την ουσία της προστασίας που επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο.
                              <h3>24. Σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία RED III (Οδηγία 2023/2413 για τις ΑΠΕ)</h3>
                              Η νέα ευρωπαϊκή οδηγία REDIII (Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413) εισάγει την επιτακτική υποχρέωση των κρατών-μελών για τον καθορισμό “Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ” (RenewablesGo-toAreas) αποκλειστικά σε ζώνες χαμηλού περιβαλλοντικού ρίσκου, εξαιρώντας ρητά το δίκτυο Natura 2000. Το προτεινόμενο χωροταξικό πλαίσιο παρεκκλίνει από το πνεύμα και τις δεσμεύσεις του ενωσιακού δικαίου, καθώς αγνοεί την αρχή της προφύλαξης, καθιστώντας την αναθεώρησή του όχι απλώς επιθυμητή, αλλά επιβεβλημένη.
                              <h3>25. Παραβίαση της Διεθνούς Σύμβασης του Μπερν (Για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής)</h3>
                              Η Ελλάδα δεσμεύεται ρητά από τη Σύμβαση του Μπερν, η οποία επιβάλλει την αυστηρή προστασία των μεταναστευτικών ειδών. Η παράλειψη κρίσιμων ορνιθολογικών δεδομένων σχετικά με τους διαδρόμους μετανάστευσης (flyways) και η χωροθέτηση ανεμογεννητριών (Α/Γ) εντός στενών νησιωτικών περασμάτων, συνιστά κατάφωρη παραβίαση της εν λόγω Διεθνούς Σύμβασης, αλλά και της ευρωπαϊκής Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ακεραιότητα ειδών προτεραιότητας.
                              <h3>26. Δομική Αντίφαση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (Nature Restoration Law)</h3>
                              Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ βρίσκεται σε ευθεία δομική αντίφαση με τον πρόσφατο Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991 για την Αποκατάσταση της Φύσης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του 2024.

                              • Αρχή της Μη Υποβάθμισης (Non-deteriorationPrinciple): Ο Κανονισμός επιβάλλει στα κράτη-μέλη τη δέσμευση να διασφαλίζουν τη συνεχή βελτίωση της κατάστασης των οικοσυστημάτων και να αποφεύγουν τη σημαντική υποβάθμισή τους. Το προτεινόμενο χωροταξικό πλαίσιο, το οποίο προωθεί τη βιομηχανική ανάπτυξη ΑΠΕ ακόμη και σε ευαίσθητα οικοσυστήματα, λειτουργεί αντίρροπα προς αυτή τη νομική υποχρέωση.
                              • Σύγκρουση με τους Στόχους Αποκατάστασης: Ενώ ο Κανονισμός επιβάλλει μέτρα αποκατάστασης για τουλάχιστον το 20% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών της ΕΕ έως το 2030 (και το σύνολο των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων έως το 2050), το ΕΧΠ-ΑΠΕ δημιουργεί νέες εστίες περιβαλλοντικής πίεσης σε περιοχές που θα έπρεπε να αποτελούν πυρήνες αποκατάστασης.
                              • Εθνικά Σχέδια Αποκατάστασης: Η Ελλάδα υποχρεούται να καταθέσει Εθνικά Σχέδια Αποκατάστασης (ΕΣΑ) που θα εξειδικεύουν τις δράσεις για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Είναι νομικά παράδοξο και αντιφατικό να προωθείται ένα χωροταξικό πλαίσιο που θυσιάζει φυσικό κεφάλαιο τη στιγμή που η Πολιτεία οφείλει να σχεδιάζει την αναγέννησή του.

                              Η Πολιτεία οφείλει να ευθυγραμμίσει τον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991, αποτρέποντας την ακύρωση των στόχων αποκατάστασης της βιοποικιλότητας από τον τρέχοντα βιομηχανικό ενεργειακό σχεδιασμό.
                              <h2>ΜΕΡΟΣ Δ: ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΓΕΝΙΚΑ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΣΤΗ ΣΜΠΕ</h2>
                              <h3>27. Πλήρης Απουσία Πλαισίου για την Ανακύκλωση και Αποξήλωση (Decommissioning)</h3>
                              Κατά παράβαση των αρχών της Κυκλικής Οικονομίας, το προτεινόμενο Χωροταξικό στερείται οποιασδήποτε στρατηγικής πρόβλεψης για τον παροπλισμό (decommissioning) και τη διαχείριση των αποβλήτων των βιομηχανικών εγκαταστάσεων κατά το πέρας του κύκλου ζωής τους (20-25 έτη). Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι δεν προβλέπεται η υποχρεωτική κατάθεση εγγυητικών επιστολών που να καλύπτουν το πλήρες κόστος της πλήρους αποκατάστασης του τοπίου, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής εκσκαφής και απομάκρυνσης των ογκωδών βάσεων σκυροδέματος, οι οποίες, ελλείψει σχετικού δεσμευτικού όρου, κινδυνεύουν να παραμείνουν ως μόνιμα “ερείπια” στο φυσικό περιβάλλον.
                              <h3>28. Θεσμικό Χάος και Ασυμβατότητα με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ)</h3>
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, ενεργώντας ως υπερκείμενο και οριζόντια επιβαλλόμενο πλαίσιο, αναιρεί εκ των προτέρων τον σχεδιασμό των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ) που υλοποιούνται στο πλαίσιο του προγράμματος «Κωνσταντίνος Δοξιάδης». Αυτή η αλληλοεπικάλυψη προκαλεί σοβαρό θεσμικό βραχυκύκλυμα, καθώς καθιστά τον τοπικό χωροταξικό σχεδιασμό υποδεέστερο και αναποτελεσματικό, παρά τις δεσμεύσεις τηςΠολιτείας για τον αντίθετο δρόμο.
                              <h3>29. Διαδικαστικές Ελλείψεις, Σύμβαση του Άαρχους και Αίτημα Θεσμοθέτησης Διαφάνειας</h3>
                              Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ και η συνοδεύουσα ΣΜΠΕ στερούνται νομιμότητας, καθώς παραβιάζουν ευθέως τα άρθρα 6 και 7 της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους (Ν. 3422/2005), η οποία επιβάλλει την ουσιαστική, έγκαιρη και αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων.

                              Η παρούσα διαβούλευση κρίνεται προσχηματική για τους εξής λόγους:

                              • Προδιαγεγραμμένες Επιλογές: Οι στρατηγικές επιλογές έχουν ληφθεί ερήμην της κοινωνίας, με τον αποκλεισμό της εξέτασης της «Μηδενικής Λύσης» και τη χρήση ελλιπών χαρτογραφικών δεδομένων.
                              • Θεσμικό Βραχυκύκλωμα: Το ΕΧΠ-ΑΠΕ, ως «υπερκείμενο» πλαίσιο, ακυρώνει τον σχεδιασμό των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (πρόγραμμα «Κωνσταντίνος Δοξιάδης»), καθιστώντας τον τοπικό χωροταξικό σχεδιασμό αναποτελεσματικό.
                              • Αδιαφάνεια: Η απουσία ρητής πρόβλεψης για τη δημοσιότητα των φακέλων των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ) αποκλείει τον απαραίτητο κοινωνικό έλεγχο, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.

                               

                              ΜΕΡΟΣ Ε: ΣΥΝΟΨΗ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ

                              1. Απόλυτος Οριζόντιος Αποκλεισμός της Ικαρίας ως Νησιού κάτω των 300 τ.χλμ (Βλ. Μέρος Α, Άρθρο 1)
                                Ζητώ την άμεση επανεξέταση όλων των υφιστάμενων και εκκρεμών αδειοδοτήσεων έργων ΑΠΕ στην Ικαρία υπό το φως του προβλεπόμενου καθεστώτος αποκλεισμού του άρθρου 19. Εφόσον διαπιστωθεί ότι οι σχετικές άδειες εκδόθηκαν ή προωθήθηκαν χωρίς επαρκή αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας, των σωρευτικών επιπτώσεων ή των περιβαλλοντικών περιορισμών της περιοχής, ζητώ η ανάκληση, ακύρωση ή παύση της αδειοδοτικής διαδικασίας, κατά περίπτωση.
                              2. Οικολογικές Πιέσεις και Προστατευόμενες Περιοχές (Natura 2000) – Καταγγελία Σφάλματος στον Χάρτη 3
                                Άμεση διόρθωση του Χάρτη 3, κατάργηση των εξαιρέσεων για τις νησιωτικές Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), θεσμοθέτηση ζώνης προστασίας 5 χλμ. στο Καταφύγι και θέσπιση καθολικού apriori αποκλεισμού των αιολικών εντός των προστατευόμενων περιοχών του νησιού καθώς και σε ολόκληρο τον ορεινό όγκο της Ικαρίας, λόγω της κρίσιμης σημασίας του για την επιβίωση προστατευόμενων ειδών αρπακτικών πτηνών.
                              3. Υδρολογική Ισορροπία, Μικροκλίμα και Ανεπάρκεια Αποστάσεων Ασφαλείας Τροποποίηση του Παραρτήματος ΙΙ και θεσμοθέτηση υποχρεωτικής περιμετρικής ζώνης αποκλεισμού (BufferZone) τουλάχιστον 5 χιλιομέτρων γύρω από το Δάσος του Ράντη και τις κύριες υδρολογικές λεκάνες για τη διασφάλιση των πολύτιμων υδάτινων πόρων του νησιού.
                              4. Αυθαίρετος Περιορισμός του Χάρτη 1
                                Οι περιορισμοί των ΕΠΜ να εξετάζονται στο σύνολο της γεωγραφικής ενότητας του νησιού (ως ενιαία οικολογική και χωρική λεκάνη) και όχι αποσπασματικά ανά ζώνη.
                              5. Κοινωνικοοικονομική Ταυτότητα, Εναλλακτικός Τουρισμός, Πολιτιστική Κληρονομιά και η ανάγκη προστασίας της Δυτικής Ικαρίας – Πλήρης Απαξίωση στον Χάρτη 4 Άμεση απόσυρση και συμπλήρωση του Χάρτη 4 με όλα τα κηρυγμένα αρχαιολογικά, ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της Ικαρίας. Θέσπιση αυστηρών ζωνών προστασίας του τοπίου, με ειδική ρήτρα προστασίας της Δυτικής Ικαρίας ως περιοχής μηδενικής ανοχής σε βιομηχανικές επεμβάσεις ΑΠΕ
                              6. Ομολογία Σωρευτικής Επιβάρυνσης στην Ανατολική Ικαρία (Εικόνα 2-1, Έλεγχος Δέουσας Εκτίμησης) Κατ’ εφαρμογή των ίδιων των δεδομένων της Δέουσας Εκτίμησης, η Ανατολική Ικαρία πρέπει να κηρυχθεί Ζώνη Αποκλεισμού λόγω ήδη επιτευχθέντος κορεσμού και υπέρβασης της Φέρουσας Ικανότητας, απαγορεύοντας κάθε νέα προσθήκη βιομηχανικών ενεργειακών υποδομών.
                              7. Η Γεωγραφική Αλληλουχία Ανατολικής και Δυτικής Ικαρίας βάσει της Δέουσας Εκτίμησης Ως εκ τούτου, καθίσταται επιβεβλημένη η ρητή θεσμική αναγνώριση της Δυτικής Ικαρίας ως «Ζώνης Διαφύλαξης Φυσικού Κεφαλαίου».
                                Τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα για καθολικό αποκλεισμό της από κάθε μορφή βιομηχανικής εγκατάστασης ΑΠΕ και συνοδών δικτύων, ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργία της ως οικολογικού καταφυγίου. Η ΣΜΠΕ οφείλει να ενσωματώσει τον εν λόγω περιορισμό ως οριζόντιο, δεσμευτικό όρο χωροθέτησης, αποτρέποντας την οριστική υποβάθμιση της Φέρουσας Ικανότητας του συνόλου της νήσου
                              8. Δομικό Έλλειμμα Στρατηγικής Σκοπιμότητας: Ατεκμηρίωτη «Ενεργειακή Ανάγκη» των ΒΑΠΕ και Ανατροπή του Ισοζυγίου Κόστους-Οφέλους
                                Η έλλειψη τεκμηρίωσης της σκοπιμότητας αποτελεί ουσιώδη αδυναμία του σχεδίου και δεν επιτρέπει την πλήρη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών του. Ως εκ τούτου, ζητείται η απόσυρση του υπό διαβούλευση πλαισίου και η επανυποβολή του μετά την εκπόνηση ανεξάρτητης Μελέτης Σκοπιμότητας που θα εξετάζει το σύνολο των εναλλακτικών επιλογών.
                              9. Καταστρεπτικά Συνοδά Έργα: Δρόμοι Διάνοιξης, Γραμμές Μεταφοράς και Υποσταθμοί Υψηλής Τάσης.
                                Την εισαγωγή ρητών περιορισμών στο ΕΧΠ με καθολική απαγόρευση διάνοιξης νέων οδικών υποδομών και εγκατάστασης εναέριων γραμμών μεταφοράς υψηλής τάσης σε προστατευόμενες ζώνες και περιοχές υψηλής οικολογικής ευαισθησίας. Την επιβολή της υποχρεωτικής υπογειοποίησης των καλωδίων μεταφοράς κατά μήκος του υφιστάμενου οδικού δικτύου, ως μοναδική αποδεκτή μέθοδο ελαχιστοποίησης του περιβαλλοντικού, πυροθερμικού και ηλεκτρομαγνητικού κινδύνου.
                              10. Υβριδικά Πάρκα (Αντλησιοταμίευση) και Υδρογεννήτριες: Η Βιομηχανοποίηση των Ρεμάτων και η Απαξίωση των Υδάτινων Οικοσυστημάτων
                                Θεσμοθέτηση ρητής απαγόρευσης χωροθέτησης Υβριδικών Σταθμών (Αντλησιοταμίευσης) και Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (Υδρογεννητριών) εντός φυσικών ρεμάτων, υδροκριτών και προστατευόμενων λεκανών απορροής σε όλη την ελληνική επικράτεια, με έμφαση στα ευαίσθητα νησιωτικά οικοσυστήματα. Οποιοδήποτε έργο αποθήκευσης νερού περιορίζεται αυστηρά σε ήδη υποβαθμισμένες, ανθρωπογενείς ζώνες, χωρίς αλλοίωση της φυσικής ροής των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων.
                              11. Πλήρης Αποσιώπηση των Επιπτώσεων Χημικής Ρύπανσης και Τοξικότητας Αιολικών Σταθμών: Η Απειλή της Δισφαινόλης Α (BPA) και των Μικροπλαστικών.
                                Κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης (άρθρο 191 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ), απαιτώ τη ριζική αναθεώρηση της ΣΜΠΕ και την υποχρεωτική ενσωμάτωση εξειδικευμένης Τοξικολογικής Μελέτης Επιπτώσεων, η οποία θα αξιολογεί τις πιθανές χημικές επιβαρύνσεις στα τοπικά υδάτινα συστήματα και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στη δημόσια υγεία.
                              12. Έλλειψη Τεκμηρίωσης Αναγκαιότητας & Περιβαλλοντικοί Κίνδυνοι Βιομηχανικών Φωτοβολταϊκών Πάρκων.
                                Καθολική απαγόρευση χωροθέτησης: Την ρητή απαγόρευση εγκατάστασης φωτοβολταϊκών πάρκων βιομηχανικής κλίμακας σε φυσικά οικοσυστήματα, δασικές εκτάσεις, γεωργικές και βοσκήσιμες γαίες και ζώνες προστασίας υδάτων.
                                Αλλαγή Ενεργειακού Μοντέλου:
                                Τη δέσμευση ότι η περαιτέρω ανάπτυξη φωτοβολταϊκών θα περιορίζεται αυστηρά σε «ενεργειακά αξιοποιημένες» εκτάσεις (στέγες, βιομηχανικά κτίρια, χώροι λατομείων σε αποκατάσταση) με σκοπό την αυτοπαραγωγή και όχι την εξαγωγή ρεύματος μέσω καταστροφής του τοπίου.
                                Τοξικολογική Μελέτη: Την υποχρέωση διενέργειας Τοξικολογικής Μελέτης Επιπτώσεων και Μελέτης Έκπληξης (LeachingTest) για κάθε έργο που προτείνεται, με πλήρη ανάληψη της αστικής και ποινικής ευθύνης από τον επενδυτή σε περίπτωση χημικής επιβάρυνσης του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί περιβαλλοντικής ευθύνης για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (Π.Δ. 148/2009).
                              13. Δομική Έκπτωση Επιστημονικής Τεκμηρίωσης για τους Υδατικούς Πόρους της Χώρας.
                                Η ΣΜΠΕ πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά. Ζητώ την υποχρεωτική εκπόνηση Υδρογεωλογικής Μελέτης Επικινδυνότητας ως προαπαιτούμενο αδειοδότησης.
                              14. Αναχρονιστικό Υψομετρικό Όριο, Τεχνολογική Παράκαμψη και Πλήρης Αγνόηση των Ορνιθολογικών Μεταναστευτικών Δεδομένων.
                                Η υψομετρική διάταξη αποκλεισμού να επαναπροσδιοριστεί ριζικά. Ο περιορισμός πρέπει να αφορά το συνολικό ανώτατο σημείο της πτερωτής (tipheight) και όχι το υψόμετρο του ελάχιστου εδάφους θεμελίωσης. Ειδικά στον νησιωτικό χώρο, απαιτείται καθολικός αποκλεισμός στις ανώτατες κορυφογραμμές (ανεξαρτήτως υψομέτρου).
                              15. Πλήρης Απουσία Οριζόντιων Κριτηρίων για τη «Φέρουσα Ικανότητα». Εισαγωγή σαφών, μαθηματικών και χωρικών δεικτών Φέρουσας Ικανότητας στο Άρθρο 19 της ΚΥΑ, οι οποίοι θα θέτουν οροφή (Cap) στη συνολική ισχύ ανά γεωγραφική λεκάνη.
                              16. Αναγκαιότητα Προστασίας της Πρωτογενούς Παραγωγής από την Ανάπτυξη Βιομηχανικών Υποδομών.
                                Ρητή τροποποίηση του Άρθρου 19 με καθολική απαγόρευση εγκατάστασης βιομηχανικών ΑΠΕ σε Γη Υψηλής Παραγωγικότητας, σε ενεργές κτηνοτροφικές ζώνες και σε προστατευόμενα μελισσοκομικά οικοσυστήματα.
                              17. Οικονομική Απαξίωση, Κοινωνικές Επιπτώσεις και η Αναγκαιότητα του Ενεργειακού Εκδημοκρατισμού Καθεστώς “APriori” Εξαίρεσης.
                                Θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που αποκλείει apriori και οριζόντια κάθε βιομηχανική εγκατάσταση ΑΠΕ από όλες τις περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας (Natura 2000, Προστατευόμενα Φυσικά Μνημεία όπως το Δάσος του Ράντη, Εθνικοί Δρυμοί).
                                Ζώνες Αποκλεισμού Οικισμών: Να απαγορεύεται ρητά η εγκατάσταση βιομηχανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ σε απόσταση μικρότερη των πέντε (5) χιλιομέτρων από τα εγκεκριμένα όρια οικισμών, οικιστικών συνόλων και τουριστικών περιοχών. Ο εν λόγω περιορισμός καθίσταται αναγκαίος για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και της ποιότητας ζωής, αποτρέποντας την οπτική και ηχητική όχληση, καθώς και την αποδεδειγμένη οικονομική απαξίωση της ακίνητης περιουσίας και του τουριστικού κεφαλαίου που προκαλείται από τέτοιου είδους βιομηχανικές παρεμβάσεις.
                                Να απαγορεύεται η χωροθέτηση βιομηχανικών έργων ΑΠΕ σε περιοχές όπου η εγκατάσταση επιφέρει οποιαδήποτε μορφή μόνιμης μεταβολής ή αλλοίωσης του φυσικού ανάγλυφου, του οικοσυστήματος ή του τοπίου. Οποιαδήποτε παρέμβαση που προκαλεί περιβαλλοντική αλλαγή, μη αναστρέψιμη βλάβη στο φυσικό περιβάλλον ή διατάραξη της βιοποικιλότητας, θεωρείται μη συμβατή με τις αρχές της αειφορίας και δεν δύναται να λάβει έγκριση περιβαλλοντικών όρων.
                                Εστίαση στην Αυτοπαραγωγή: Θέσπιση κινήτρων για μαζική εγκατάσταση ΑΠΕ σε αστικό και οικιστικό ιστό (netmetering) ως προτεραιότητα έναντι κάθε νέας αδειοδότησης βιομηχανικού αιολικού πάρκου.
                                Διασφάλιση Κοινωνικής Δικαιοσύνη & Δικαίωμα Βέτο:
                                Ως απαράβατος όρος για την εξέταση οποιασδήποτε αδειοδοτικής αίτησης εγκατάστασης βιομηχανικών ΑΠΕ, να θεσπίστει η υποχρεωτική διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος στην περιοχή επιρροής του έργου. Η υλοποίηση του έργου τελεί υπό την απόλυτη προϋπόθεση της θετικής και δεσμευτικής γνώμης της τοπικής κοινωνίας, εκφρασμένης μέσω της κάλπης. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης ή αποχής από τη διαδικασία, το έργο απορρίπτεται οριστικά και αμετάκλητα, αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία της τοπικής βούλησης επί οποιουδήποτε επενδυτικού σχεδιασμού.
                              18. Δομική Αλλοίωση Χλωρίδας και Πανίδας: Οικοσυστημική Κατάρρευση και Κατακερματισμός Ενδιαιτημάτων.
                                Ζητώ τον απόλυτο apriori αποκλεισμό οποιουδήποτε έργου ΒΑΠΕ διότι προκαλεί κατακερματισμό σε προστατευόμενα οικοσυστήματα.
                              19. Αδιαφορία για την Αλλοίωση των Τοπικών Μικροκλιμάτων.
                                Η ΣΜΠΕ να ενσωματώσει υποχρεωτικό κριτήριο αξιολόγησης της μικροκλιματικής μεταβολής.
                              20. Στρατηγική Παράλειψη των DataCenters και των Συνδυαστικών Έργων (TwinTransition).
                                Το ΕΧΠ-ΑΠΕ δεν μπορεί να εγκριθεί εάν δεν ενσωματώσει κοινές προβλέψεις και αυστηρούς περιορισμούς χωροθέτησης για τα «δίδυμα έργα» (ΑΠΕ και DataCenters), εξετάζοντας τη συνολική Φέρουσα Ικανότητα των τοπικών κοινωνιών και των φυσικών πόρων στην Επικράτεια.
                              21. Αυθαίρετη Χωροθέτηση Σταθμών Αποθήκευσης με Μπαταρίες (BatteryCenters – BESS): Υψηλός Βιομηχανικός Κίνδυνος και Αποσιώπηση Χημικών Ατυχημάτων.
                                Κατ’ εφαρμογή της Αρχής της Προφύλαξης, απαιτώ την αναθεώρηση του σχεδίου με:
                                Χωροταξικός Αποκλεισμός: Θέσπιση απαγορευτικών αποστάσεων από οικισμούς, πηγές υδροδότησης και οικολογικά ευαίσθητες ζώνες για κάθε εγκατάσταση αποθήκευσης ενέργειας.
                                Τεχνική Τεκμηρίωση: Υποχρεωτική υποβολή Μελέτης Επικινδυνότητας (RiskAssessment) και Σχεδίου Έκτακτης Ανάγκης, με συγκεκριμένα σενάρια διασποράς ρύπων (υδροφθόριο) σε περίπτωση ατυχήματος.
                                Περιβαλλοντική Διασφάλιση: Υιοθέτηση της Αρχής της Προφύλαξης για την αποτροπή ανεπανόρθωτης ρύπανσης των υδάτων από τα νερά πυρόσβεσης.
                              22. Έλλειψη Εθνικής Εκτίμησης Σωρευτικών και Συνεργιστικών Επιπτώσεων σε Επίπεδο Επικράτειας.
                                Ζητείται η συμπλήρωση της ΣΜΠΕ με αυτοτελές κεφάλαιο Εθνικής Σωρευτικής Εκτίμησης Επιπτώσεων (NationalCumulativeImpactAssessment), το οποίο θα αξιολογεί το σύνολο των υφιστάμενων, αδειοδοτημένων, υπό αδειοδότηση και προβλεπόμενων ενεργειακών υποδομών σε επίπεδο Επικράτειας και ανά γεωγραφική ενότητα, πριν από την έγκριση του ΕΧΠ-ΑΠΕ.
                              23. Ρητή Παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου και της Νομολογίας του ΔΕΕ (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ).
                                Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ μεταθέτει παράνομα την υποχρέωση της «Δέουσας Εκτίμησης Επιπτώσεων» από το στάδιο του Στρατηγικού Σχεδιασμού στο στάδιο της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης (ΜΠΕ) του εκάστοτε έργου, σε ευθεία σύγκρουση με το Άρθρο 6(3) της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ).
                              24. Σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία REDIII (Οδηγία 2023/2413 για τις ΑΠΕ).
                                Η νέα ευρωπαϊκή οδηγία RED III εισάγει την αυστηρή υποχρέωση των κρατών-μελών να σχεδιάσουν συγκεκριμένες «Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ» (RenewablesAccelerationAreas) σε περιοχές χαμηλού περιβαλλοντικού ρίσκου, εκτός δικτύου Natura 2000. Το χωροταξικό πλαίσιο παρεκκλίνει από το πνεύμα των βασικών αρχών προστασίας, καθιστώντας αναγκαία την αναθεώρησή του.
                              25. Παραβίαση της Διεθνούς Σύμβασης του Μπερν (Για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής).
                                Η Ελλάδα δεσμεύεται από τη Σύμβαση του Μπερν, η οποία επιβάλλει την αυστηρή προστασία των μεταναστευτικών ειδών. Η παράλειψη των ορνιθολογικών μεταναστευτικών δεδομένων (Flyways) και η χωροθέτηση Α/Γ σε στενά νησιωτικά περάσματα συνιστά άμεση παραβίαση της Διεθνούς Σύμβασης.
                              26. Δομική Αντίφαση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (NatureRestorationLaw).
                                Ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός επιβάλλει στα κράτη-μέλη τη λήψη δεσμευτικών μέτρων για την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων έως το 2030 και το 2050. Το ΕΧΠ-ΑΠΕ κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, νομιμοποιώντας τον έντονο κατακερματισμό (fragmentation) παρθένων δασικών και ορεινών όγκων.
                              27. Πλήρης Απουσία Πλαισίου για την Ανακύκλωση και Αποξήλωση (Decommissioning).
                                Κατά παράβαση των αρχών της Κυκλικής Οικονομίας της ΕΕ, δεν υπάρχει καμία στρατηγική πρόβλεψη για το τι θα συμβεί όταν οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά φτάσουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους (20-25 έτη). Επισημαίνεται ότι το Χωροταξικό όφειλε να θέσει ως υποχρεωτικό όρο την κατάθεση εγγυητικών επιστολών για την πλήρη αποκατάσταση του τοπίου και την απομάκρυνση του σκυροδέματος.
                              28. Θεσμικό Χάος και Ασυμβατότητα με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ).
                                Το ΕΧΠ-ΑΠΕ, ως «υπερκείμενο» πλαίσιο, έρχεται να επιβληθεί οριζόντια, ακυρώνοντας τον σχεδιασμό των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ) που συντάσσονται αυτή τη στιγμή (Πρόγραμμα «Κωνσταντίνος Δοξιάδης»), δημιουργώντας ένα σοβαρό θεσμικό βραχυκύκλυμα.
                              29. Διαδικαστικές Ελλείψεις, Σύμβαση του Άαρχους και Αίτημα Θεσμοθέτησης Διαφάνειας.
                                Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ και η συνοδεύουσα ΣΜΠΕ στερούνται νομιμότητας, καθώς παραβιάζουν ευθέως τα άρθρα 6 και 7 της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους (Ν. 3422/2005), η οποία επιβάλλει την ουσιαστική, έγκαιρη και αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων.

                              <h2>ΜΕΡΟΣ ΣΤ : ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟ ΠΟΡΙΣΜΑ</h2>
                              Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των 29 αναλυτικών σημείων, των τεχνικών ενστάσεων και των νομικών παραβάσεων που αναπτύχθηκαν στο παρόν υπόμνημα, καθίσταται σαφές ότι το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ και η συνοδεύουσα ΣΜΠΕ πάσχουν από δομική, καθολική και αναγκαία ακυρότητα, τόσο σε επίπεδο Ελληνικής Επικράτειας όσο και σε επίπεδο τοπικών νησιωτικών οικοσυστημάτων.

                              Σε επίπεδο Επικράτειας, το προτεινόμενο πλαίσιο στερείται επιστημονικής εγκυρότητας και ορθολογικού σχεδιασμού. Βασίζεται στην πλήρη αποσιώπηση κρίσιμων περιβαλλοντικών, τοξικολογικών και πυροθερμικών κινδύνων (όπως η χημική ρύπανση των υδάτων από BPA, PFAS και βαρέα μέταλλα, οι εκρηκτικές και μη αναστρέψιμες πυρκαγιές των άναρχα χωροθετημένωνBatteryCenters, και ο στραγγαλισμός των υδροφόρων οριζόντων από φαραωνικά υβριδικά έργα αντλησιοταμίευσης). Το σχέδιο αυτό σχεδιάζει άναρχα την ενεργειακή παραγωγή, αγνοώντας πλήρως τη ραγδαία ανάπτυξη των σύγχρονων ψηφιακών υποδομών (DataCenters) που αναπτύσσονται στην ηπειρωτική χώρα και απαιτούν τεράστια αποθέματα ισχύος και νερού, ανατρέποντας κάθε πρόβλεψη του ΕΣΕΚ. Με τον τρόπο αυτό, θυσιάζεται τυφλά η πρωτογενής παραγωγή, η μελισσοκομική χλωρίδα και η Γη Υψηλής Παραγωγικότητας, ενώ απαξιώνεται οικονομικά η ιδιωτική ακίνητη περιουσία και διαρρηγνύεται η κοινωνικοοικονομική συνοχή των τοπικών κοινωνιών. Παράλληλα, η μεθοδολογία της μελέτης παραβιάζει κατάφωρα το Ενωσιακό Δίκαιο (Οδηγίες 92/43/ΕΟΚ, 2001/42/ΕΚ και REDIII), τη Νομολογία του ΔΕΕ και τη Διεθνή Σύμβαση του Άαρχους, καθώς αποκλείει τη «Μηδενική Λύση» και καθιστά τη δημόσια συμμετοχή προσχηματική.

                              Στο πλαίσιο αυτό, η περίπτωση της Ικαρίας αποτελεί την πιο κραυγαλέα αποτύπωση των εθνικών αυτών αστοχιών και μια πρωτοφανή θεσμική αντίφαση. Ενώ το ίδιο το Άρθρο 19 της ΚΥΑ θέτει ως απαρέγκλιτο κανόνα τον απόλυτο αποκλεισμό των νησιών κάτω των 300 τ.χλμ. —κατηγορία στην οποία η Ικαρία υπάγεται αυτοδίκαια λόγω της έκτασής της (255,3 τ.χλμ.)— οι συνοδευτικοί χάρτες αφήνουν ορθάνοιχτο το παράθυρο για τη βιομηχανοποίηση του νησιού. Η μελέτη απαξιώνει χαρτογραφικά το σύνολο της πολιτιστικής, ιστορικής και θρησκευτικής κληρονομιάς του τόπου, αγνοώντας προκλητικά το προστατευόμενο Δάσος του Ράντη, τα κηρυγμένα κάστρα και τους ιστορικούς ναούς του Αθέρα.

                              Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι οι μελετητές, μέσω της Δέουσας Εκτίμησης, ομολογούν ότι η Ανατολική Ικαρία αποτελεί ήδη μια «ανεπτυγμένη και επιβαρυμένη» ζώνη. Κατά λογική και επιστημονική αλληλουχία, η παραδοχή αυτή καθιστά τη Δυτική Ικαρία το τελευταίο, αναντικατάστατο οχυρό παρθένου φυσικού κάλλους, βιοποικιλότητας και εναλλακτικής οικονομίας του νησιού. Οποιαδήποτε ενεργειακή ή χωρική διολίσθηση σε αυτή τη ζώνη, όχι μόνο θα ισοπεδώσει το διεθνές brand μακροζωίας (BlueZone) και ήπιου τουρισμού της Ικαρίας, αλλά θα επιφέρει το τελειωτικό πλήγμα στη Φέρουσα Ικανότητα ολόκληρου του νησιού, οδηγώντας το σε μη αναστρέψιμη κατάρρευση.

                              Κατόπιν των ανωτέρω, το πόρισμα είναι μονοσήμαντο:

                              Το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ και η ΣΜΠΕ δεν πληρούν τις νόμιμες και επιστημονικές προϋποθέσεις για να εγκριθούν στην παρούσα μορφή τουςκαι πρέπει να επαναδιατυπωθούν ουσιαστικά, ώστε να ενσωματωθούν στο σύνολό τους οι ενστάσεις και προτάσεις που κατατέθηκαν παραπάνω.
                              Η αναθεώρηση αυτή πρέπει να θεμελιωθεί στην Αρχή της Προφύλαξης, την προστασία των υδάτων, της αγροτικής γης και τη συνεκτική χωροθέτηση των ενεργοβόρων έργων. Ειδικότερα για τη γεωγραφική ενότητα της Ικαρίας (Ανατολικής και Δυτικής), απαιτείται η ρητή, ονομαστική και καθολική υπαγωγή της σε καθεστώς απόλυτου αποκλεισμού (No-GoZone) από κάθε μορφής βιομηχανικές υποδομές ΑΠΕ, συνοδά έργα και γραμμές μεταφοράς, προκειμένου να διασωθεί η οικολογική, υδρολογική, οικονομική και πολιτισμική ακεραιότητα του νησιού για τις επόμενες γενιές.
                              <h2>ΜΕΡΟΣ Ζ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ</h2>
                              Ελλάδα: Για μια Ενεργειακή Πολιτική με Σεβασμό στο Τοπίο και την Κοινωνία – Όχι στη Βιομηχανική Ισοπέδωση

                              Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το φυσικό, πολιτιστικό και παραγωγικό μας κεφάλαιο έχει ήδη υποστεί μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις, οι οποίες κλιμακώνονται από την τρέχουσα στρατηγική για την εγκατάσταση βιομηχανικών έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΒΑΠΕ) –τόσο στα νησιά όσο και στην ηπειρωτική χώρα. Είναι επιτακτική ανάγκη ο εθνικός ενεργειακός σχεδιασμός να επαναπροσδιοριστεί, θέτοντας ως απόλυτες προτεραιότητες την προστασία του τοπίου, την επισιτιστική ασφάλεια και την κοινωνική συναίνεση.

                              Οι Πυλώνες της Επιβεβλημένης Προστασίας Η αντίθεση στη βιομηχανοποίηση του τοπίου αποτελεί στάση ευθύνης που εδράζεται στους εξής άξονες:

                              • Αρχή της Φέρουσας Ικανότητας & Πολιτιστική Κληρονομιά: Η εγκατάσταση βιομηχανικών ΑΠΕ σε νησιά και ευαίσθητα ορεινά οικοσυστήματα δεν αποτελεί απλή τεχνική παρέμβαση, αλλά μη αναστρέψιμη αλλοίωση ενός ζωντανού μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς.
                              • Προστασία της Αγροτικής Γης: Η επισιτιστική ασφάλεια της χώρας αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Επιβάλλεται η άμεση απαγόρευση εγκατάστασης ΒΑΠΕ σε αγροτικές περιοχές, διαφυλάσσοντας τον παραγωγικό ιστό της υπαίθρου από τη βιομηχανική εκμετάλλευση.
                              • Σωρευτική Επιβάρυνση: Η χώρα έχει ήδη υπερβεί τα όρια φέρουσας ικανότητας σε πολλές περιοχές. Απαιτείται παύση της αδειοδότησης νέων έργων μέχρι την εκπόνηση ανεξάρτητης μελέτης για τη συνολική επιβάρυνση του περιβάλλοντος.
                              • Συνταγματική Επιταγή (Άρθρο 24): Το Σύνταγμα επιβάλλει στο Κράτος την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Η εξαίρεση ευαίσθητων περιοχών από τη βιομηχανική ανάπτυξη δεν είναι προαιρετική, αλλά επιβεβλημένη για τη διατήρηση της φυσιογνωμίας της χώρας.

                              Το Πλαίσιο των Διεκδικήσεων. Για τη διασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος, η Πολιτεία οφείλει να υιοθετήσει άμεσα τα εξής μέτρα σε εθνικό επίπεδο:

                              1. Καθεστώς “Ζωνών Απόλυτης Προστασίας”:
                                • Νησιά & Ηπειρωτική Χώρα: Κατηγοριοποίηση του συνόλου της χώρας ως «περιοχή αποκλεισμού» (exclusionzone) για την ανάπτυξη εγκαταστάσεων ΒΑΠΕ, ανεξαρτήτως μεγέθους.
                              2. Θεσμοθέτηση της “Τοπικής Κλίμακας”& Δικαιώματος Τοπικού Βέτο: Ως απαράβατος όρος για την εξέταση οποιασδήποτε αδειοδοτικής αίτησης εγκατάστασης έργων ΑΠΕ, θεσπίζεται ο αυστηρός περιορισμός του μεγέθους και της ισχύος των έργων εντός των ορίων των πραγματικών ενεργειακών αναγκών της τοπικής κοινωνίας (“Τοπική Κλίμακα”).

                              Η διαπίστωση της συμμόρφωσης με την εν λόγω “Τοπική Κλίμακα”, σε συνδυασμό με την υποχρεωτική διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την εξέταση του έργου. Η υλοποίηση τελεί υπό την απόλυτη προϋπόθεση της θετικής και δεσμευτικής γνώμης της τοπικής κοινωνίας, εκφρασμένης μέσω της κάλπης. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης ή αποχής από τη διαδικασία, το έργο απορρίπτεται οριστικά και αμετάκλητα, αναγνωρίζοντας την πρωτοκαθεδρία της τοπικής βούλησης επί οποιουδήποτε βιομηχανικού επενδυτικού σχεδιασμού

                              1. Προτεραιότητα στην Ενεργειακή Αυτονομία: Νομική δέσμευση ότι οποιοδήποτε έργο ΑΠΕ θα προορίζεται αποκλειστικά για την κάλυψη των αναγκών του συγκεκριμένου τόπου (μέσω net-metering ή ενεργειακών κοινοτήτων) και όχι για εξαγωγή ενέργειας στο κεντρικό σύστημα, ακυρώνοντας τη σκοπιμότητα των γιγαντιαίων πάρκων.
                              2. Ενεργειακή Δημοκρατία vs Ολιγοπώλιο: Μετατόπιση του εθνικού σχεδιασμού από την ανάπτυξη ΒΑΠΕ από μεγάλους ενεργειακούς ομίλους, προς την ενίσχυση της αυτοπαραγωγής των πολιτών.
                              3. Απαγόρευση Υπερτοπικών Έργων: Ρητή απαγόρευση έργων που χαρακτηρίζονται ως «στρατηγικής σημασίας» ή «υπερτοπικά», καθώς θυσιάζουν το τοπικό περιβάλλον για την εξυπηρέτηση συμφερόντων που δεν αφορούν την τοπική κοινωνία.

                              Η βιώσιμη ανάπτυξη της Ελλάδας απαιτεί τολμηρές αποφάσεις που ιεραρχούν τον άνθρωπο, το περιβάλλον και την τοπική κοινωνία πάνω από τη βιομηχανική λογική της ισοπέδωσης. Είναι ώρα για την προστασία της ταυτότητας του τόπου μας, διασφαλίζοντας την ενεργειακή μας αυτονομία με όρους δικαιοσύνης και σεβασμού.

                               

                              Υποβάλλων:

                              ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΕΞΩΡΑΙΣΤΙΚΟΣ ΦΙΛΟΔΑΣΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΑΝΔΡΙΩΝ ΡΑΧΩΝ ΙΚΑΡΙΑΣ ΄΄Η ΔΟΛΙΧΗ΄΄

                               

                              #15225
                              ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

                                ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΣΚΥΡΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

                                Η παρούσα παρέμβαση κατατίθεται στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και εκφράζει τη θέση μου ως Δημάρχου Σκύρου, ενός νησιού που επί δεκαετίες βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη χωροθέτηση μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων.

                                Η Σκύρος δεν είναι απλώς ένα ακόμη νησί του Αιγαίου.

                                Είναι ένας τόπος με μοναδική περιβαλλοντική αξία, εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές Natura 2000, Ζώνες Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα, σημαντικούς μεταναστευτικούς διαδρόμους πτηνών, παραδοσιακά τοπία, ιστορικούς οικισμούς, ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα και οικονομία που βασίζεται στην ισορροπία μεταξύ τουρισμού, κτηνοτροφίας, αλιείας και φυσικού περιβάλλοντος.

                                Για τον λόγο αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό ότι το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει για πρώτη φορά την ανάγκη ειδικής προστασίας των μικρών νησιών και προβλέπει τον αποκλεισμό εγκατάστασης αιολικών σταθμών σε κατοικημένα νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

                                Η πρόβλεψη αυτή συνιστά μια ουσιαστική παραδοχή:

                                Ότι τα μικρά νησιά διαθέτουν περιορισμένη φέρουσα ικανότητα.

                                Ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απεριόριστοι χώροι εγκατάστασης βιομηχανικών ενεργειακών έργων.

                                Ότι οι κορυφογραμμές, τα φυσικά τοπία, οι παραλίες, οι μεταναστευτικοί διάδρομοι των πτηνών, η παραδοσιακή κτηνοτροφία, η αλιεία, η τουριστική οικονομία και η ίδια η ταυτότητα των νησιών δεν αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους ενός επενδυτικού σχεδιασμού.

                                Η συγκεκριμένη πρόβλεψη κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

                                Ωστόσο, κατά την άποψή μου, αποδυναμώνεται ουσιωδώς από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.

                                Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η βασική μου παρατήρηση.

                                Εφόσον το ίδιο το Κράτος αναγνωρίζει ότι τα μικρά νησιά κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων διαθέτουν ιδιαίτερα περιορισμένη φέρουσα ικανότητα και χρήζουν ειδικής προστασίας, τότε η προστασία αυτή οφείλει να είναι πλήρης, καθολική και χωρίς εξαιρέσεις.

                                Διαφορετικά η απαγόρευση μετατρέπεται σε διακήρυξη προθέσεων χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα.

                                Η πρώτη και σημαντικότερη παρατήρηση αφορά τις μεταβατικές διατάξεις που εξαιρούν έργα τα οποία διαθέτουν ήδη περιβαλλοντική αδειοδότηση ή έχουν υποβάλει πλήρη φάκελο αδειοδότησης.

                                Η λογική αυτή δημιουργεί ένα σοβαρό ζήτημα συνέπειας.

                                Αν σήμερα η Πολιτεία θεωρεί ότι τα μικρά νησιά πρέπει να προστατευθούν, τότε η προστασία αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από το εάν μία διοικητική διαδικασία ξεκίνησε πριν ή μετά από μία συγκεκριμένη ημερομηνία.

                                Το φυσικό περιβάλλον δεν αλλάζει επειδή ένας φάκελος κατατέθηκε νωρίτερα.

                                Η φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν μεταβάλλεται επειδή εκδόθηκε μία διοικητική πράξη.

                                Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι δεν πρέπει να προβλέπεται καμία εξαίρεση για έργα με ΑΕΠΟ, για έργα που βρίσκονται σε ώριμο στάδιο αδειοδότησης ή για έργα που έχουν υποβάλει πλήρη φάκελο.

                                Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την πρόβλεψη περί εξαιρέσεων σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας με υψηλό αιολικό δυναμικό.

                                Η συγκεκριμένη λογική είναι, κατά την άποψή μου, προβληματική.

                                Η ύπαρξη υψηλού αιολικού δυναμικού δεν μειώνει την περιβαλλοντική αξία μιας περιοχής. Αντιθέτως, στις περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας η ύπαρξη ισχυρών ανέμων δεν μπορεί να λειτουργεί ως επιχείρημα χαλάρωσης των περιορισμών.

                                Η βιοποικιλότητα και η προστασία των ειδών δεν μπορεί να τίθενται σε δεύτερη μοίρα έναντι της ενεργειακής εκμετάλλευσης.

                                Η τρίτη παρατήρηση αφορά την εξαίρεση για λόγους «ασφάλειας του συστήματος».

                                Πρόκειται για μία εξαιρετικά γενική και αόριστη έννοια.

                                Μία τέτοια διατύπωση μπορεί να αποτελέσει στο μέλλον εργαλείο παράκαμψης της ίδιας της προστασίας που το χωροταξικό επιδιώκει να θεσπίσει.

                                Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η συγκεκριμένη εξαίρεση πρέπει να απαλειφθεί ή να περιοριστεί αυστηρά σε απολύτως εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν σχετίζονται με την ανάπτυξη νέων βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

                                Εξίσου σημαντικό είναι ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στα ανταποδοτικά οφέλη. Η προστασία του τοπίου, της βιοποικιλότητας, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της νησιωτικής φυσιογνωμίας δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής διαπραγμάτευσης.

                                Καμία οικονομική παροχή δεν μπορεί να αποκαταστήσει την απώλεια ενός φυσικού κεφαλαίου που δημιουργήθηκε μέσα σε χιλιάδες χρόνια. Καμία χρηματοδότηση δεν μπορεί να αναδημιουργήσει ένα αλλοιωμένο τοπίο ή έναν χαμένο μεταναστευτικό διάδρομο πτηνών.

                                Η συζήτηση επομένως πρέπει να μετατοπιστεί από τα ανταποδοτικά στην ενεργειακή δημοκρατία.

                                Η Σκύρος δεν ζητά να παραμείνει ενεργειακά εξαρτημένη.

                                Ζητά ακριβώς το αντίθετο. Ζητά να δοθεί η δυνατότητα στους μικρούς νησιωτικούς Δήμους να παράγουν οι ίδιοι την ενέργεια που χρειάζονται.

                                Ζητά ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για δημοτικές ενεργειακές κοινότητες. Ζητά εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό. Ζητά τη δυνατότητα ενεργειακής κάλυψης των αντλιοστασίων ύδρευσης, των εγκαταστάσεων αποχέτευσης, των μονάδων αφαλάτωσης, των σχολείων, των δημοτικών κτιρίων και των λοιπών δημοτικών υποδομών. Ζητά εργαλεία στήριξης της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και των ευάλωτων νοικοκυριών μέσω τοπικής αυτοπαραγωγής.

                                Με άλλα λόγια, ζητά ενεργειακή αυτονομία και όχι ενεργειακή εξάρτηση.

                                Η χώρα μπορεί να χρειάζεται Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

                                Αλλά χρειάζεται και τοπία.

                                Χρειάζεται και βιοποικιλότητα.

                                Χρειάζεται και νησιά που να εξακολουθούν να είναι αναγνωρίσιμα ως τόποι και όχι ως βιομηχανικά πεδία εγκατάστασης ενεργειακών υποδομών.

                                Η προστασία του περιβάλλοντος δεν αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη.

                                Αποτελεί προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης.

                                Η προστασία των μικρών νησιών δεν είναι τοπικό αίτημα.

                                Είναι εθνική υποχρέωση.

                                Για τον λόγο αυτό ζητώ:

                                • τη διατήρηση της απαγόρευσης εγκατάστασης αιολικών σταθμών στα νησιά κάτω των 300 τ.χλμ.,
                                • την κατάργηση όλων των εξαιρέσεων από την απαγόρευση αυτή,
                                • την κατάργηση των μεταβατικών διατάξεων για έργα με ΑΕΠΟ ή ώριμη αδειοδότηση,
                                • την κατάργηση των εξαιρέσεων για Ζώνες Ειδικής Προστασίας υψηλού αιολικού δυναμικού,
                                • την κατάργηση των εξαιρέσεων λόγω «ασφάλειας του συστήματος»,
                                • τη θεσμοθέτηση ειδικού πλαισίου ενεργειακής δημοκρατίας και ενεργειακής αυτονομίας για τους μικρούς νησιωτικούς Δήμους.

                                Η τεχνολογία εξελίσσεται.

                                Το τοπίο όμως, όταν χαθεί, δεν επιστρέφει.

                                #15264
                                ΣΟΦΙΑ ΠΑΥΛΑΚΗ

                                  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΑΠΕ

                                   

                                  Σοφία Ε. Παυλάκη

                                   

                                  Δικηγόρος παρ’ ΑΠ, M.Sc. Δασική & Περιβαλλοντική Πολιτική, υπ. Δρ. Παν/μίου Αιγαίου,

                                  μέλος Επιστ. Συμβουλίου Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας

                                   

                                  (Αθήνα 12/6/2026)

                                  _____________________________________________________________________________________________

                                   

                                  Κατατέθηκε και θα παραμείνει έως την 24/6/2026 σε δημόσια διαβούλευση από το ΥΠΕΝ σχέδιο κοινής υπουργικής απόφασης, από κοινού με τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού, με τίτλο: «Έγκριση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού».

                                   

                                  Τo προτεινόμενο σχέδιο νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) έχει συνταχθεί εξ ολοκλήρου επί τη βάσει <u>εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας</u> του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τη Χωροταξία, τη βιώσιμη διαχείριση και την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων και για την κοινωνική ανάπτυξη.

                                   

                                  Αναμένεται να γενικεύσει τη δυνατότητα εγκατάστασης έργων ΑΠΕ στο σύνολο του ελλαδικού χώρου πλήττοντας ακόμα περισσότερο προστατευόμενες περιοχές που εμπεριέχουν οικοτόπους προτεραιότητας και σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη, παρ’ όλο που η Ελληνική πολιτεία, κατά παράβαση της Συνταγματικής υποχρέωσής της και της Ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας, δεν έχει έως και σήμερα καθορίσει για τις περιοχές αυτές <u>στόχους διατήρησης</u>, γεγονός που καθιστά ανέφικτη και τη δυνατότητα <u>πλήρους διασφάλισης</u> ότι τα επιτρεπόμενα δυνάμει και του νέου πλαισίου έργα ΑΠΕ δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας.

                                   

                                  Το υπό σχολιασμό ΕΧΠ ΑΠΕ δημιουργεί ανεπίτρεπτα <u>Χωροταξικό σχεδιασμό δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων</u>, κατά παράβαση κάθε έννοιας και αρχής της επιστήμης της Χωροταξίας, η δε απευχόμενη εφαρμογή του θα προκαλέσει μετ’ απολύτου βεβαιότητας ένα θεσμικό και διοικητικό χάος, αφού έργα που θα έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή θα τελούν υπό αδειοδότηση κατά τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου, θα εξακολουθούν να διέπονται από το «παλαιό» ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, το οποίο όμως καταργείται συλλήβδην από τη θέση σε ισχύ του νέου πλαισίου…! όπερ πρακτικά σημαίνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των έργων ΑΠΕ θα εξακολουθούν να αδειοδοτούνται, να κατασκευάζονται και να λειτουργούν ανά τη χώρα <u>χωρίς να υπάρχει πλέον για αυτά ισχύον νομοθετικό πλαίσιο</u>, αφού το μεν παλαιό ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 θα έχει πλέον καταργηθεί, το δε νέο ΕΧΠ ΑΠΕ δεν θα εφαρμόζεται σε αυτά τα έργα.

                                   

                                  Το νέο πλαίσιο επιτρέπει απαράδεκτα την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών έργων σε <u>αναδασωτέες εκτάσεις</u>, η οποία αντίκειται ευθέως στο ίδιο το Σύνταγμα (άρθ. 117 παρ. 3) και απαγορεύεται ρητά από τη Δασική νομοθεσία (άρθ. 53 παρ. 3γ’ ν. 998/79), ενώ επίσης παραβιάζοντας κατάφωρα το Σύνταγμα (άρθ. 24 παρ. 1), την περιβαλλοντική νομοθεσία (οδηγίες 92/42/ΕΚ, 42/2001/ΕΕ, ν. 1650/1986) και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτρέπει την χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται υπό το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ (2008).

                                   

                                  Επισημαίνεται ότι για το σύνολο των ως άνω αντισυνταγματικών, μη νόμιμων επιλογών του νέου πλαισίου που θα επηρεάσουν δραματικά πολύτιμα οικοσυστήματα και ευρύτερες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, <u>δεν παρέχεται από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση πλαισίου ουδεμία  αιτιολόγηση ούτε επαρκής και κατάλληλη τεκμηρίωση και πρόσφορη ενημέρωση του πολίτη</u>. Προκειμένου μάλιστα να μπορέσει ο πολίτης να διαπιστώσει το σύνολο των ως άνω πλημμελών και εντελώς αυθαίρετων ρυθμίσεων που το νέο πλαίσιο επιχειρεί να κομίσει στην έννομη τάξη ανάμεσα σε ένα πλήθος τεχνικών στοιχείων και πληροφοριών, <u>θα πρέπει</u>, <u>μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης</u>, <u>να αντιπαραβάλει και να εξετάσει συγκριτικά</u>, λέξη προς λέξη, το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο με το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 έχοντας ο ίδιος και απόλυτα διαυγή εποπτεία ολόκληρου του νομικού και θεσμικού πλαισίου που διέπει τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ στη χώρα μας, κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο.

                                   

                                  Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ έρχεται <u>σε πλήρη αντίθεση</u> όχι μόνο με τη <u>Συνταγματική τάξη</u> και την κείμενη <u>περιβαλλοντική νομοθεσία</u>, αλλά και με τους κανόνες που θέτει η <u>καλή νομοθέτηση</u> και η <u>χρηστή διοίκηση</u> σε μία ευνομούμενη κοινωνία, <u>προσβάλλοντας θεμελιώδη δικαιώματα</u> των πολιτών και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του <u>κράτους δικαίου</u>, της <u>βιώσιμης χωροταξίας και ανάπτυξης</u>, της <u>περιβαλλοντικής προστασίας</u> και της <u>προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων</u>.

                                   

                                  Ενόψει των ανωτέρω, και με ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει νομίμου δικαιώματός μας, ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΥΜΕ δια του παρόντος το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ ως μη νόμιμο, απαράδεκτο και αντισυνταγματικό και ζητούμε την ΑΠΟΡΡΙΨΗ του στο σύνολό του, για τους ακόλουθους βάσιμους, αποδεικνυόμενους και αναλυτικά αναφερομένους λόγους.

                                   

                                  Επισημαίνεται ότι επί των ακόλουθων σχολίων και ισχυρισμών μας αναμένουμε τις αναλυτικές θέσεις και απαντήσεις της δημόσιας διοίκησης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων:

                                   

                                  – Του ν. 4622/2019 (ΦΕΚ Α’ 133/7.8.2019, «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης», που ορίζουν ότι μετά το πέρας της δημόσιας διαβούλευσης, η Υπηρεσία Συντονισμού του αρμόδιου Υπουργείου <u>οφείλει να συντάσσει έκθεση</u> επί της δημόσιας διαβούλευσης, στην οποία παρουσιάζονται, ομαδοποιημένα, τα σχόλια και οι προτάσεις όσων έλαβαν μέρος σε αυτή <u>και τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή τους ή μη στις τελικές διατάξεις</u>. <u>Η έκθεση</u> συνοδεύει τη ρύθμιση κατά την κατάθεσή της στη Βουλή, <u>αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο στον οποίον έλαβε χώρα η διαβούλευση</u> <u>και αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις</u> <u>από τις οποίες προήλθαν τα σχόλια</u> (άρθ. 61 παρ. 4 ν. 4622/2019), καθώς και ότι <u>εντός μίας εβδομάδας από το πέρας της διαβούλευσης</u>, η αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή ετοιμάζει το τελικό σχέδιο νόμου και την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης <u>με ενσωματωμένα τα συμπεράσματα της διαβούλευσης</u> και τα παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων (άρθ. 63 παρ. 7 ν. 4622/2019), και

                                   

                                  – Της οδηγίας 42/2001 και της ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225, «Εκτίμηση των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ορισμένων Σχεδίων & Προγραμμάτων σε συμμόρφωση με την οδηγία 2001/42/ΕΚ για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων Σχεδίων & Προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001), σύμφωνα με τις οποίες, το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του και <u>εντός πρόσφορου προς τούτο χρονικού πλαισίου</u>, οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης <u>λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου</u>, <u>πριν την έγκρισή του</u>.

                                   

                                  1. 1. Ανεπίτρεπτος ο σχεδιασμός σε περιοχές Natura χωρίς στόχους διατήρησης

                                   

                                  Το υπό διαβούλευση ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ), το οποίο πρόκειται να αντικαταστήσει το ήδη ισχύον ΕΔΠ ΑΠΕ (απόφαση Επιτροπής Συντονισμού Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης 49828/2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008), αναμένεται να υποβαθμίσει τα ήδη σοβαρά πληττόμενα από ολέθριες πολιτικές για εγκαταστάσεις ΑΠΕ ορεινά, υδάτινα και δασικά οικοσυστήματα της χώρας και να αλλοιώσει οριστικά και μη αναστρέψιμα το απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό και αγροτικό τοπίο της Ελλάδας, με συνακόλουθες καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην οικονομία, που βασίζονται εδώ και χιλιάδες χρόνια στον πρωτογενή τομέα παραγωγής καθώς και στην ήπιας μορφής ανάπτυξη, επιχειρηματικότητα και τουρισμό.

                                   

                                  Σημαντικό μέρος του προωθούμενου χωροταξικού σχεδιασμού αφορά την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura καθώς και σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (σελ. 403 επ. ΣΜΠΕ). Σύμφωνα ειδικότερα με την παρ. 2 του άρθ. 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ): «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα, <u>ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών</u>, <u>καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί</u> εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας».

                                   

                                  Ειδικά σε σχέση με τις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ), οι διατάξεις των  άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 4 της οδηγίας 2009/147/ΕΕ (ΕΕ L 20) για τα πτηνά προβλέπουν ότι: «Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα <u>για να αποφεύγουν στις ζώνες προστασίας</u> που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2, <u>τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων</u> καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. <u>Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας</u>».

                                   

                                  Το προτεινόμενο ΕΧΠ αφορά αθρόα χωροθέτηση διαφόρων τύπων εγκαταστάσεων ΑΠΕ ακόμα και εντός αυστηρά προστατευόμενων οικοτόπων απειλώντας οικοσυστήματα μοναδικής αξίας που περιλαμβάνουν ακόμα και οικοτόπους προτεραιότητας, σπάνια και απειλούμενα είδη, παρά την έλλειψη στόχων διατήρησης και χωρίς η ΣΜΠΕ του να διασφαλίζει (σελ. 470 επ.) ότι από τα έργα που θα αδειοδοτηθούν βάσει των διατάξεών του δεν θα προκληθούν επαχθείς και μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις και καταστροφή του περιβάλλοντος, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και της κείμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας και σε πλήρη αντίθεση με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις αποφάσεις του οποίου η δημόσια διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται (άρθ. 95 Συντ.).

                                   

                                  Αγνοεί και αποσιωπά πλήρως το υπό εξέταση σχέδιο ότι η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για τη <u>διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους</u> (92/43/ΕΚ) κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) του Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους στόχους διατήρησης που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΚ (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου, έκτο τμήμα, της 17/12/2020, υπόθ. C‑849/19, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/ALL/?uri=CELEX%3A62019CJ0849). Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε και η Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023, που θεώρησε <u>μη νόμιμη τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε όλες τις προστατευόμενες περιοχές</u> λόγω έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης και της συνακόλουθης δυνατότητας δέουσας εκτίμησής τους (βλ. https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/inf_23_525).

                                   

                                  Με δύο ογκωδέστατες ωστόσο αποφάσεις του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό στοιχ. οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/24776/985/7.3.2023 (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023) και οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/50146/1786/5.5.2023 (ΦΕΚ Β’ 3118/2023), το ΥΠΕΝ επιχείρησε να καθορίσει στόχους διατήρησης των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και των ΣΠΠ της χώρας, μολονότι για το σύνολο σχεδόν των προστατευομένων ειδών που περιλαμβάνονται  στους πίνακές τους αναφέρεται επαναλαμβανόμενα η ένδειξη «<u>Ανεπαρκή δεδομένα</u>», ενώ σειρά εξαιρετικά κρίσιμων και σημαντικών οικοτόπων, με όλη τους τη βιοποικιλότητα, έχουν παραλειφθεί πλήρως από τις ως άνω δύο αποφάσεις χωρίς καμία σχετική αιτιολογία (όπως π.χ. η ΖΕΠ GR2450008, ο ΤΚΣ GR2450007, η ΕΖΔ GR2130010, οι ΣΠΠ GR105, GR106 κ.ά.).

                                   

                                  Εξ αιτίας της καθολικής αυτής έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσής τους, οι ως άνω δύο υπουργικές αποφάσεις έχουν ήδη καταγγελθεί ως πλημμελείς και μη νόμιμες στα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων (βλ. καταγγελθείσες παραβιάσεις της νομοθεσίας της ΕΕ στο πλαίσιο των υποθέσεων προωθούμενης αντλησιοταμίευσης στη φυσική λίμνη Τριχωνίδα και επεμβάσεων σε περιοχές Natura με το πρόγραμμα Antinero). Και οι δύο ως άνω υπουργικές αποφάσεις εκδόθηκαν άλλωστε εσπευσμένα, παραπλανητικά και απολύτως ατεκμηρίωτα, χωρίς ουδέποτε να έχει προηγηθεί σχετική έρευνα στο πεδίο, προκειμένου να παρεμποδίσουν και νέα παραπομπή της χώρας στο ΔΕΕ ή και να διευκολύνουν την εντατικοποίηση των επεμβάσεων σε οικοτόπους και ΣΠΠ της Ελλάδας υπό το πρόσχημα της δήθεν ύπαρξης στόχων διατήρησης.

                                   

                                  Μη νομίμως άλλωστε έχει θεωρηθεί ότι η έλλειψη επίσημα προκαθορισμένων στόχων διατήρησης δύναται να υποκατασταθεί από σχετικά στοιχεία και δεδομένα, τα οποία αντλούνται από διάσπαρτες άλλες διαθέσιμες πηγές (ΥΑ οικ. 170225/2014, ΦΕΚ Β’ 135) κατά την αδειοδότηση όλων των έργων ΑΠΕ που εγκρίνονται στη χώρα, καθ’ όσον ο καθορισμός στόχων διατήρησης των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών δεν αποτελεί διαδικασία απλής, τυχαίας και αποσπασματικής καταγραφής τους επ’ ευκαιρία της αδειοδότησης των πάσης φύσεως χωροθετούμενων ανά την επικράτεια έργων, αλλά εξαιρετικής σημασίας σύνθετη, στοχευμένη εργασία συστηματικής καταγραφής και ενδελεχούς αποτύπωσης και αξιολόγησης του φυσικού πλούτου που διαθέτουν οι προστατευόμενες περιοχές της χώρας σε άμεση και διαρκή συνάρτηση με τον καθορισμό της ικανότητάς τους να διατηρούν τη βιωσιμότητά τους και την οικολογική τους ισορροπία έναντι των δυνητικών ανθρωπογενών επεμβάσεων. Για την εργασία δε αυτή απαιτείται επίσημα προκαθορισμένη και ακολουθούμενη διαδικασία από την αρμόδια κρατική διοίκηση, με τα θεσμικά επιφορτισμένα με το έργο αυτό όργανά της, επί τη βάσει επιστημονικών κριτηρίων και σοβαρής, συστηματικής μελέτης των οικοτόπων και των ειδών, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έχει θέσει η κείμενη νομοθεσία.

                                   

                                  Οποιαδήποτε άλλωστε χωροθέτηση και αδειοδότηση έργου σε περιοχή Natura προϋποθέτει την αυστηρή προστασία της από περιβαλλοντική βλάβη, υποβάθμιση και καταστροφή (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), η οποία ωστόσο μπορεί να διασφαλιστεί, μόνον εφόσον υπάρχουν <u>προκαθορισμένοι στόχοι</u> <u>διατήρησης</u> των οικοτόπων και των ειδών της, οπότε και μόνον είναι εφικτό να συναχθεί <u>πλήρης διασφάλιση</u> ότι το έργο δεν αναμένεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής που αφορά.

                                   

                                  Σε πλήρη αντίθεση με τις επιταγές ωστόσο αυτές του δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί έως και σήμερα να παραλείπει πλήρως τη θεσμοθέτηση στόχων διατήρησης για το σύνολο των οικοτόπων της επιδεικνύοντας <u>αδιαφορία και απαξίωση</u> για το φυσικό περιβάλλον και συνακόλουθα, για τον μοναδικό πλούτο της βιοποικιλότητας και των φυσικών πόρων που ενσωματώνουν τα προστατευόμενα οικοσυστήματα των περιοχών Natura της Ελλάδας, έχοντας μεταθέσει, επί της ουσίας, τη ζωτικής οικολογικής αξίας υποχρέωσή της για τον καθορισμό στόχων διατήρησης των οικοτόπων και των ειδών της στον εκάστοτε ιδιώτη εργολάβο – επενδυτή στο πλαίσιο των μελετών που προσκομίζει προς αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ακόμα και με ολέθριες επιπτώσεις στη φύση, σύμφωνα αποκλειστικά και μόνο με τα ιδιοτελή, επιχειρηματικά συμφέροντά του.

                                   

                                  Επομένως <u>δεν μπορεί να θεωρηθεί</u> ότι υφίστανται, έως και σήμερα, νομίμως θεσμοθετημένοι στόχοι διατήρησης για το σύνολο των περιοχών Natura και των ΣΠΠ της χώρας, γεγονός που καθιστά <u>αδύνατη</u> όχι μόνο την παροχή <u>πλήρους διασφάλισης</u>, όπως απαιτεί η Ευρωπαϊκή νομοθεσία κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ), ότι το νέο πλαίσιο δεν αναμένεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της χώρας και στους προστατευόμενους οικοτόπους της, αλλά <u>καθιστά μη νόμιμο και οποιονδήποτε περαιτέρω σχεδιασμό</u>, επί τη βάσει του οποίου θα δρομολογηθεί στο μέλλον απροσδιόριστος αριθμός κάθε είδους ανθρωπογενών επεμβάσεων και αδειοδοτήσεων με επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον των προστατευόμενων περιοχών για την εγκατάσταση, την κατασκευή και τη λειτουργία έργων ΑΠΕ.

                                   

                                  Ειδικά για τις <u>Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά</u> (ΣΠΠ), σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1378/2022 κ.ά.) προβλέπεται ότι: «Το καθεστώς προστασίας των ΣΠΠ είναι αυστηρότερο σε σχέση με τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), διότι <u>δεν επιδέχεται τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ</u>». Επομένως σε περιοχές που χαρακτηρίζονται ως ΣΠΠ δεν επιτρέπεται η χωροθέτηση και εγκατάσταση έργων ΑΠΕ, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα επιβάλλει το «<u>μείζον εθνικό συμφέρον</u>», γεγονός που έχει αγνοηθεί πλήρως από το υπό εξέταση σχέδιο, το οποίο μη νομίμως επιτρέπει την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ εντός των ΣΠΠ και καθίσταται και για τον λόγο αυτόν απορριπτέο στο σύνολό του.

                                   

                                  Το σχέδιο ΕΧΠ μη νομίμως προβλέπει και τη δυνατότητα αδειοδότησης έργων ΑΠΕ εντός ή σε άμεση γειτνίαση με <u>Τόπους Κοινοτικής Σημασίας</u> (ΤΚΣ), κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 24 Συντ. και 4 παρ. 1-5 της οδηγίας 92/43/ΕΚ, που επιτάσσουν ότι Τόποι Κοινοτικής Σημασίας όπου απαντώνται οικότοποι του Παραρτήματος Ι και ΙΙ αυτής, χαρακτηρίζονται από το οικείο κράτος μέλος ως «Ειδικές Ζώνες Διατήρησης» το ταχύτερο δυνατόν (το αργότερο εντός 6ετίας) <u>καθορίζοντας προτεραιότητες</u> σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση και για τη συνεκτικότητα του δικτύου Natura 2000, <u>σε συνάρτηση και με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους</u>, καθώς και ότι μόλις ένας τόπος εγγραφεί ως «<u>οικότοπος προτεραιότητας</u>» υπόκειται στις διατάξεις των παρ. 2-4 άρθ. 6 της οδηγίας 92/43/ΕΚ <u>που απαιτούν προκαθορισμό στόχων διατήρησης και πλήρη διασφάλιση ότι το υπό εκπόνηση έργο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε αυτόν</u>.

                                   

                                  Μη νομίμως προβλέπεται από το προτεινόμενο ΕΧΠ η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ εντός ή πλησίον προστατευόμενων οικοτόπων κατά παράβαση και των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 175 ν. 5037/2023 (Α’ 78/2023), κατά την οποία: «<u>Απαγορεύεται η υποβάθμιση των περιοχών όπου συναντώνται οι τύποι οικοτόπων των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ</u>».

                                   

                                  Εφόσον επομένως για το σύνολο των <u>ΤΚΣ</u> και των <u>οικοτόπων προτεραιότητας</u> της χώρας μας <u>δεν υφίστανται στόχοι διατήρησης ούτε δύναται να συναχθεί πλήρης διασφάλιση</u> ότι τα χωροθετούμενα βάσει του νέου πλαισίου έργα δεν θα τους βλάψουν, το υπό κρίση σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και ανεπαρκές.

                                   

                                  Σύμφωνα άλλωστε και με τη θεμελιώδη <u>αρχή της περιβαλλοντικής προστασίας</u> του Ευρωπαϊκού δικαίου, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 11 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθ. 6 ΣυνθΕΚ) και διέπει το σύνολο των ακολουθούμενων πολιτικών της ΕΕ: «Οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας <u>πρέπει να ενταχθούν</u> στον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 191 ΣΛΕΕ (πρώην άρθ. 174 ΣυνθΕΚ): «1. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη των ακόλουθων στόχων: – <u>τη διατήρηση</u>, <u>προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος</u>, – την προστασία της υγείας του ανθρώπου, – τη <u>συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων</u>, – την προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως <u>την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος</u>. 2. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος <u>αποβλέπει</u> <u>σε υψηλό επίπεδο προστασίας</u> και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις <u>αρχές της προφύλαξης</u> και της <u>προληπτικής δράσης</u>…».

                                   

                                  Ωστόσο, το προτεινόμενο σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ προωθείται σήμερα (σελ. 403 επ. ΣΜΠΕ) παρά το γεγονός ότι η χώρα μας δεν διαθέτει επαρκή δεδομένα και προκαθορισμένους στόχους διατήρησης ακόμα και για αυστηρά προστατευόμενες περιοχές και στοιχεία της φύσης, όπως οι οικότοποι προτεραιότητας και οι Σημαντικές Περιοχές για τα Πτηνά (ΣΠΠ). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα την <u>προφανή σύγκρουση των διατάξεων του υπό διαβούλευση σχεδίου ακόμα και με τους ως άνω θεμελιώδεις κανόνες του Ευρωπαϊκού δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος</u>, με αποτέλεσμα οι προστατευόμενες περιοχές και τα είδη, <u>για τα οποία δεν υπάρχουν στόχοι διατήρησης</u>, να παραμένουν επί της ουσίας απροστάτευτα έναντι κάθε λογής κινδύνων, υποβάθμισης και καταστροφής, αλλά και έναντι της κερδοσκοπικής επιδίωξης των οικονομικών συμφερόντων των εκάστοτε επενδυτών, κατά παράβαση των Συνταγματικών διατάξεων (άρθ. 24 παρ. 1) και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τους οικοτόπους και τα έργα, που επιβάλλουν για την πρόοδο όλων των τεχνικών έργων και δραστηριοτήτων την <u>πλήρη διασφάλιση</u> ότι αυτά δεν αναμένεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής που αφορούν. Η δε έλλειψη επαρκών δεδομένων και στόχων διατήρησης για τις προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 και τις ΣΠΠ που επηρεάζονται, μεταξύ άλλων, από έργα ΑΠΕ, καθιστά επιβεβλημένη, κατά τα ως άνω, την εφαρμογή της κοινοτικής προέλευσης «<u>αρχής της προφύλαξης</u>», η οποία επιτάσσει την αποχή από οποιαδήποτε ενέργεια κατατείνει στην υλοποίηση έργων ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές και στην προκειμένη περίπτωση, <u>την αποχή από οποιονδήποτε σχεδιασμό</u> για την υλοποίησή τους.

                                   

                                  1. Μη νόμιμος σχεδιασμός έργων ΑΠΕ πλησίον προστατευόμενων περιοχών

                                   

                                  Κατά παράβαση και πλήρη άγνοια του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, το προτεινόμενο σχέδιο προβλέπει, όπως και το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ, ελάχιστες «νόμιμες» αποστάσεις των σχεδιαζόμενων από τις διατάξεις του παντός είδους έργων ΑΠΕ από προστατευόμενες περιοχές της φύσης.

                                   

                                  Συγκεκριμένα ουδόλως λαμβάνεται υπόψη από τη ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ο κανόνας ότι σε περίπτωση που έργο ή δραστηριότητα χωροθετείται σε άμεση γειτνίαση ή επαφή με προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 ή με Σημαντική Περιοχή για τα Πτηνά (ΣΠΠ) ή άλλης μορφής περιοχή που τελεί υπό ειδικό καθεστώς περιβαλλοντικής προστασίας, στις οποίες απαντώνται ακόμη και σπάνια, απειλούμενα ή ενδημικά προστατευόμενα είδη και οικότοποι των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ), εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 ν. 4014/2011 (ΦΕΚ Α’ 209), που ορίζουν ότι: «Για κάθε έργο ή δραστηριότητα, <u>το οποίο βρίσκεται εκτός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura αλλά όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά την εν λόγω περιοχή</u>, καθ’ εαυτό ή από κοινού με άλλα έργα ή δραστηριότητες, <u>εφαρμόζεται η διαδικασία του παρόντος άρθρου</u>, μετά από αιτιολογημένη εντολή της αδειοδοτούσας αρχής, <u>προκειμένου να εκτιμηθεί δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στην προστατευόμενη περιοχή</u>».

                                   

                                  Σύμφωνα περαιτέρω και με την ΥΑ οικ. 170225/2014 (ΦΕΚ Β’ 135): «Στις περιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων που προτείνονται προς υλοποίηση <u>εκτός περιοχών του δικτύου Natura 2000</u> αλλά κρίνεται ότι <u>η υλοποίησή τους είναι δυνατόν να επηρεάσει τις περιοχές αυτές</u>, η αξιολόγηση της ακεραιότητας της περιοχής του δικτύου Natura 2000 σε σχέση με τους στόχους διατήρησης των συγκεκριμένων περιοχών διεξάγεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Παράρτημα 3.2.2», το οποίο επίσης προϋποθέτει για την εφαρμογή των διατάξεών του ότι είναι <u>ήδη διαθέσιμα αναλυτικά στοιχεία και δεδομένα</u> για την περιοχή που μόνο με τον προκαθορισμό των στόχων διατήρησής της μπορούν να θεμελιωθούν με πληρότητα και ασφάλεια.

                                   

                                  Ορίζεται περαιτέρω ρητά στις ως άνω διατάξεις του Παραρτήματος 3.2.2 της ΥΑ οικ. 170225/2014 (ΦΕΚ Β’ 135) ότι: «Όταν το υπό εξέταση έργο ή δραστηριότητα είναι πλησίον <u>και εκτός περιοχής δικτύου Natura 2000</u> … <u>μπορεί να την επηρεάσει σημαντικά</u>, η Περιοχή Μελέτης περιλαμβάνει <u>το σύνολο της εν λόγω περιοχής</u>». Επίσης ορίζεται στις διατάξεις της παρ. 2 του Παραρτήματος 3.2.2 της ΥΑ οικ. 170225/2014 (ΦΕΚ Β’ 135) ότι για τη δέουσα εκτίμηση και την αξιολόγηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον περιοχής Natura, <u>με την οποία το έργο γειτνιάζει ή βρίσκεται σε επαφή</u>: «Εκτιμώνται και αξιολογούνται <u>οι πιθανές σημαντικές επιπτώσεις</u> (σε συνδυασμό με τις εκτιμήσεις από το αντίστοιχο κεφάλαιο της ΜΠΕ) που το έργο … ενδέχεται να προκαλέσει στη δομή και στις λειτουργίες <u>της Περιοχής Μελέτης</u> και εξάγονται συμπεράσματα ως προς το εάν θίγεται η ακεραιότητα και οι στόχοι διατήρησης της περιοχής Natura 2000 καθώς <u>και η συνεκτικότητα του δικτύου Natura</u>».

                                   

                                  Αλλά και το <u>Συμβούλιο της Επικρατείας</u> έχει κρίνει με πάγια νομολογία του, με την οποία η διοίκηση οφείλει να συμμορφώνεται (άρθ. 95 Συντ.), ότι κατά την αδειοδοτική διαδικασία για την έκδοση ΑΕΠΟ εγκατάστασης ενεργειακών έργων, η υποβαλλόμενη μελέτη Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) πρέπει να εξετάζει τις τυχόν επιπτώσεις της εγκατάστασης όχι μόνο σε τυχόν περιοχή Natura εντός της οποίας χωροθετείται το έργο, αλλ’ <u>ακόμα και σε όμορη ή πλησίον κειμένη προστατευόμενη περιοχή Natura</u>, εάν κρίνεται ότι το έργο ενδέχεται να έχει δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις και σε αυτήν καθώς και ότι είναι μη νόμιμη η άδεια κατασκευής και λειτουργίας του έργου, αν από τις προσκομισθείσες μελέτες έχει παραλειφθεί, όπως εν προκειμένω, η εξέταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου <u>και σε κοντινή περιοχή Natura</u> και δεν διασφαλίζεται ότι από το έργο δεν πρόκειται να επέλθουν δυσμενείς επιπτώσεις <u>και στην όμορη προστατευόμενη περιοχή</u> (ΣτΕ 556/2025, 1335/2023 κ.ά.). Επίσης γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριο ότι από το ενωσιακό δίκαιο (οδηγία 92/43/ΕΚ) πηγάζει υποχρέωση δέουσας εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων που χωροθετούνται <u>όχι μόνον εντός</u>, <u>αλλ’ ακόμα και πλησίον περιοχών natura</u>, αν αυτά δύνανται να επηρεάσουν δυσμενώς τις προστατευόμενες περιοχές (ΣτΕ 1335/2023).

                                   

                                  Εν προκειμένω, αγνοείται πλήρως από τη ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του υπό διαβούλευση ειδικού πλαισίου, ότι οι προβλεπόμενες στην αδειοδοτική και περιβαλλοντική νομοθεσία αυστηρές διατυπώσεις και διαδικασίες περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης των επιπτώσεων ανθρωπογενών επεμβάσεων σε προστατευόμενες περιοχές εφαρμόζονται <u>όχι μόνο στις περιοχές εντός των οποίων χωροθετούνται έργα ΑΠΕ</u>, <u>αλλά και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές</u>, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Απολύτως επομένως εσφαλμένα προβαίνει η ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ στον καθορισμό ελάχιστων αποστάσεων από περιοχές «περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος» (πίνακας 4.4-1 παρ. Β, σελ. 4-44 ΣΜΠΕ), ενώ για τις επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ που θα χωροθετηθούν <u>ακόμα και πλησίον ή σε επαφή ή σε γειτνίαση με αυτές</u>, θα πρέπει προηγουμένως να τηρηθεί η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης που εφαρμόζεται για τις προστατευόμενες περιοχές, εντός των οποίων τα εν λόγω έργα χωροθετούνται.   Παρίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ μη νόμιμο του και απορριπτέο.

                                   

                                  1. Πλήρως ασύμβατο το προτεινόμενο ΕΧΠ με τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια

                                   

                                  Σύμφωνα με θεμελιώδη κανόνα της επιστήμης της Χωροταξίας, ο χωροταξικός σχεδιασμός αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στον <u>έλεγχο της συμφωνίας κάθε σχεδίου με τις κατευθύνσεις των εθνικών</u>, <u>περιφερειακών και ειδικών χωροταξικών πλαισίων</u>. Στο σύνολό τους το ισχύον Γενικό και τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας προτάσσουν ως κύριο στόχο τους τη <u>διατήρηση της βιοποικιλότητας</u> μέσω της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών των περιοχών της χωρικής αρμοδιότητάς τους. Ο στόχος αυτός διέπει ολόκληρο το οικοδόμημα και τις στρατηγικές τόσο του Γενικού όσο και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων για τη διαχείριση και των χωροταξικό σχεδιασμό του ελλαδικού χώρου καθώς και για τη διαμόρφωση των ακολουθούμενων πολιτικών τους τόσο για την αστική όσο και για περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας.

                                   

                                  Για την υλοποίηση του πρωταρχικής σημασίας αυτού σκοπού, οι αρμόδιες αρχές έχουν δεσμευτεί μέσω του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων ότι θα υιοθετούν αποκλειστικά Στρατηγικές κατευθύνσεις για το σύνολο των σχεδιαζόμενων και εκπονούμενων στη διοικητική περιφέρειά τους έργων, προγραμμάτων και δραστηριοτήτων στο πλαίσιο των αναγκαίων και μόνο χρήσεων γης, ώστε να δημιουργούνται <u>ελάχιστες έως καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον</u>, <u>στη βιοποικιλότητα και στους φυσικούς πόρους της περιοχής</u>.

                                   

                                  Παρ’ όλα αυτά, η ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ αναφέρεται μεν διεξοδικά, αφιερώνοντας για αυτό δεκάδες σελίδες της, τόσο στο ισχύον Γενικό όσο και στα ισχύοντα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια της χώρας, επαναλαμβάνοντας αυτολεξεί το περιεχόμενό τους, πλην όμως καταλήγει αυτομάτως και απολύτως ατεκμηρίωτα στο συμπέρασμα (σελ. 3-136 ΣΜΠΕ) ότι το προτεινόμενο ΕΧΠ εναρμονίζονται πλήρως με τις αρχές, τους στόχους και τις υιοθετούμενες πολιτικές τους. Παραλείπει ωστόσο η υπό διαβούλευση ΣΜΠΕ ολόκληρο το ενδιάμεσο ουσιαστικό στάδιο του συλλογισμού και της αναλυτικής παρουσίασης, με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, των τρόπων και των μέτρων από την εφαρμογή των οποίων οδηγείται στα ως άνω συμπεράσματά της. Είναι επομένως σαφές ότι <u>ουδόλως έχουν ληφθεί υπόψη</u> από τους συντάκτες του υπό εξέταση ΕΧΠ οι κατευθυντήριες ως άνω αρχές που έχουν καθιερωθεί νομοθετικά από το ισχύον Γενικό και τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια.

                                   

                                  Αντιθέτως το εξεταζόμενο πλαίσιο όχι μόνο παρίσταται <u>απολύτως ασύμβατο</u> με τις διατάξεις του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων γενικεύοντας την άνευ όρων παράδοση της ελληνικής επικράτειας στον βωμό της μονοδιάστατης ανάπτυξης έργων ΑΠΕ (κατ’ άρθ. 1 παρ. 2 περ. 3 σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου προβλέπεται ότι: «Το ΕΧΠ ΑΠΕ θέτει τους παρακάτω στόχους: … Εντοπισμός ευρύτερων περιοχών καταλληλότητας και προτεραιότητας που προσφέρονται για εγκατάσταση επιμέρους μορφών ΑΠΕ, με γνώμονα τη διασφάλιση της αξιοποίησης των ΑΠΕ και την επίλυση θεμάτων ανταγωνισμού χρήσεων γης»), αλλ’ έρχεται και <u>σε πλήρη αντίθεση</u>, σε πολλά σημεία του, με τις ήδη ακολουθούμενες πολιτικές δυνάμει του Γενικού και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και με σειρά υπό εξέλιξη αναπτυξιακών, πολιτιστικών, φιλοπεριβαλλοντικών και κοινωφελών σχεδίων και προγραμμάτων που εκπονούνται από τις κατά τόπους αρμόδιες Περιφέρειες της χώρας.

                                   

                                  Αναμένεται επομένως βασίμως ότι από τη θέση σε εφαρμογή του προτεινόμενου νέου ΕΧΠ ΑΠΕ, θα προκληθεί <u>θεσμικό και διοικητικό χάος</u> που θα επιβαρύνει άνευ λόγου την ήδη δοκιμαζόμενη κοινωνία, αλλά και το φυσικό περιβάλλον που πλήττεται από την υιοθέτηση πολιτικών ενάντια στη βιωσιμότητά του και στην οικολογική του ισορροπία, γεγονός που καθιστά και για τον λόγο αυτό το προτεινόμενο ΕΧΠ ΑΠΕ μη νόμιμο και απορριπτέο.

                                   

                                  1. Ατεκμηρίωτο το νέο ΕΧΠ ως προς τις αναμενόμενες επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ

                                   

                                  Οι μελέτες και τα λοιπά τεχνικά στοιχεία που συνοδεύουν το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, αναλίσκονται στην καταγραφή ενός πλήθους γενικών και ασύνδετων με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό πληροφοριών, επιχειρώντας να παρουσιάσουν τις διατάξεις του ως δήθεν ευεργετικές για το περιβάλλον, τη χλωρίδα και πανίδα, τους φυσικούς πόρους, το κλίμα και τα τοπία της χώρας, χωρίς ωστόσο να αναφέρουν τεκμηριωμένα, επιστημονικά, μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο περιβάλλον κάθε περιοχής, από την εφαρμογή των οποίων μπορεί τεκμηριωμένα να επιτευχθεί η επικαλούμενη θετική για το περιβάλλον και την κοινωνία χωροθέτηση των προβλεπόμενων έργων.

                                   

                                  Απολύτως ατεκμηρίωτο παρίσταται το σχολιαζόμενο πλαίσιο και όσον αφορά τις προδιαγραφές εκτίμησης σχεδίων και προγραμμάτων που έθεσε η <u>Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής</u> C(2021) 6913/28.9.2021, με θέμα: «Εκτίμηση σχεδίων και έργων σε σχέση με τόπους Natura 2000 – Μεθοδολογική καθοδήγηση σχετικά με το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους», σύμφωνα με την οποία: «Η εκτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους <u>πρέπει να περιλαμβάνει πλήρεις</u>, <u>ακριβείς και οριστικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα</u>, <u>λαμβανομένων υπόψη των πλέον προωθημένων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος</u>. <u>Πρέπει να είναι σε θέση να εξαλείψει όλες τις εύλογες επιστημονικές αμφιβολίες ως προς τις επιπτώσεις του προτεινόμενου σχεδίου ή έργου στον σχετικό προστατευόμενο τόπο</u>. Τα συμπεράσματα της δέουσας εκτίμησης πρέπει <u>να σχετίζονται σαφώς με την ακεραιότητα του τόπου και τους στόχους διατήρησής του</u>. Εάν στην εκτίμηση συνάγεται το συμπέρασμα ότι θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στην ακεραιότητα του τόπου, θα πρέπει να διευκρινίζεται για ποιες πτυχές, <u>μετά την εφαρμογή μέτρων μετριασμού</u>, ενδέχεται να υπάρξουν υπολειπόμενες αρνητικές επιπτώσεις. Αυτό θα είναι σημαντικό αν το σχέδιο ή το έργο εξεταστεί περαιτέρω βάσει του άρθρου 6 παρ. 4», ενώ δίδεται και επεξεργασμένο υπόδειγμα εντύπου καταγραφής των αποτελεσμάτων της δέουσας εκτίμησης στον πίνακα 9 της Ανακοίνωσης, <u>που προϋποθέτει την ύπαρξη και αναλυτική αναφορά των ανύπαρκτων εν προκειμένω προκαθορισμένων στόχων διατήρησης</u> για το σύνολο των οικοτόπων και ειδών και το οποίο <u>θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί</u> ενημερωμένο αναλυτικά στη ΣΜΠΕ του υπό κρίση ΕΧΠ (https://www.moa.gov.cy/moa/environment/environmentnew.nsf/All/5E8B3B7A5DF28445C 22587650020876E/$file/1_EL_ACT_part2_v3.pdf)

                                   

                                  Αναφέρεται δε περαιτέρω στην ως άνω Ανακοίνωση της Επιτροπής ότι: «Μετά την ολοκλήρωση της δέουσας εκτίμησης, τα συμπεράσματά της θα πρέπει να παρουσιάζονται σαφώς σε μια <u>έκθεση</u> όπου: a) περιγράφεται το σχέδιο ή το έργο με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε το κοινό να κατανοήσει τη φύση, την κλίμακα και τους στόχους του· b) περιγράφεται η αρχική κατάσταση του τόπου Natura 2000 καθώς <u>και οι στόχοι διατήρησής του</u>· c) προσδιορίζονται οι αρνητικές επιπτώσεις του σχεδίου ή του έργου στον τόπο Natura 2000, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων <u>στόχων διατήρησης</u>· d) <u>επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο θα αποφευχθούν ή θα μειωθούν επαρκώς αυτές οι επιπτώσεις</u> με την εφαρμογή μέτρων μετριασμού· e) καθορίζεται <u>χρονοδιάγραμμα και προσδιορίζονται οι μηχανισμοί</u> μέσω των οποίων θα διασφαλίζεται η θέσπιση, η εφαρμογή και η παρακολούθηση των μέτρων μετριασμού· f) συνάγεται <u>δεόντως αιτιολογημένο συμπέρασμα ως προς τις επιπτώσεις</u> στην ακεραιότητα του τόπου. Η <u>έκθεση δέουσας εκτίμησης</u> πρέπει να συντάσσεται με σαφήνεια, με: i) εύκολα στην παρακολούθηση <u>αποδεικτικά στοιχεία</u> (π.χ. που οδηγούν από δραστηριότητες σε πιέσεις και σε ευαισθησίες και ευπάθειες των επηρεαζόμενων φυσικών χαρακτηριστικών)· και ii) <u>επαρκές επίπεδο αποδεικτικών στοιχείων ή αναλύσεων</u>, κατάλληλο για διαβούλευση με τους σχετικούς οργανισμούς διατήρησης της φύσης και με το κοινό».

                                   

                                  Σύμφωνα άλλωστε με την ως άνω Ανακοίνωση: «Η έγκριση του σχεδίου ή του έργου εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη <u>τα συμπεράσματα της δέουσας εκτίμησης</u> σχετικά με τις επιπτώσεις του σχεδίου ή έργου για τον συγκεκριμένο τόπο Natura 2000. Η έγκριση μπορεί να χορηγηθεί <u>μόνον αφού έχουν εξακριβώσει ότι το σχέδιο ή έργο δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου</u>. Μια τέτοια πεποίθηση διαμορφώνεται <u>όταν δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία από επιστημονικής απόψεως</u>, <u>ως προς την απουσία τέτοιων επιπτώσεων</u>. Αν παραμένουν αμφιβολίες ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών του συγκεκριμένου σχεδίου για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, <u>η αρμόδια αρχή οφείλει να μην το εγκρίνει</u> (C-127/02, σκέψη 57) … Εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι θα προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις, ή ότι αυτές δεν μπορούν να αποκλειστούν, <u>τότε το σχέδιο ή το έργο δεν επιτρέπεται να προχωρήσει</u>…». Ορίζεται περαιτέρω στην Ανακοίνωση ότι: «<u>Τα συμπεράσματα της δέουσας εκτίμησης</u>, <u>σε συνδυασμό με τυχόν συμφωνηθέντα μέτρα ή προϋποθέσεις μετριασμού</u>, <u>θα πρέπει επίσης να αποτελούν</u> μέρος της άδειας <u>ή οποιασδήποτε άλλης απόφασης που λαμβάνεται σε σχέση με το υπό εξέταση σχέδιο ή έργο</u>».

                                   

                                  Είναι απολύτως σαφές ότι καμία από τις ανωτέρω διατυπώσεις, δεσμεύσεις και προδιαγραφές για την ομοιόμορφη και επιβεβλημένη εφαρμογή από τα κράτη μέλη των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους (οδηγία 92/43/ΕΚ) που προβλέπει η ως άνω Ανακοίνωση, δεν έχει τηρηθεί από την ΣΜΠΕ και από το σχέδιο ΚΥΑ του υπό διαβούλευση ΕΧΠ ΑΠΕ. Αλλά και πέραν αυτών, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τις δυνητικές επιπτώσεις του υπό κρίση σχεδίου στο φυσικό περιβάλλον του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, καθόσον -σύμφωνα με όσα ήδη αναλύθηκαν- <u>η Ελλάδα δεν διαθέτει προκαθορισμένους στόχους διατήρησης</u>, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη διασφάλιση ότι το έργο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις οπουδήποτε στο φυσικό της περιβάλλον.

                                   

                                  Καθίσταται επομένως σαφές ότι το υπό εξέταση έργο αναμένεται να επιφέρει επαχθείς, μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο περιβάλλον του συνόλου των προστατευόμενων περιοχών του Ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 της χώρας, οι οποίες όχι μόνον αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν συστηματικά από την ΣΜΠΕ του υπό διαβούλευση πλαισίου, αλλά είναι και πρακτικά αδύνατον να προσδιοριστούν με ασφάλεια και πληρότητα ως προς την πραγματική έκταση και τις συνέπειές τους, εξ αιτίας της απόλυτης έλλειψης προκαθορισμένων στόχων διατήρησης για το σύνολο των προστατευόμενων οικοτόπων και ειδών που περιλαμβάνονται στην ελληνική επικράτεια.

                                   

                                  Το εξεταζόμενο πλαίσιο ουδόλως απαντά και στο πλέον κρίσιμο ερώτημα: Ποια η νομιμότητα και η αναγκαιότητα της εγκατάστασης και νέων έργων ΑΠΕ δυνάμει του νέου χωροταξικού πλαισίου, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κάθε λογής ήδη εγκατεστημένων μονάδων ΑΠΕ που λειτουργούν ή αναμένεται να λειτουργήσουν ανά τη χώρα, ενόψει μάλιστα και του υπερκορεσμού του εθνικού δικτύου σε ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ, δυνάμει του οποίου η Ελλάδα έχει προ πολλού υπερκαλύψει τους στόχους του ΕΣΕΚ για τη συμμετοχή της στην «πράσινη μετάβαση»; Οι δε μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου μη νομίμως αρκούνται στο γενικόλογο αφήγημα για τα οφέλη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην ανάπτυξη της χώρας, η οποία ωστόσο έχει πλέον υπερκαλυφθεί και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να είχε εκλείψει η ανάγκη χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ ως κριτήριο από την επίσημα υιοθετούμενη ενεργειακή πολιτική της.

                                   

                                  Θα έπρεπε δηλαδή οι μελέτες του έργου να παρουσίαζαν τεκμηριωμένα, επί τη βάσει επίσημων επιστημονικών συγκριτικών αναλύσεων και στοιχείων, μία πλήρη εικόνα της υφιστάμενης ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ για το σύνολο της χώρας, με κατάλληλη αξιολόγηση όσον αφορά την επίτευξη ή μη των στόχων που την επέβαλαν κατά το παρελθόν και αναλυτική παρουσίαση της κατάστασης σήμερα, αλλά και των προτεινόμενων νέων στόχων με τη δέουσα αιτιολόγηση της ανάγκης εγκατάστασης νέων έργων ΑΠΕ σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας για το μέλλον, στοιχεία ωστόσο που απουσιάζουν πλήρως από τις υπό διαβούλευση μελέτες του υπό διαβούλευση πλαισίου, καθιστώντας αυτό ατεκμηρίωτο και μη νόμιμο στο σύνολό του.

                                   

                                  Επίσης αντίθετα με όλα όσα υποστηρίχθηκαν ως άνω, οι μελέτες του νέου πλαισίου  στερούνται πλήρως του ειδικού και δεόντως τεκμηριωμένου περιεχομένου που δύναται να προσδώσει νομιμότητα και επιστημονικό κύρος σε ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ και μάλιστα, σε μία χώρα η οποία έχει πληγεί ποικιλοτρόπως από τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ στο σύνολο της επικράτειάς της καθ’ όλες τις τελευταίες δεκαετίες.

                                   

                                  1. Ανεπίτρεπτος Χωροταξικός σχεδιασμός «υπό αίρεση» και «πολλαπλών ταχυτήτων»

                                   

                                  Ο χωροταξικός σχεδιασμός επιχειρεί, σύμφωνα με θεμελιώδη κανόνα της επιστήμης της Χωροταξίας, την <u>επίτευξη χωρικής συνοχής</u> και <u>τον συντονισμό της εθνικής και περιφερειακής οικονομίας</u>, <u>εξασφαλίζοντας δεσμούς αλληλεξάρτησης και εξισορρόπησης εθνικών και τοπικών αναπτυξιακών στόχων</u> (https://ypen.gov.gr/chorikos-schediasmos/chorotaxia/ethniki-politiki/).

                                   

                                  Ειδικότερα υπό την έννοια «Χωροταξικός σχεδιασμός» νοείται «ο χωρικός σχεδιασμός που εκπονείται <u>σε εθνική</u> ή περιφερειακή κλίμακα, <u>με τη μορφή πλαισίων</u>, με τα οποία τίθενται οι μεσοπρόθεσμοι ή και μακροπρόθεσμοι στόχοι της ανάπτυξης και οργάνωσης του χερσαίου και θαλάσσιου χώρου, καθώς και οι κατευθύνσεις και οι αναγκαίες, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις, για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών άσκησης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και των προστατευόμενων περιοχών. Ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι κυρίως <u>στρατηγικού χαρακτήρα</u> και περιλαμβάνει κατευθύνσεις και, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις» (άρθ. 1 περ. δ’ ν. 5306/2026, ΦΕΚ Α’ 88/8.6.2026 «Κύρωση Κώδικα Χωροταξίας Πολεοδομίας»).

                                   

                                  Σύμφωνα περαιτέρω με την παρ. 1α’ του άρθρου 2 του ν. 5306/2026 (ΦΕΚ Α’ 88/8.6.2026): «Στην κατηγορία του χωροταξικού σχεδιασμού υπάγονται <u>τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια</u> του άρθρου 4 (πρώτο επίπεδο)…», ενώ κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου: «Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια (ΕΧΠ) αποτελούν <u>σύνολα κειμένων και διαγραμμάτων</u>, με τα οποία <u>προσδιορίζονται κατευθύνσεις σε εθνικό επίπεδο</u> και, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις, ιδίως, για: α) β) τη χωρική διάρθρωση τομέων ή κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων και γενικότερα τομέων ανάπτυξης εθνικής σημασίας, γ) τη χωρική διάρθρωση δικτύων και υπηρεσιών τεχνικής και διοικητικής υποδομής, δ) τη διαμόρφωση πολιτικής γης, ε) την προστασία του πολιτιστικού και φυσικού τοπίου, στ) τη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση <u>περιοχών του εθνικού χώρου</u> που έχουν ιδιαίτερη σημασία από χωροταξική, περιβαλλοντική, αναπτυξιακή ή κοινωνική άποψη, όπως είναι οι παράκτιες, νησιωτικές, ορεινές και προβληματικές περιοχές…».

                                   

                                  Σύμφωνα άλλωστε και με την πάγια νομολογία του <u>Συμβουλίου της Επικρατείας</u>:

                                   

                                  «Τα <u>ειδικά χωροταξικά πλαίσια</u>, τα οποία αποτελούν τη γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, που διατυπώνεται μετά από εκτίμηση των βασικών κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας στους συγκεκριμένους τομείς και των προβλεπομένων επιπτώσεών τους στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν τις κατευθύνσεις του γενικού πλαισίου, <u>συγκροτούν δε με αυτό ένα συνεκτικό σύνολο γενικών κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο</u>. Ειδικότερα, τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία αποτελούν, κατά το σύστημα του νόμου, το δεύτερο στάδιο χωροταξικού σχεδιασμού, περιλαμβάνουν, αφενός επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα, συναρτώμενες με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις εντασσόμενες στα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής κατά το άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, και αφετέρου γενικές κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις, συνδεόμενες αρρήκτως με τα ανωτέρω ζητήματα, για τη θέσπιση των οποίων παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στο παραπάνω κυβερνητικό όργανο» (ΣτΕ 4784, 4785, 1421, 1422/2013 7μ., 4966, 4983/2014).

                                   

                                  «Οι ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών πλαισίων ελέγχονται κατά το κανονιστικό τους μέρος … <u>αναπτύσσουν νομική δεσμευτικότητα και προσβάλλονται παραδεκτώς</u> … Τα προβλεπόμενα από το άρθρο 7 του ν. 2742/1999 ειδικά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, αποτελούν πράξεις της εκτελεστικής λειτουργίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αντικείμενο σε σχέση με τις πράξεις της Διοικήσεως που εκδίδονται με βάση εξουσιοδότηση τυπικού νόμου και έχουν αμιγώς κανονιστικό περιεχόμενο, διότι, όπως εκτίθεται ανωτέρω, <u>περιέχουν στρατηγικές επιλογές</u>, <u>για την υλοποίηση των οποίων μπορούν να εισάγονται συγκεκριμένες δεσμευτικές ρυθμίσεις</u>, <u>συναρτώμενες με τις αναγκαίες για το σκοπό αυτό τεχνικές εκτιμήσεις</u>. Το αντικείμενο δε των ρυθμίσεων που επιτρέπεται να θεσπιστούν με τα εν λόγω ειδικά σχέδια προσδιορίζεται με το ανωτέρω άρθρο 7 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ν. 2742/1999. Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω ιδιόμορφου χαρακτήρα των ειδικών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης και του αντικειμένου τους που αποτελεί εξειδίκευση κατά τομέα ή κλάδο παραγωγικών δραστηριοτήτων του Γενικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης, στο οποίο περιέχονται τα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που εγκρίνονται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με βάση την ειδική διαδικασία, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ορίζεται με το προαναφερόμενο άρθρο 7 του ν. 2742/1999, ότι τα ειδικά αυτά πλαίσια εγκρίνονται με απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του χωροταξικού σχεδιασμού και της αειφόρου ανάπτυξης, ύστερα από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης» (ΣτΕ Ολ 3632/2015, ΣτΕ 4189, 4966/2014, ΣτΕ 1421/2013).

                                   

                                  Σε κάθε περίπτωση τα κριτήρια σχεδιασμού και διαχειρίσεως του ρυθμιζόμενου αντικειμένου «<u>πρέπει να είναι σαφή</u>, <u>εξειδικευμένα και να συνδέονται προς τα υπόλοιπα στοιχεία του χωροταξικού σχεδίου</u>. Πρέπει, επίσης, <u>να ενσωματώνουν την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος</u>, έτσι ώστε το ρυθμιστέο αντικείμενο να καθίσταται βιώσιμο σύστημα επικοινωνίας … Υποσυστήματα του χώρου <u>δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά</u>. Απαιτούν συνολικό σχεδιασμό και διαχείριση σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο <u>για να παραμείνουν βιώσιμα</u>». Η δε μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην οποία πρέπει να στηρίζεται σε κάθε περίπτωση ο σχεδιασμός και η διαχείριση του ρυθμιζομένου αντικειμένου «<u>οφείλει να διαπνέεται από ολοκληρωμένη μακράς προοπτικής προσέγγιση του προβλήματος</u>» (ΣτΕ Ολ 2487/2006, 2425/2000, 601/2007, 379/2010, ΣτΕ 4990/2014).

                                   

                                  Από το σύνολο των προαναφερομένων διατάξεων και αρχών συνάγεται ότι με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια εισάγονται στην έννομη τάξη διατάξεις για τη ρύθμιση κατά τρόπο ενιαίο,  σαφή και μακροπρόθεσμο, μεταξύ άλλων, ενός τομέα ή κλάδου παραγωγικών δραστηριοτήτων, σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο.

                                   

                                  Αντίκειται επομένως στις ως άνω διατάξεις και αρχές και είναι <u>αντισυνταγματική και ανεπίτρεπτη</u> διάταξη εισάγουσα σε νομοθέτημα χωροταξικού σχεδιασμού εθνικής εμβέλειας, όπως το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, ρυθμίσεις που καθιερώνουν, κατά τρόπο αποσπασματικό, διαφορετικό χωροταξικό καθεστώς «πολλαπλών ταχυτήτων» για το αυτό ρυθμιζόμενο αντικείμενο (ΑΠΕ) στην ίδια περιοχή της χώρας (εθνικός χώρος/σύνολο της επικράτειας), όπως εν προκειμένω οι διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ:

                                   

                                  – του <u>άρθρου 3</u>, που εξαιρεί ολόκληρες κατηγορίες έργων ΑΠΕ από το κατεξοχήν νομοθέτημα που ρυθμίζει τον χωροταξικό σχεδιασμό τους,

                                  – του <u>άρθρου 7</u>, που απαγορεύει μόνο νέες αιολικές εγκαταστάσεις εντός των περιοχών εφαρμογής του ΡΣΑ και ΡΣΘ, ενώ θα εξακολουθούν να λειτουργούν «νόμιμα» τυχόν αδειοδοτημένες υπό το ισχύον ΕΧΠ,

                                  – του <u>άρθρου δεύτερου</u>, που εξαιρεί από την εφαρμογή του προτεινόμενου νέου ΕΧΠ ΑΠΕ το σύνολο των ήδη αδειοδοτημένων, των υπό κατασκευή, των ήδη λειτουργούντων καθώς και των υπό αδειοδότηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, <u>δηλαδή τη συντριπτική πλειονότητα των ήδη υφισταμένων ή υπό υλοποίηση ενεργειακών έργων από ΑΠΕ</u>, δημιουργώντας <u>έργα δύο ή και περισσοτέρων ταχυτήτων</u> και ένα χωροταξικό χάος,

                                  – το <u>άρθρο τρίτο</u> με το οποίο καταργείται πλήρως χωρίς πρόβλεψη μεταβατικού καθεστώτος(!!) το ήδη ισχύον ΕΧΠ των ΑΠΕ του 2008, χωρίς να διευκρινίζεται υπό ποιο χωροταξικό καθεστώς θα τελούν στο εξής τα έργα που εξαιρούνται της εφαρμογής του νέου ΕΧΠ, ενώ θα έχει πλέον καταργηθεί το ΕΧΠ του 2008 δυνάμει του οποίου αδειοδοτήθηκαν και θα εξακολουθούν να υπάρχουν…!

                                   

                                  Εκτός αυτών, το υπό διαβούλευση ΕΧΠ μη νομίμως εισηγείται ακόμα και διατάξεις που <u>εξαρτούν ανεπίτρεπτα τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ από γεγονότα μελλοντικά και απολύτως αβέβαια</u>, αφού προβλέπει στο άρθρο 5 παρ. 1 περ. 6 του σχεδίου ΚΥΑ τη δυνατότητα χωροθέτησης ΑΠΕ εντός ΖΕΠ «αν σωρευτικώς τούτο επιτρέπεται από την αντίστοιχη εγκεκριμένη ΕΠΜ και το αιολικό δυναμικό υπερβαίνει τα 7,5 m/sec, σύμφωνα με τον αιολικό χάρτη που τηρείται από τη ΡΑΑΕΥ» επικαλούμενο τις διατάξεις της εγκεκριμένης ΕΠΜ της περιοχής μελέτης, ενώ είναι εις πλήρη γνώση του κανονιστικού νομοθέτη ότι προωθεί προς άμεση εφαρμογή μία ρύθμιση, <u>η οποία είναι μη εφαρμόσιμη</u>, δεδομένου ότι για την πλειονότητα των προστατευόμενων περιοχών της χώρας δεν υπάρχουν έως και σήμερα εγκεκριμένες ΕΠΜ, ενώ και οι ήδη εγκεκριμένες (παρ. 3.2.4.3 ΣΜΠΕ) δεν έχουν ακόμη τεθεί στην κρίση του Τμήματος Επεξεργασίας Διαταγμάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) που δεν έχει ακόμα εξετάσει -ενδεχομένως δε και να ακυρώσει μελλοντικά- τα προεδρικά διατάγματα, για τα οποία οι ως άνω ΕΠΜ εγκρίθηκαν, οπότε αυτές θα καταστούν, στην περίπτωση αυτή, ανεπίκαιρες και ασύνδετες με την έννομη τάξη της χώρας. Δεν είναι επομένως επιτρεπτός, σύμφωνα και με τους κανόνες της επιστήμης της Χωροταξίας, «<u>χωροταξικός σχεδιασμός υπό αίρεση</u>», όπως ο προτεινόμενος με τις υπό διαβούλευση διατάξεις.

                                   

                                  Είναι δε ολοφάνερο ότι το υπό εξέταση ΕΧΠ συντάχθηκε κατά τρόπο <u>απολύτως απαξιωτικό</u>  για το περιβάλλον αλλά και για αυτό τον ίδιο τον θεμελιώδη για κάθε ευνομούμενη πολιτεία θεσμό της χωροταξίας, με <u>προκλητική αλλά και επικίνδυνη προχειρότητα</u>, <u>έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης</u>, και πολιτικής βούλησης για <u>μακροπρόθεσμο σχεδιασμό</u> που θα επιλύσει τα υφιστάμενα τεράστια προβλήματα που έχει αναδείξει στην πράξη η χωροθέτηση έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, τα οποία όχι μόνο δεν επιλύονται με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ, αλλά παρατείνονται και επιδεινώνονται κατά τρόπο τραγικό και προκλητικό για το κοινωνικό σύνολο.

                                   

                                  Διατάξεις όπως οι προαναφερόμενες προσβάλλουν όχι μόνο τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του χωροταξικού σχεδιασμού, της αειφόρου ανάπτυξης, του κράτους δικαίου, της καλής νομοθέτησης, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και της χρηστής διοίκησης, αλλά και αυτή την ίδια τη ζωή, την ασφάλεια και τη νοημοσύνη των διοικουμένων και <u>θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους</u>, <u>ως απαράδεκτες και αντισυνταγματικές</u>, <u>ήδη από το παρόν στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης</u>.

                                   

                                  1. Ασάφεια, αοριστία, αστοχία και αναποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου

                                   

                                  Με βάση θεμελιώδεις κανόνες του δικαίου και της επιστήμης της χωροταξίας, κάθε ειδικός χωροταξικός σχεδιασμός για ενεργειακά έργα οφείλει να εκπονείται σύμφωνα με ενδελεχείς μελέτες που αποτυπώνουν και αξιολογούν επισταμένα τόσο τις ενεργειακές ανάγκες όσο και τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένης περιοχής, την οποία αφορά, προκειμένου να διακριβώσει με πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση, κατά πόσο ορισμένη περιοχή της χώρας καθίσταται πρόσφορη και σε ποιο βαθμό, για την υποδοχή έργων ΑΠΕ στην επικράτειά της σε συνάρτηση με το σύνολο των ιδιαίτερων στοιχείων που συναποτελούν το φυσικό περιβάλλον της, τη βιοποικιλότητα και τους φυσικούς της πόρους, τα τοπία της, τις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σε αυτήν καθώς και το αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθεί, γύρω από το οποίο διαρθρώνεται η τοπική οικονομία και εξελίσσεται η κοινωνία της.

                                   

                                  Σε πλήρη αντίθεση με τους στοιχειώδεις αυτούς κανόνες, για την επιλογή των περιοχών δυνητικής εγκατάστασης έργων ΑΠΕ ανά τη χώρα, το υπό εξέταση πλαίσιο, όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008, καθιστά απαράδεκτα, αντισυνταγματικά και επιστημονικώς απολύτως ατεκμηρίωτα το σύνολο της ελληνικής επικράτειας «χώρο» κατάλληλο για την εγκατάσταση ΑΠΕ με μόνη εξαίρεση τις αιολικές εγκαταστάσεις, για τις οποίες με το νέο πλαίσιο επιχειρείται μεν μία «οριοθέτηση» της ελληνικής επικρατείας στις μεγάλες γεωγραφικές της ενότητες, πλην όμως και αυτή γίνεται με τρόπο ισοπεδωτικό για ευρύτατες περιφέρειες του ελλαδικού χώρου, γεγονός που απαξιώνει με ολέθριες συνέπειες τον πλούτο της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων καθώς και τις έντονες εναλλαγές των τοπίων που απαντώνται στις επιμέρους περιοχές που εμπεριέχονται σε αυτές.

                                   

                                  Η απαξίωση αυτή του φυσικού περιβάλλοντος του συνόλου της επικράτειας της χώρας από τις απαράδεκτες διατάξεις του προωθούμενου ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι από αυτό έχουν συλλήβδην εξαιρεθεί επαχθέστατες για το περιβάλλον κατηγορίες έργων ΑΠΕ, όπως οι αντλησιοταμιεύσεις και το σύνολο των έργων ΑΠΕ που έχουν ήδη αδειοδοτηθεί ή αναμένεται να αδειοδοτηθούν με το ισχύον καθεστώς (ΕΧΠ ΑΠΕ 2008), χωρίς καμία νόμιμη αιτιολογία. Λ.χ. κατά το άρθρο 3 παρ. 2 περ. 2, από τις διατάξεις του προτεινόμενου ΕΧΠ ΑΠΕ εξαιρούνται: «Τα Μεγάλα Υδροηλεκτρικά Έργα (Υδροηλεκτρικοί Σταθμοί Εγκατεστημένης Ισχύος ή Μέγιστης Ισχύος Παραγωγής άνω των δεκαπέντε μεγαβάτ 15 MW) και οι σταθμοί αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας τεχνολογίας αντλησιοταμίευσης, <u>λόγω των ιδιομορφιών που παρουσιάζουν</u>», <u>χωρίς διόλου να αναλύεται</u> επιστημονικά τεκμηριωμένα, <u>σε τι ακριβώς συνίστανται οι επικαλούμενες</u> «<u>ιδιομορφίες</u>», που τα έργα αυτά παρουσιάζουν και καθιστούν δικαιολογημένη και θεμιτή την ολοκληρωτική εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του νέου ΕΧΠ ΑΠΕ.

                                   

                                  Υιοθετεί και επαναλαμβάνει επομένως το προτεινόμενο «νέο» ΕΧΠ ΑΠΕ όλες τις πλημμέλειες, τις αδυναμίες και τις αστοχίες του ήδη ισχύοντος πλαισίου, για τις οποίες το τελευταίο έχει ήδη επικριθεί σφοδρά από τον επιστημονικό κόσμο της χώρας και την κοινωνία των πολιτών.

                                   

                                  Με τον τρόπο αυτό και το προτεινόμενο  ΕΧΠ χαρακτηρίζει απαραδέκτως όλες τις περιοχές της χώρας <u>ως κατ’ αρχήν κατάλληλες</u> για υποδοχή έργων ΑΠΕ, πλην των αιολικών εγκαταστάσεων, μετακυλίοντας αντισυνταγματικά και αυτό -όπως και το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ- την ευθύνη και την κοπιώδη εργασία της εξέτασης της φέρουσας ικανότητας και της καταλληλότητας για την υποδοχή έργων ΑΠΕ κάθε συγκεκριμένης περιοχής στον εκάστοτε ιδιώτη επενδυτή ή και στον απλό πολίτη, στο πλαίσιο της αδειοδοτικής διαδικασίας κάθε επιμέρους έργου ΑΠΕ, του οποίου η εγκατάσταση θα ζητηθεί στο μέλλον.

                                   

                                  Επίσης προβληματική και απαράδεκτη παρίσταται και η απόδοση στο πλαίσιο του υπό εξέταση ΕΧΠ της έννοιας της «<u>φέρουσας ικανότητας</u>» των οικοσυστημάτων για την υποδοχή κάθε είδους έργων ΑΠΕ, αφού ο καθορισμός της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είχε συντελεστεί εκ των προτέρων και στο πλαίσιο άλλου, ξεχωριστού από το εξεταζόμενο νομοθετήματος και επί τη βάσει ακλόνητων επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα <u>αμερόληπτης και εμπεριστατωμένης</u> ερμηνείας και απόδοσής της. Αντιθέτως με τον τρόπο που αποδίδεται η έννοια της «φέρουσας ικανότητας» στο πλαίσιο του εν θέματι ΕΧΠ καθίσταται προβληματική και κλονίζεται ως προς την επιστημονική της αξιοπιστία καθόσον γεννά εύλογα την υπόνοια ότι είναι προσαρμοσμένη εκ των προτέρων στους στόχους του ευρύτερου υπό μελέτη σχεδιασμού, τους οποίους υπηρετεί στο σύνολό τους.

                                   

                                  Προκύπτει συνεπώς ότι το προτεινόμενο ΕΧΠ ΑΠΕ, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα των 18 ετών που μεσολάβησε από τη θέση σε ισχύ του ήδη ισχύοντος ΕΧΠ έτους 2008, δεν κατάφερε να αναδείξει τον κανονιστικό νομοθέτη σοφότερο ούτε ικανότερο να ενσωματώσει στο προτεινόμενο ΕΧΠ την πολύτιμη όσο και αλγεινή εμπειρία που έχει σωρευθεί, όλα αυτά τα χρόνια, από την αντιμετώπιση στην πράξη αλλά και ενώπιον της δικαιοσύνης: α) της αστοχίας και των αδυναμιών του ισχύοντος πλαισίου, β) των ολέθριων επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον και στην κοινωνία καθώς και γ) την καταιγιστική χωροθέτηση και αδειοδότηση έργων ΑΠΕ που έχει ήδη συντελεστεί, στα χρόνια που μεσολάβησαν, σε κάθε γωνιά της χώρας διαλύοντας μοναδικά οικοσυστήματα, δάση, υδάτινους πόρους, νησιά και ακτές και ακυρώνοντας κάθε έννοια «φέρουσας ικανότητάς» τους.

                                   

                                  Επίσης αγνοεί πλήρως και παραλείπει να προβλέψει το υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ οτιδήποτε σε σχέση με τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον, στην υγεία, στην κοινωνία και στην ασφάλεια, αφού τα έργα ΑΠΕ παρουσιάζονται μεν από τις διατάξεις του υπό διαβούλευση πλαισίου <u>ως δήθεν μηδενικού ή αμελητέου περιβαλλοντικού αποτυπώματος</u>, πλην αποσιωπάται πλήρως από αυτές ότι σε ολόκληρο το φάσμα του κύκλου της ζωής των έργων ΑΠΕ, ήτοι για την παραγωγή, τη μεταφορά, την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την απεγκατάστασή τους, σημαντική συμβολή εξακολουθεί να έχει η ενέργεια που παράγεται από ορυκτά καύσιμα και να προκαλείται περιβαλλοντική υποβάθμιση και καταστροφή και από την τύχη τους ως αποβλήτων. Επομένως η «πράσινη ενέργεια» των ΑΠΕ δεν είναι και τόσο «πράσινη» όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, κάτι που ωστόσο οι μελέτες του προτεινόμενου πλαισίου αγνοούν ή και σκοπίμως αποσιωπούν πλήρως.

                                   

                                  Πλειοδοτεί επομένως και το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ υπέρ της γενίκευσης της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ  παντού στη χώρα επικαλούμενο -και αυτό όπως και το ήδη ισχύον ΕΧΠ- την «<u>ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής</u>», για την ανάσχεση της οποίας, ωστόσο, ο αμέσου εφαρμογής Ευρωπαϊκός Κανονισμός 841/2018 έθεσε ως κύριο μοχλό τη <u>βιώσιμη διαχείριση των υφισταμένων δασών και τη δημιουργία νέων</u>, και ενώ λησμονείται πλήρως από τις  διατάξεις και του προτεινόμενου ΕΧΠ ότι η κλιματική αλλαγή είναι το αποτέλεσμα της καταστροφής του περιβάλλοντος και όχι η αιτία της.

                                   

                                  Με βάση όσα αναλύθηκαν επομένως ως άνω, οι μελέτες του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ όφειλαν να αποδεικνύουν πειστικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα ότι η εγκατάσταση κάθε είδους έργων ΑΠΕ σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή της χώρας, είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής καθώς επίσης και ότι τα έργα που αφορούν είναι μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κάτι που ουδόλως συντελείται από τη ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση ΕΧΠ, καθιστώντας αυτό μη νόμιμο, αντισυνταγματικό και επιστημονικά απαράδεκτο στο σύνολό του.

                                   

                                  Από δε την εξαίρεση σημαντικής μερίδας έργων ΑΠΕ από το πεδίο εφαρμογής του υπό κρίση ΕΧΠ αναμένεται μετ’ απολύτου βεβαιότητας να προκληθεί αδειοδοτικό χάος, καθ’ ότι με άλλο αδειοδοτικό καθεστώς θα κρίνονται οι εξαιρούμενες εγκαταστάσεις και με άλλο εκείνες που καλύπτονται από τις διατάξεις του προτεινόμενου «νέου» ΕΧΠ, με αποτέλεσμα να καθίσταται πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων όσων αφορά και τις <u>συνεργιστικές επιπτώσεις</u> των υπό αδειοδότηση έργων στο μέλλον, αφού δεν θα καλύπτονται πλέον από ενιαίο καθεστώς ούτε θα μπορούν επομένως να ισχύσουν κοινά κριτήρια για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ορισμένη περιοχή.

                                  Αρκούμενες σε γενικόλογους αφορισμούς και ευχολόγια του τύπου ότι: «το περιβάλλον θα πρέπει να αποκαθίσταται δεόντως» οι διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ουδεμία σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόβλεψη διαλαμβάνουν σχετικά με τις συνέπειες των έργων ΑΠΕ στο περιβάλλον κατά το κρίσιμο στάδιο της <u>αποκατάστασής του</u> κατά τη λήξη των έργων ούτε για τα υιοθετούμενα μέτρα και τον τρόπο, με τον οποίο αυτά θα πρέπει να θεωρούνται ικανοποιητικά και πρόσφορα για την επίτευξη της προβλεπόμενης «αποκατάστασης». Είναι δε βέβαιο ότι υπό τα δεδομένα αυτά είναι άνευ λόγου η συζήτηση για οποιασδήπτε μορφής «αποκατάσταση», όταν μετά από τη μακρόχρονη λειτουργία των εν λόγω έργων, τα οικοσυστήματα που αφορούν θα έχουν πλέον αλλοιωθεί οριστικά, το υποβαθμισμένο περιβάλλον δεν θα θυμίζει πια σε τίποτα το αρχικό φυσικό κάλλος, αλλά και η ίδια η εταιρεία/επενδυτής ενδεχομένως θα έχει πάψει προ πολλού να υφίσταται, προκειμένου να ασκηθούν οι ανάλογες πιέσεις σε βάρος της για την αποκατάσταση της φύσης σε περίπτωση αθέτησης των υπεσχημένων υποχρεώσεών της.

                                   

                                  Καθορίζονται περαιτέρω ατεκμηρίωτα στη ΣΜΠΕ (σελ. 4-40, παρ. 4.4, σελ. 4-63, πίνακας 4.6-1) και στο σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου σχεδίου και οι περιοχές αποκλεισμού και οι ζώνες ασυμβατότητας για την εγκατάσταση αιολικών και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, για τις οποίες <u>δεν αναφέρεται με ποια κριτήρια και επί τη βάσει ποιων επιστημονικών μελετών και δεδομένων αποφασίστηκε η καταλληλότητα ή ο αποκλεισμός τους</u> για την εγκατάσταση ΑΣΠΗΕ ή φ/β σε αυτές. Επίσης δεν αναφέρονται τα κριτήρια και τα επιστημονικά δεδομένα, με βάση τα οποία καθορίζονται στη ΣΜΠΕ του σχεδίου οι <u>αποστάσεις</u> του από λοιπές δραστηριότητες, χρήσεις γης και δίκτυα (σελ. 4-44, πίνακας 4.4-1).

                                   

                                  Όλα όσα ανωτέρω καταγγέλλονται καταδεικνύουν συνεπώς την απόλυτη απαξίωση του περιβάλλοντος και της ελληνικής κοινωνίας από τους συντάκτες του προτεινόμενου ΕΧΠ και συνιστούν σοβαρές πλημμέλειές του που θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψή του και στη ματαίωση της θεσμοθέτησής του στο σύνολό του.

                                   

                                  1. Ειδικότερες περιπτώσεις νομικής και ουσιαστικής πλημμέλειας των διατάξεων του προτεινόμενου ΕΧΠ ΑΠΕ

                                   

                                  Παρά τη σοβαρότητα και την κρισιμότητα του αντικείμενου που ρυθμίζεται από τις προτεινόμενες διατάξεις του υπό διαβούλευση ΕΧΠ, το σύνολο σχεδόν του υπό εξέταση πλαισίου βρίθει αοριστίας, έλλειψης επιστημονικής και θεωρητικής τεκμηρίωσης και προδίδει προκλητική προχειρότητα και άγνοια του ισχύοντος νομοθετικού και εν γένει θεσμικού πλαισίου από τους συντάκτες του. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα χαρακτηριστικά παραδείγματα από το σχέδιο της προτεινομένης ΚΥΑ:

                                   

                                  <u>Άρθρο 5 παρ. 1 τελευταία δύο εδάφια</u>:

                                   

                                  «Ενδείκνυται η αξιοποίηση/χρήση <u>υφισταμένων οδών</u> για την εξυπηρέτηση των αιολικών πάρκων με τις απαραίτητες βελτιώσεις και επεκτάσεις»:

                                  Η μη επέκταση της ήδη υφιστάμενης οδοποιίας <u>παρουσιάζεται ως ευεργεσία για τον τόπο</u>, ενώ αποσιωπάται μεθοδευμένα από τον συντάκτη του σχεδίου ΚΥΑ ότι η ήδη υφισταμένη οδός δημιουργήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, για να περάσουν μέσα από τα δάση και τα βουνά της περιοχής τα αιολικά μεγαθήρια. Επομένως έχει ήδη υπάρξει σοβαρή οικολογική επιβάρυνση και καταστροφή σε οικοσυστήματα της περιοχής από έργα ΑΠΕ και μάλιστα, στο πρόσφατο παρελθόν.

                                   

                                  – «Ο σχεδιασμός των έργων αυτών πρέπει να γίνεται κατά τρόπον, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, μεγάλου βάθους και εκτεταμένες εκσκαφές, το δε πλάτος των δρόμων πρόσβασης πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο. – Παράλληλα πρέπει να εκτελούνται όλα τα απαραίτητα αντιπλημμυρικά έργα και έργα ανάσχεσης της διάβρωσης, προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος ή αλλοίωσης του τοπίου λόγω του έργου»:

                                  Ο συντάκτης του σχεδίου ΚΥΑ αναφέρεται σε όλες τις ανωτέρω εργασίες σαν να μην πρόκειται για επαχθέστατες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, ικανές να αλλοιώσουν οριστικά την οικολογική του ισορροπία και το τοπίο! Κι όμως κάθε λέξη από την ως άνω περιγραφή είναι και ένα βαρύτατο πλήγμα για τη φύση, για την αποφυγή ή την απάλειψη του οποίου η ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του προτεινόμενου πλαισίου δεν προβλέπουν απολύτως τίποτα.

                                   

                                   – «Η φθορά της βλάστησης πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατόν (η εκχέρσωση της βλάστησης, ιδίως θάμνων και δένδρων, θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις τις οικείας Δασικής Υπηρεσίας) και να αποκαθίσταται η αισθητική του τοπίου»:

                                  Οι «υποδείξεις της Δασικής υπηρεσίας» μετατρέπονται σε δικαιολογία κάθε καταστροφής αντί η υπηρεσία να υπερασπίζεται ουσιαστικά τα δάση σύμφωνα με το θεμελιώδες θεσμικό καθήκον της.

                                   

                                  – «Η εσωτερική οδοποιία να είναι χωμάτινη με επίστρωση χαλικιού (3Α)»:

                                  Ουδόλως αναφέρεται στις μελέτες του ΕΧΠ πώς αιτιολογείται, με οικολογικά κριτήρια, η επίστρωση με χαλίκι των κορυφών των βουνών και των δασών μας! Ούτε εξηγείται τι θέση έχουν οι τόνοι από χαλίκι μέσα σε προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα με τεράστιο πλούτο πανίδας και χλωρίδας.

                                   

                                  <u>Άρθρο 5 παρ. 4</u>:

                                   

                                  «Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός δασών, δασικών <u>και αναδασωτέων εκτάσεων</u>, σύμφωνα με τα άρθρα ΥΠΕΝ, Αξιολόγηση και Αναθεώρηση του ΕΧΠ για τις ΑΠΕ Σχέδιο Κ.Υ.Α. 21 45 και 58 του ν. 998/1979 και το άρθρο 13 του ν. 1734/1987, όπως ισχύουν. Σε κάθε περίπτωση, <u>λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης</u>»:

                                  Το εξεταζόμενο σχέδιο ΕΧΠ απαραδέκτως επαναλαμβάνει και υιοθετεί την κατάφωρα αντισυνταγματική καθιέρωση της δυνατότητας εγκατάστασης ΑΣΠΗΕ εντός αναδασωτέων εκτάσεων, η οποία παραβιάζει ευθέως τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 και καταδικάζει σε αφανισμό τον δασικό πλούτο της χώρας. Εντελώς υποκριτικά και άστοχα υποστηρίζεται στις ως άνω διατάξεις και ότι θα πρέπει να «λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα <u>για τον περιορισμό της βλάβης της δασικής βλάστησης</u>», αφού στην περίπτωση των αναδασωτέων εκτάσεων <u>δεν υφίσταται καν δασική βλάστηση</u>, προκειμένου να περιοριστεί η βλάβη της, <u>η οποία έχει ήδη επέλθει</u>. Θα πρέπει επομένως, σε κάθε περίπτωση, η ως άνω προτεινόμενη διάταξη να απορριφθεί <u>ως αντισυνταγματική</u> και μη εφαρμοστέα.

                                   

                                  1. Αντισυνταγματική επέκταση των φ/β εγκαταστάσεων σε αναδασωτέες εκτάσεις

                                   

                                  Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3γ’ του άρθρου 53 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ Α’ 289/29.12.1979, όπως τροπ. με το άρθρο 218 παρ. 2 ν. 5037/2023, ΦΕΚ Α’ 78/28.3.2023) «Περί  προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων  της Χώρας»: «<u>Εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ηλιακής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε δάση και αναδασωτέες εκτάσεις απαγορεύονται</u>. <u>Κατ’ εξαίρεση οι εγκαταστάσεις αυτές επιτρέπονται σε δασικές εκτάσεις</u> που εκχερσώθηκαν ή παραχωρήθηκαν για γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια, σύμφωνα με τη δασική και την αγροτική νομοθεσία, εφόσον αξιοποιήθηκαν κατά τους όρους της εκχέρσωσης ή της παραχώρησης και καλλιεργούνται, υπό την προϋπόθεση, ότι μετά το πέρας της νόμιμης λειτουργίας των εγκαταστάσεων αυτών, σύμφωνα και με τους όρους της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ή την για οποιονδήποτε λόγο απομάκρυνσή τους, η έκταση επανέρχεται στην πρότερη αγροτική χρήση».

                                   

                                  Σύμφωνα επομένως με τη <u>δασική νομοθεσία</u>, εγκαταστάσεις φ/β μονάδων <u>απαγορεύονται ρητώς εντός δασών και αναδασωτέων εκτάσεως</u>, ενώ <u>επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση εντός δασικών εκτάσεων</u>, μόνον όμως σε περίπτωση που αυτές <u>εκχερσώθηκαν ή παραχωρήθηκαν</u> νομίμως για <u>γεωργική ή δενδροκομική καλλιέργεια</u>.

                                   

                                  Σύμφωνα άλλωστε με τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 Συντ.: «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες <u>και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό</u>», ενώ κατ’ άρθ. 38 παρ. 1 ν. 998/1979, όπως τροπ. με άρθ. 35 παρ. 1 ν. 4280/2014 και αντικ. με άρθ. 32 ν. 4342/2015, ΦΕΚ Α’ 143/9.11.2015): «Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται συνεπεία πυρκαγιάς, αποψίλωσης ή άλλης αιτίας, <u>κηρύσσονται υποχρεωτικά ως αναδασωτέα</u> ανεξαρτήτως της ειδικότερης κατηγορίας αυτών ή της θέσης στην οποία βρίσκονται».

                                   

                                  Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του υπό διαβούλευση σχεδίου ΚΥΑ, προβλέπονται τα ακόλουθα:

                                   

                                  Άρθρο 14: «Περιοχές προτεραιότητας και Περιοχές επιτάχυνσης Ηλιακής Ενέργειας. 1. Ορίζονται οι ακόλουθες περιοχές προτεραιότητας για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας: Α) Περιοχές <u>άγονες ή μη αρδευόμενες και περιοχές που δεν προορίζονται για βόσκηση</u>, κατά προτίμηση αθέατες από κηρυγμένα διατηρητέα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και άλλα μνημεία μείζονος σημασίας, οριοθετημένες αρχαιολογικές ζώνες προστασίας Α και περιοχές με υψηλό δείκτη τουριστικής ανάπτυξης. Β) <u>Περιοχές που έχουν αλλάξει χαρακτήρα</u>, δηλαδή περιοχές που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για άλλους σκοπούς και στην προοπτική αποκατάστασης των εκτάσεων αυτών, όπως περιοχές εξοφλημένων <u>λατομικών και μεταλλευτικών πεδίων</u>, εξοφλημένα λιγνιτικά πεδία, εδάφη με υψηλό ρυπαντικό φορτίο, <u>υποβαθμισμένες περιοχές</u>, περιοχές αποκατάστασης ΧΑΔΑ κ.λπ. Γ) Περιοχές με ευχέρεια διασύνδεσης με το δίκτυο. 2. Περιοχές επιτάχυνσης δύναται να είναι υποσύνολο των περιοχών προτεραιότητας του παρόντος άρθρου».

                                   

                                  Άρθρο 15: «<u>Περιοχές αποκλεισμού</u>. 1. Ορίζονται περιοχές αποκλεισμού για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας: 1) … 7) <u>Δάση και δασικές εκτάσεις</u>».

                                   

                                  Από την προσεκτική ανάγνωση των ως άνω διατάξεων προκύπτει ευθέως ότι το προτεινόμενο σχέδιο ΕΧΠ ΑΠΕ αποκλίνει σημαντικά, απολύτως αντισυνταγματικά και αναιτιολόγητα, από τις μέχρι τώρα δυνατότητες και απαγορεύσεις για την εγκατάσταση φ/β έργων σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, τις οποίες προβλέπει το Σύνταγμα και η δασική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, ενώ στα θετικά σημεία του υπό εξέταση σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να πιστωθεί <u>η επέκταση της απαγόρευσης εγκατάστασης φ</u>/<u>β μονάδων όχι μόνο σε δάση αλλά και σε δασικές εκτάσεις αδιακρίτως</u>, οι προτεινόμενες ως άνω διατάξεις του σχεδίου ΚΥΑ:

                                   

                                  – αφενός καθορίζουν κατά τρόπο αντιφατικό, ασαφή και προβληματικό (άρθ. 14) ως περιοχές κατάλληλες για την υποδοχή φ/β εγκαταστάσεων μια σειρά από εκτάσεις, οι οποίες <u>κατά κανόνα έχουν δασικό χαρακτήρα</u> (ενδεικτικά: περιοχές άγονες, περιοχές που δεν προορίζονται για βόσκηση, περιοχές αθέατες από μνημεία, περιοχές με υψηλό δείκτη τουριστικής ανάπτυξης -πχ. ορεινά οικοσυστήματα, κατασκηνώσεις, χιονοδρομικά κέντρα κ.ά., περιοχές λατομικών και μεταλλευτικών πεδίων, υποβαθμισμένες περιοχές κ.λπ.), οι οποίες ωστόσο στο αμέσως επόμενο άρθρο 15 <u>εξαιρούνται ρητά</u> -<u>ως δάση ή δασικές εκτάσεις</u>- από τη δυνατότητα υποδοχής φ/β εγκαταστάσεων, και

                                   

                                  – αφετέρου <u>εξαιρούν αντισυνταγματικά</u> (άρθ. 117 παρ. 3 Συντ.) τις <u>αναδασωτέες εκτάσεις</u> από τις διατάξεις του άρθρου 15 του σχεδίου ΚΥΑ που αναφέρουν ρητά τις κατηγορίες εκτάσεων, μεταξύ των οποίων τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, στις οποίες απαγορεύεται να χωροθετηθούν φ/β εγκαταστάσεις, δίνοντας με τον τρόπο αυτόν ανεπίτρεπτα τη δυνατότητα χωροθέτησης και αδειοδότησης στο μέλλον φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων εντός αναδασωτέων εκτάσεων, <u>κατά παράβαση του Συντάγματος και των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων της δασικής νομοθεσίας</u> (άρθ. 53 παρ. 3γ’ ν. 998/1979) που εξακολουθούν να ισχύουν <u>ρυθμίζοντας τελείως διαφορετικά την ίδια περίπτωση</u>.

                                   

                                  Θα πρέπει επομένως και για τον λόγο αυτόν που αφορά, μεταξύ άλλων, την <u>προφανή αντισυνταγματικότητα</u> των διατάξεων του άρθρου 15 του υπό εξέταση σχεδίου ΚΥΑ, το προτεινόμενο ΕΧΠ ΑΠΕ να απορριφθεί.

                                   

                                  1. Μη νόμιμη καθιέρωση δυνατότητας εγκατάστασης ΑΣΠΗΕ εντός ΤΚΣ

                                   

                                  Με τις διατάξεις του προτεινόμενου άρθρου 5 του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ παρέχεται στο εξής η δυνατότητα χωροθέτησης και αδειοδότησης αιολικών εγκαταστάσεων εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), η οποία απαγορεύεται από το ισχύον ΕΧΠ ΑΠΕ του 2008 (άρθ. 6).

                                   

                                  Πράγματι, μολονότι το άρθρο 6 παρ. 1ε’ του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ (απόφαση 49828/12.11.2008, ΦΕΚ Β’ 2464/3.12.2008) ορίζει ότι μεταξύ των <u>περιοχών αποκλεισμού χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων</u> εντάσσονται «<u>οι οικότοποι προτεραιότητας</u> περιοχών της Επικράτειας που έχουν ενταχθεί <u>ως τόποι κοινοτικής σημασίας</u> στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000 σύμφωνα με την απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 259 της 21.9.2006, σ. 1)», το προτεινόμενο «νέο» πλαίσιο έχει εξαιρέσει απολύτως αναιτιολόγητα την εν λόγω κατηγορία οικοτόπων από το ρυθμιστικό του πεδίο, αναφέροντας στην περ. 5 της παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού ως μοναδικούς τύπους οικοτόπων προτεραιότητας που αποτελούν στο εξής περιοχές αποκλεισμού της χωροθέτησης ΑΣΠΗΕ, <u>τους οικοτόπους προτεραιότητας των ΕΖΔ</u> (Ειδικών Ζωνών Διατήρησης) του Δικτύου Natura 2000, χωρίς να προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι το σύνολο των οικοτόπων προτεραιότητας της χώρας έχουν κηρυχθεί Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ) και άρα απολαμβάνουν της προστασίας που αποδίδεται σε αυτές από το δίκαιο, και χωρίς επίσης να διασφαλίζεται ότι για τις περιπτώσεις αυτές η χώρας μας έχει δρομολογήσει τη διαδικασία προστασίας τους δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ).

                                   

                                  Αντίκεινται επομένως ευθέως οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 του νέου ΕΧΠ ΑΠΕ στις διατάξεις ιδίως των παρ. 1-2 του άρθρου 4 της οδηγίας 92/43/ΕΚ για τους οικοτόπους, που ορίζουν ότι για την προστασία των οικοτόπων και των ειδών των Παρατημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας αυτής λαμβάνεται υπόψη <u>το σύνολο του εδάφους των δηλωθέντων από το κράτος μέλος προστατευόμενων ειδών και οικοτόπων</u>, <u>χωρίς να εξαιρούνται οι οικότοποι που περιλαμβάνονται σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας</u> (<u>ΤΚΣ</u>), όπως αυθαίρετα, μη νόμιμα και αντιεπιστημονικά συντελείται με τις προαναφερόμενες διατάξεις του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ, κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 Συντ. και των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1-2 της οδηγίας για τους οικοτόπους που ορίζει ότι: «1. Κάθε κράτος μέλος, βασιζόμενο στα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III (στάδιο 1) και στις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες, <u>προτείνει έναν κατάλογο τόπων</u>, <u>όπου υποδεικνύεται ποιοι τύποι φυσικών οικοτόπων από τους αναφερόμενους στο παράρτημα I και ποια τοπικά είδη από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II</u>, <u>απαντώνται στους εν λόγω τόπους</u> … Ο κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή <u>μέσα σε μια τριετία</u> από τη γνωστοποίηση της παρούσας οδηγίας <u>ταυτόχρονα με τις πληροφορίες για κάθε τόπο</u>. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν ένα χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) και παρέχονται βάσει ενός εντύπου που καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 21. 2. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στα κριτήρια του παραρτήματος III (στάδιο 2) και στα πλαίσια μιας από τις πέντε βιογεωγραφικές περιοχές που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σημείο iii) του άρθρου 1 <u>και του συνόλου του εδάφους που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1</u>, καταρτίζει, σε συμφωνία με καθένα από τα κράτη μέλη και βάσει των καταλόγων των κρατών μελών, <u>σχέδιο καταλόγου τόπων κοινοτικής σημασίας όπου καθίστανται πρόδηλοι οι τόποι στους οποίους απαντώνται ένας ή περισσότεροι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή ένα ή περισσότερα είδη προτεραιότητας</u>».

                                   

                                  <u>Εν συνεχεία δε</u>, σύμφωνα με τις παρ. 4-5 του άρθρου 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ): <u>«Όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας</u>, <u>υπ’ αυτή του την ιδιότητα</u>, <u>επιλέχθηκε δυνάμει της διαδικασίας της παρ. 2</u> (δηλ. καταγράφηκε ως ΤΚΣ που εμπεριέχει οικοτόπους των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 92/43), <u>το οικείο κράτος μέλος ορίζει τον εν λόγω τόπο ως ειδική ζώνη διατήρησης το ταχύτερο δυνατόν και</u>, <u>το αργότερο</u>, <u>μέσα σε μια εξαετία, καθορίζοντας τις προτεραιότητες σε συνάρτηση με τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση</u>,<u> σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, ενός τύπου φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που επαπειλούν τους εν λόγω τόπους</u>. 5. Μόλις ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο του τρίτου εδαφίου της δεύτερης παραγράφου, <u>υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2</u>, <u>3 και 4 του άρθρου 6</u>».

                                   

                                  Καθίσταται επομένως σαφές ότι ο καθορισμός προστατευόμενων οικοτόπων που απαντώνται εντός Τόπων Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) αποτελεί το πρωταρχικό και απολύτως απαραίτητο και κρίσιμο στάδιο για την υπαγωγή τους στο καθεστώς της αυξημένης προστασίας που απονέμει το Ευρωπαϊκό δίκαιο στους οικοτόπους προτεραιότητας στο πλαίσιο του μετέπειτα χαρακτηρισμού των εν λόγω εκτάσεων και ως <u>Ειδικών Ζωνών Διατήρησης</u> (άρθ. 4 παρ. 4 οδηγίας 92/43/ΕΚ), σε μεταγενέστερο όμως στάδιο που εξαρτάται απόλυτα από την προηγούμενη καταγραφή και προστασία των οικοτόπων που βρίσκονται εντός ΤΚΣ, στους οποίους οι υπό εξέταση διατάξεις μη νομίμως επέτρεψαν τη χωροθέτηση νέων έργων ΑΠΕ.

                                   

                                  Οι ως άνω προωθούμενες ρυθμίσεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το οποίο το 2020 καταδίκασε τη χώρα μας για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕΚ) κατά την αδειοδότηση όλων των έργων <u>σε Τόπους Κοινοτικής Σημασίας</u> (ΤΚΣ) του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000 της επικράτειάς της, επειδή δεν έχει καθορίσει τους αναγκαίους κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΚ στόχους διατήρησης (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου, έκτο τμήμα, της 17/12/2020, υπόθ. C‑849/19, https://eurlex.europa. eu/legal-content/EL/ALL/?uri=CELEX% 3A62019CJ0849).

                                   

                                  Επίσης αντιβαίνουν οι προτεινόμενες ως άνω διατάξεις και στην  <u>Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Φεβρουαρίου 2023</u> που εξειδίκευσε στο θέμα της αδειοδότησης αιολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα όσα είχε ήδη κρίνει η ως άνω απόφαση του ΔΕΕ και επισφράγισε ότι <u>σε κάθε περίπτωση αδειοδότησης αιολικών εγκαταστάσεων σε προστατευόμενες περιοχές</u>, <u>εξακολουθούν να υφίστανται οι εν λόγω σοβαρές παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας</u>, αφού δεν έχει προηγουμένως συντελεστεί από την ελληνική πολιτεία, ως όφειλε, η δέουσα εκτίμηση των στόχων που θέτει η νομοθεσία για την προστασία των οικοτόπων και τη διατήρησή τους, <u>γεγονός που καθιστά μη νόμιμη έως και σήμερα την εγκατάσταση αιολικών έργων σε κάθε τύπο και κατηγορία περιοχών </u><u>N</u><u>atura της χώρας</u>, μεταξύ των οποίων και οι ΤΚΣ (https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/inf_23_525).

                                   

                                  Οι προτεινόμενες ως άνω διατάξεις έρχονται σε αντίθεση και με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 4 παρ. 4 της οδηγίας 2009/147/ΕΕ (ΕΕ L 20) για τα πτηνά που ορίζουν ότι: «Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για ν’ αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2», <u>μεταξύ των οποίων και οι ΤΚΣ</u>, «<u>τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων</u> καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων <u>και έξω από τις ζώνες προστασίας</u>».

                                   

                                  Εκτός αυτών ιδιαίτερα προβληματικές παρίστανται οι σχολιαζόμενες διατάξεις σε σχέση και με την ισχύουσα νομοθεσία που ρυθμίζει τα έργα ΑΠΕ, οι οποίες αναφέρονται σε υποχρέωση συμμόρφωσης των μελετών των υπό αδειοδότηση έργων με τις επιταγές προστασίας των οικοτόπων προτεραιότητας, μεταξύ άλλων, <u>εντός και των Τόπων Κοινοτικής Σημασίας</u> (ΤΚΣ). Πρόκειται κυρίως για τις διατάξεις της ΚΥΑ οικ. 48963 (ΦΕΚ Β’ 2703/5.10.2012) όσον αφορά το νόμιμο περιεχόμενο της ΑΕΠΟ των έργων, της ΚΥΑ Οικ. 167563/ΕΥΠΕ/2013 (ΦΕΚ Β’ 964/19.4.2013), δυνάμει της οποίας οι μελέτες των έργων οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη οικοτόπων προτεραιότητας τους οποίους δύναται να επηρεάσει δυσμενώς η κατασκευή και η λειτουργία των έργων καθώς και για τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 175 του ν. 5037/2023 (ΦΕΚ Α’ 78), κατά τις οποίες: «<u>Απαγορεύεται η υποβάθμιση των περιοχών όπου συναντώνται οι τύποι οικοτόπων των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ</u>».

                                   

                                  Για όλους επομένους τους ως άνω λόγους, καθίσταται το εξεταζόμενο ΕΧΠ ΑΠΕ μη νόμιμο και απορριπτέο στο σύνολό του.

                                   

                                  1. Απαράδεκτη γενίκευση της δυνατότητας χωροθέτησης ΜΥΗΕ

                                   

                                  Ως <u>ένα από τα πλέον αρνητικά στοιχεία</u> του προτεινόμενου ΕΧΠ ΑΠΕ θα πρέπει να θεωρηθεί η απαράδεκτη γενίκευση που επιχειρείται με τις διατάξεις του της δυνατότητας χωροθέτησης ΜΥΗΕ στην ελληνική Επικράτεια.

                                   

                                  Το εξεταζόμενο πλαίσιο υιοθετεί <u>εντελώς αόριστες έννοιες</u> για τον υπολογισμό καθοριστικής σημασίας όρων και παραμέτρων της εγκατάστασης ΜΥΗΕ σε εκτάσεις της χώρας, οι οποίες μπορούν να ερμηνευτούν <u>ποικιλοτρόπως ή και αντιφατικά</u> κατά την εφαρμογή τους σε περισσότερες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12 του σχεδίου ΚΥΑ, σχετικά με τους κανόνες και τα κριτήρια χωροθέτησης των ΜΥΗΕ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπονται έργα οδοποιίας η κατασκευή των οποίων απαιτεί <u>ουσιώδη μεταβολή</u> στην παραποτάμια βλάστηση και σε γεωλογικούς σχηματισμούς ή συνεπάγεται επίχωση της κοίτης του υδατορέματος ή ενδέχεται να προκαλέσει κατολισθήσεις, διαβρώσεις και ασταθείς εδαφικές συνθήκες», <u>χωρίς διόλου να προσδιορίζεται</u> από το ίδιο το σχέδιο ΚΥΑ ή από τη ΣΜΠΕ του ΕΧΠ πώς ειδικότερα προσδιορίζεται η έννοια της «<u>ουσιώδους μεταβολής</u>», προκειμένου να υπολογιστεί με τη δέουσα ακρίβεια και ασφάλεια το κρίσιμο και σημαντικό ζήτημα των επιπτώσεων ενός ΜΥΗΕ στα παραποτάμια οικοσυστήματα και στους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής εγκατάστασής του.

                                   

                                  Αλλά και πέραν αυτών, είναι απαράδεκτη και σκανδαλώδης η προώθηση με το υπό διαβούλευση ΕΧΠ της κατασκευής και λειτουργίας ολοένα και περισσοτέρων ΜΥΗΕ στο σύνολο της επικράτειας της χώρας, που θα παρεμποδίζει τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζεται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και εκτρέπονται ποτάμια για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα. Ο προωθούμενος ως άνω σχεδιασμός δυνάμει του υπό διαβούλευση ΕΧΠ έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τη <u>Στρατηγική της ΕΕ για τη Βιοποικιλότητα</u> που προβλέπει την <u>άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους</u> με ορίζοντα το 2030, της οποίας οι επιταγές έχουν πλήρως αγνοηθεί από το υπό εξέταση σχέδιο ΕΧΠ.

                                   

                                  1. Μη νόμιμη εξέταση του κριτηρίου της κλιματικής αλλαγής

                                   

                                  Σύμφωνα και με την εύστοχη και τεκμηριωμένη ανάλυση του Ελ. Λεβαντή, με θέμα: «Η κλιματική διάσταση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων υπό το πρίσμα του Κανονισμού (EU) 2021/1119», η οποία θα πρέπει ως εκ των στοχεύσεών της να θεωρηθεί ότι <u>καλύπτει και τον χωροταξικό σχεδιασμό των έργων ΑΠΕ</u> που κατ’ εξοχήν υποστηρίζεται ότι αποσκοπούν να μετριάσουν την κλιματική αλλαγή: «<u>Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων κάθε έργου οφείλει πλέον να περιλαμβάνει περιγραφή των πιθανών σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο κλίμα</u>, συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που συνδέονται με την κατασκευή και λειτουργία του, καθώς και, κατά το δυνατόν, ποσοτική αποτίμηση των εκπομπών αυτών … <u>Δεν αρκεί συνεπώς οι υποβαλλόμενες προς αδειοδότηση μελέτες να περιορίζονται σε γενικές και αόριστες αναφορές σχετικά με την κλιματική αλλαγή</u>, <u>χωρίς να περιλαμβάνουν</u> <u>συγκεκριμένη ποσοτικοποίηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου</u> <u>που θα προκύψουν από την κατασκευή και λειτουργία του έργου</u>, <u>ούτε αξιολόγηση της συνολικής κλιματικής του επίπτωσης</u> … Η εκτίμηση των επιπτώσεων ενός έργου στο κλίμα, όπως απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην αποτύπωση των άμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που συνδέονται με την κατασκευή και λειτουργία του έργου, αλλά <u>οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σημαντικών επιπτώσεων του έργου στο κλίμα</u>, <u>συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων που απορρέουν από τη μεταβολή της λειτουργίας φυσικών οικοσυστημάτων</u>, <u>τα οποία επιτελούν ρόλο φυσικών καταβοθρών άνθρακα</u>. Η καταστροφή ή υποβάθμιση τέτοιων οικοσυστημάτων συνεπάγεται απώλεια της ικανότητάς τους να απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα και ενδέχεται να οδηγήσει σε απελευθέρωση αποθηκευμένου άνθρακα στην ατμόσφαιρα. <u>Η απώλεια αυτή αποτελεί στοιχείο της συνολικής κλιματικής επίπτωσης ενός έργου και οφείλει</u>, <u>συνεπώς</u>, <u>να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων</u>, στον βαθμό που επηρεάζει το ισοζύγιο άνθρακα του επηρεαζόμενου οικοσυστήματος. Η σχετική εκτίμηση δύναται να βασίζεται σε επιστημονικά αποδεκτές μεθοδολογίες αποτίμησης των αποθεμάτων και μεταβολών άνθρακα φυσικών οικοσυστημάτων, <u>όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του Intergovernmental Panel on Climate Change για την απογραφή εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, και ιδίως το 2013 IPCC Wetlands Supplement</u>, το οποίο προβλέπει <u>ειδικές μεθοδολογίες εκτίμησης</u> των αποθεμάτων άνθρακα σε οικοσυστήματα υγροτόπων και θαλάσσιων λιβαδιών. Οι ίδιες επιστημονικές αρχές έχουν υιοθετηθεί και στο κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης για την αποτίμηση των απορροφήσεων άνθρακα <u>από χερσαία οικοσυστήματα</u>, όπως αυτό θεσπίζεται με τον Regulation (EU) 2018/841 για τον τομέα των χρήσεων γης, της αλλαγής χρήσεων γης και της δασοπονίας (LULUCF). Αν και το κανονιστικό αυτό πλαίσιο αφορά πρωτίστως χερσαία οικοσυστήματα, αποτυπώνει τη γενική αρχή ότι οι μεταβολές στη δομή και λειτουργία φυσικών οικοσυστημάτων συνεπάγονται αντίστοιχες μεταβολές στο ισοζύγιο άνθρακα. Υπό την έννοια αυτή, όταν ένα έργο συνεπάγεται καταστροφή ή υποβάθμιση οικοσυστημάτων που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες άνθρακα, η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων <u>οφείλει να αξιολογεί</u>, <u>κατά τρόπο τεκμηριωμένο</u>, <u>την επίπτωση της απώλειας αυτής στην κλιματική λειτουργία του επηρεαζόμενου οικοσυστήματος</u>, <u>λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αποθηκευμένη ποσότητα άνθρακα όσο και τη μελλοντική ικανότητα απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα</u>. Η παράλειψη μιας τέτοιας αξιολόγησης μπορεί να οδηγήσει σε <u>ελλιπή εκτίμηση των πραγματικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου</u>, κατά παράβαση των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου περί πληρότητας και επιστημονικής επάρκειας της περιβαλλοντικής εκτίμησης».

                                   

                                  Είναι πέρα πάσης αμφιβολίας σαφές ότι οι μελέτες του προτεινομένου ΕΧΠ των ΑΠΕ <u>ουδεμία</u> σχετική με τα ανωτέρω πρόβλεψη περιέχουν όσον αφορά την αξιολόγηση των <u>επιπτώσεων του προτεινομένου πλαισίου σε οικοσυστήματα που λειτουργούν ως φυσικές καταβόθρες του άνθρακα</u> (<u>Κανονισμός 2021</u>/<u>1119</u>), ενώ επίσης μη νομίμως <u>αγνοείται πλήρως</u> από τη ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του υπό εξέταση πλαισίου και ο <u>Κανονισμός</u> (ΕΕ) <u>841</u>/<u>2018 </u>(<u>LULUCF</u>), ο οποίος έθεσε τη <u>δασοπονία ως κύριο μοχλό ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής</u>, <u>μέσω της βιώσιμης διαχείρισης υφισταμένων δασών και της δημιουργίας νέων</u>.

                                   

                                  Απολύτως ατεκμηρίωτα το υπό εξέταση ΕΧΠ (παρ. 3.2.4.4) αναφέρει ότι βασικός στόχος του προωθούμενου από αυτό Σχεδιασμού είναι η υλοποίηση της συνεισφοράς της χώρας «στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου και τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικών εκπομπών άνθρακα», ενώ αγνοεί προκλητικά ότι η συμβολή της Ελλάδας στους παγκόσμιους ρύπους από αέρια του θερμοκηπίου είναι απειροελάχιστη έως μηδενική, σε κάθε δε περίπτωση έχουν προ πολλού υπερκαλυφθεί από την ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ στη χώρα όλοι οι στόχοι του ΕΣΕΚ, γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη για χωροθέτηση και αδειοδότηση νέων έργων ΑΠΕ στη χώρα μας.

                                   

                                  Είναι δε ενδεικτικό της αστοχίας, των αδυναμιών και της έλλειψης επιστημονικής τεκμηρίωσης της ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, ότι μολονότι αυτό προορίζεται να αποτελέσει το κατεξοχήν νομοθέτημα για τη χωροθέτηση έργων με «πράσινο πρόσημο» που, όπως το ίδιο επικαλείται, στοχεύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ουδόλως εξηγείται με μετρήσιμα και αποδεικνυόμενα στοιχεία και μεγέθη, με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα και με τις επικαλούμενες στοχεύσεις του. Καθίσταται επομένως και για τους λόγους αυτούς το υπό εξέταση ΕΧΠ απορριπτέο στο σύνολό του.

                                   

                                  1. Μη νόμιμος καθορισμός επιπτώσεων του σχεδίου ΕΧΠ στο Τοπίο

                                   

                                  Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του σχεδίου ΚΥΑ του προτεινόμενου ΕΧΠ, κύριο κριτήριο ένταξης των αιολικών εγκαταστάσεων στο Τοπίο αποτελεί <u>η οπτική παρεμβολή τους</u> από τα σημεία «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος», που ευρίσκονται εντός κύκλου, που ορίζεται με κέντρο το σημείο και ακτίνα που διαφοροποιείται αναλόγως της σημασίας και της ποιότητας του σημείου «ιδιαίτερου ενδιαφέροντος» και της κατηγορία χώρου, όπου ανήκει.

                                   

                                  Είναι πράγματι απογοητευτική η διαπίστωση ότι και το νέο πλαίσιο υιοθετεί τις επιλογές του ισχύοντος ΕΧΠ ΑΠΕ, που έχουν σφοδρά επικριθεί για την απολύτως αντιεπιστημονική,  αντιπεριβαλλοντική και ξεπερασμένη εφαρμογή του κριτηρίου της «οπτικής» και μόνον επαφής των εγκαταστάσεων ΑΠΕ με τα προστατευόμενα τοπία και στοιχεία της φύσης, κατά την αδειοδότηση αιολικών έργων. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Επίκ. Καθηγητής Τμ. Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών Ευ. Παυλής, στη μελέτη του με θέμα: «Εκτίμηση επιδράσεων του έργου αντλησιοταμίευσης στο τοπίο της Λίμνης Τριχωνίδας», (2025), η οποία αναρτάται ενσωματωμένη στο δελτίο Δ11 που υπέβαλε στη δημόσια διαβούλευση του εν λόγω έργου η Συνεργασία Συλλόγων και Φορέων κατά των έργων ΑΠΕ «Τριχωνίδα Ι-ΙΙ»: «<u>Το τοπίο δεν είναι μόνο μια εικόνα</u>/<u>αναπαράσταση ενός τόπου</u>, <u>ένα σκηνικό θέασης και ένα θέμα αισθητικής υποκειμενικής άποψης του παρατηρητή</u>, όπως λανθασμένα υποστηρίζεται σε διάφορες έρευνες και μελέτες, αλλά κάτι δι-υποκειμενικό, πολύ ευρύτερο, βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Είναι ένα “<u>δυναμικό σύστημα σχέσεων</u>” και όχι κάποια “στατική δομική συνθήκη” (Μωραΐτης, 2015, σελ. 180). Στο σύστημα αυτό “<u>τα πάντα συνδέονται σε ένα συνεχές δίκτυο σημασίας</u>”» (Jorgensen, 1997, σελ. 42) <u>αλληλοεπηρεάζονται και αλληλεξαρτώνται</u>».

                                   

                                  Σύμφωνα περαιτέρω με την ως άνω επιστημονική μελέτη του Ευ. Παυλή, την οποία, τηρουμένων των αναλογιών, υιοθετούμε πλήρως και στις παρούσες απόψεις μας, το υπό κρίση ΕΧΠ ΑΠΕ «<u>θα συμβάλει στη μεγιστοποίηση της διείσδυσης μεγάλων</u> (<u>βιομηχανικών</u>) <u>αιολικών πάρκων ή Φ</u>/<u>Β συστημάτων</u> … μια λύση αμφιλεγόμενη καθώς σε αρκετές περιπτώσεις συνοδεύεται από <u>αρνητικές επιπτώσεις στο τοπίο</u> αλλά <u>και από κοινωνικές αντιδράσεις</u> και μη αποδοχή από την πλευρά των τοπικών κοινωνιών … Το τοπίο προσεγγίζεται ως <u>οπτικό σχήμα</u>, <u>αλλά σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημολογία του τοπίου</u>, <u>βάσει της οποίας έχει σχεδιαστεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο</u> (ν. 3827/2010), <u>οι διαστάσεις του είναι ευρύτερες</u>, <u>η δε υποβάθμιση του τοπίου θα έχει άμεση επίδραση και στον Άνθρωπο</u>. <u>Το τοπίο δεν είναι απλώς μια οπτική αναπαράσταση αλλά ο δυναμικός</u>, <u>αισθητηριακά βιωμένος και κοινωνικά κατασκευασμένος χώρος</u> (Pavlis, 2025, Pavlis and Terleni, 2017). Για παράδειγμα, θα υπάρξουν <u>αλλοιώσεις του αναγλύφου</u>, και άρα <u>της φυσιογνωμίας αλλά ίσως και του χαρακτήρα του τοπίου</u> της περιοχής από όπως ιδιαίτερα εκτεταμένες χωματουργικές εργασίες που απαιτούνται (γεωμορφολογική διάσταση του τοπίου). Σημαντικές επιδράσεις θα υπάρχουν και στην ευρύτερη περιοχή … του οποίου θα υποβαθμιστεί η <u>οπτική και αισθητική εμπειρία</u> (<u>αναπαραστατική και αισθητική διάσταση τοπίου</u>). Οι παραλίες, οι ιαματικές πηγές αλλά και μοναδικές κατασκευές ιδιαίτερης αξίας, όπως υδρόμυλοι, γεφύρια, βρύσες, πηγάδια κ.ά., που <u>συνιστούν τοπόσημα</u> ή γενικώς τοπιακά χαρακτηριστικά φυσικής και πολιτισμικής αξίας και φυσικά σημαντικά στοιχεία του αγροτικού τοπίου <u>αγνοούνται </u>από τη ΣΜΠΕ (βιωματική, αισθητική, συμβολική, οπτική διάσταση του τοπίου) (Παυλής, 2012) … – <u>Εντεινόμενες κοινωνικές αντιδράσεις για την αναγκαιότητα του σχεδίου</u>: <u>Η κοινωνική αποδοχή του σχεδίου δεν έχει διασφαλιστεί</u> … Μέχρι στιγμής, πληθώρα συλλογικών φορέων συμμετέχουν και υποβάλλουν σχόλια κατά της πραγματοποίησης του έργου, από κοινού με εκατοντάδες πολίτες. <u>Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο δίνει μεγάλη βάση στη συμμετοχή του ευρύτερο κοινού</u> (άρθρο 6) αναγνωρίζοντας ότι <u>το τοπίο είναι καθοριστικό στοιχείο για την ατομική και κοινωνική ευημερία</u> και <u>ότι η προστασία</u>, <u>η διαχείριση και ο σχεδιασμός του συνεπάγονται δικαιώματα και ευθύνες για τον καθένα</u> (προοίμιο όπως Σύμβασης). Σε κάποιες περιπτώσεις, <u>η επιθυμία του κοινού να διατηρήσει το τοπίο</u> δεν έχει να κάνει τόσο με την αισθητική, αλλά με την αντίληψη ότι <u>το τοπίο εμπεριέχει μια σειρά από κοινωνικές</u>, <u>οικονομικές και πολιτισμικές αξίες που απαιτούν πολλά χρόνια για να οικοδομηθούν</u> και τη συναίσθηση ότι <u>πρέπει να διαφυλαχτούν οι ποιότητες του τοπίου</u>, όπως είναι ο χαρακτήρας, η ταυτότητα και η κληρονομιά (Roe, 2012)».

                                   

                                  Συνεπώς, η έννοια του τοπίου δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς και νομίμως από τη ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ, οι δε αναφορές της ΣΜΠΕ του σχεδίου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο είναι επιφανειακές, χωρίς να διεισδύουν στην ουσία. Για όλους επομένως τους ως άνω λόγους που αφορούν τόσο την παράβαση διατάξεων του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την προστασία του τοπίου όσο και την παράλειψη της ενσωμάτωσης στις υπό εξέταση μελέτες του έργου των βασικών κανόνων και αρχών που προσδιορίζουν την έννοια και τη θεώρηση του τοπίου στις σύγχρονη αντίληψή του από το δίκαιο, την επιστήμη και την τεχνική, η υπό εξέταση ΣΜΠΕ του σχεδίου ΕΧΠ θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως πλημμελής και μη νόμιμη.

                                   

                                  1. Βασικές πλημμέλειες και παραλείψεις της ΣΜΠΕ του προτεινόμενου ΕΧΠ ΑΠΕ

                                   

                                  Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία περιβαλλοντικής εκτίμησης του προτεινόμενου σχεδίου ΕΧΠ ΑΠΕ προβλέπεται από την οδηγία 42/2001 (του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001 σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων Σχεδίων και Προγραμμάτων, ΕΕ L 197/30/21.7.2001, βλ. και «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (ΣΠΕ)», https://eur-lex.europa.eu) και την κοινή υπουργική απόφαση 107017/2006 (ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006, ΦΕΚ Β’ 1225 «Εκτίμηση των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ορισμένων Σχεδίων & Προγραμμάτων σε συμμόρφωση με την οδηγία 2001/42/ΕΚ για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων Σχεδίων & Προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001), που έχει εκδοθεί για την ενσωμάτωσή της στην εθνική έννομη τάξη, οι οποίες εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια με σημαντικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και εγκρίνονται από ορισμένη δημόσια αρχή.

                                   

                                  Αναλυτικά, υπό τον όρο «εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» αποδίδεται η διαδικασία προσδιορισμού και αξιολόγησης των δυνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον από την υλοποίηση, μεταξύ άλλων, σχεδίων που σχετίζονται με ένα σύνθετο πλέγμα κανόνων που ακολουθείται για την αδειοδότηση ή την έγκρισή τους. Με τη διαδικασία της εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, <u>στο πλαίσιο και των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης</u>, επιδιώκεται από το δίκαιο <u>η διασφάλιση ότι η προς υλοποίηση επενέργεια στο περιβάλλον εναρμονίζεται</u>, <u>σε όλα τα στάδια της εκπόνησής της</u>, <u>με τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και του περιβαλλοντικού κεκτημένου καθώς και με τις αρχές που απορρέουν από το προληπτικό σκέλος του θεσμού της περιβαλλοντικής ευθύνης</u> από επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον.

                                   

                                  Ειδικά για τα Σχέδια που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, όπως εν προκειμένω ένα Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, η οδηγία 42/2001 καθιερώνει υποχρέωση παρακολούθησης των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων με την υποβολή τους σε <u>διαδικασία</u> <u>περιβαλλοντικού προελέγχου</u>, προκειμένου η αρμόδια αρχή, αφού διαπιστώσει σημαντικές επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, να τα υποβάλει περαιτέρω και σε <u>στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση</u> (ΣΠΕ), δηλαδή σε διαδικασία αυξημένης περιβαλλοντικής εκτίμησης και διαχείρισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδίου, που κατατείνει στη διασφάλιση ότι υπάρχει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και ότι τα περιβαλλοντικά ζητήματα λαμβάνονται υπόψη κατά την εκπόνηση, την έγκριση και την εφαρμογή των εν λόγω σχεδίων από τα Κράτη μέλη. Η παρακολούθηση αυτή επιτυγχάνεται κυρίως μέσω Ετήσιων Εκθέσεων και της Συγκριτικής Έκθεσης που οφείλουν να εκπονούνται για τα σχέδια αυτά με βάση την οδηγία 42/2001.

                                   

                                  Τα δημόσια επομένως σχέδια που καλύπτονται από την οδηγία 42/2001 υπόκεινται σε <u>περιβαλλοντική εκτίμηση</u> <u>κατά την εκπόνησή τους και πριν την έγκρισή τους</u>, η οποία προβλέπει μια διαδικασία με επιμέρους στάδια που περιλαμβάνουν: α) διερεύνηση του βαθμού και της έντασης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκύπτουν από το σχέδιο, β) εκπόνηση μελέτης για τις ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις του σχεδίου στο περιβάλλον, γ) δημόσια διαβούλευση και συμμετοχή φορέων και πολιτών, δ) αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της περιβαλλοντικής εκτίμησης, ε) λήψη απόφασης, στ) προσδιορισμό μέτρων για την αντιμετώπιση και τον έλεγχο των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σχεδίου και ζ) παροχή πληροφοριών σχετικά με την απόφαση που λαμβάνεται μετά την ολοκλήρωση της αναγκαίας εκτίμησης.

                                   

                                  Ειδικά η σχετική <u>περιβαλλοντική μελέτη</u> πρέπει απαραιτήτως να αναφέρει: α) το περιεχόμενο του σχεδίου, τους βασικούς στόχους και τις συνδέσεις του με άλλα σχετικά σχέδια, β) την υφισταμένη περιβαλλοντική κατάσταση και την αναμενόμενη εξέλιξή της σε περίπτωση που  δεν εφαρμοζόταν το σχέδιο, γ) τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από το σχέδιο, ιδίως όσον αφορούν ζώνες του δικτύου Natura (https://environment.ec.europa.eu/topics/nature-and-biodiversity/natura-2000_en), δ) τα προβλεπόμενα μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό και την αντιστάθμιση τυχόν σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον, ε) περιγραφή της μεθόδου διενέργειας της εκτίμησης, και στ) προβλεπόμενα μέτρα ελέγχου.

                                   

                                  Σε περίπτωση υλοποίησης σχεδίων σε περιοχές που αποτελούν ταυτόχρονα <u>και προστατευόμενους οικοτόπους</u>, απαιτείται ευθέως Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση (ΣΠΕ) από την οδηγία 42/2001 <u>και να έχει προηγουμένως καθορισθεί η δέουσα εκτίμηση των στόχων διατήρησής τους</u> που θέτει η Οδηγία για τους οικοτόπους, η οποία μάλιστα απαιτεί όχι απλώς πρόβλεψη αλλά <u>πλήρη διασφάλιση</u> ότι ο εκπονούμενος σχεδιασμός δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον (άρθ. 3 παρ. 1β’ της κυα ΦΕΚ Β’ 1225/5.9.2006, όπως τροπ. με παρ. 1 ΥΑ οικ. 40238/28.9.2017, ΦΕΚ Β’ 3759/25.10.2017, σχετ. με το κανονιστικό πλαίσιο για τις επιπτώσεις σχεδίων: α) στη διατήρηση φυσικών οικοτόπων/ενδιαιτημάτων και της άγριας πανίδας/χλωρίδας, βλ. ΚΥΑ 33318/3028/1998, ΦΕΚ Β’ 1289/28.12.1998, όπως τροπ. με την ΚΥΑ ΗΠ 14849/853/Ε103/2008, ΦΕΚ Β’ 645/11.4.2008, και β) στην άγρια ορνιθοπανίδα και στους οικοτόπους και τα ενδιαιτήματά της, βλ. ΚΥΑ ΗΠ 37338/1807/Ε103/2010, ΦΕΚ Β’ 1495/6.9.2010, όπως τροπ. με ΚΥΑ ΗΠ 8353/276/Ε103/2012, ΦΕΚ Β’ 415/23.2.2012).

                                   

                                  Ειδικότερα, κατά το Παράρτημα IV του άρθρου 11 της ΚΥΑ α.π. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006, ο φάκελος που υποβάλλεται στο πλαίσιο της διαδικασίας <u>περιβαλλοντικού προελέγχου</u> για την υποβολή σε διαδικασία ΣΠΕ περιέχει τουλάχιστον: Α. ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Δίνονται στοιχεία της αρχής σχεδιασμού του σχεδίου. Β. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ. Περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του σχεδίου με ιδιαίτερη αναφορά: – στο βαθμό στον οποίο το σχέδιο θέτει ένα πλαίσιο για έργα και άλλες δραστηριότητες είτε όσον αφορά στην θέση, στο χαρακτήρα, το μέγεθος και τις συνθήκες λειτουργίας τους, είτε στη χρησιμοποίηση φυσικών πόρων, – στη σχέση του σχεδίου με την εφαρμογή της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για το περιβάλλον (π.χ. σχέδια σχετικά με τη διαχείριση αποβλήτων ή την προστασία των υδάτων), – στο βαθμό στον οποίο το σχέδιο επηρεάζει άλλα σχέδια συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στο ίδιο ιεραρχημένο σύνολο σχεδιασμού, – στη σημασία του σχεδίου για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών ζητημάτων, κυρίως με σκοπό την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης, – στα περιβαλλοντικά προβλήματα που συνδέονται με το σχέδιο. Γ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ. Περιγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση του περιβάλλοντος, ιδίως τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής που ενδέχεται να επηρεασθεί από την υλοποίηση του σχεδίου, με ιδιαίτερη έμφαση στη σπουδαιότητα και στην ευαισθησία της περιοχής που ενδέχεται να επηρεασθεί, λόγω: – ειδικών φυσικών χαρακτηριστικών ή πολιτιστικής κληρονομιάς, – υπέρβασης περιβαλλοντικών ποιοτικών προτύπων ή οριακών τιμών, – εντατικής χρήσης γης. Δ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ. <u>Περιγράφονται τα χαρακτηριστικά των επιπτώσεων στο περιβάλλον</u> ιδιαίτερα όσον αφορά: – <u>την πιθανότητα</u>, <u>τη διάρκεια</u>, τη <u>συχνότητα και την αναστρεψιμότητα των επιπτώσεων</u>, – <u>τον σωρευτικό χαρακτήρα</u> των επιπτώσεων, – τον διασυνοριακό χαρακτήρα των επιπτώσεων, – τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον (π.χ. <u>λόγω ατυχημάτων</u>), – το μέγεθος και την έκταση στο χώρο των επιπτώσεων (γεωγραφική περιοχή και μέγεθος πληθυσμού που ενδέχεται να θιγούν), – <u>τις επιπτώσεις σε περιοχές ή τοπία</u> τα οποία απολαύουν αναγνωρισμένου καθεστώτος προστασίας σε εθνικό, κοινοτικό ή διεθνές επίπεδο, και εκτιμάται η ενδεχόμενη σημαντικότητά των επιπτώσεων αυτών. Ε. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ. Χάρτες – Σχέδια κατάλληλης κλίμακας, κατά την κρίση του μελετητή, ανάλογα με την χωρική διάσταση του σχεδίου. Το σύνολο του φακέλου και των χαρτών – σχεδίων παραδίδονται και σε ηλεκτρονική μορφή.

                                   

                                  Σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 11 της ΚΥΑ α.π. ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) περιλαμβάνει τουλάχιστον: Α. ΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ. Στο κεφάλαιο αυτό δίνεται μία μη τεχνική περίληψη του συνόλου της μελέτης. Β. ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Δίνονται στοιχεία της αρχής σχεδιασμού του σχεδίου καθώς και του μελετητή της ΣΜΠΕ. Γ. ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ. Αναλύονται η σκοπιμότητα και οι στόχοι του σχεδίου. Επίσης συμπεριλαμβάνονται: α) οι διεθνείς ή κοινοτικοί ή εθνικοί στόχοι περιβαλλοντικής προστασίας που αφορούν στο σχέδιο, β) ο τρόπος με τον οποίο οι στόχοι αυτοί και τα περιβαλλοντικά ζητήματα ελήφθησαν υπόψη κατά την προετοιμασία του, γ) η σχέση του με άλλα σχετικά σχέδια. Δ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ. Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται περιγραφή του σχεδίου με ιδιαίτερη αναφορά: α) στο γεωγραφικό Πεδίο Εφαρμογής του, β) στο περιεχόμενό του, γ) στα έργα και στις δραστηριότητες που ενδεχομένως να προκύψουν από την εφαρμογή του. Ε. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ. Περιγράφονται οι εύλογες εναλλακτικές δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων: α) <u>της μηδενικής λύσης</u>, β) των λόγων επιλογής των εναλλακτικών δυνατοτήτων που εξετάσθηκαν, γ) των <u>περιβαλλοντικά τεκμηριωμένων λόγων</u> επιλογής του προτεινόμενου σχεδίου έναντι των άλλων εναλλακτικών δυνατοτήτων. ΣΤ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ. <u>Περιγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση του περιβάλλοντος</u> και δίνονται πληροφορίες για: α) τα σχετικά στοιχεία της τρέχουσας κατάστασης του περιβάλλοντος στην περιοχή μελέτης και η βάσει αυτής πιθανή εξέλιξη εάν δεν εφαρμοσθεί το σχέδιο, β) τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που ενδέχεται να επηρεασθούν σημαντικά εντός της περιοχής μελέτης, γ) τα τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα των περιοχών της παρ. β’ ανωτέρω, κυρίως εάν πρόκειται για περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπως εκείνες που περιλαμβάνονται στο εθνικό σκέλος του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000. Σημειώνεται ότι ως περιοχή μελέτης ορίζεται μια ευρύτερη περιοχή από εκείνη του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου, στην οποία αναμένονται σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εφαρμογή του. Η περιοχή αυτή ορίζεται κάθε φορά από το μελετητή της ΣΜΠΕ σε συνεργασία με τη αρχή σχεδιασμού του σχεδίου. Ζ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ. Προσδιορίζονται, εκτιμώνται και αξιολογούνται <u>οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον</u>, και ειδικότερα οι πρωτογενείς και δευτερογενείς, σωρευτικές, συνεργιστικές, βραχυ-μεσο-, μακροπρόθεσμες, μόνιμες και προσωρινές, θετικές και αρνητικές επιπτώσεις σε τομείς όπως: η βιοποικιλότητα, ο πληθυσμός, η ανθρώπινη υγεία, η πανίδα, η χλωρίδα, το έδαφος, τα ύδατα, ο αέρας, οι κλιματικοί παράγοντες, τα υλικά περιουσιακά στοιχεία, η πολιτιστική κληρονομιά συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς, το τοπίο και οι σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω παραγόντων. <u>Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφεται ο τρόπος διενέργειας της εκτίμησης των επιπτώσεων στο περιβάλλον</u>. Επίσης περιγράφονται: α) οι <u>προτάσεις</u> / <u>κατευθύνσεις</u> / <u>μέτρα για την πρόληψη</u>, <u>τον περιορισμό και την</u>, κατά το δυνατόν, <u>αντιμετώπιση οποιωνδήποτε σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον</u>, και β) το σύστημα παρακολούθησης των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την εφαρμογή του σχεδίου (<u>monitoring</u>). Η. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ. Στο κεφάλαιο αυτό δίνονται στοιχεία της κανονιστικής πράξης περιβαλλοντικής έγκρισης του σχεδίου και περιλαμβάνει: α) τις προτάσεις / κατευθύνσεις / μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό και την, κατά το δυνατόν, αντιμετώπιση οποιωνδήποτε σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον, β) το προβλεπόμενο σύστημα παρακολούθησης των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την εφαρμογή του σχεδίου (monitoring). Θ. ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΕΚΥΨΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΜΠΕ. Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται μνεία των τυχόν δυσκολιών (όπως τεχνικά ελαττώματα ή έλλειψη τεχνογνωσίας ή έλλειψη στοιχείων ή πληροφοριών) που προέκυψαν κατά την εκπόνηση της μελέτης. Ι. ΒΑΣΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΕΣ. Στο κεφάλαιο αυτό καταγράφονται οι απολύτως αναγκαίες πρόσθετες βασικές μελέτες και έρευνες, <u>οι οποίες θα πρέπει να εκπονηθούν πριν την έγκριση των έργων και δραστηριοτήτων</u> που προκύπτουν από την εφαρμογή του σχεδίου. Κ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ. α) Κείμενα τεκμηρίωσης. β) Χάρτες – Σχέδια κατάλληλης κλίμακας, κατά την κρίση του μελετητή, ανάλογα με τη χωρική διάσταση του σχεδίου. Το σύνολο της μελέτης και των χαρτών – σχεδίων παραδίδονται και σε ηλεκτρονική μορφή.

                                   

                                  Στον φάκελο της ΣΜΠΕ περιλαμβάνονται επίσης: α) <u>η θετική γνωμοδότηση</u>, εφόσον το σχέδιο είχε υποβληθεί σε διαδικασία <u>περιβαλλοντικού προελέγχου</u> σύμφωνα με το άρθρο 5 της κυα, β) η απάντηση της αρμόδιας αρχής, εφόσον για το σχέδιο υποβλήθηκε ερώτημα σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 της κυα. <u>Σε περίπτωση που ο φάκελος της ΣΜΠΕ δεν είναι πλήρης</u>, η αρμόδια αρχή, το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή του, ενημερώνει την αρχή σχεδιασμού και τον φορέα του σχεδίου <u>για τις αναγκαίες συμπληρώσεις</u> ή, εφόσον οι συμπληρώσεις είναι μείζονος σημασίας, <u>τον επιστρέφει</u>.

                                   

                                  Καθίσταται επομένως σαφές, ότι η <u>ύπαρξη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης</u> και η <u>δυνατότητα πλήρους διασφάλισης</u> ότι τα επιτρεπόμενα δυνάμει του υπό διαβούλευση χωροταξικού πλαισίου έργα δεν θα έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον της κάθε συγκεκριμένης περιοχής που θα αφορούν (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), συνιστούν βασική, δομική προϋπόθεση ορθής και εμπεριστατωμένης σύνταξης της ΣΜΠΕ του προτεινόμενου σχεδίου, η δε έλλειψή τους, όπως εν προκειμένω, καθιστά τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του υπό κρίση πλαισίου μη νόμιμη στο σύνολό της και απορριπτέα.

                                   

                                  Πράγματι, η υποβληθείσα σε δημόσια διαβούλευση ΣΜΠΕ του υπό εξέταση ΕΧΠ ΑΠΕ εισηγείται, σε εθνικό επίπεδο, τον υπόψη χωροταξικό σχεδιασμό, επί του οποίου αναμένεται να χωροθετηθούν και να αδειοδοτηθούν εκατοντάδες νέα έργα ΑΠΕ ανά τη χώρα, <u>χωρίς ωστόσο η χώρα να διαθέτει επίσημα προκαθορισμένους στόχους διατήρησης</u> για τα προστατευόμενα είδη και τους οικοτόπους της, σύμφωνα και με όσα αναλύθηκαν ως άνω σχετικά και με την ανεπάρκεια και την αντισυνταγματικότητα των ΥΑ οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/24776/985/7.3.2023 (ΦΕΚ Β’ 1807/22.3.2023) και οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/50146/1786/5.5.2023 (ΦΕΚ Β’ 3118/2023), γεγονός που <u>καθιστά αδύνατη και την</u> <u>πλήρη διασφάλιση</u>, την οποία απαιτεί η οδηγία για τους οικοτόπους (άρθ. 6 παρ. 3 οδηγίας 92/43/ΕΚ), ότι ο υπό διαβούλευση σχεδιασμός <u>δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον</u>.

                                   

                                  Αξιοσημείωτο είναι επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ότι το εξεταζόμενο ΕΧΠ προωθείται προς έγκριση μολονότι μεγάλο μέρος των <u>Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών</u> για ευρύτερες περιοχές της χώρας εκκρεμούν ακόμη χωρίς να έχουν εγκριθεί, ενώ και οι ήδη εγκεκριμένες ΕΠΜ είναι ελάχιστες (όπως αναφέρεται άλλωστε στο ίδιο το σχέδιο ΕΧΠ, παρ. 3.2.4.3 ΣΜΠΕ) και δεν έχουν ακόμη τεθεί στην κρίση του Τμήματος Επεξεργασίας Διαταγμάτων του ΣτΕ, που ενδέχεται και να ακυρώσει μελλοντικά τα διατάγματα, για τα οποία οι ως άνω ΕΠΜ εγκρίθηκαν καθιστώντας έτσι και τις ίδιες τις ΕΠΜ ανεπίκαιρες και ασύνδετες με το λοιπό θεσμικό πλαίσιο της έννομης τάξης.

                                   

                                  Αλλά και πέραν αυτών, η εξεταζόμενη ΣΜΠΕ αναλίσκεται στη διαρκή παράθεση του ισχύοντος νομικού και θεσμικού πλαισίου, στην αναφορά πληθώρας πληροφορίας στο κείμενό της ακόμα δε και στην περιγραφή της ακολουθούμενης μεθόδου της συλλογιστικής της, από τα οποία οδηγείται παγίως και αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος σχεδιασμός έργων ΑΠΕ υπηρετεί τις αρχές προστασίας του περιβάλλοντος και τους αναπτυξιακούς στόχους της χώρας, <u>παραλείποντας ωστόσο όλο το ενδιάμεσο στάδιο</u>, δηλαδή την αποδεδειγμένη ανάλυση και παρουσίαση μετρήσιμων και επιστημονικά τεκμηριωμένων στοιχείων από τα οποία να μπορεί να συναχθεί <u>πώς καταλήγει</u> η ΣΜΠΕ στα ως άνω αυθαίρετα και αθεμελίωτα συμπεράσματά της.

                                   

                                  Παρίσταται επομένως, και για τους λόγους αυτούς, μη νόμιμη και απορριπτέα η ΣΜΠΕ και το σχέδιο ΚΥΑ του προωθούμενου ΕΧΠ ΑΠΕ στο σύνολό τους.

                                   

                                  1. Παραβιάσεις της νομοθεσίας για τη δημόσια διαβούλευση

                                   

                                  Η διαδικασία επί της δημόσιας διαβούλευσης, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 61 του ν. 4622/2019 (ΦΕΚ Α’ 133) «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης», ορίζει στην παρ. 4 αυτού ότι η Υπηρεσία Συντονισμού του οικείου Υπουργείου συντάσσει <u>έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης</u>, στην οποία παρουσιάζονται ομαδοποιημένα τα σχόλια και οι προτάσεις όσων έλαβαν μέρος στη διαβούλευση και τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή τους ή μη στις τελικές διατάξεις. Η <u>έκθεση συνοδεύει τη ρύθμιση</u> κατά την κατάθεσή της στη Βουλή, αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο στον οποίον έλαβε χώρα η διαβούλευση και αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις από τις οποίες προήλθαν τα σχόλια.

                                   

                                  Συναφώς, κατά την παρ. 7 του άρθρου 63 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι <u>εντός μίας εβδομάδας</u> από το πέρας της διαβούλευσης, η αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή ετοιμάζει το τελικό σχέδιο νόμου και την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης <u>με ενσωματωμένα τα συμπεράσματα της διαβούλευσης</u> και τα παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων.

                                   

                                  Με το άρθρο 58 του ν. 4622/2019 καθιερώνονται και οι <u>αρχές της</u> «<u>καλής νομοθέτησης</u>», με την πολιτική διαμόρφωση κανόνων για τη βελτίωση της ποιότητας των ρυθμίσεων και των διαδικασιών παραγωγής τους, όπως είναι ιδίως: α) η αναλογικότητα (καταλληλότητα, αναγκαιότητα, εύλογη σχέση μέσου και σκοπού), β) η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου των ρυθμίσεων, γ) η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων ή ρυθμίσεων που αποκλίνουν από τη γενική πολιτική, δ) η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των ρυθμίσεων, ε) η διαφάνεια μέσω της προσβασιμότητας στις ρυθμίσεις και της δυνατότητας υποβολής προτάσεων σχετικών με αυτές κατά το στάδιο της κατάρτισης και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους (ανοιχτή διαδικασία), στ) η επικουρικότητα και λογοδοσία μέσω του σαφούς προσδιορισμού των αρμόδιων οργάνων εφαρμογής των ρυθμίσεων, ζ) η ασφάλεια δικαίου, η) η ισότητα των φύλων και θ) η δημοκρατική νομιμοποίηση. Ορίζεται περαιτέρω ότι οι αρχές της καλής νομοθέτησης εφαρμόζονται <u>τόσο κατά την κατάρτιση σχεδίων</u> και προτάσεων νόμων και κανονιστικών πράξεων, <u>όσο και κατά την αξιολόγηση</u>, την απλούστευση, την αναμόρφωση και την κωδικοποίησή τους, <u>αλλά και κατά την ενσωμάτωση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ελληνική έννομη τάξη</u>.

                                   

                                  Οι παραβάσεις των κανόνων, που αφορούν την εφαρμογή του θεσμού της δημόσιας διαβούλευσης <u>αποτελούν ταυτόχρονα και παραβιάσεις των αρχών που καθιέρωσε η Συνθήκη του Άαρχους</u> (που υπεγράφη στο Aarhus της Δανίας την 25η Ιουνίου 1998), με την οποία κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του πολίτη στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων για περιβαλλοντικά θέματα που τον αφορούν. Στη χώρα μας, η Συνθήκη του Άαρχους έχει κυρωθεί με τον ν. 3422/2005 (ΦΕΚ Α’ 303), ενώ σε άμεση συνάφεια με το αντικείμενό της ισχύουν και: 1. Η κυα 1649/45/14.1.2014 (ΦΕΚ Β’ 45), που κατάργησε την προηγούμενη σχετική κυα 37111/2021/2003, 2. Η κυα ΗΠ 11764/653/2006 (ΦΕΚ Β’ 327), η οποία κωδικοποιήθηκε στο πδ/γμα 28/2015 (ΦΕΚ Α’ 34), 3. Η κυα 9269/470/2007 (ΦΕΚ Β’ 286), η οποία ενσωμάτωσε τις διατάξεις των άρθ. 3 παρ. 7 και 4 παρ. 4 της οδηγίας 2003/35/ΕΚ όσον αφορά τα μέσα ένδικης προστασίας του κοινού κατά πράξεων ή παραλείψεων της Διοίκησης σχετικά με θέματα ενημέρωσης και συμμετοχής του κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, 4. Ο ν. 3882/2010 (ΦΕΚ Α’ 166) «Εθνική Υποδομή Γεωχωρικών Πληροφοριών – Εναρμόνιση με την οδηγία 2007/2/ΕΚ», και 5. ο ν. 4727/2020 (ΦΕΚ Α’ 184) «Ψηφιακή Διακυβέρνηση (Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2102 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024)…».

                                   

                                  Στο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ ισχύουν επίσης: 1. Η oδηγία 4/2003 (EE L 41/26/14.2.2003) για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, 2. Η oδηγία 35/2003 (ΕΕ L 156/17/25.6.2003) για τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, που αφορούν το περιβάλλον, 3. Η οδηγία 2/2007 (ΕΕ L 108/1/25.4.2007) για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (οδηγία Inspire), και 4. Ο Κανονισμός 166/2006 (ΕΕ L 33/1/4.2.2006) και συγκεκριμένα, το άρθρο 10 αυτού που αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες.

                                   

                                  Σύμφωνα περαιτέρω με την οδηγία 42/2001 και την ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β’ 1225), το προκαταρκτικό σχέδιο και η περιβαλλοντική μελέτη τίθενται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης και σε γνώση των λοιπών αρχών και του κοινού που <u>πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους για το σχέδιο πριν την έγκρισή του και εντός πρόσφορου προς τούτο χρονικού πλαισίου</u>. <u>Οι δε απόψεις που εκφράζονται και τα αποτελέσματα της διαβούλευσης λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από την αρμόδια αρχή στο επόμενο στάδιο της εκπόνησης του σχεδίου, πριν την έγκρισή του</u>.

                                   

                                  Εν προκειμένω, είναι δεδομένο ότι ουδόλως τηρήθηκαν οι κανόνες της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης, κυρίως όσον αφορά τη διάρκεια του διαθέσιμου χρόνου που δόθηκε από τον φορέα του έργου και τις αρμόδιες αρχές στο κοινό για την υποβολή τεκμηριωμένων σχολίων και αντιρρήσεων για το σχέδιο ΚΥΑ και τη ΣΜΠΕ του. Κρίνεται δε απολύτως απρόσφορος και περιορισμένος ο χρόνος που παρέχεται, κατά τον οποίο το προτεινόμενο ΕΧΠ θα παραμείνει στη δημόσια διαβούλευση, ενόψει της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των τεχνικών και λοιπών στοιχείων που συνοδεύουν το υπό εξέταση πλαίσιο και θα πρέπει να μελετηθούν ενδελεχώς, προκειμένου ο πολίτης να μπορέσει να διαμορφώσει με πληρότητα και ασφάλεια την άποψή του για το εξεταζόμενο ΕΧΠ και να διατυπώσει εμπεριστατωμένα σχόλια, επιχειρήματα και συμπεράσματα σχετικά με αυτό.

                                   

                                  1. Αστική ευθύνη Δημοσίου για μη νόμιμη νομοθέτηση

                                   

                                  Με την εξαίρεση των περιοχών με υψόμετρο άνω των 1.200 μ. αλλά και των οικοτόπων προτεραιότητας των ΕΖΔ του Δικτύου Natura 2000, των ΖΕΠ και των Τοπίων Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους από εκείνες που θεωρούνται κατάλληλες για την υποδοχή αιολικών εγκαταστάσεων καθώς και με την εξαίρεση όχι μόνο των δασών αλλά και των δασικών εκτάσεων από τις περιοχές όπου επιτρέπεται η χωροθέτηση φ/β εγκαταστάσεων, το υπό εξέταση σχέδιο ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ αποτελεί μία κραυγαλέα και αδιανόητη για κράτος δικαίου <u>δημόσια παραδοχή</u> ότι η επίσημη πολιτική για τις ΑΠΕ όλων των κυβερνήσεων που ηγήθηκαν του τόπου από το 2008 έως και σήμερα υπήρξε <u>εσφαλμένη</u>, <u>ανεπιτυχής και αρνητική</u> -αν όχι και καταστροφική- για τη χώρα, την κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον.

                                   

                                  Ουσιαστικά, με την απαγόρευση στο εξής της χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων σε βουνά πάνω 1.200 μ., ΖΕΠ, ΕΖΔ και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, αλλά και φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε δασικές εκτάσεις, όλες οι ηγεσίες του ΥΠΕΝ και ο μηχανισμός της δασικής και περιβαλλοντικής διοίκησης της χώρας βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα μεγάλο αναπάντητο «γιατί;» που αφορά το πάκτωμα με τόνους από μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα των βουνών μας, την κάλυψη ατελείωτων εκτάσεων της ελληνικής υπαίθρου με φωτοβολταϊκά και τη μεθοδευμένη απώλεια τεράστιου φυσικού κεφαλαίου πολύτιμων, προστατευόμενων οικοτόπων με όλη τους τη βιοποικιλότητα, τα τοπία, τα πλάσματα της χλωρίδας και της πανίδας και τους φυσικούς τους πόρους, που ό,τι και να κάνουμε δεν θα γυρίσουν πίσω ούτε δύνανται σε πολλές περιπτώσεις να αποκατασταθούν.

                                   

                                  Καταθέτοντας το υπό εξέταση σχέδιο ΚΥΑ στη δημόσια διαβούλευση, η ελληνική πολιτεία μόλις ομολόγησε απέναντι στο σύνολο της κοινωνίας και στην ιστορία, ότι <u>μέχρι σήμερα κακώς έπραττε</u> καθολικά σε βάρος της φύσης, η οποία κατά τη νομοθεσία μας λογίζεται και ως «<u>εθνικό κεφάλαιο</u>» (άρθ. 2 ν. 998/1979), το οποίο θα έπρεπε να είχε διαχειριστεί με τη δέουσα ευθύνη και τον σεβασμό που της επιβάλλει η συνταγματική υποχρέωση να διαφυλάττει την οικολογική ισορροπία και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα.

                                   

                                  Απέναντι σε αυτή την τραγική ως προς το συμβολισμό και τις συνέπειές της παραδοχή, εγείρονται αναμφίβολα και σε νομικό επίπεδο <u>μείζονος σημασίας ζητήματα κρατικής ευθύνης για την περιβαλλοντική ζημία</u> που επήλθε στο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας μας από την μακρόχρονη, συστηματική και παρατεταμένη εφαρμογή πολιτικών, νομοθεσίας και αποφάσεων που οδήγησαν μοναδικά οικοσυστήματα και τον φυσικό πλούτο ευρύτατων περιοχών της χώρας σε ραγδαία υποβάθμιση, οικολογική βλάβη και καταστροφή.

                                   

                                  Στο πλαίσιο δε της θεώρησης αυτής, θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο ακόμα και μαζικών προσφυγών στη δικαιοσύνη και σε κάθε αρμόδιο θεσμικό φορέα από ενεργούς πολίτες, σωματεία, φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις για την αποκατάσταση κάθε είδους περιβαλλοντικής βλάβης που έχει επέλθει σε οικοσυστήματα και στοιχεία της φύσης συνεπεία της εφαρμογής -<u>ομολογουμένως</u>- <u>αντιπεριβαλλοντικών νομοθετημάτων</u> επί μακρώ και της <u>πλημμελούς ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στην εθνική έννομη τάξη</u>, επί τη βάσει και της εμβληματικής προς τούτο νομολογίας του ΔΕΚ που έκρινε ότι <u>ένα κράτος μέλος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες λόγω μη μεταφοράς ή πλημμελούς μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιό του</u> (απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1991, Andrea Francovich και Danila Bonifaci κ.λπ. κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Ευθύνη του κράτους μέλους, συνεκδ.  υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, European Court Reports 1991 I-05357).

                                   

                                  Συμπέρασμα

                                   

                                  Για τους λόγους που αναλύθηκαν διεξοδικά ως άνω, το υπό διαβούλευση σχέδιο ΚΥΑ ειδικού χωροταξικού πλαισίου των ΑΠΕ και η ΣΜΠΕ που το συνοδεύει κρίνονται μη νόμιμα, επιστημονικώς ατεκμηρίωτα και αντισυνταγματικά και θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

                                  #15227
                                  Στέλλα Μυλωνά

                                    Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                    Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                    Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                    Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                    Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                    1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                    Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                    Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                    Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                    1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                    Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                    Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                    Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                    Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                    1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                    Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                    Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                    Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                    1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                    Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                    Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                    Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                    Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                    Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                    1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                    Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                    Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                    Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                    Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                    Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                    1. Μεταβατικές διατάξεις

                                    Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                    Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                    Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                    1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                    Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                    Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                    Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                    Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                    Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                    Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                    Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                    Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                    Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                    Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                    Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                    Προτείνεται:

                                    • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                    • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                    • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                    • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                    • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                    • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                    • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                    • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                    • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                      • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                      • έργα με ΑΕΠΟ
                                      • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης
                                    #15231
                                    Κωνσταντίνα Λοβέρδο

                                      Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                      Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                      Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                      Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                      Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                      1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                      Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                      Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                      Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                      1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                      Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                      Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                      Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                      Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                      1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                      Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                      Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                      Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                      1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                      Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                      Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                      Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                      Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                      Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                      1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                      Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                      Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                      Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                      Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                      Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                      1. Μεταβατικές διατάξεις

                                      Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                      Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                      Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                      1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                      Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                      Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                      Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                      Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                      Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                      Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                      Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                      Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                      Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                      Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                      Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                      Προτείνεται:

                                      • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                      • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                      • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                      • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                      • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                      • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                      • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                      • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                      • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                        • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                        • έργα με ΑΕΠΟ
                                        • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                       

                                      #15230
                                      Λίνα Μάλωνα

                                        Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                        Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                        Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                        Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                        Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                        1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                        Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                        Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                        Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                        1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                        Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                        Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                        Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                        Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                        1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                        Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                        Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                        Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                        1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                        Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                        Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                        Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                        Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                        Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                        1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                        Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                        Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                        Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                        Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                        Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                        1. Μεταβατικές διατάξεις

                                        Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                        Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                        Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                        1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                        Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                        Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                        Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                        Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                        Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                        Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                        Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                        Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                        Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                        Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                        Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                        Προτείνεται:

                                        • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                        • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                        • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                        • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                        • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                        • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                        • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                        • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                        • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                          • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                          • έργα με ΑΕΠΟ
                                          • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                         

                                        #15233
                                        Δροσούλα Καυδιανού

                                          Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                          Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                          Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                          Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                          Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                          1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                          Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                          Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                          Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                          1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                          Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                          Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                          Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                          Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                          1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                          Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                          Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                          Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                          1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                          Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                          Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                          Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                          Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                          Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                          1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                          Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                          Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                          Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                          Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                          Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                          1. Μεταβατικές διατάξεις

                                          Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                          Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                          Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                          1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                          Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                          Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                          Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                          Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                          Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                          Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                          Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                          Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                          Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                          Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                          Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                          Προτείνεται:

                                          • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                          • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                          • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                          • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                          • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                          • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                          • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                          • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                          • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                            • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                            • έργα με ΑΕΠΟ
                                            • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                           

                                          #15256
                                          APC s.a. – ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΓΝΟΠΟΥΛΟΣ

                                            Σχόλια επί του κειμένου «Έγκριση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού».

                                             

                                            Στο κείμενο του σχεδίου ΚΥΑ περιλαμβάνονται αναφορές για τις υδατοκαλλιέργειες και συσχέτιση της δραστηριότητας αυτής με τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας σε υδάτινους χώρους, τόσο σε άρθρα όσο και στα παραρτήματα.

                                             

                                            Ενδεικτικά αναφέρονται:

                                             

                                            (α) άρθρο 9 σημείο 1 «3) Περιοχές Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΑΥ) του σχετικού Ειδικού Πλαισίου. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η εγκατάσταση ανεμογεννητριών εντός Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ), με συγκατάθεση του φορέα εκμετάλλευσης.».

                                             

                                            (β) άρθρο 27 σημείο 2 «Στην περίπτωση του ΕΧΠ για τις Υδατοκαλλιέργειες, οι σχετικές με τις ΑΠΕ κατευθύνσεις του λαμβάνονται υπόψη και ενσωματώνονται στην παρούσα απόφαση με την ένταξη των ΠΟΑΥ ……….».

                                             

                                            (γ) Παράρτημα ΙΙ σημείο Α1:
                                            <table width=”576″>
                                            <tbody>
                                            <tr>
                                            <td width=”198″>Ιχθυοκαλλιέργειες</td>
                                            <td width=”378″>Απόσταση 500 μ. από Π.Α.Υ. ή μεμονωμένες μονάδες.</td>
                                            </tr>
                                            </tbody>
                                            </table>
                                             

                                            Πέραν του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ενιαία διατύπωση στη συσχέτιση των υδατοκαλλιεργειών με τις διάφορες μορφές ΑΠΕ (ηλιακή ενέργεια, πλωτά αιολικά), προβλέπεται μία άσκοπη απαγόρευση (ζώνη αποκλεισμού) αυτών στις Περιοχές Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΑΥ), οι οποίες δεν είναι αποκλειστικής υδατοκαλλιεργητικής χρήσης, όπως βέβαια και οι ΠΟΑΥ.

                                             

                                            Η ορθή πρόβλεψη που πρέπει να γίνει (αντικαθιστώντας τις διαφορετικές αναφορές του κειμένου) είναι:

                                             

                                            «Η χωροθέτηση πλωτών αιολικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων εκμετάλλευσης ηλιακής ενέργειας σε υδάτινους χώρους πρέπει να αποφεύγεται εντός των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ). Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, εφ’ όσον εξυπηρετούν τις ανάγκες των ΠΟΑΥ ή μεμονομένων μονάδων με τη σύμφωνη γνώμη των φορέων τους. Στις υπόλοιπες περιοχές επιτρέπεται υπό τον όρο να απέχουν από λειτουργούσες μονάδες υδατοκαλλιέργειας τουλάχιστον 500 μέτρα.»

                                             

                                            Σημειώνεται ότι παρεμφερής διάταξη υπάρχει στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Υδατοκαλλιέργειες (Ε.Π.Χ.Σ.Α.Α.Υ.).

                                            #15257
                                            ΣΟΦΙΑ ΠΑΥΛΑΚΗ

                                              Υποβάλλω το ακόλουθο σχόλιο στη δημόσια διαβούλευση του προτεινόμενου ΕΧΠ ΑΠΕ το οποίο συνέταξε ο συνάδελφος κ. Ελευθέριος Λεβαντής:

                                              Το υπό διαβούλευση νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εμφανίζεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ως δήθεν αυστηροποίηση του συστήματος χωροθέτησης των έργων ΑΠΕ και ως απάντηση στα προβλήματα υπερσυσσώρευσης εγκαταστάσεων, χωρικού κορεσμού και σωρευτικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που έχουν ήδη ανακύψει σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Ωστόσο, από τα ίδια τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΥΠΕΝ προκύπτει ότι το νέο πλαίσιο δεν ανατρέπει ουσιαστικά το ήδη διαμορφωμένο επενδυτικό και αδειοδοτικό κεκτημένο, αλλά περιορίζει κυρίως το επόμενο κύμα έργων που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο διοικητικό στάδιο.

                                              Ειδικότερα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, σήμερα στην Ελλάδα υφίσταται συνολικό pipeline έργων ΑΠΕ περίπου 110 GW, εκ των οποίων περίπου 18 GW αφορούν ήδη εγκατεστημένες μονάδες, περίπου 15 GW έργα με όρους σύνδεσης, περίπου 45 GW έργα με ήδη εκδοθείσα Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ), ενώ επιπλέον περίπου 37 GW έργων βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία αδειοδότησης. Το ίδιο το ΥΠΕΝ παραδέχεται ότι οι νέοι περιορισμοί αφορούν κυρίως αυτά τα τελευταία περίπου 37 GW έργων, δηλαδή έργα που διαθέτουν μόνο βεβαίωση παραγωγού, έχουν δεσμεύσει «πολύγωνα» στη ΡΑΑΕΥ ή βρίσκονται σε ενδιάμεσο στάδιο χωρίς ολοκληρωμένη περιβαλλοντική αδειοδότηση και χωρίς ΑΕΠΟ. Αντιθέτως, περίπου 70 GW έργων δεν επηρεάζονται ουσιαστικά από το νέο πλαίσιο.

                                              Η παραδοχή αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη, διότι σημαίνει ότι τα ήδη εγκατεστημένα έργα, τα έργα με όρους σύνδεσης και κυρίως τα έργα με ήδη εκδοθείσα ΑΕΠΟ παραμένουν ουσιαστικά ανέπαφα και συνεχίζουν κανονικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει πλέον προβλήματα χωρικού κορεσμού, υπερσυσσώρευσης έργων και ανάγκης αντιμετώπισης σωρευτικών και συνεργιστικών επιπτώσεων. Το δε στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με τους ίδιους τους στόχους του ΕΣΕΚ για το 2050. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ίδιο το ΥΠΕΝ, ο στόχος για το 2050 αντιστοιχεί περίπου σε 35 GW φωτοβολταϊκών και 13 GW αιολικών εγκαταστάσεων, δηλαδή περίπου 48 GW βασικών έργων ηλεκτροπαραγωγής ΑΠΕ συνολικά. Την ίδια στιγμή, το ήδη «προστατευόμενο» και μη επηρεαζόμενο pipeline έργων ανέρχεται περίπου σε 70 GW.!!!

                                              Με άλλα λόγια, το ίδιο το ΥΠΕΝ παραδέχεται ουσιαστικά ότι το ήδη ώριμο και μη επηρεαζόμενο διοικητικό απόθεμα έργων υπερκαλύπτει μόνο του τις μακροπρόθεσμες ενεργειακές ανάγκες που το ίδιο το κράτος θεωρεί αναγκαίες για το 2050. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποδυναμώνεται σοβαρά το επιχείρημα ότι απαιτείται περαιτέρω μαζική επέκταση έργων ΑΠΕ σε ορεινά, δασικά και προστατευόμενα οικοσυστήματα προκειμένου να επιτευχθούν οι εθνικοί και ενωσιακοί στόχοι της ενεργειακής μετάβασης. Αντιθέτως, προκύπτει εύλογος προβληματισμός ότι η χώρα έχει ήδη δημιουργήσει ένα υπερδιογκωμένο pipeline έργων, πολύ μεγαλύτερο από τις πραγματικές μακροπρόθεσμες ανάγκες του ενεργειακού σχεδιασμού.

                                              Ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται και η ίδια η λογική διαφοροποίησης μεταξύ κατηγοριών Natura 2000. Η δημόσια συζήτηση και η επικοινωνιακή προβολή του νέου χωροταξικού επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), δηλαδή στις περιοχές προστασίας της ορνιθοπανίδας. «Η επιλογή της ιδιαίτερης έμφασης στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε τυχαία. Ακριβώς στις περιοχές αυτές έχει διαμορφωθεί διαχρονικά η πλέον αυστηρή και συνεκτική ακυρωτική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τα έργα ΑΠΕ, ιδίως λόγω πλημμελούς αξιολόγησης των επιπτώσεων στην ορνιθοπανίδα, ελλιπούς εκτίμησης της φέρουσας ικανότητας και ανεπαρκούς εξέτασης των σωρευτικών επιβαρύνσεων στα προστατευόμενα οικοσυστήματα. Υπό το πρίσμα αυτό, δημιουργείται εύλογη εντύπωση ότι το νέο χωροταξικό επιχειρεί να εμφανίσει εικόνα αυστηροποίησης κυρίως στο πεδίο όπου ήδη υφίσταται αυξημένος ακυρωτικός και νομολογιακός κίνδυνος για τη Διοίκηση, χωρίς όμως να προχωρεί σε αντίστοιχη συνολική και οριζόντια ενίσχυση της προστασίας του συνόλου του δικτύου Natura 2000.

                                              Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαιτέρως προβληματική, διότι το ενωσιακό δίκαιο δεν αντιμετωπίζει τις ΖΕΠ ως “ανώτερη” ή αποκλειστικά κρίσιμη κατηγορία προστατευόμενων περιοχών. Αντιθέτως, το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλουν ενιαία, συνεκτική και αποτελεσματική προστασία του συνόλου του δικτύου Natura 2000, συμπεριλαμβανομένων των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης (ΕΖΔ) και των λοιπών περιοχών κοινοτικής σημασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, γεννάται σοβαρός προβληματισμός ότι επιχειρείται μια επιλεκτική “θωράκιση” του πλαισίου μόνο στα σημεία όπου η Διοίκηση έχει ήδη επανειλημμένα ηττηθεί ακυρωτικά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ παραμένει ανοικτό ευρύ πεδίο παρεμβάσεων σε άλλες κατηγορίες προστατευόμενων οικοσυστημάτων, συμπεριλαμβανομένων θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών Natura ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας.»

                                              Το στοιχείο αυτό δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό ότι επιχειρείται μια επιλεκτική αυστηροποίηση σε συγκεκριμένες κατηγορίες προστατευόμενων περιοχών, κυρίως εκεί όπου οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι συγκρούσεις με την ορνιθοπανίδα είναι περισσότερο ορατές, χωρίς αντίστοιχη συνολική αντιμετώπιση του δικτύου Natura 2000 ως ενιαίου οικολογικού συστήματος, όπως επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο. Ιδίως δε στις θαλάσσιες και παράκτιες περιοχές Natura, όπου συμπίπτουν υπεράκτια αιολικά, ενεργειακές υποδομές, γεωτρήσεις, έρευνες υδρογονανθράκων και λοιπές βαριές παρεμβάσεις, γεννάται εύλογη ανησυχία ότι η μετατόπιση της συζήτησης σχεδόν αποκλειστικά στις ΖΕΠ μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποδυνάμωσης της συνολικής προστασίας των μη-ΖΕΠ Natura περιοχών και διευκόλυνσης άλλων ενεργειακών ή εξορυκτικών δραστηριοτήτων σε περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας.

                                              Η προβληματική αυτή αποκτά ακόμη σοβαρότερη διάσταση υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία το δίκτυο Natura 2000 αντιμετωπίζεται ως ενιαίο και αδιαίρετο σύστημα προστασίας οικοτόπων και ειδών και όχι ως μηχανισμός επιλεκτικής ή ιεραρχημένης προστασίας αναλόγως της επενδυτικής πίεσης ή των προτεραιοτήτων του ενεργειακού σχεδιασμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, γεννάται σοβαρό ζήτημα κατά πόσον το νέο χωροταξικό συνιστά πράγματι ουσιαστική ενίσχυση της περιβαλλοντικής προστασίας ή αντιθέτως επιχειρεί κυρίως τη θεσμική σταθεροποίηση και διατήρηση ενός ήδη διοικητικά και επενδυτικά υπερδιογκωμένου κεκτημένου έργων ΑΠΕ, το οποίο δημιουργήθηκε πριν υπάρξει ουσιαστική συνολική αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, στο τοπίο και στη συνοχή του δικτύου Natura 2000.

                                              Η προσέγγιση αυτή καθίσταται ακόμη πιο προβληματική αν ληφθεί υπόψη ότι ορισμένες από τις προβεβλημένες “απαγορεύσεις” του νέου πλαισίου είναι στην πραγματικότητα αυτονόητες ή τεχνικά σχεδόν αδιάφορες. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση απαγόρευσης εγκατάστασης αιολικών πάρκων σε υγροτόπους και υγροβιοτοπικά συστήματα. Στην πράξη, η εγκατάσταση μεγάλων χερσαίων αιολικών μονάδων εντός πυρήνων υγροτόπων είναι ούτως ή άλλως τεχνικά εξαιρετικά δυσχερής ή και πρακτικά αδύνατη λόγω της εδαφικής αστάθειας, της υψηλής στάθμης υδροφορίας, της ακαταλληλότητας θεμελίωσης βαρέων πυλώνων και των σοβαρών δυσχερειών διάνοιξης συνοδών οδικών έργων και πλατειών εγκατάστασης. Συνεπώς, η προβολή μιας τέτοιας “απαγόρευσης” δημιουργεί περισσότερο επικοινωνιακή εικόνα αυστηροποίησης παρά ουσιαστικό νέο κανονιστικό περιορισμό, δεδομένου ότι οι υγροβιότοποι δεν αποτελούσαν έτσι κι αλλιώς τον κύριο ή ρεαλιστικό χώρο ανάπτυξης χερσαίων αιολικών εγκαταστάσεων.

                                              Αντίστοιχα, σοβαρό ζήτημα επιστημονικής και νομικής τεκμηρίωσης εγείρεται και ως προς το οριζόντιο όριο των 1.200 μέτρων υψομέτρου για την εγκατάσταση αιολικών έργων. Το όριο αυτό εμφανίζεται να λειτουργεί περισσότερο ως διοικητικό και πολιτικό cutoff παρά ως προϊόν συνεκτικής οικολογικής αξιολόγησης. Η ελληνική γεωμορφολογία και οικολογική διαφοροποίηση δεν επιτρέπουν την αυθαίρετη εξαγωγή ενιαίου οικολογικού ορίου για το σύνολο της χώρας στο συγκεκριμένο υψόμετρο. Άλλωστε, τα ίδια τα υφιστάμενα αιολικά έργα στην Ελλάδα εγκαθίστανται κατά κανόνα σε ορεινές και ημιορεινές κορυφογραμμές με υψηλό αιολικό δυναμικό, συχνά σημαντικά χαμηλότερα ή υψηλότερα του συγκεκριμένου ορίου, αναλόγως γεωγραφικής ενότητας και μορφολογίας. Ακόμη και πρόσφατες τεχνικές μελέτες καταγράφουν εγκαταστάσεις σε ιδιαίτερα μεγάλο εύρος υψομέτρων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι δεν υφίσταται κάποιο ενιαίο φυσικό ή τεχνικό “κατώφλι” στα 1.200 μέτρα.

                                              Υπό τα δεδομένα αυτά, δημιουργείται σοβαρός προβληματισμός ότι το όριο των 1.200 μέτρων επιλέγεται περισσότερο για λόγους διοικητικής και πολιτικής διαχείρισης της κοινωνικής και δικαστικής πίεσης παρά ως αποτέλεσμα ολοκληρωμένης οικολογικής ή χωροταξικής αξιολόγησης. Την ίδια στιγμή, δεν προκύπτει αντίστοιχη οριζόντια και σαφής προστατευτική προσέγγιση για το σύνολο των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης (ΕΖΔ), των θαλάσσιων περιοχών Natura 2000 και των ευαίσθητων παράκτιων οικοσυστημάτων, όπου συμπίπτουν πλέον υπεράκτια αιολικά, ενεργειακές υποδομές, έρευνες υδρογονανθράκων, γεωτρήσεις και λοιπές βαριές παρεμβάσεις. Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω την εντύπωση ότι επιχειρείται μια επιλεκτική “θωράκιση” του πλαισίου κυρίως στα σημεία όπου η Διοίκηση έχει ήδη επανειλημμένα ηττηθεί ακυρωτικά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρίς αντίστοιχη συνολική αναθεώρηση της προστασίας του συνόλου του δικτύου Natura 2000 ως ενιαίου οικολογικού συστήματος, όπως επιβάλλει το άρθρο 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

                                               

                                               

                                              #15232
                                              ΦΟΥΣΕΚΗ ΙΩΑΝΝΑ – ΑΝΔΡΟΣ

                                                Δεν αποδεχόμαστε την καταστροφή του νησιού μας. Δεν θέλουμε να γεμίσουμε με τεράστια σίδερα το νησί μας για την Βιομηχανία των Αιολικών πάρκων, που όπως μνημόνευσε ο Πρόεδρος και Θεμελιωτής του Ε’ τμήματος ΣτΕ Μιχαήλ Δεκλερής και αντιπρόεδρος ε.τ. του ΣτΕ, για την μη τοποθέτηση των Πυλώνων της ΔΕΗ ύψους 25μ.  πάνω στα βουνά της Άνδρου και στα Κυκλαδονήσια, γιατί είναι εκτός ανθρώπινης κλίμακας.

                                                Δεν θέλουμε να γίνει η Άνδρος η συνέχεια της  Καρύστου και του όρους ΟΧΙ με εγκατεστημένες εκατοντάδες Ανεμογεννήτριες που οι περισσότερες είναι σε περιοχή NATURA, με καταστρατήγηση κάθε οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Περιβάλλον, την Ορνιθοπανίδα, την Πανίδα. Καθώς το ΥΠΕΝ με τις ΑΕΠΟ που ενέκρινε για τους ΑΣΠΗΕ δεν λάμβανε καμία προστασία των Βουνών, του Νερού, του Τοπίου,κλπ.  έχοντας κατά παράβαση των Ευρωπαϊκών Οδηγιών αμελήσει εδώ και δεκαετίες μεταξύ των άλλων να καθορίσει και εγκρίνει τους Στόχους Διατήρησης για τα είδη Ορνιθοπανίδας των Παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) του Εθνικού Οικολογικού δικτύου Natura 2000, και σαν case study στο Φραγκάκι Κορθίου στην Άνδρο περιοχή Natura 2000, επέτρεψε να τοποθετηθούν 5 ανεμογεννήτριες ύψους 135μ. σε απόσταση 550 μ. από τις φωληές του άγριου πτηνού Σπιζαετός χαρακτηρισμένου στο κόκκινο βιβλίο ως απειλούμενου προς εξαφάνιση, έχοντας ακτίνα προστασίας 5000 μ.!!

                                                Όπου τελικά εδέησεν το ΥΠΕΝ το 2023 (Αριθμ. οικ. ΥΠΕΝ/ΔΔΦΠΒ/50146/1786), μετά τις καταγγελίες της ΕΕ σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, να προχωρήσει μεν σε Απόφαση (συμμόρφωσης) στον καθορισμό και έγκριση στόχων διατήρησης, με καταγραφές δεκάδων χιλιάδων ειδών της Ορνιθοπανίδας για όλη την επικράτεια μέχρι σήμερα, να προσδιορίζεται όμως για την τιμή στόχου και του εξειδικευμένου στόχου πουλιών στους πίνακες μόνο με την φράση «ανεπαρκή δεδομένα» σε ποσοστό που ανέρχονται μεγαλύτερο του 95%(!!) των καταγραφών, και η αιτία είναι ότι δεν ενδιαφέρεται, δεν στελεχώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες, δεν διαθέτει τους οικονομικούς πόρους παρόλο αυτών που καταβάλλονται από την ΕΕ στην Ελλάδα  !!!???

                                                Καταλήγοντας δηλώνουμε ότι τα Κυκλαδονήσια είναι ένα μοναδικό στον κόσμο σύμπλεγμα δεκάδων νησιών και βραχονησίδων, που αυτή την ομορφιά έρχονται κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες να τα θαυμάσουν. Συνεπώς δεν θα επιτρέψουμε να καταστραφεί , προς όφελος ντόπιων και ξένων συμφερόντων μεγαλοεταιρειών.

                                                Συνημμένα ακολουθεί η Ομόφωνη Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Άνδρου

                                                https://diavgeia.gov.gr/doc/%CE%A8%CE%A7%CE%94%CE%96%CE%A9%CE%A8%CE%99-%CE%92%CE%9D1?inline=true

                                                #15235
                                                ΡΑΝΙΑ ΚΑΡΑΜΑΛΗ

                                                  Θα αναφερθώ σε τριά βασικά για το νέο χωροταξικό και συγκεκριμένα για την περιοχή του Ν. Τρικάλων.

                                                  Η βασική ένσταση αφορά την εξαίρεση των ήδη αδειοδοτημένων έργων και όσων βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης από τις προβλέψεις του νέου χωροταξικού πλαισίου. Ετσι, διατηρείται η δυνατότητα εγκατάστασης έργων ακόμη και πάνω από τα 1.200 μέτρα, γεγονός που στην πράξη ακυρώνει τον προστατευτικό χαρακτήρα της νέας ρύθμισης.

                                                  Επίσης, μου δημιουργείται η σοβαρή απορία. Μόνο στην περιοχή των Τρικάλων και ιδιαίτερα στο Γεωπάρκο Μετεώρων–Πύλης σχεδιάζονται ταυτόχρονα αιολικά πάρκα στην Πίνδο, μεγάλα φωτοβολταϊκά στα Αντιχάσια και υδροηλεκτρικά έργα. Δεν είναι υπερβολικά πολλά έργα για μια τόσο συγκεκριμένη περιοχή; Ποιος έχει εξετάσει τη συνολική επιβάρυνση που θα δεχτεί ο τόπος; Δεν πρέπει να υπάρχει μία σχετική αναλογία έκτασης και έργων; Η εικόνα που δημιουργείται είναι ότι επιτρέπεται μια ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος προς όφελος ορισμέων, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι επιπτώσεις στην περιοχή και στους κατοίκους της.

                                                  Και τρίτον, ως μέλος ορειβατικού συλλόγου, η διάνοιξη δρόμων στα βουνά μας, υποβαθμίζει τα μονοπάτια μας γενικότερα και, ειδικότερα, των Ευρωπαικών μονοπατιών που λόγω της διάνοιξης δρόμων ακυρώνουν τις αυστηρές προδιαγραφές των μοναπατιών αυτών και χρειάζεται αναθεώρηση και επαναχάραξη.

                                                  #15252
                                                  Αντρέας Μυλωγενίτης

                                                    Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                                    Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                                    Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                                    Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                                    Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                                    1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                                    Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                                    Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                                    Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                                    1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                                    Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                                    Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                                    Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                                    Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                                    1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                                    Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                                    Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                                    Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                    1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                                    Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                                    Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                    Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                                    Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                                    Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                    1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                                    Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                                    Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                    Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                                    Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                                    Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                                    1. Μεταβατικές διατάξεις

                                                    Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                                    Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                                    Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                                    1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                                    Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                                    Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                                    Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                                    Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                                    Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                                    Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                    Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                                    Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                                    Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                                    Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                    Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                                    Προτείνεται:

                                                    • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                                    • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                                    • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                                    • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                                    • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                                    • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                                    • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                                    • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                                    • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                                      • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                                      • έργα με ΑΕΠΟ
                                                      • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                                     

                                                    #15237
                                                    Ντάνα Στασινοπούλου

                                                      Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                                      Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                                      Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                                      Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                                      Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                                      1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                                      Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                                      Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                                      Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                                      1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                                      Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                                      Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                                      Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                                      Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                                      1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                                      Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                                      Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                                      Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                      1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                                      Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                                      Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                      Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                                      Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                                      Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                      1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                                      Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                                      Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                      Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                                      Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                                      Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                                      1. Μεταβατικές διατάξεις

                                                      Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                                      Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                                      Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                                      1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                                      Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                                      Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                                      Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                                      Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                                      Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                                      Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                      Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                                      Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                                      Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                                      Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                      Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                                      Προτείνεται:

                                                      • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                                      • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                                      • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                                      • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                                      • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                                      • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                                      • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                                      • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                                      • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                                        • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                                        • έργα με ΑΕΠΟ
                                                        • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                                       

                                                      #15239
                                                      Νίνος Καρβέλης

                                                        Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                                                        Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αντιμετωπίζει τη χερσαία αιολική ενέργεια όχι ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και αειφορίας , αλλά ως δραστηριότητα που πρέπει κατ’ αρχήν να περιοριστεί μέσω εκτεταμένων οριζόντιων αποκλεισμών.

                                                        Η προσέγγιση αυτή είναι προβληματική, καθώς βασίζεται σε γενικευμένα και ανεπαρκώς τεκμηριωμένα κριτήρια, αντί το νέο πλαίσιο να κατευθύνει τα έργα στις καταλληλότερες περιοχές, με στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής καθαρής εγχώριας ενέργειας και την ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, κινδυνεύει να οδηγήσει σε πρακτική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα.

                                                        Το αποτέλεσμα είναι ένα πλαίσιο με σοβαρές επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας και στη συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την επιτάχυνση των ΑΠΕ.

                                                        Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΧΠ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΜΠΕ

                                                        1. Γενική ασάφεια του πλαισίου και σύγχυση με υποκείμενα σχέδια

                                                        Το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ παρουσιάζει σημαντική ασάφεια ως προς τη σχέση του με τα υποκείμενα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια. Δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς η ιεράρχηση μεταξύ των επιμέρους πλαισίων, ενώ αφήνεται η δυνατότητα εισαγωγής πρόσθετων περιορισμών από κατώτερα επίπεδα σχεδιασμού, γεγονός που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και κίνδυνο αποκλινουσών διοικητικών ερμηνειών.

                                                        Η ασάφεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην αιολική ενέργεια, όπου η ανάπτυξη έργων απαιτεί πολυετή τεχνική ωρίμανση, σημαντικές επενδύσεις και σύνθετη αδειοδοτική διαδικασία.

                                                        Ένα πλαίσιο που επιτρέπει κανονιστική πολυδιάσπαση και τοπικές αποκλίσεις δεν μειώνει τις συγκρούσεις αλλά τις πολλαπλασιάζει, δημιουργώντας σοβαρή αβεβαιότητα για την ανάπτυξη νέων έργων.

                                                        1. Αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων με μέσο αιολικό δυναμικό κάτω των 4 m/sec

                                                        Η πρόβλεψη αποκλεισμού ολόκληρων Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού είναι τεχνικά και επιστημονικά προβληματική. Η καταλληλότητα ενός αιολικού έργου δεν μπορεί να κρίνεται με βάση έναν γενικευμένο μέσο όρο διοικητικής ενότητας, αλλά πρέπει να αξιολογείται βάσει των πραγματικών δεδομένων της συγκεκριμένης θέσης εγκατάστασης.

                                                        Η διεθνής πρακτική ανάπτυξης αιολικών έργων βασίζεται σε εξειδικευμένες ανεμολογικές μετρήσεις, τεχνική αξιολόγηση, ανάλυση πρόσβασης, περιβαλλοντική αξιολόγηση και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης. Δεν βασίζεται σε γενικούς χάρτες μεγάλης χωρικής κλίμακας ως δεσμευτικό κριτήριο αποκλεισμού.

                                                        Παράλληλα, ο χάρτης αιολικού δυναμικού της ΡΑΑΕΥ, στον οποίο φαίνεται να βασίζεται η σχετική πρόβλεψη, στηρίζεται σε παλαιότερα δεδομένα και μετρήσεις χαμηλού ύψους, που δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά ύψη λειτουργίας των σύγχρονων ανεμογεννητριών.

                                                        Η χρήση του μέσου όρου μιας Δημοτικής Ενότητας ως κριτηρίου αποκλεισμού οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα και μπορεί να αποκλείσει πραγματικά κατάλληλες θέσεις χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των τεχνικών, ανεμολογικών, χωροταξικών και περιβαλλοντικών δεδομένων.

                                                        1. Υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων

                                                        Η εισαγωγή οριζόντιου αποκλεισμού για περιοχές άνω των 1.200 μ. δεν συνοδεύεται από επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και δεν αιτιολογείται γιατί το συγκεκριμένο υψόμετρο αποτελεί κρίσιμο περιβαλλοντικό ή χωροταξικό όριο.

                                                        Η ελληνική επικράτεια χαρακτηρίζεται από έντονη γεωμορφολογική διαφοροποίηση και διαφορετικές βιοκλιματικές συνθήκες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή ενός ενιαίου υψομετρικού ορίου για όλη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές άνω των 1.200 μ. με υψηλό αιολικό δυναμικό, καλή προσβασιμότητα και περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχα υπάρχουν περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου με σημαντικότερες συγκρούσεις χρήσεων γης.

                                                        Η επιλογή αυτή είναι δυσανάλογη και αυθαίρετη, καθώς αποκλείει εκ των προτέρων εκτεταμένες περιοχές με υψηλό ενεργειακό ενδιαφέρον χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                        1. ΣΜΠΕ – Ελλείψεις και ανεπάρκειες

                                                        Η ΣΜΠΕ παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες ως προς την επιστημονική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική επάρκεια και τη συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων του νέου πλαισίου. Παρά τη μεγάλη έκτασή της, η μελέτη επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος, των προστατευόμενων περιοχών και των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων ΑΠΕ, χωρίς να τεκμηριώνει επαρκώς τη σύνδεση των στοιχείων αυτών με τους εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς που προτείνονται.

                                                        Επιπλέον, δεν φαίνεται να αξιοποιεί επαρκώς εμπειρικά δεδομένα από υφιστάμενα αιολικά έργα, αποτελέσματα περιβαλλοντικής παρακολούθησης, σύγχρονα ανεμολογικά στοιχεία, δεδομένα λειτουργίας σύγχρονων ανεμογεννητριών ή τεχνικοοικονομική αξιολόγηση των συνεπειών των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                        Παράλληλα, η σύνθεση της ομάδας σύνταξης δεν φαίνεται να περιλαμβάνει κρίσιμες ειδικότητες για την πλήρη αξιολόγηση ενός χωροταξικού πλαισίου ΑΠΕ, όπως μηχανικούς ΑΠΕ, ανεμολόγους, ειδικούς ενεργειακής οικονομίας και ειδικούς λειτουργίας ηλεκτρικών συστημάτων. Η απουσία αυτών των ειδικοτήτων επηρεάζει τη συνολική προσέγγιση της μελέτης, η οποία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά περιβαλλοντική, αλλά οφείλει να ενσωματώνει και την ενεργειακή, τεχνική και οικονομική διάσταση.

                                                        Η βιβλιογραφική τεκμηρίωση εμφανίζει επίσης ανισορροπία, καθώς δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις δυνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των έργων, χωρίς αντίστοιχη ανάλυση της ενεργειακής σημασίας της αιολικής ενέργειας, της συμβολής της στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, της ανάγκης επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ και της τεχνολογικής εξέλιξης των ανεμογεννητριών.

                                                        Κατά συνέπεια, η έμφαση της ΣΜΠΕ μετατοπίζεται δυσανάλογα προς τον αποκλεισμό μεγάλων περιοχών —άνω του 61% της ελληνικής επικράτειας— και όχι προς την τεκμηριωμένη, αναλογική και ορθολογική χωροθέτηση. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την επάρκεια της ΣΜΠΕ και την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και αναλογικότητας των προτεινόμενων περιορισμών.

                                                        1. Μη συμβατότητα με τη λογική της RED III και τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους

                                                        Η Οδηγία RED III προωθεί την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ μέσω μείωσης της αδειοδοτικής αβεβαιότητας, καθορισμού κατάλληλων περιοχών και απλοποίησης της αδειοδοτικής διαδικασίας.

                                                        Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται άμεσα με τους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας, ιδίως με την ανάγκη μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2035 και τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Η επίτευξη των στόχων αυτών προϋποθέτει σταθερό, σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο χωροθέτησης, το οποίο να επιτρέπει την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                        Αντίθετα, το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, εισάγοντας εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς, ασαφείς περιορισμούς και πρόσθετα επίπεδα αβεβαιότητας.

                                                        Με τον τρόπο αυτό, δεν υποστηρίζει επαρκώς την επιτάχυνση των ΑΠΕ, την επίτευξη των εθνικών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

                                                        Αντί να δημιουργεί ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο ανάπτυξης, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός περιορισμού παρά ως εργαλείο επιτάχυνσης της ανάπτυξης ΑΠΕ, σε αντίθεση τόσο με τη λογική της RED III όσο και με τη μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική για την ενεργειακή μετάβαση.

                                                        1. Μεταβατικές διατάξεις

                                                        Οι μεταβατικές διατάξεις κρίνονται ανεπαρκείς για την προστασία έργων που έχουν ήδη κινηθεί νόμιμα βάσει του ισχύοντος πλαισίου και έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές τεχνικές και οικονομικές επενδύσεις.

                                                        Δεν προβλέπεται επαρκής προστασία για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού, έργα που έχουν λάβει παρατάσεις για ΕΟΑ, καθώς και έργα ριζικής ανανέωσης (repowering), παρότι τα έργα αυτά αποτελούν κρίσιμο εργαλείο αύξησης της παραγωγής πράσινης ενέργειας με αξιοποίηση ήδη επιλεγμένων θέσεων.

                                                        Η αιφνίδια μεταβολή των κανόνων χωρίς επαρκή μεταβατική μέριμνα πλήττει την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών.

                                                        1. Αποστάσεις από αρχαιολογικούς χώρους

                                                        Η πρόβλεψη της απόστασης 7d από αρχαιολογικά μνημεία παραμένει ασαφής ως προς το πεδίο εφαρμογής της, γεγονός που έχει οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες από τις αρμόδιες υπηρεσίες και σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδοτική διαδικασία.

                                                        Απαιτείται ρητή αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία και όχι σε μη κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αρχαιολογικές ενδείξεις ή ευρήματα.

                                                        Γ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

                                                        Η αποδυνάμωση της χερσαίας αιολικής ενέργειας δεν αφορά μόνο τον κλάδο των ΑΠΕ, αλλά επηρεάζει άμεσα το δημόσιο συμφέρον, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.

                                                        Η χερσαία αιολική ενέργεια αποτελεί μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, αξιοποιεί έναν εγχώριο ανανεώσιμο πόρο και παρουσιάζει ιδιαίτερα αποδοτική σχέση παραγόμενης ενέργειας προς πραγματική κατάληψη γης. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με σημαντικό αιολικό δυναμικό, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.

                                                        Παράλληλα, η επιτάχυνση των ΑΠΕ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την ενέργεια και το κλίμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα και τη μετάβαση σε κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Συνεπώς, κάθε νέο χωροταξικό πλαίσιο οφείλει να διευκολύνει, και όχι να περιορίζει δυσανάλογα, την ανάπτυξη ώριμων και τεχνικά κατάλληλων έργων ΑΠΕ.

                                                        Αντίθετα, ο περιορισμός της δυνατότητας ανάπτυξης νέων αιολικών έργων μειώνει τη δυνατότητα αξιοποίησης ενός φθηνού εγχώριου ενεργειακού πόρου και οδηγεί σε μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες μορφές παραγωγής ή εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, το νέο πλαίσιο αναμένεται να εντείνει την αδειοδοτική αβεβαιότητα και να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη νέων έργων, σε μία ήδη ιδιαίτερα χρονοβόρα και διοικητικά επιβαρυμένη διαδικασία.

                                                        Η συστηματική αποδυνάμωση της αιολικής ενέργειας μέσω υπέρμετρων περιορισμών οδηγεί σε λιγότερη φθηνή εγχώρια παραγωγή, μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβότερες λύσεις και τελικά σε επιβάρυνση των πολιτών, των επιχειρήσεων και της οικονομίας. Επιπλέον, περιορίζει τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει τις ΑΠΕ ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής αυτονομίας και πράσινης ανάπτυξης.

                                                        Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ-ΑΠΕ, στην παρούσα μορφή του, δεν αποτελεί επαρκώς επιστημονικά τεκμηριωμένο και ισορροπημένο εργαλείο χωροταξικού σχεδιασμού. Εισάγει οριζόντιους αποκλεισμούς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση, βασίζεται σε παρωχημένα δεδομένα και δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα.

                                                        Η χώρα χρειάζεται ένα πλαίσιο που να κατευθύνει την αιολική ανάπτυξη στις πραγματικά κατάλληλες θέσεις, με βάση τεχνικά, ενεργειακά, περιβαλλοντικά και χωροταξικά δεδομένα, και όχι ένα πλαίσιο που να την αποκλείει εκ των προτέρων από μεγάλες περιοχές χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.

                                                        Δ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

                                                        Προτείνεται:

                                                        • Το ΕΧΠ-ΑΠΕ να υπερισχύει όλων ως εξειδικευμένο, όπως γίνεται και σήμερα.
                                                        • να μην υφίσταται οριζόντιος αποκλεισμός βάσει υψομέτρου έως τα 2.000 μ.
                                                        • να καταργηθεί ο αποκλεισμός Δημοτικών Ενοτήτων βάσει μέσου αιολικού δυναμικού. Αντί αυτού να προκριθεί η απόδειξη αιολικού δυναμικού με πιστοποιημένες μετρήσεις κατ’ ελάχιστο ενός έτους ύψους μέτρησης 50μ και μέση ταχύτητα άνω των 5m/s.
                                                        • η ουσιαστική εναρμόνιση του νέου πλαισίου με τη λογική της οδηγίας RED III για αξιολόγηση κάθε έργου ξεχωριστά.
                                                        • Σύνταξη ΣΜΠΕ από διεπιστημονική ομάδα με αξιοποίηση σύγχρονων δεδομένων, πραγματικών ανεμολογικών μετρήσεων και διεθνών πρακτικών .
                                                        • αποσαφήνιση ότι η απόσταση των 7d εφαρμόζεται αποκλειστικά σε κηρυγμένα αρχαιολογικά μνημεία.
                                                        • Eνίσχυση των ανταποδοτικών ωφελειών προς τις τοπικές κοινωνίες
                                                        • Δυνατότητα σύναψης PPAs από ΟΤΑ απευθείας με παραγωγούς ΑΠΕ, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της τοπικής ενεργειακής αυτονομίας.
                                                        • Επαρκής μεταβατική προστασία:
                                                          • για έργα με Βεβαίωση Παραγωγού σε περίπτωση εκπόνησης ΕΟΑ
                                                          • έργα με ΑΕΠΟ
                                                          • έργα repowering – Ριζικής ανανέωσης

                                                         

                                                      Επισκόπηση 25 απαντήσεων - 401 έως 425 (από 1,055 συνολικά)
                                                      • Η συζήτηση ‘Δημόσια Διαβούλευση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων’ δεν δέχεται νέα θέματα και απαντήσεις.